Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2014

Πρασοτυρόπιτα


Της Αδαμαντίας Παρδάλη 

Μια εξαιρετική συνταγή για 
βλάχικη πρασοτυρόπιτα από 
το Παλαιοχώρι Συρράκου!

~ Υλικά: 
Για τη γέμιση:
4 αυγά 
200 γρ. κεφαλογραβιέρα
400 γρ φέτα 
4 πράσα 
μισό φλιτζάνι τσαγιού γάλα
2 κουτ. σούπας μπομποτάλευρο
λίγο λάδι για να μαλακώσουμε τα πράσα

Για το φύλλο: 
600 γρ σκληρό αλεύρι
2 κουτ. σούπας λάδι 
1 1/2 κουτ. σούπας ξύδι
1 κουτ. του γλυκού αλάτι
νερό σε θερμοκρασία δωματίου

Στέλλα μωρ' Στέλλα, κακιά κοπέλα - Η αληθινή ιστορία της ηρωίδας του δημοτικού τραγουδιού


Του Μενέλαου Χρόνη

Η Στέλλα πλήρωσε τον έρωτά της, 
σε όλη της ζωή...

~ (Φωτο) Ποταμός Καλαμάς, κοντά στις πηγές. Εδώ κάπου πλέχτηκε το ειδύλλιο τής Στέλλας με τον δασάρχη της.


Στέλλα μωρ’ Στέλλα κακιά κοπέλα, 
δε το ‘πραξες καλά.
Παράτησες τον άντρα σ' μωρ’ Στέλλα
κάτω στα Δολιανά μια όμορφη βραδιά.
Δε φταίω εγώ μωρ’ μάνα, μον' φταίει η καρδιά,
που αγάπησα δασάρχη μωρ’ μάνα
μια όμορφη βραδιά κάτω στα Δολιανά.
Αμάξι αρματωμένο μωρ’ Στέλλα με τέσσερα άλογα, 
ήρθα για να σε πάρω μωρ’ Στέλλα μέσ’ τα χαράματα.
Πάισαν οι πάπιες, πάισαν οι χήνες, πάισαν οι κλωσαριές,
τις έφαγε ο δασάρχης μωρ’ Στέλλα κάτω στις ρεματιές.

Συνάντησα για πρώτη φορά τον κ. Δημήτρη Κοτσοβό σε ένα πελοποννησιακό πανηγύρι, από αυτά που γρήγορα σε οδηγούν στην απογοήτευση για το περίεργο είδος τής “παραδοσιακής” μουσικής. Κάτι μεταξύ Έφης Θώδη και Μάκη Χριστοδουλόπουλου... Μού έκανε εντύπωση πως και ο συνομιλητής μου, αν και ο ίδιος καταγόταν από τα Δίδυμα της Ερμιονίδας, είχε την ίδια άποψη με εμένα, ότι δηλαδή οι Πελοποννήσιοι, οι πεδινοί τουλάχιστον, έχουν χάσει σχεδόν κάθε επαφή με την μουσική τους παράδοση.

Σάββατο, 29 Νοεμβρίου 2014

Ο Ίων Δραγούμης για τους Βλάχους


Στους καιρούς μας οι βλαχόφωνοι Έλληνες συγκεντρώνουμε το ολοένα αυξανόμενο ενδιαφέρον Ξένων Κέντρων που εργάζονται δραστήρια να αναγνωρισθούμε διεθνώς σαν ένα δήθεν ξεχωριστό διαπεριφερειακό Βλάχικο τάχα έθνος των Βαλκανίων. 
Ο σκοπός τους προφανής: να αλώσουν τους αδελφούς μας Βλάχους που αποτελούν την προκεχωρημένη εθνική εφεδρεία του Γένους στα Βαλκάνια, ιδιαίτερα στα Σκόπια και στην Αλβανία, και να μετατρέψουν στην Ελλάδα το Ελληνικό Έθνος σε μια κινουμένη άμμο αλληλοϋποβλεπομένων λαϊκών ομάδων. 

