Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2016

Μοσχόπολη: Η Αθήνα της Τουρκοκρατίας - Χρίστου Ζαφείρη


Γενική άποψη της Μοσχόπολης, όπως είναι σήμερα
Το ταξίδι τελείωσε
το ταξίδι ποτέ δεν έγινε,
όλα από καιρό έχουν σιγήσει.

Κωστής Μοσκώφ
Για τον Έρωτα και την Επανάσταση

Η Μοσχόπολη ήταν μια πόλη που έλαμψε και χάθηκε ως φυσικό μετέωρο. Μια ελληνική βλαχόφωνη πόλη στα παλιά γεωγραφικά σύνορα της Ηπείρου και της Μακεδονίας, ξεχασμένη κι άγνωστη στους πολλούς, πέρα από τους ειδικούς ερευνητές και τους χιλιάδες απογόνους των παλιών κατοίκων της πόλης, που έχουν διασπαρεί σε όλη την Ευρώπη. Η Μοσχόπολη, ένα χωριό της Αλβανίας σήμερα, που προκαλεί με το μύθο του το ενδιαφέρον απλών φιλέρευνων για το ελληνικό παρελθόν στη Βαλκανική. Στον περιορισμένο χώρο μιας συνοπτικής παρουσίασης, θα επιχειρήσουμε να αναπλάσουμε την ακμή και την παρακμή της. Τη λάμψη και το έρεβος μιας πολυάνθρωπης πολιτείας, με εντυπωσιακή πρόοδο στα γράμματα και τις τέχνες. 
Μοσχόπολη, ''αι Αθήναι της τουρκοκρατίας'', όπως τη χαρακτήρισαν πολλοί ξένοι που πέρασαν και θαύμασαν την πόλη πριν από την καταστροφή της και την εκούσια έξοδο των κατοίκων της.

Μπαίνουμε απομεσήμερο στη Μοσχόπολη, απλωμένη σ' ένα ανοιχτόκαρδο καταπράσινο οροπέδιο του Τόμαρου, 24 περίπου χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Κοριτσάς. Λίγα σκόρπια πέτρινα σπίτια με κεραμιδένιες στέγες και στάβλους οικόσιτων ζώων, το σημερινό άσημο αλβανικό χωριό, με το όνομα Voskopoje, από το πρώτο όνομα της πόλης Βοσκόπολη, που συγκροτήθηκε από νομάδες Βλάχους το 1330 περίπου. Ξαφνιαζόμαστε από τις πολλές και τεράστιες εκκλησιές ανάμεσα στα αραιοκατοικημένα σπίτια και τα χωράφια, τον Άγιο Νικόλαο, την Κοίμηση της Θεοτόκου, τον άγιο Μιχαήλ, τον Άγιο Αθανάσιο, τον Προφήτη Ηλία. Μεγάλες πετρόχτιστες από τα χέρια Ηπειρωτών μαστόρων εκκλησιές, με περίτεχνες καμάρες, με πελεκημένες πέτρες και πλούσιο κεραμοπλαστικό διάκοσμο στις προσόψεις τους. Μας πιάνει νοσταλγία και βαρυθυμία καθώς γνωρίζουμε τον γοητευτικό μύθο και την ιστορία της Μοσχόπολης, της ''Αθήνας της τουρκοκρατίας'', όπως την αποκαλούσαν έκθαμβοι οι περιηγητές τον 18ο αι., πριν από την καταστροφή της. Έναν ποιμενικό σταθμό Βλάχων για το ξεκαλοκαίριασμα των κοπαδιών τους, που οι φιλοπρόοδοι κάτοικοί του με ελληνική συνείδηση και συνήθειες το μετέτρεψαν σε ένα από τα μεγαλύτερα αστικά κέντρα ελληνικής παιδείας με πάνω από 50000 κατοίκους στη Μακεδονία.

Το "Παλάτι Αθήνα" (Palata Atina) στο Βελιγράδι και η ιστορία του


Παλάτι Αθήνα
Το παλάτι Αθήνα (Palata Atina) βρίσκεται στην οδό Terazije Νο 28, στον δήμο Stari grad της πόλης του Βελιγραδίου. Πρόκειται για κτήριο που κατασκευάστηκε το 1902 και λόγω της αρχιτεκτονικής του αξίας χαρακτηρίστηκε ως πολιτιστικό μνημείο μεγάλης σημασίας. Χτίστηκε το 1902 σε σχέδια του αρχιτέκτονα Δημητρίου Θ. Λέκκου (Dimitrije T. Leko) για τον πλούσιο έμπορο Γεώργιο Βούτσιου (Đorđe Vučo). Είναι κατασκευασμένο σε ακαδημαϊκό ύφος και αποτελεί τμήμα της αστικής ατμόσφαιρας της Terazije.

O ιδιοκτήτης όπως και ο αρχιτέκτων κατάγονταν από Ελληνοβλαχικές οικογένειες της Κλεισούρας που είχαν μετοικήσει στη Σερβία. 

Η οικία της οικογένειας Vučo
στην οδό Deligradska
Ο Γεώργιος Βούτσιου άφησε την γενέτειρα του κι αφού ασχολήθηκε με το εμπόριο στο εξωτερικό βρέθηκε, μετά από δεκαπέντε χρόνια, στο Βελιγράδι. Όταν πήγε εκεί δεν ήξερε σερβικά. Έφτασε όμως σε μια εποχή που ο πρίγκηπας Mihailo, μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους, άρχισε να χτίζει το κρατικό θέατρο ως σύμβολο της κρατικής υπόστασης. 

Η οικία της οικογένειας Vučo
στο Σάβα
Ξεκίνησε να μεταφέρει εμπορεύματα από τον ποταμό Σάβα και στη συνέχεια δημιούργησε εταιρεία εισαγωγών, αρχικά με δέρματα και έπειτα με αποξηραμένα δαμάσκηνα. Με τις εμπορικές δραστηριότητες που ανέπτυξε απέκτησε μεγάλη περιουσία, έχτισε τέσσερα σπίτια και αγόρασε οκτώ. Επέλεξε τον συμπατριώτη του Δημήτριο Λέκκου να σχεδιάσει την οικογενειακή του κατοικία και ήταν πολύ περήφανος για το αποτέλεσμα.

Ο Δημήτριος Λέκκου πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στο εξωτερικό. Τελείωσε το Γυμνάσιο στο Vinterturu και στη συνέχεια σπούδασε αρχιτεκτονική στη Ζυρίχη, το Άαχεν και το Μόναχο. Στα τέλη του 19ου αι. επέστρεψε στο Βελιγράδι και προσπάθησε να εφαρμόσει τα πρότυπα της σύγχρονης ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής και πολεοδομίας. 

Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2016

Οι πρώιμες λατινογενείς λέξεις στη θρησκευτική ορολογία των βλάχικων


Απόσπασμα από την ομιλία του καθηγητή γλωσσολογίας κ. Αντ. Μπουσμπούκη στο Χατζηγιάννειο Λάρισας, 23-11-2013. Οργάνωση: «Σύνδεσμος Σαμαριναίων Λάρισας και Περιχώρων» και ΠΑΣΒ.

