Δευτέρα 25 Οκτωβρίου 2010

ΑΡΕΙΜΑΝΙΟΙ ΒΛΑΧΟΙ (3)


Συνεχίζοντας το προηγούμενο σημείωμά μας προσθέτουμε τα γεγονότα κατά τα οποία οι περισσότεροι αυτόχθονες πληθυσμοί της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας λατινοφωνήσανε. Τον 5ο μ.Χ. αιώνα ο Αυτοκράτωρ Αρκάδιος απέστειλε στο κεντρικό στρατόπεδο του Αττίλα, στη σημερινή Ουγγαρία, ως πρεσβευτή του τον Πρίσκο, με αποστολή να εξαγοράσει τους αιχμαλώτους που είχαν αρπάξει οι Ούννοι επιδρομείς από τα Βαλκάνια, που τότε στην Κωνσταντινούπολη ονομάζονταν Ευρώπη. 

Ο Πρίσκος, λοιπόν, γράφει ότι όλοι εκείνοι οι αιχμάλωτοι μιλούσαν λατινικά επειδή, τονίζει, στην Ευρώπη, δηλαδή στα Βαλκάνια, όλος ο πληθυσμός είχε λατινοφωνήσει και μόνον στις ακτές μιλούσαν ελληνικά.

Αυτό βεβαιώνει, έναν αιώνα περίπου αργότερα, στο έργο του Περί των αρχών της Ρωμαίων Πολιτείας και ο ιστορικός Ιωάννης Λυδός, σύγχρονος του μεγάλου Αυτοκράτορος Ιουστινιανού, ο οποίος, καίτοι λατινόφωνος ο ίδιος, πρώτος καθιέρωσε την ελληνική γλώσσα στη διοίκηση και στη νομοθεσία με τις περίφημες Νεαρές του - τα νέα, δηλαδή, αυτοκρατορικά διατάγματα. Επί εξακόσια τουλάχιστον χρόνια, έως τότε, σε όλες τις κρατικές υποθέσεις και υπηρεσίες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και των υπηκόων της αποκλειστική γλώσσα ήταν η λατινική. Γράφει :
Νόμος ην αρχαίος πάντα μεν τα οπωσούν πραττόμενα παρά τοις Επάρχοις (…) τοις των Ιταλών εκφωνείσθαι ρήμασι (…) τα δε περί την Ευρώπην πραττόμενα πάντα διεφύλαξεν εξ ανάγκης δια το της αυτής οικήτορας, καίπερ ΄Ελληνας εκ του πλείονος όντας, τη των Ιταλών φθέγγεσθαι φωνή και μάλιστα τους δημοσιεύοντας.
Δηλαδή «υπήρχε αρχαίος νόμος να εκφωνούνται στα λατινικά όσα έπρατταν οι ΄Επαρχοι (…) και η ανάγκη διεφύλαξε τον νόμο να μιλούν λατινικά όσοι έπρατταν στα Βαλκάνια, και μάλιστα οι δημόσιοι αξιωματούχοι, παρ’ όλο που στην πλειοψηφία τους ήσαν ΄Ελληνες».
Εν προκειμένω πρέπει να υπογραμμισθεί ότι ο Λυδός αναφέρεται επίμονα στην προφορική απλώς εκφώνηση της λατινικής (εκφωνείσθαι ρήμασι, φθέγγεσθαι) από τους λατινοφωνήσαντες ΄Ελληνες. Αυτό ακριβώς πράττουν μέχρι σήμερα οι Βλάχοι ως κατ’ ευθείαν απόγονοι εκείνων: μιλούν απλώς τη λατινική τους ντοπιολαλιά, αλλά δεν την έγραψαν ούτε τη γράφουν ποτέ.
Αυτή η προφορική λαϊκή λατινική λαλιά ονομάσθηκε αργότερα βλάχικη. Σ’ αυτήν την λαλιά τους οι Βλάχοι κράτησαν μέχρι σήμερα, έστω φθαρμένους από στόμα σε στόμα, αυθεντικούς τους πρωτογενείς λατινικούς πυρήνες. Γι’ αυτό σήμερα κατανοούν πλήρως τις βασικές λέξεις-κλειδιά που διατηρούνται παρόμοιες σε όλες τις λατινογενείς ευρωπαϊκές γλώσσες. Παντού είναι παρόμοιες οι λέξεις-κώδικες όπως π.χ. κεφάλι, αφτιά, μαλλιά, μύτη, δόντι, μέτωπο, χέρι, νύχια, άνθρωπος, γυναίκα, αγόρι, κορίτσι, παλικάρι, νερό, θάλασσα, σελήνη, ήλιος, άστρα, σπίτι, καπνός, φωτιά, νύχτα, μέρα, όλες οι μέρες της εβδομάδας και οι αριθμοί, αγαπημένη, κατσίκι, ελάφι, αρκούδα, λύκος, γουρούνι, όρνιθα, γάλα, αλάτι, τυρί κ.λ.π.