Το ίδιο ακριβώς συνέβη και στον καιρό του Μακεδονικού Αγώνα όταν Βούλγαροι, Ρουμάνοι και Οθωμανοί όλοι μαζί χύμηξαν πάνω στους Βλάχους. Είχαν δίκαιο οι εχθροί. Οι Βλάχοι −και τότε− ήμασταν η Εμπροσθοφυλακή του Ελληνισμού. 

Στις 4 Δεκεμβρίου 1903 ο εθναπόστολος Ίων Δραγούμης αναφέρει από τις Σέρρες στον Υπουργό των Εξωτερικών: 

'' Η απώλεια των Βλάχων εν Μακεδονία είναι η πλήρης καταστροφή του Ελληνισμού της Μακεδονίας, λαμβανομένου υπ’ όψιν ότι προς βορράν της γραμμής ήτις συνδέει την Καστορίαν, Νιάουσταν, Θεσσαλονίκην, Σέρρας και Δράμαν, ουδεμία υπάρχει, πλην του Μελενίκου, ελληνόφωνος κοινότης, αι δε βλαχόφωνοι ευρίσκονται εν μεγίστω κινδύνω εκρουμανισμού (…) Είναι αξία παντός θαυμασμού η εθνική αντοχή και τα άλλα των Βλάχων προτερήματα (…) Απορώ πώς, έχοντες εν Μακεδονία τοιούτον στοιχείον, τοιούτον γένος ορεινόν, νοήμον, υπερήφανον και φιλοπόλεμον, ου μόνον δεν μετεχειρίσθημεν αυτό προς περιφρούρησιν των δικαίων ημών αλλά και αφήκομεν αυτό να αποδεκατισθή εκ των επιθέσεων των ενόπλων Βουλγάρων. ''

Καχριμάνης: «Να θωρακίσουμε τον Ελληνισμό της Βορείου Ηπείρου»


Ένα σαφές μήνυμα προς την ελληνική Πολιτεία για την ανάγκη θωράκισης του Ελληνισμού της Βορείου Ηπείρου ο οποίος σήμερα βάλλεται από διάφορες πλευρές, έστειλε ο Περιφερειάρχης Ηπείρου Αλέκος Καχριμάνης μιλώντας σε εκδήλωση που διοργάνωσε η Ηπειρωτική Εστία Θεσσαλονίκης με αφορμή την επέτειο απελευθέρωσης της Κορυτσάς.

Φέτος συμπληρώνονται 74 χρόνια από την είσοδο των Ελληνικών στρατευμάτων στην Κορυτσά και η Η.Ε.Θ. για άλλη μια χρονιά διοργάνωσε εορταστικές εκδηλώσεις προς τιμήν των ηρώων της επετείου.

Οι εκδηλώσεις
Έτσι, την περασμένη Κυριακή έγινε Δοξολογία στον Ναό Νέας Παναγίας της Θεσσαλονίκης, την οποία ακολούθησε η κατάθεση δάφνινων στεφάνων από τον Περιφερειάρχη Ηπείρου Αλέκο Καχριμάνη, τον εκπρόσωπο των οργανώσεων ΣΦΕΒΑ - ΠΑΣΥΒΑ κ. Πάπιστα και φυσικά τον πρόεδρο της Η.Ε.Θ. Βασίλη Καυκιά στο άγαλμα της Ηπειρώτισσας Γυναίκας του 1940 που ανήγειρε η Ηπειρωτική Εστία το 1990 προς τιμήν των 50 χρόνων του Έπους του 1940 και του Ιωβηλαίου της.

Σύμφωνα με τον Πρωινό Λόγο, ακολούθησε εκδήλωση στην αίθουσα τελετών της ΗΕΘ χωρητικότητας 100 ατόμων, η οποία απεδείχθη μικρή για να φιλοξενήσει το πολυπληθές ηπειρωτικό ακροατήριο της συμπρωτεύουσας. To «μενού» περιλάμβανε Ηπειρώτικο τσάι, καφέ και κεράσματα, συνοδεία ασμάτων με τη φωνή της Σοφίας Βέμπο και της Μαρινέλλας.