Κάτοικοι οι Αρμάνοι του βορειοδυτικού ελληνικού χώρου, γύρω από τις μεγάλες οδικές αρτηρίες, την Εγνατία Οδό των Ρωμαίων, που την έλεγαν Calea tseá Marea, και τη Βασιλική Οδό του Φιλίππου των Μακεδόνων, η οποία περνούσε από την Τσhούργιακα, στα νότια της Σαμαρίνας, και οδηγούσε στο εσωτερικό της Πίνδου και που την ονομάζουν Βλαχόστρατα, είχαν άμεση επαφή όχι μόνο με αγωγιάτες, εμπόρους, στρατιωτικούς και ταξιδιώτες, αλλά και με ανήσυχους ανθρώπους, οι οποίοι διακινούσαν νεωτερικές για την εποχή τους ιδέες, όπως είναι οι πρώτοι κήρυκες της χριστιανικής πίστης. Θυμίζω τον απόστολο Παύλο που κινούνταν μέσω Εγνατίας για να ευαγγελιστεί τα μηνύματα αγάπης του Χριστού στον χώρο της Μακεδονίας.

Από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες οι πρώιμοι Αρμάνοι-Βλάχοι προσέλαβαν λέξεις από τη λατινική, για να εκφράζονται στο χώρο της θρησκευτικής τους λατρείας, όπως για παράδειγμα: crutse «σταυρός», από το λατιν. crux-cis, tseară «κερί» από το λατιν. cera, Stă Măria «η Παναγιά» από το λατιν. Sancta Maria, sâmtu «άγιος» από το λατιν. sanctus, έτσι ακούμε τα: sân Medru «άγιος Δημήτριος», sân Κedru «άγιος Πέτρος» κτλ., mi cumînicu «κοινωνώ, μεταλαμβάνω» και άλλα.
Oι παραπάνω λατινογενείς λέξεις θεωρώ ότι εισήλθαν στη θρησκευτική ορολογία της αρμάνικης γλώσσας στους πρώτους αιώνες του χριστιανισμού, γιατί η γλωσσική επαφή της Βαλκανικής με τη λατινική μητρόπολη, την παλιά Ρώμη, διακόπηκε οριστικά όταν το 476 μ.Χ. οι γερμανοί Γότθοι την κατέβαλαν, αποδιοργανώνοντας για πάντα το Δυτικό Ρωμαϊκό κράτος.
Οι πρώιμες λατινογενείς αυτές λέξεις μαρτυρούν και την πρώιμη προσέλευση των Αρμάνων-Βλάχων στη χριστιανική πίστη, η οποία είχε κατακτήσει αρχικά τα αστικά κέντρα, καθώς και μεγάλο μέρος του ρωμαϊκού στρατού. Την αναπτυσσόμενη τότε δυναμική τάση στο χώρο της θρησκευτικής πίστης διέγνωσε έγκαιρα και ο Μέγας Κων/νος και αποφάσισε να στρέψει τον τροχό της ιστορίας προς τη νέα κατεύθυνση, τον χριστιανισμό. Ο Κων/νος αν και φιλόδοξο άτομο, που εργάστηκε για την υστεροφημία του, δεν επέτρεπε να τον αποκαλούνε Domine Deus «Κύριε ο Θεός», όπως συνήθιζαν μέχρι τότε να προσφωνούνε τον κάθε φορά θεοποιούμενο ρωμαίο αυτοκράτορα. Έτσι, μετά την αναγνώριση της χριστιανικής πίστης, η λέξη Dominedeus προσαρμόστηκε στα βλάχικα ως Dumnidzău και δηλώνει πλέον τον ουράνιο Θεό και Πατέρα.

Ρωμαίοι πολίτες, οι πρωτομεσαιωνικοί Βλάχοι, όπως το ίδιο ήταν και οι ελληνόφωνοι κάτοικοι του Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους, του Βυζαντίου, που ο λαός τ’ ονόμαζε Ρωμανία ή Αρμανία, διατήρησαν κοντά στη νέα θρησκευτική τους λατρεία στοιχεία του παλιότερου βίου, που εμπλούτισαν την Ορθοδοξία μας. Έτσι, η λατινική flammula «φλογίτσα» αρχικά, πήρε αργότερα τη μεταφορική σημασία «κόκκινη σημαιούλα του στρατού», ενώ με τους τύπους flámură και flámbură στ’ αρμάνικα και φλάμπουρο στα ελληνικά, πέρασε στα λαϊκοθρησκευτικά έθιμα, όπως είναι η περίπτωση του γάμου. Το φλάμπουρο εντοπίζεται απ’ την Ουγγαρία, τη Ρουμανία μέχρι τη Δυτ. Κρήτη.
Παρόμοια με το φλάμπουρο και τα θρησκευτικά λάβαρα της ορθόδοξης λατρείας προέρχονται από τα vexilla, τις σημαίες του ρωμαϊκού στρατού.

Ελληνισμός και Κορυτσά


Του Δημήτρη Γαρούφα
Προέδρου Δικηγορικού Συλλόγου Θεσ/νίκης

Κάποιες πόλεις ή περιοχές είναι ιστορικά συνδεδεμένες με κάποια γεγονότα ή περιόδους σε σημείο να αποτελούν σύμβολα. Κάποιες άλλες πόλεις ή γεωγραφικές περιοχές λόγω γεωγραφικής θέσης, λόγω ιστορικών συγκυριών ή λόγω ιστορικής ανάγκης ταυτίζονται με την ιστορία συγκεκριμένων λαών ή εθνών σε σημείο να αποτελούν σύμβολα αναφοράς για αυτά τα έθνη.

Στα χρόνια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας όπου τα σύνορά της έφταναν στο Δούναβη ο Ελληνισμός ήκμαζε σε όλα τα αστικά κέντρα των Βαλκανίων και είχε στα χέρια του τα γράμματα και το εμπόριο. Εκείνη την εποχή η Ελληνική γλώσσα ήταν η γλώσσα εργασίας στα Βαλκάνια, Ελληνικά καραβάνια διέσχιζαν καθημερινά τα Βαλκάνια μεταφέροντας εμπορεύματα μέχρι τη Βιέννη και μέχρι τη Ρωσία και όσοι ήταν μορφωμένοι ανεξαρτήτως εθνικότητας είχαν Ελληνική Παιδεία. Γι' αυτό άλλωστε ο Ρήγας Φεραίος οραματίστηκε ένα μεγάλο πολυεθνικό κράτος στα Βαλκάνια με Ελληνική παιδεία και με σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Αυτή την εποχή υπήρξαν κάποιες πόλεις που ήταν κέντρα αυτού του οικουμενικού Ελληνισμού, που είχαν πλειοψηφία ελληνικού πληθυσμού με ελληνικά σχολεία και ιδρύματα που χαράχτηκαν στην μετώπη της ιστορίας σαν προπύργια ελληνισμού ανεξάρτητα από την μετέπειτα πορεία και ανεξάρτητα από το σε ποιο κράτος περιελήφθησαν όταν δημιουργήθηκαν τα εθνικά κράτη στα Βαλκάνια.