Στον καιρό του Ιουστινιανού, λοιπόν, τα αυτόχθονα αυτοκρατορικά στρατεύματα λατινοφωνούσαν. Ο ιστορικός της εποχής Θεοφύλακτος Σιμοκάττης, περιγράφοντας την εκστρατεία κατά των Αβάρων στη Θράκη το 579-582, σημειώνει αποκαλυπτικά ότι η λατινική λαλιά ήταν η «πατρώα φωνή» των πολεμιστών. Το ίδιο επαναλαμβάνει ο Θεοφάνης:
Ο δε ακολουθών εταίρος εφώνει τη πατρώα φωνή «τόρνα, φράτερ, τόρνα» και ο μεν κύριος του ημιόνου την φωνήν ουκ ήσθετο οι δε λαοί, ακούσαντες και τους πολεμίους επιστήναι αυτοίς υπονοήσαντες, εις φυγήν ετράπησαν «τόρνα, τόρνα» μεγίσταις φωναίς ανακράζοντες. 
Δηλαδή : Κι ο σύντροφος, που ακολουθούσε πίσω, φώναζε στην πατρώα φωνή «γέρνει, αδερφέ, γέρνει» (το σαμάρι) αλλά ο ημιονηγός δεν άκουσε τη φωνή, την άκουσαν όμως τα πλήθη των στρατιωτών και νομίζοντας πως έπεσαν σε ενέδρα των εχθρών ετράπησαν σε φυγή κράζοντας με δυνατές φωνές «γύρνα, γύρνα». 
Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι στην προφορικά λατινική λαλιά η λέξη «τόρνα» σημαίνει «γέρνει», «γυρίζει» το σαμάρι στο τρίτο ενικό πρόσωπο του ενεστώτα και ταυτόχρονα «γύρνα πίσω» στο δεύτερο παθητικό πρόσωπο της προστακτικής «τόρνα τε», δηλαδή «γύρισε τον εαυτόν σου». Οι στρατιώτες νόμισαν, λοιπόν, ότι άκουγαν διαταγή να επιστρέψουν για να μη παγιδευθούν.
Ο σύγχρονος του Ιουστινιανού – και περίπου του Θεοφάνη – ιστορικός Προκόπιος περιγράφοντας, κατ’ εντολήν του Αυτοκράτορος, τα αυτοκρατορικά φρούρια και κτίσματα στο έργο του Περί κτισμάτων καταγράφει το 553-555 βλάχικα τοπωνύμια με ελληνική γραφή. Αλλά στα ελληνικά αυτά τα τοπωνύμια δεν σημαίνουν τίποτε επειδή είναι βλάχικα: Σαπτεκάζας είναι Επτά Σπίτια, Λουποφοντάνα Λυκόβρυση, Μπουργκουάλτου Ψηλό Κάστρο, Γκεμελλομούντες Χαλινάρι του βουνού - αυχένας. Παρά τη συνεχή μαζική παρουσία και δράση τους οι λατινόφωνοι αυτοί πολεμιστές δεν αναφέρονται μέχρι τον 10ο αιώνα με το όνομα Βλάχοι. Μήπως δεν υπήρχαν έως τότε; Μήπως κατήλθαν από τον Δούναβη μετά τον 10ο αιώνα οπότε αναφέρονται εφ’ εξής με το όνομα Βλάχοι; Η απάντηση είναι απλή: οι λατινόφωνοι αρειμάνιοι προϋπήρχαν ανέκαθεν και, όπως αναφέρθηκε, μνημονεύονται. Αλλά όχι με τέτοιο όνομα γιατί απλούστατα το όνομα Βλάχος δεν υπήρχε. Το όνομα ήλθε, όχι οι Βλάχοι!