Ομιλία Καχριμάνη
Στο βήμα ανέβηκε ο Αλέκος Καχριμάνης, που ήταν και ο κύριος ομιλητής, ο οποίος αναφέρθηκε στην πορεία και διασπορά του Βλαχόφωνου Ελληνισμού και ξεδίπλωσε τις βαθύτερες ρίζες υψηλών προσωπικοτήτων της Ελλάδας και της Αλβανίας του 19ου και 20ου αιώνα. 
Αφού παρουσίασε τα ιστορικά δεδομένα της επετειακής ημέρας, ο Περιφερειάρχης Ηπείρου απευθυνόμενος στο ακροατήριο, μίλησε έξω από τα δόντια, αποφεύγοντας ωστόσο τις εθνικιστικές εξάρσεις κι έστειλε ένα σαφές μήνυμα προς την Πολιτεία που συχνά κάνει πως δεν… ακούει. Όπως χαρακτηριστικά υπογράμμισε, «εδώ λέμε αλήθειες. Δεν θα ακούσετε από εμένα το ‘να πάμε να πάρουμε την Κορυτσά’, αλλά πρέπει να θωρακίσουμε τον εκεί ελληνισμό ώστε να αντέξει τις πιέσεις που τους ασκούνται»!

Η ομιλία του Περιφερειάρχη προκάλεσε μεγάλη εντύπωση, με αποτέλεσμα, όταν τελείωσε, οι παρευρισκόμενοι παρεκάλεσαν το Διοικητικό Συμβούλιο της Η.Ε.Θ. να προσκαλέσει εκ νέου τον κ. Καχριμάνη και να γίνει διάλεξη ειδικά για την πορεία και διασπορά του Βλαχόφωνου Ελληνισμού.

Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2014

Βουδαπέστη: Καταστροφή του Κοιμητηρίου στον περίβολο χώρο της Ελληνικής Εκκλησίας


Πριν δέκα μέρες διαπιστώσαμε ότι στην Ελληνική Εκκλησία της Βουδαπέστης, της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στην οδό Petofi, την οποία δυστυχώς μέχρι σήμερα κατέχει παρανόμως το Ρωσικό Πατριαρχείο ύστερα από την είσοδο του Κόκκινου Στρατού στην Ουγγαρία το 1944, πραγματοποιούνται εργασίες καταστροφής του παλιού κοιμητηρίου στον περίβολο της Εκκλησίας που χτίστηκε το 1796 από τους Έλληνες πραματευτάδες παρόλο που εκκλησία και ο περίβολος χώρος έχουν χαρακτηριστεί διατηρητέα. Οι εργασίες γίνονται προκειμένου να κατασκευάσουν ιδιωτική παιδική χαρά στο χώρο του νεκροταφείου.

Ο σκοπός τους είναι να εξαφανίσουν σταδιακά κάθε ελληνικό στοιχείο των ιδρυτών της εκκλησίας, φθάνοντας στο σημείο να μη σέβονται τους τάφους, να διαλύουν και να γκρεμίζουν τις επιτύμβιες στήλες γύρω από την εκκλησία και τον περίβολο χώρο, όπως διακρίνονται στις φωτογραφίες.

Παρακαλούμε όπως οι αρμόδιες υπηρεσίες να προβούν σε άμεσες ενέργειες ώστε σταματήσουν οι εργασίες στον χώρο του νεκροταφείου που έχουν τοποθετήσει την παιδική χαρά και να δημιουργηθεί χώρος πρασίνου τοποθετώντας ένα κενοτάφιο για τους νεκρούς, τους οποίους δεν σεβάστηκαν καταστρέφοντας το μικρό κοιμητήριο.
Μας προκαλεί εντύπωση πώς οι αρμόδιες υπηρεσίες χορήγησαν την άδεια της καταστροφής του μικρού κοιμητηρίου.
Παρακαλούμε τον αρμόδιο Επίτροπο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τον Υπουργό Πολιτισμού της Ουγγαρίας να παρέμβουν και να αποκαταστήσουν το κοιμητήριο.

Βουδαπέστη 2014-11-26
Βασίλειος Σταματόπουλος
Γενικός Γραμματέας

Νιζόπολη Πελαγονίας: Το ελληνικό σχολείο


Η ελληνοβλαχική κοινότητα της Νιζόπολης βρίσκεται 8 xλμ νότια του Μοναστηρίου στις υπώρειες του όρους Περιστέρι.