Σε τέτοια Μητρόπολη του Ελληνισμού είχε αναδειχθεί και η πόλη της Κορυτσάς για πολλούς αιώνες και πιστεύω ότι στην συνείδηση του Έλληνα έμεινε σαν μητροπολιτικό κέντρο του ελληνισμού. Έπαιξε αυτό το ρόλο και για γεωγραφικούς λόγους και λόγω της ιστορικής συγκυρίας αλλά και λόγω ιστορικής αναγκαιότητας και λόγω της προσφοράς της στα ελληνικά γράμματα. Κι όσο κι αν κάποιοι από την Αλβανία ισχυρίζονται ότι στην Κορυτσά γεννήθηκε η ιδέα του αλβανικού εθνικισμού, γεγονός είναι ότι η Κορυτσά εξέπεμπε φως ελληνισμού, λειτουργούσε σαν μητρόπολη του οικουμενικού ελληνισμού.

Η Κορυτσά βρίσκεται στη μέση μιας μεγάλης εύφορης κοιλάδας και αναδείχθηκε σε αστικό κέντρο από τα Βυζαντινά χρόνια. Για την ονομασία της υπάρχουν αρκετές εκδοχές και η ανάπτυξή της είναι σταθερή και ραγδαία αργότερα όταν καταστράφηκαν οι σημαντικές Ελληνικές πόλεις Σίπισχα, Μπόρια (Εμπορία) και η Μοσχόπολις το 1769. Λέγεται ότι όταν καταστράφηκε η Μοσχόπολη και κάποιες μικρότερες κωμοπόλεις που βρίσκονταν κοντά της όπως το Βυθικούκι, η Νικολίτσα, η Υπισχία και η Όπαρη, πολλοί κάτοικοί τους εγκαταστάθηκαν στην Κορυτσά όπου μετέφεραν την ελληνική πνευματική παρακαταθήκη και αναζωογονήθηκε η ελληνική παρουσία της πόλης, άρχισε εμφανής ακμή και στο εμπόριο και στα γράμματα.

Τρίτη, 19 Ιανουαρίου 2016

Σχέσεις Μοσχοπόλεως και Αγίου Όρους - Relations between Moschopolis and Mount Athos


Ακολουθία Οσιομάρτυρος Νικοδήμου.
Έργο Γρηγορίου Μοσχοπολίτου
Παταπίου μοναχοῦ Καυσοκαλυβίτου

Σχέσεις Μοσχοπόλεως καί Ἁγίου Ὄρους *
Οἱ περιπτώσεις τοῦ Βίου τοῦ ὁσιομάρτυρος Νικοδήμου καί τοῦ ἔργου τῶν ζωγράφων Κωνσταντίνου καί Ἀθανασίου ἀπό τήν Κορυτσᾶ καί Δαβίδ ἀπό τή Σελενίτζα

Οἱ σχέσεις μεταξύ Μοσχοπόλεως καί Ἁγίου Ὄρους θά μποροῦσαν νά ἀναχθοῦν στό πρῶτο μισό τοῦ 17ου αἰ., μέ τήν ἵδρυση στά περίχωρα τῆς ἔνδοξης αὐτῆς βορειοηπειρωτικῆς πόλης, τῆς μονῆς τοῦ Τιμίου Προδρόμου[1]. Τό ἀρχαιότερο σωζόμενο μνημεῖο τῆς Μοσχοπόλεως, τό καθολικό τῆς μονῆς Προδρόμου (ἀνέγερση 1632, εἰκονογράφηση 1659)[2], εἶναι ἀθωνικοῦ τύπου, καθώς εἶναι σταυροειδής ἐγγεγραμμένος μέ τρούλο ναός καί μέ πλάγιες κόγχες (χορούς). Ἀνήκει ὅμως σέ σύνθετη παραλλαγή τοῦ ἀθωνικοῦ τύπου, ὅπου τό ἱερό Βῆμα ξεχωρίζει ἀπό τή σταυροειδή δομή, μέσω δύο πεσσῶν[3]. Παράλληλα, μελετώντας κανείς τά σωζόμενα τμήματα τοῦ κώδικα τῆς μονῆς Προδρόμου[4], διαπιστώνει ἕνα βαθμό ἐπιρρεασμοῦ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ Τυπικοῦ τῆς μονῆς ἀπό τό λεγόμενο «ἀθωνικό τυπικό».

Ἐπιπροσθέτως, στήν περίφημη Νέα Ἀκαδημία τῆς Μοσχοπόλεως, τό λαμπρότερο ἐκπαιδευτικό ἵδρυμα ἀνώτερης παιδείας στό βαλκανικό χῶρο στά μέσα τοῦ 18ου αἰώνα (λειτούργησε τήν περίοδο 1740-1769)[5], διακρίθηκε ἕνας ἀπό τούς ἀξιολογότερους σχολάρχες της, ὁ λαμπρός λόγιος ἱερέας Θεόδωρος Καβαλλιώτης (1718;-1789)[6], πού στάθηκε ἐπί τριετία μαθητής τοῦ Εὐγένιου Βούλγαρη, σχολάρχου τῆς Ἀθωνιάδος Σχολῆς τοῦ Ἁγίου Ὄρους τήν περίοδο 1753-1759. Τό 1760, ἐξάλλου, φαίνεται ὅτι συνδιδάσκαλος μέ τόν Θεόδωρο Καβαλλιώτη ὑπῆρξε ἕνας ἀπό τούς ἀποφοίτους τῆς Ἀθωνιάδος Σχολῆς· ὁ ἱερομόναχος Κωνσταντῖνος[7].

Ὁ ἁγιορείτης λόγιος Εὐλόγιος Κουρίλας Λαυριώτης, μητροπολίτης Κορυτσᾶς, ἀναφέρει γιά τούς καθηγητές τῆς σχολῆς αὐτῆς: «Οἱ διάφοροι αὐτοί διδάσκαλοι τοῦ Γένους καί περιφανεῖς λόγιοι, μέ τήν ἀκαδημαϊκή τους διδασκαλία καί τίς συγγραφές τους ἀναζωογόνησαν τόσο πολύ τόν ἑλληνισμό καί ἀνύψωσαν τό ἐθνικό φρόνημα, ὥστε κατέστησαν ἀθάνατο τό ὄνομα τῆς Μοσχοπόλεως»[8].