Οι Γερμανοί επονόμαζαν αρχικά Volcae, δηλαδή Λαούς της Λατινικής όλους τους λατινόφωνους, ιδιαίτερα τους πλησιέστερούς τους Κέλτες, και μετά τους είπαν Welsch. Aπ’ αυτό προήλθαν οι ονομασίες Βαλλόνοι και Ουαλλοί, που ήσαν Κέλτες. Οι Σλάβοι, διερχόμενοι τα γερμανικά εδάφη, βρήκαν αυτό το γερμανικό όνομα και παρεφθαρμένο σε Wlaschi ονόμασαν Βλάχους όλους τους λατινόφωνους της Ευρώπης. Αυτό το όνομα έφεραν στα Βαλκάνια της Αυτοκρατορίας, όταν άρχισαν να εγκαθίστανται σταδιακά ως φόρου υποτελείς Σκλαβήνοι του Αυτοκράτορος, και έτσι ονόμασαν τους αυτόχθονες λατινόφωνους που βρήκαν. Οι Ρωμαίοι άρχισαν να ονομάζουν πολύ αργότερα κι αυτοί Βλάχους τους λατινόφωνους πολεμιστές τους και τις οικογένειές τους από τα τέλη πλέον του 10ου αιώνα όταν πλέον είχε επικρατήσει η ελληνική γλώσσα. Γι’ αυτό «ξαφνικά» εμφανίσθηκαν από το πουθενά Βλάχοι –τότε είχε εμφανισθεί για πρώτη φορά το όνομα Βλάχος, δάνειο από τους Σλάβους.
Οι Βλάχοι συνέχισαν, φυσικά, να υπηρετούν την Αυτοκρατορία ως πολεμιστές της και οροφύλακές της. Αυτοί, επειδή ήσαν επίλεκτα στρατεύματα και ορεσίβιοι, εγκατεστημένοι με τα αναρίθμητα κοπάδια τους στα βουνά φύλαγαν μέχρι τέλους τις κλεισούρες και τις βασιλικές οδούς. Γι’ αυτό και αναφέρονται ως Βλάχοι Οδίται. Η πρώτη αναφορά γίνεται στον καιρό του Βουλγαροκτόνου, τέλη του 10ου αιώνα, και την σημειώνει ο Κεδρηνός, ο οποίος μνημονεύει ότι:
΄Αρχειν αυτών (Βουλγάρων) προχειρίζονται τέσσαρες αδελφοί, Δαβίδ, Μωυσής, Ααρών και Σαμουήλ… Δαβίδ δε αναιρεθείς μέσου Καστορίας και Πρέσπας εις τας λεγομένας Καλάς Δρυς παρά τινων Βλάχων Οδιτών.
Οι συγκεκριμένοι Βλάχοι Οδίται φύλαγαν το στενό πέρασμα, στο βλαχόφωνο Πισοδέρι, που ελέγχει μέχρι και σήμερα τις συγκοινωνίες ανάμεσα στη Φλώρινα, τις Πρέσπες, την Κορυτσά και την Καστοριά. Εκεί σκότωσαν τον έναν από τους αδελφούς του Τσάρου των Βουλγάρων Σαμουήλ, ο οποίος επαναστάτησε κατά της Αυτοκρατορίας, ενώ ήταν αξιωματούχος της, γιος του κόμητος Νικολάου και Αρμένισσας. Τον πολέμησε σκληρά, επί μακρά έτη, και εντέλει τον συνέτριψε ο Βασίλειος Β΄ ο Μακεδών ο επικαλούμενος Βουλγαροκτόνος.

(πηγή: Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών - Ν. Μέρτζος)
Τσιαμήτρος Γιάννης
εκπ/κός -χοροδιδάσκαλος   

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η κόσμια κριτική και η ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των σχολιαστών είναι σεβαστή. Σχόλια τα οποία υπεισέρχονται σε προσωπικά δεδομένα ή με υβριστικό περιεχόμενο να μην γίνονται. Τα σχόλια αποτελούν καθαρά προσωπικές απόψεις των συντακτών τους. Οι διαχειριστές δεν ευθύνονται σε καμία περίπτωση για τυχόν δημοσίευση υβριστικού ή παράνομου περιεχομένου στα σχόλια των αναρτήσεων.Τα σχόλια αυτά θα διαγράφονται με την πρώτη ευκαιρία.