Το ελληνικό σχολείο της Νιζόπολης χτίστηκε το 1870. Η κτητορική επιγραφή στο αέτωμα του κτηρίου αναφέρει:
«ενδελεχεί μερίμνη και αγρύπνω επιστασία Μητροπολίτου Πελαγωνείας ΑΜΒΡΟΣΙΟΥ ανηγέρθη η σχολή αύτη χορηγούντος ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Δ. ΜΠΕΜΠΗ». 

Ο ευεργέτης της κοινότητας Κωνσταντίνος Μπέμπης διατηρούσε την εποχή εκείνη επιχειρήσεις στο Ρουχτσούκ της Ρουμανίας. Το λαμπρό σχολικό συγκρότημα στέγασε αρρεναγωγείο, παρθεναγωγείο και νηπιαγωγείο. 
Σύμφωνα με ιστορικά στοιχεία, το 1908 φοιτούσαν στα τρία παραπάνω σχολεία 173 μαθητές, μαθήτριες και νήπια με πέντε δασκάλους και δασκάλες. Αυτοί ήταν οι: Ιωάννης Καρόζης, Ευφροσύνη Ρόμπη, Α. Σατραπέλλη, Ιωάννης Παπαμιχαήλ, Α. Ζιώγας. Από το 1902 έως και το 1907 δίδαξε η Αναστασία Χατζηδημητρίου, κατόπιν δε από το 1908 έως και το 1914, χρονιά που έκλεισαν οι σερβικές αρχές το σχολείο, δίδαξε η Ευδοκία Πέτρου τελειόφοιτη του παρθεναγωγείου Μοναστηρίου. Επίσης κατά καιρούς δίδαξαν οι δασκάλες Ιουλία Ρούφου και Ασπασία Πάνου. Τέλος κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα δίδαξε ο καθηγητής και ποιητής του Μοναστηρίου Πέτρος Κυριαζής. Καθήκοντα σχολικών εφόρων με πλούσια δράση ανέπτυξαν οι Θεόδωρος Νάκας και Νικόλαος Κούσιος. 

Στη Νιζόπολη, τη δύσκολη περίοδο του Μακεδονικού Αγώνα ονομαστές οικογένειες προκρίτων όπως του Ζήση και Νάκα Στέρπου, του Πάπου Χρυσικού, του Στέργιου Νάστου, του Δημήτρη Γιαννώτα, του Γούλη Ψαρίκου, του Δημήτρη Σέρρου, του Δημήτρη Παπαζήση, του Θεόδωρου Αδάμ καθώς και η οικογένεια Σέμπη ανέπτυξαν πλούσια πολιτιστική, φιλεκπαιδευτική και εθνική δράση. 

Οι Νιζοπολίτες διερμηνεύοντας τη βαθειά τους πίστη προς την Ορθοδοξία και το Πατριαρχείο αντιτάχθηκαν σθεναρά στην κάθε είδους εθνικιστική προπαγάνδα του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα, και ιδιαίτερα αυτής της ρουμανικής. Έτσι συνέταξαν στις 14 Ιουνίου 1907 «Διαμαρτυρία» την οποία απέστειλαν προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο μαζί με την ταυτόχρονη έκθεση του μητροπολίτη Πελαγωνείας η οποία περιείχε
«…τέσσαρας αναφοράς των βλαχοφώνων κοινοτήτων της Επαρχίας Πελαγωνείας (Μοναστηρίου, Τυρνόβου, Μεγαρόβου και Νιζόπολης) διακηρυττουσών την αφοσίωσιν αυτών προς την ορθόδοξον Μ. Εκκλησίαν και το Ελληνικό Γένος, αποκηρυττουσών δε την ρουμανικήν ιδέαν και προπαγάνδαν…».

Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2014

Κεφαλόβρυσο Πωγωνίου: Με το οριστικό κλείσιμο των συνόρων το χωριό μας κόπηκε στα δύο


[ ] Εν τω μεταξύ η αντίσταση είχε φουντώσει σε Ελλάδα και Αλβανία. Πολλοί χωριανοί μας και από τις δύο πλευρές συμμετείχαν στην αντίσταση κατά των Γερμανών. Δυστυχώς όμως στην Ελληνική πλευρά, με την αποχώρηση των Γερμανών το ’44, η αντίσταση εξελίχτηκε σε εμφύλιο πόλεμο. Τα όσα διαδραματίστηκαν στο χωριό μας από το ’44 μέχρι το ’49, φτάνουν και περισσεύουν να γίνουν ολόκληρο βιβλίο από μόνα τους.
Δε θα ‘θελα να αναφερθώ σ’ αυτή την περίοδο, που πονάει όσο καμία άλλη.
Στην Αλβανική πλευρά, οι δυνάμεις των ανταρτών, υπό την ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος και του Εμβέρ Χότζα, επικράτησαν σχεδόν αμέσως. Έδιωξαν τον μέχρι τότε βασιλιά Ζώγο και εγκαθίδρυσαν λαϊκή δημοκρατία (ο Θεός να την κάνει), που τελικά αποδείχθηκε στυγνό δικτατορικό καθεστώς.
Αυτό το καθεστώς δημιούργησε μια από τις μελανότερες περιόδους στην ιστορία των χωριανών μας. Μέχρι το 1946, έστω και με κάποια δυσκολία, γινόταν η μετακίνηση από και προς τα χειμαδιά που ήταν κύρια σε Αλβανικό έδαφος. Οι χωριανοί μας και από τις δύο πλευρές των συνόρων βλέπονταν, και δεν μπορούσαν να φανταστούν αυτά που θα ακολουθούσαν. Οι σχέσεις της Ελλάδας με την Αλβανία άρχισαν να οξύνονται με αποτέλεσμα το 1947, το Αλβανικό καθεστώς ξαφνικά να κλείσει ερμητικά τα σύνορα. Δεν πέρναγε πλέον ούτε κουνούπι. Όποιος προσπαθούσε να περάσει τα σύνορα εκτελούνταν επί τόπου. Το κακό προαίσθημα που είχαν οι γονείς μας τα τελευταία χρόνια επαληθεύτηκε.
Οι χωριανοί μας έμειναν εκεί όπου βρίσκονταν ο καθένας.

Κλείνουν οριστικά τα σύνορα

Με το οριστικό κλείσιμο των συνόρων, το χωριό μας κόπηκε στα δύο, με περισσότερους μάλλον στην αλβανική πλευρά. 
Το μέγα δράμα είχε αρχίσει. Τότε έχασε η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα, όχι σαν σχήμα λόγου, αλλά στην απόλυτη κυριολεξία. Έμειναν εδώ μανάδες, από εκεί παιδιά και αντιθέτως. Από εκεί αδέρφια από εδώ αδερφές, από εδώ γυναίκες από εκεί άντρες και τ’ ανάποδα. Μια κατάσταση, ένα δράμα που δεν το χωράει ανθρώπινος νους. Αυτό συνεχίστηκε για 45 περίπου χρόνια. Πέθαναν από εδώ και από εκεί άντρες και γυναίκες χωρίς να ξαναδούν το ταίρι τους. Πέθαναν μανάδες χωρίς να ξαναδούν τα παιδιά τους και παιδιά χωρίς να δουν τις μανάδες. Αδερφές χωρίς να δουν τους αδερφούς και αδερφοί τις αδερφές. Τα πρώτα χρόνια δεν υπήρχε καμία απολύτως επικοινωνία. Η μισή οικογένεια δεν ήξερε αν ζει η άλλη μισή. Οι μεν είχαν για πεθαμένους τους δε. Τους έκλαιγαν άθαφτους. Στον κάθε άνθρωπο που χάνει αγαπημένο του πρόσωπο, με τον καιρό η καρδιά σκληραίνει και ο πόνος μαλακώνει. Για τον ζωντανό–πεθαμένο όμως το κλάμα δεν σταματάει ποτέ. Αυτό το δράμα αν μπορούσε να γίνει σενάριο για ταινία, σίγουρα θα ήταν η πιο πονεμένη ιστορία που είδε άνθρωπος. Μετά από αρκετά χρόνια άρχισαν να γίνονται κάποιες ελάχιστες ανταλλαγές γραμμάτων. Η λογοκρισία ήταν αυστηρότατη, σπάνια πέρναγε γράμμα στην απέναντι πλευρά. Να ‘ταν και μακριά; Ένα βουνό τους χώριζε. Αν το βουνό χαμήλωνε θα έρχονταν φάτσα μπάλα που λένε.