Θά πρέπει ἐπίσης νά σημειωθεῖ ὅτι πολλές ἀπό τίς ἀσματικές Ἀκολουθίες πού ἐκδόθηκαν ἀπό τό Τυπογραφεῖο τῆς Μοσχοπόλεως, βρίσκονται σέ ἀρκετά ἁγιορειτικά χειρόγραφα. Ὁρισμένα ἀπό τά χειρόγραφα αὐτά ἀπετέλεσαν πηγή γιά τίς μοσχοπολίτικες ἐκδόσεις ἐνῶ ἄλλα εἶναι ἀντίγραφά τους. Χαρακτηριστικά ἀναφέρουμε τόν κώδ. Βατοπεδίου 1134, ὅπου βρίσκουμε δύο κανόνες (σέ ἤχους δ΄ καί πλ. δ΄) πρός τόν ἅγιο Κλήμη ἀρχιεπίσκοπο Βουλγαρίας, πού συνέθεσε ὁ Δ. Χωματιανός[9], τόν κώδ. Ἁγ. Παντελεήμονος 505, φ. 6β, μέ ὑμνογραφήματα πρός τούς «Ἁγίους Πέντε καί Δέκα ἱερομάρτυρες, τούς ἐπί Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου μαρτυρήσαντας ἐν Τιβεριουπόλει»[10], τόν κώδ. Δοχειαρίου 198, τοῦ ἔτους 1509, διά χειρός Μαξίμου τοῦ Βατοπεδινοῦ, μέ τήν Ἀκολουθία τοῦ ἁγίου ἱερομάρτυρος Ἐράσμου «τοῦ ἐν τῇ Χερμελίᾳ τῶν Ἀχριδῶν»[11]. Ἐπίδης, στόν κώδ. Ἰβήρων 889[12] ὑπάρχει «Πρόχειρον Ἐγχειρίδιον παντοτινοῦ σεληνοδρομίου» τοῦ ἱερολογιωτάτου κυρίου Βελισσαρίου τοῦ πρωτοσυγγέλου τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, καινῷ τύπῳ ἐκδεδομένον· δαπάνῃ τοῦ μακαριωτάτου ἀρχιεπισκόπου Ἀχριδῶν κυρίου κυρίου Ἰωάσαφ, ἐπιμελείᾳ δέ τοῦ κυρίου Μιχαήλ Γκόρας. Ἐν Μοσχοπόλει ᾳψμα΄ παρά Γρηγορίῳ ἱερομονάχῳ τῷ Κωνσταντινίδῃ». Στόν παραπάνω κώδικα, ἀντίγραφο τοῦ ὁμώνυμου βιβλίου πού τυπώθηκε τό 1741 στό τυπογραφεῖο τῆς Μοσχοπόλεως[13] ἀναγνωρίζουμε τόν χαρακτηριστικό τύπο τοῦ τυπογραφείου αὐτοῦ.

Τετάρτη, 13 Ιανουαρίου 2016

Το Χόρμοβο Τεπελενίου


Τοπίο στον κόλπο της Αυλώνας -
Διακρίνονται τα Ακροκεραύνεια όρη.
Πηγή φωτο: εδώ
Η μοίρα του Χορμόβου ήταν κοινή μ' αυτή των υπολοίπων χριστιανικών οικισμών του βόρειου ηπειρωτικού χώρου. Εξισλαμισμοί, πιέσεις, διώξεις, θηριωδίες...

Ιστορία της Κοζάνης: Άποικοι εκ Χορμόβου

Το 1646, ο ιερέας Παπαγκίκας με τον γιό του, επίσης ιερέα, Παπαγιώργη, κι άλλες πενήντα οικογένειες ενοριτών τους, μην αντέχοντας περισσότερο την συμβίωση λόγω των συνεχών πιέσεων από τους εξισλαμισμένους συγχωριανούς τους, άφησαν το χωριό τους το Χόρμοβο (κοντά στο Τεπελένι), απέναντι από τα Ακροκεραύνεια όρη της Ηπείρου, και κατέφυγαν στην Κοζάνη όπου εγκαταστάθηκαν σε καλύβες. Αναφέρεται μάλιστα ότι, εγκαταστάθηκαν εκεί επειδή υπήρχαν συγγενείς τους, οι οποίοι νωρίτερα είχαν εγκαταλείψει το Χόρμοβο. Ηπειρώτικες οικογένειες (ελληνόφωνες, βλαχόφωνες και αρβανιτόφωνες) που εγκαταστάθηκαν παλαιότερα στην Κοζάνη, μεταξύ αυτών και συγγενικές του Παπαγκίκα, είναι οι: Γιάντσιου, Σιώμου, Γιαννούση, Κόντη, Λουσιάνη, Μπούνου, Σιακαβάρα, Ρούση, Βλιώρα, Καρακάση, Κουτσουσίμου, Λάσκου, Λούια, Λακοβά, Μπασισίμου (Τζιμουλά), Τσιώρα, Πηγαδά, Σαχίνη, Χατζηκωνσταντίνου, Μουστάκα, Μούκα, Σμίλιου κ.α.

Ο Παπαγκίκας ανοικοδόμησε το Ναό του Αγ. Αθανασίου όπου μετά τον θάνατο του ιερουργούσε ο γιός του, ο οποίος απέκτησε τον εκκλησιαστικό βαθμό του Σακελλαρίου, αποκαλούμενος πλέον: ο Παπα-Γεώργιος ο Σακελλάριος.
Ο Παπα-Γιώργης απέκτησε επτά θυγατέρες και τρεις γιούς. Τα ίχνη των θυγατέρων χάνονται στο πέρασμα των αιώνων, πλην της, από γενιά σε γενιά μεταδιδόμενης, πληροφορίας, ότι ο πατέρας τους έκτισε γι' αυτές τα πρώτα σπίτια της Κοζάνης. Για την υπόλοιπη οικογένεια του έκτισε σπίτι, το 1670, στην περιοχή του Σαριπάσχου, κοντά στον Γκιουλέρ-μαχαλά, που αποτέλεσε το πρώτο οικοδομικό κύτταρο του αρχοντικού των Σακελλαρίων.
Ο πρωτότοκος γιός του Παπα-Γιώργη, Ιωάννης Γ. Σακελλάριος, μετανάστευσε στην Ολλανδία το 1690 όπου ασχολήθηκε με το εμπόριο και τη λογοτεχνία, και επέστρεψε πάμπλουτος στην πατρίδα το 1732. Το 1740 αποφάσισε να επεκτείνει το πατρικό του, κτίζοντας νέα πτέρυγα, ψηλότερη και μεγαλοπρεπέστερη, που συνδεόταν με την αρχική με ένα συγκρότημα βοηθητικών χώρων. Τους φεγγίτες του ορόφου της νέας πτέρυγας διακόσμησε με ''βιτρό'' με τη μορφή του δικέφαλου αετού, συμβόλου του εκκλησιαστικού βαθμού του Σακελλαρίου. Στη μορφή του αυτή το αρχοντικό στέγασε πέντε γενιές Σακελλαρίων. 

Τρίτη, 12 Ιανουαρίου 2016

Τρυγόνα Καλαμπάκας Ν. Τρικάλων


Στις παρυφές του Κράτσοβου ή Βίγλας (στο βουνό Χάσια) (1.600 μ.), σε υψόμετρο 750 μ., με πανοραμική θέα προς την περιοχή γύρω από τον Μαλακασιώτη και σε απόσταση 29 χιλιόμετρα από την Καλαμπάκα βρίσκεται η κοινότητα Τρυγόνας. Οι κάτοικοί της είναι κατά κύριο λόγο συνταξιούχοι και οικονομικά ενεργές είναι μόνο πέντε οικογένειες κτηνοτρόφων. Το χειμώνα μένουν στο χωριό 162 άνθρωποι ενώ το καλοκαίρι γύρω στους 700. 

Από την κάτω μεριά της εθνικής οδού Καλαμπάκας-Ιωαννίνων, στη ρίζα της Κόκκινης Πέτρας ή Κιάτρ-Αρόσα περνά το ποτάμι. Ένα χιλιόμετρο από το χωριό και 30 μέτρα πάνω από την εθνική οδό, στη θέση Ανάληψη, ήταν η παλιά θέση της Τρυγόνας. Το χωριό σύμφωνα με την παράδοση μετακινήθηκε λόγω θανατικού, στη θέση "Παλιοχώρι", λίγο πιο ψηλά από τη σημερινή του θέση. Εδώ βρίσκονται η ομώνυμη βρύση και δυο πηγές με τα ονόματα Κοάρδεσα και Φουντούνα Μάρι. Πιο ψηλά, στην ανατολική πλευρά της Βίγλας απλώνεται το δάσος της Χάουας με πεύκα και βελανιδιές απ’ όπου η θέα της κοιλάδας του Μαλακασιώτη είναι εξαιρετική. Στην ίδια πλευρά, στον Αη-Λιά, διαμορφώνεται από το Δασαρχείο χώρος αναψυχής. Άλλες δυο ωραίες βρύσες κάτω από πλατάνια είναι η Μεγάλη Βρύση και η Βρύση του Δασκάλου. 

Η πρώτη μνεία του χωριού υπό το όνομα Χλιτζιάδες χρονολογείται στα 1534. Γνωρίζουμε πως πολύ αργότερα έγινε τσιφλίκι του Αλή-πασά των Ιωαννίνων, με το όνομα Χλιοτσάδες. Στην καταγραφή του 1820 από το Οθωμανικό κράτος αναφέρεται ως Κλιτφάδες. Πριν από την επανάσταση του '21 ήρθαν στο χωριό, κυνηγημένοι από τον Αλή-πασά, οι Μπετραναίοι από τη Φούρκα Σαμαρίνας που αποτέλεσαν στη συνέχεια σχεδόν το μισό χωριό. Το χωριό έλαβε μέρος στον αγώνα για την απελευθέρωση από τους Τούρκους υπό την αρχηγεία του οπλαρχηγού του Στάθη Ευσταθίου

Κυριακή, 10 Ιανουαρίου 2016

Η ζωή και ο θάνατος του Νικολάου Δούμπα μέσα από ελληνικές και ξένες πηγές


Νικόλαος Δούμπας
Μία ημέρα πριν το θάνατο του, ο Νικόλαος Δούμπας ταξίδεψε για τη Βουδαπέστη με σκοπό να λάβει μέρος σε μία συνεδρίαση σχετικά με το έργο “Η Αυστροουγγρική Μοναρχία με λόγια και εικόνες”, στην οποία επρόκειτο να συσκεφθούν για το ουγγρικό μέρος της έκδοσης. Ο Δούμπας διέμενε στο σπίτι της κουνιάδας του.
Στις 23 Μαρτίου του 1900, γύρω στις 12 το μεσημέρι, επέστρεφε σ' αυτό μετά τη συνεδρίαση. Μια νεαρή κυρία που διέμενε στο ίδιο σπίτι άκουσε ξαφνικά ένα περίεργο χτύπημα στην πόρτα. Τρομαγμένη άνοιξε βιαστικά και είδε μπροστά της στο διάδρομο τον κύριο Δούμπα να ταλαντεύεται και να αγωνίζεται να αναπνεύσει. Οδήγησε τον άνθρωπο, που με πολύ κόπο στεκόταν όρθιος και δεν μπορούσε να μιλήσει, στο σαλόνι, σε μια πολυθρόνα. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα ο Νικόλαος Δούμπας ήταν νεκρός, πιθανότατα από οξύ έμφραγμα. Δύο ημέρες αργότερα, η σορός του μεταφέρθηκε από τη Βουδαπέστη στη Βιέννη.

Οι περισσότεροι κάτοικοι της πόλης πένθησαν για το θάνατο του ευγενικού αυτού ανθρώπου, ο οποίος είχε κατακτήσει σε μεγάλο βαθμό την εκτίμηση και την αγάπη των συμπολιτών του. Από τα δημόσια κτήρια οι σημαίες κυμάτιζαν μεσίστιες, ενώ η σημαία του Δημαρχείου ακουμπούσε στο έδαφος. Η πρόσοψη του Οίκου των Καλλιτεχνών ήταν ντυμένη με μαύρο ύφασμα.

Η πένθιμη πομπή στην κηδεία του Ν. Δούμπα
Στις 27 Μαρτίου του 1900 έγινε η κηδεία του, στην οποία πήραν μέρος μερικές χιλιάδες επώνυμοι και ανώνυμοι Βιεννέζοι. Στον ημερήσιο Τύπο διάβαζε κανείς ότι η Βιέννη, μέχρι τότε, δεν είχε ξαναδεί τόσο επιβλητική κηδεία. Μια τεράστια πένθιμη πομπή ξεκίνησε από τον Ελληνορθόδοξο Ναό της Αγίας Τριάδος (Fleischmarkt) προς τον Οίκο των Καλλιτεχνών, όπου ο καθηγητής Wehr, πρόεδρος του Σωματείου, εκφώνησε τον επικήδειο. Η πομπή αμέσως μετά, προχώρησε προς το Μέγαρο Φίλων της Μουσικής όπου η χορωδία έψαλε ένα πένθιμο έργο του Σούμπερτ (Ruh' in Frieden Allerseelen). Από εκεί, η πομπή πορεύτηκε στο κεντρικό κοιμητήριο της πόλης. Οκτώ άμαξες συνόδευαν τη σορό και χιλιάδες κόσμος είχαν παραταχτεί δεξιά και αριστερά του δρόμου, σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής. Είχαν κατατεθεί 270 στεφάνια που προέρχονταν από τις Αρχές, τους ευγενείς και ανθρώπους του πνεύματος και της τέχνης. Δίπλα στον ανοιχτό τάφο, ο πρόεδρος του Συλλόγου Δημοσιογράφων και Συγγραφέων Concordia, ο πρόεδρος του Συλλόγου Ανδρικής Χορωδίας και ο Δήμαρχος της πόλης εκθείαζαν τις εξαίρετες υπηρεσίες του θανόντος. Η χορωδία, λίγο πριν τον ενταφιασμό, τραγούδησε ως επιτάφια άσματα, μέρη από τα έργα του Σούμπερτ “Ο Θάνατος και η Κόρη”, “Grablied” και “Nobensonnen”. Έτσι εκπληρώθηκε η επιθυμία του θανόντος, η οποία ήταν γραμμένη και στη διαθήκη του: "Κοντά στον τάφο μου, παρακαλώ το Σύλλογο να τραγουδήσει οποιοδήποτε χορωδιακό του Σούμπερτ".

Σάββατο, 9 Ιανουαρίου 2016

Τα Βλάχικα: Γλώσσα ή Διάλεκτος ή Ιδίωμα


«Γραμμή Jireček»
Η νεολατινική ή ρωμανική λαλιά, την οποίαν κατά κάποιο τρόπο διατηρούν ακόμη πληθυσμοί του ελληνικού χώρου Θεσσαλίας - Ηπείρου – Μακεδονίας, οι λεγόμενοι Κουτσόβλαχοι ή Βλάχοι κ.λ.π. καθώς και Αρουμάνοι (νεολογισμός G. Weigand) αυτοαποκαλούμενοι δε Αρμάνοι {<Α+ Ρ(ω)μάνοι}, είναι γνωστή με αντίστοιχα παράγωγα ως βλαχική, κουτσοβλαχική, αρωμουνική, αρμανική προσδιοριστικά των ουσιαστικών άλλοτε γλώσσα και άλλοτε διάλεκτος, ενώ ενδείκνυται ιδίωμα. 

Η διάδοση της δημώδους λατινικής, μητέρας όλων των ρωμανικών γλωσσών στην Ελληνική Ανατολή αρχίζει ήδη το 229 π.Χ. (C. Poghirc) ή το 239 π.Χ. (Αγ. Τσοπανάκης) από τον χώρο της Βορείου Ηπείρου, κατόπιν της ανάγκης αποκρούσεως ιλλυρικών επιδρομών με στρατιωτική σύμπραξη Ρωμαίων και Ελλήνων, η οποία πρωτίστως επιβάλλει χρήση της λατινικής ως κοινού γλωσσικού οργάνου συνεννοήσεως. Για διάστημα μεγαλύτερο του μισού αιώνα (229/239-167 π.Χ.), Ηπειρώτες συνεχίζουν την προσφορά υπηρεσιών στα βοηθητικά σώματα του ρωμαϊκού στρατού, η οποία συντελεί στην εξοικείωση τους με τη λατινική. Μετά δε την ήττα του Περσέως στη Πύδνα (168 π.Χ.) και κυρίως μετά την ίδρυση της ρωμαϊκής επαρχίας Μακεδονία, τη συνένωση Μακεδονίας-Θεσσαλίας-Ηπείρου κ.ά., Έλληνες των εν λόγω περιοχών, κατ’ εξοχήν Μακεδόνες, υπηρετούν μαζικά και στον τακτικό στρατό, επιφορτίζονται με τη φρούρηση των βορείων συνόρων, τη φύλαξη των ορεινών διαβάσεων και συγκοινωνιακών κόμβων, ιδίως της μεγάλης οδικής αρτηρίας Εγνατία, αρκετής και μόνης για την εμφύτευση της λατινικής, και επίσης με την αξιοποίηση των εμπορικών, πανδοχειακών και παντοειδούς ανεφοδιασμού σταθμών καθώς και ποικίλων πιθανών εκπροσωπήσεων Ιταλιωτών, Ελλήνων της Μεγάλης Ελλάδος (Dubuisson), συνάμα δε με αθρόα συμμετοχή στα κοινά των πόλεων ως Ρωμαίοι πλέον πολίτες, υπόχρεοι γνώσεως της λατινικής. Το ελλαδικό επιγραφικό υλικό σε λατινική γλώσσα (Κεραμόπουλος, Mihaescu, Helly) αποδεικνύει χρήση της λατινικής από Έλληνες. Επιγραφές Βεροίας (M. Hatzopoulos) αποκαλύπτουν τα πρώτα ίχνη γενέσεως λατινογενούς γλωσσικού οργάνου επί γλωσσικού και εθνολογικού ελληνικού υποστρώματος (J. Kalléris, C. Poghirc). 

Πέραν των αρχαιολογικών πειστηρίων λατινοφωνίας Ελλήνων, σώζονται και ιστορικές μαρτυρίες, των οποίων προέχει εκείνη του Βυζαντινού χρονογράφου Ιωάννου Λυδού, που πλεονεκτεί έχοντας πρόσβαση στα κρατικά αρχεία των χρόνων του Ιουστινιανού ως καθηγητής, της λατινικής φιλολογίας του Πανεπιστημίου Κωνσταντινουπόλεως και ιδίαν αντίληψη Βαλκανικής, Ευρώπης τότε λεγομένης, ως διοικητής της, μετά διερευνήσεις επιτόπιες. Διαπιστώνει δε ότι οι κάτοικοι αν και στην πλειονότητα είναι Έλληνες, ομιλούν λατινικά. Η πληροφορία είναι πολύτιμη τόσο δημογραφικά, αφού οι Έλληνες παρουσιάζονται πολυαριθμότεροι των άλλων λαών, όσο και γλωσσικά. Το δε σπουδαιότερο έγκειται στο γεγονός ότι γίνεται δεκτή από διακεκριμένους συγχρόνους μας ειδικούς (E. Lafoscade, Dubuisson, Α. Βακαλόπουλος), μάλιστα και Ρουμάνους (E. Lozovan, C. Poghirc, I. Russu). Ρουμάνος επίσης (ο ακαδημαϊκός R. Vulpe) αναφέρει ότι στα ΒΔ της Ευρώπης (Βαλκανικής) Έλληνες αυτόχθονες και επήλυδες χρησιμοποιούν τη λατινική, επικοινωνώντας για τα καθημερινά ζητήματα με τους συνοίκους λοιπούς λαούς, καθ’ ολοκληρίαν εκρωμαϊσμένους. 

Τετάρτη, 6 Ιανουαρίου 2016

17 -годишният Михаил Комбoянов хвана кръста на Богоявление в Пещера - Ο 17χρονος Mihail Komboyanov έπιασε τον Σταυρό των Θεοφανείων στην Πέστερα


Μετά το βουλγαρικό κείμενο, 
ακολουθεί το ελληνικό

17 -годишният Михаил Комбoянов хвана кръста на Богоявление в Пещера.
Той си пожела здраве, а на всички жители на града също да бъдат здрави и да имат късмет през годината. Михаил се хвърля в заледените води на езерото за втора, поредна година. Замразената повърхност на водното огледало вещае здрава и плодородна година за християните в Пещера, коментираха присъстващите. Стотици се събраха, за да станат свидетели на водосвета и хвърлянето на кръста. Църковният ритуал беше изпълнен от отец Любомир Траянов, архиерейски наместник на Пещерска духовна околия. Πηγή: peshterainfo.com
----------------

Ο 17χρονος Mihail Komboyanov, βλαχόπουλο με καταγωγή από την Γραμμουστιάνικη οικογένεια Κομπογιάννη, ήταν φέτος ο τυχερός που έπιασε τον Σταυρό στην τελετή των Θεοφανείων της Πέστερας στη νότια Βουλγαρία.
Οι κάτοικοι της πόλης του ευχήθηκαν υγεία και ανταπέδωσε με την ευχή να είναι υγιείς και να έχουν καλή τύχη όλο τον χρόνο. Ο Μιχαήλ βούτηξε στα νερά της λίμνης για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά. Η παγωμένη επιφάνεια της λίμνης προμηνύει μια υγιή και παραγωγική χρονιά για τους χριστιανούς της Πέστερας, όπως σχολίασαν οι παρευρισκόμενοι.
Εκατοντάδες ήταν οι πιστοί που συγκεντρώθηκαν για να παρακολουθήσουν την τελετή της κατάδυσης του Τιμίου Σταυρού και τον Αγιασμασμό των Υδάτων με τον εφημέριο της Πέστερας πάτερ Lubomir Trajanov.

Μοσχόπολη 1916: "Die Endlösung"


Tο τελικό ολοκαύτωμα της Μοσχόπολης ως μέσο "επίλυσης" του ελληνικού ζητήματος στην περιφέρεια Κορυτσάς

Ἡ ἐθνολογική κατάσταση τῶν κατοίκων τῆς Βορείου Ἠπείρου ἔγινε ἀντικείμενο μελέτης ἀπό τό 1798 ἀπό πολλούς ἐρευνητές πού ὁ καθένας τους ἀποφαίνεται ὅτι ἡ ἀναλογία Χριστιανῶν καί Μουσουλμάνων ἦταν πέντε πρός ἕνα ἤ δέκα πρός ἕνα [46] κ.ο.κ. «Τό 1914 ἡ ∆ιεθνής Ἐπιτροπή Ἐθνολογικοῦ Ἐλέγχου ἔδωσε στοιχεῖα πού καταδείκνυαν τήν ἀριθμητική ὑπεροχή –καί μάλιστα συντριπτική– τοῦ Ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ»[47]. 

Στήν ὑπό ἐξέταση περιοχή τῆς Μητροπολιτικῆς περιφέρειας Κορυτσᾶ ἡ ἐγγραφή στόν «Ἱερό Λόχο»[49] τῆς Κορυτσᾶς ἦταν ἀθρόα καί ὑπερέβη τούς <1.000> μαχητές μέσα στήν πόλη καί μαζί μέ τούς μαχητές τῆς ὑπαίθρου ἀνῆλθε στόν ἀριθμό τῶν <3.000> περίπου. Σέ ὅλη τή Βόρειο Ἤπειρο ἀποφασίσθηκε ἡ ὀργάνωση τριῶν ταγμάτων «Κατοχῆς»[50] ἀπό τόν Ἑλληνικό Στρατό γιά νά ἀντιμετωπισθοῦν ἀπό τούς Βορειοηπειρώτας ἄτακτα σώματα Τουρκαλβανῶν. Ἡ Ἑλληνική Κυβέρνηση ζήτησε ἀπό τίς Μεγάλες ∆υνάμεις νά δοθοῦν ἐγγυήσεις διά τά ἀνθρώπινα δικαιώματα[51] τῶν Βορειοηπειρωτῶν, ὅπως οἱ ἴδιες ζήτησαν καί ἔλαβαν ἀπό τήν Ἑλλάδα δικαιώματα διά τούς ὀλίγους μουσουλμάνους τῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου. 
∆υστυχῶς οἱ Μεγάλες ∆υνάμεις ἐκώφευσαν στό ἑλληνικό αἴτημα. Εἰρήνη καί Ἐλευθερία ἐπικρατεῖ στήν Βόρειο Ἤπειρο καί τήν ἀπολαμβάνουν οἱ Ἕλληνες Χριστιανοί ἀλλά καί οἱ Μουσουλμάνοι κάτι πρωτόγνωρο γιά αὐτούς, διότι ἡ Ἑλληνική διοίκηση πού ἐγκατεστάθη παντοῦ ἀπέδιδε δικαιοσύνη ἐξ ἴσου χωρίς διακρίσεις σύμφωνα μέ τό νόμο. Ἡ Βόρειος Ἤπειρος εἶχε δική της Στρατιωτική ∆ιοίκηση[52], Ἀστυνομική ∆ιοίκηση[53], γραμματόσημα[54] δικά της, ∆ικαστικές καί ∆ημοτικές ἀρχές, κοινότητες[55] πού διοικοῦνταν ἀπό τούς αἱρετούς δημογέροντας χριστιανούς καί μουσουλμάνους[56]. Παντοῦ ἐφηρμόζετο ὁ νόμος καί στίς κρατικές δοσοληψίες ἐπεκολλᾶτο τό «ΧΑΡΤΟΣΗΜΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ∆ΙΟΙΚΗΣΕΩΣ». Παρουσιάσαμε στίς ὑποσημειώσεις τεκμήρια ἀπό τήν Μητροπολιτικήν Περιφέρειαν Κορυτσᾶς πού ὁλοκληρώνουν τήν ἄρτια εἰκόνα τῆς Ἑλληνικῆς ∆ιοικήσεως στήν περιοχή, ὅπου λειτουργοῦν ἄριστα ὅλες οἱ ὑπηρεσίες τοῦ κράτους. 

Στή Μητροπολιτική περιφέρεια Κορυτσᾶς ἡ κατάσταση εἶναι ἔκρυθμη ἐκτός τῆς προετοιμασίας τῶν ἔνοπλων τμημάτων, οἱ ἐπιτροπές Κορυτσαίων καί τά ὑπομνήματα διαμαρτυριῶν ἀποστέλλονται παντοῦ[57] (κυβερνήσεις κρατῶν, ∆ιεθνεῖς ἐπιτροπές). ∆έν ἄργησε νά φανῆ ἡ ἀλβανική τρομοκρατία καί στίς 12-1-1914 ὁ λήσταρχος Σαλῆ Μπούτκα κτυπᾶ στό χωριό Βυθκοῦκι καί στίς 17-1-1914 ἄλλη ὁμάδα ἐνόπλων Ἀλβανῶν κτυπᾶ πάλι τό Βυθκοῦκι. Μετ’ ὀλίγας ἡμέρας τήν 20-1-1914 600 Ἀλβανοί ζητοῦσαν νά τούς παραδοθῆ ἡ Κορυτσᾶ. Ἦταν πλέον φανερόν ὅτι σ’ ὅλο τό μῆκος τῆς γραμμῆς πού κατεῖχαν τά ἑλληνικά στρατεύματα εἶχαν προωθηθεῖ τμήματα τῆς ἀλβανικῆς χωροφυλακῆς πού ἐλεγχόταν ἀπό Ὁλλανδούς ἀξιωματικούς καί προετοιμαζόταν νά καταλάβουν τίς περιοχές ἀπό τίς ὁποῖες θά ἀποχωροῦσε ὁ Ἑλληνικός στρατός. Στήν πραγματικότητα ὅμως καιροφυλακτοῦσαν οἱ ἀλβανικές ὁμάδες ἀτάκτων[58]. Ἡ ἑλληνική κυβέρνηση δέν σταμάτησε νά ἐνεργῆ στό διπλωματικό τομέα γιά τήν ἔκρυθμη κατάσταση καί στίς προκλήσεις τῶν Ἀλβανῶν συλλαλητήρια διαμαρτυριῶν λάμβαναν χώραν στίς πόλεις τῆς Ἠπείρου καί στήν Ἀθήνα[59]. Τό θέμα τῆς ἀποχωρήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ σύμφωνα μέ τήν θέληση καί ἀπαίτηση τῶν Μεγάλων ∆υνάμεων συντάραξε τό Πανελλήνιο. 

Κυριακή, 3 Ιανουαρίου 2016

Η εμπορική οικογένεια του Γεωργίου Σίνα από την Μοσχόπολη


Θυρεός οικογενείας Σίνα
Η εμπορική οικογένεια του Γεωργίου Σίνα προερχόμενη από την Μοσχόπολη κατά τα μέσα του 18ου αιώνα ήδη διεξάγει εμπόριο με την πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας την Βιέννη. Μετά την καταστροφή της Μοσχόπολης οι ενδιάμεσες πόλεις που φιλοξενούν τους Σίνα δεν είναι γνωστές και ο τόπος γέννησης του Σίμωνος Σίνα πιθανολογείται να είναι μεταξύ των πόλεων Μοναστήρι, Νίσσα, και Βουδαπέστη το 1753. 

Ο Σίμων Σίνας παντρεμένος με την Ειρήνη Τύρκα αποκτά στην πόλη Νίσσα στις 20 Νοεμβρίου 1783 τον Γεώργιο Σίνα. Δυστυχώς η σύζυγός του πεθαίνει σε μικρό χρονικό διάστημα μετά τη γέννα. Λίγο αργότερα ο Σίμων Σίνας καταστρέφεται οικονομικά και μεταβαίνει στις Σέρρες στην αδερφή της συζύγου του, Μαρία Βρέττα Τζαχάνη, όπου της αφήνει το γιό του και ο ίδιος επιστρέφει στην Μπίτωλα και έπειτα στην Βιέννη. Εκεί επανακάμπτει ασχολούμενος με το εμπόριο και από το 1802 αρχίζει ο εμπορικός οίκος Σίνα να λειτουργεί αυτοτελώς.
Το 1791, ο Σίμων Σίνας καλεί τον οκτάχρονο γιό του Γεώργιο στην Βιέννη προκειμένου να λάβει τη σωστή μόρφωση δίπλα στον λόγιο Δημήτρη Δάρβαρη, και ταυτόχρονα να βοηθήσει στις εργασίες τον πατέρα του. Μόλις ενηλικιώθηκε ο πατέρας του τον έκανε συνέταιρο και μαζί στην ουσία ξεκίνησαν τον μεγάλο εμπορικό οίκο των Σίνα.

Γεώργιος Σίνας
(1783, Νις - 1856, Βιέννη)
Ο Γεώργιος ταυτοχρόνως εκτός από την ελληνική παιδεία και την γερμανική μαθαίνει κι άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες που θα τον βοηθήσουν να καταστεί δεινός έμπορος και τραπεζίτης. Στις 9 Μαρτίου 1811 ο Γεώργιος Σίνας αποκτά την αυστριακή υπηκοότητα και έτσι απολαμβάνει τα προνόμια των μεγάλων αυστριακών εμπόρων. Παράλληλα ο πατέρας του διατηρεί την Οθωμανική υπηκοότητα και έτσι απολαμβάνουν και τα προνόμια που ισχύουν από τις συνθήκες μεταξύ Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και Αυστροουγγαρίας. 
Εν τω μεταξύ ο πατέρας του έχει παντρευτεί την Αικατερίνη Γύρα και έχει αποκτήσει έναν ακόμη γιό τον Ιωάννη Σίνα. 

Στις 3 Αυγούστου 1882 ο Σίμων Σίνας πεθαίνει δεν αφήνει γραπτή διαθήκη και τον κληρονομούν ο πρωτότοκος Γεώργιος, ο ετεροθαλής αδελφός Ιωάννης και η σύζυγός του Αικατερίνη. Ιδρύουν πολλές εταιρείες και φτάνουν στο σημείο να κάνουν εισαγωγές βάμβακος από την Ινδία για να αξιοποιήσουν τα εργοστάσια τους. Μεταξύ των άλλων ιδρύουν μετοχική εταιρεία για την μεταφορά εμπορευμάτων μέσω Δουνάβεως, ενώ κατασκευάζουν και σιδηροδρομική γραμμή. Με προτροπή του φίλου του, μεταρρυθμιστή Scechenyi χρηματοδοτεί την κατασκευή της πρώτης πέτρινης γέφυρας στον Δούναβη, την Γέφυρα της Αλυσίδας. Το 1832 οι αδελφοί Σίνα, Γεώργιος και Ιωάννης,κάνουν αίτηση για να αποκτήσουν τον τίτλο του Βαρόνου και τον ίδιο χρόνο ο Αυτοκράτορας Φραγκίσκος ο Α' τους τον απονέμει. Μετά την καταστροφή της Πέστης από την πλημμύρα του Δούναβη το 1838, που είχε ως αποτέλεσμα την ολοκληρωτική καταστροφή του κέντρου, ο Γεώργιος Σίνας παραχωρεί χαμηλότοκα δάνεια πολλών εκατομμυρίων στον δήμο και προσφέρει βοήθεια που φτάνει τα 40.000 φιορίνια. Γι' αυτό τον λόγο του δίνεται ο τίτλος του επιτίμου δημότη της Πέστης, του Σέγκετ και του Arad.

Παρασκευή, 1 Ιανουαρίου 2016

Η Πρωτοχρονιάτικη Συναυλία της Φιλαρμονικής Ορχήστρας της Βιέννης


Musikverein
Αξίζει να μεταφερθούμε έστω και νοερά στην πανέμορφη πρωτεύουσα της Αυστρίας, τη Βιέννη και να παρακολουθήσουμε, όπως κάθε χρόνο, την καθιερωμένη πρωτοχρονιάτικη συναυλία της Φιλαρμονικής Ορχήστρας της Βιέννης.

Η συναυλία μεταδίδεται σε 44 χώρες σε όλο τον κόσμο με ένα δισεκατομμύριο εκτιμώμενους θεατές. Κλασσική μουσική, κομμάτια της οικογένειας Στράους και άλλων κυρίως Αυστριακών συνθετών. Τα λουλούδια που διακοσμούν την αίθουσα είναι κάθε χρόνο δώρο της πόλης του Σανρέμο της Ιταλίας. Κατά τη διάρκεια του δευτέρου μέρους, ζευγάρια χορευτών μπαλέτου χορεύουν επιλεγμένα κομμάτια σε διάφορα φημισμένα μέρη της Αυστρίας.

Η συναυλία πάντα τελειώνει με τρία encores. Το πρώτο μία γρήγορη πόλκα. Το δεύτερο ο Γαλάζιος Δούναβης του Γιόχαν Στράους ΙΙ, η εισαγωγή του οποίου διακόπτεται από το χειροκρότημα αναγνώρισης των θεατών. Τότε ο μαέστρος αναγγέλλει ένα σύντομο πρωτοχρονιάτικο μήνυμα και όλοι οι μουσικοί μαζί εύχονται καλή χρονιά, παίζουν τον Γαλάζιο Δούναβη και κλείνουν με το Radetzky March του Γιόχαν Στράους του πρεσβύτερου. Κατά τη διάρκεια αυτού του τελευταίου κομματιού το κοινό συνοδεύει παραδοσιακά με ρυθμικό χειροκρότημα, με τον μαέστρο στραμμένο προς το κοινό να διευθύνει το χειροκρότημα αντί της ορχήστρας.

Το κτίριο που φιλοξενεί τη Φιλαρμονική Ορχήστρα της Βιέννης όπου και  λαμβάνει χώρα η πρωτοχρονιάτικη συναυλία είναι το Musikverein. Κατασκευάσθηκε με πρωτοβουλία του Νικόλαου Δούμπα.

Οδός Νικολάου Δούμπα, Βιέννη
"Στην εξοχική κατοικία των Δούμπα στις όχθες του Δούναβη ο Γιόχαν Στράους συνέθεσε και πρωτοπαρουσίασε το γνωστό βαλς Γαλάζιος Δούναβης. Επίσης προς τιμήν του συνέθεσε ο Άντον Κραλ το έργο Dumba Marsch. Ανάμεσα στις δωρεές του Νικολάου Δούμπα που κοσμούν και σήμερα τη Βιέννη, είναι το αγάλματα των καλλιτεχνών στο Στάτπαρκ και το Μπούργκ-γκάρντεν. Με δική του πρωτοβουλία ιδρύθηκε το μέγαρο του Musikverein δηλαδή το Μέγαρο Μουσικής της Βιέννης. Προς τιμήν του η οδός που οδηγεί από τη Ρίνγκστράσσε στο Μέγαρο φέρει έκτοτε το επώνυμό του (Dumba Strasse).