Μοσχόπολη: Η αναβίωση της πόλης και οι νέες καταστροφές του 1916-1920


Η τραγωδία της Μοσχόπολης.
Φωτογραφία του Κροάτη Branimir Gušić (1901-1975)

Λίγους μήνες μετά την καταστροφή του 1769 επιστρέφουν στη Μοσχόπολη γύρω στις 5.000 κάτοικοί της που είχαν καταφύγει στα γύρω βουνά. Το ελληνικό σχολείο επαναλειτουργεί χωρίς όμως να αποκτήσει ποτέ τη φήμη και ακτινοβολία της παλιάς Ακαδημίας. Οι Μοσχοπολίτες όμως της διασποράς δεν ξεχνούν τη γενέτειρα τους. 
Στα 1840 με οικονομική ενίσχυσή τους, κυρίως εκ μέρους του Γεωργίου Σίνα ανεγείρουν το νέο κτίριο του ελληνικού σχολείου στο οποίο στεγάστηκαν το Νηπιαγωγείο, το Παρθεναγωγείο, και το Ημιγυμνάσιο της πόλης. Το νέο σχολείο λειτούργησε χωρίς κλυδωνισμούς ως το 1916 όταν η πολύπαθη Μοσχόπολη καταστρέφεται από τα άτακτα σώματα του Αλβανού Σαλή Μπούτκα στα πλαίσια επιχειρήσεων του Α Παγκοσμίου πολέμου. 

Χαρακτηριστικές είναι οι επιστολές που ανταλλάσσονται ανάμεσα στον Σαλή Μπούτκα και τους Μοσχοπολίτες προκρίτους. 

Λιάβδαρι 15 Οκτωβρίου 1916 
Προς τους Αζάδες χωρίου Μοσχοπόλεως

Sali Butka
...Σας πληροφορώ ότι αύριο έρχομαι στη Μοσχόπολι. Ειδοποιήστε το λαό της ότι δεν έρχομαι για καταστροφή ούτε για λεηλασία αλλά έρχομαι να καταλάβω αυτήν και να υψώσω την Αλβανική σημαία εν ονόματι της Αλβανίας. Μάθετε καλώς ότι τα μέρη τυγχάνουν αλβανικά και όχι όπως φαντάζεσθε εσείς. Απόδειξη ότι η Ελλάς δύο φορές τα κατέλαβε τα μέρη αυτά και δύο φορές τα εγκατέλειψε. Μη γελασθεί κανείς από σας να ρίξει καμιά τουφεκιά εναντίον μας, διότι θα γίνει αίτιος να καεί το χωριό σας... 
Σαλή Μπούτκα. 

Στην Μοσχόπολη ήδη υπάρχουν εκπρόσωποι της Εθνικής Άμυνας του πρωθυπουργού Βενιζέλου. Συντετριμμένοι οι Μοσχοπολίτες πρόκριτοι συνυπογράφουν την απάντηση: 

Αξιότιμε Σαλή Μπέη 
Σας ειδοποιούμε ότι η επιστολή σας ελήφθη. Μάθετε ότι η Μοσχόπολις κατελήφθει επ ονόματι της Εθνικής Αμύνης και αν επιχειρήσεις να καταλάβεις αυτήν θα αντισταθούμε. 
Υπογραφές: Αργύριος Βούζας, Κ. Μαυρομμάτης, Παν. Ζησιάδης, Χρυσός Δούκας. 

Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2014

Η Νίτσα, βλαχοχώρι του βόρειου ηπειρωτικού χώρου στην περιοχή του Πόγραδετς


Νίτσα - Nice Pogradec
''...Η Κορυτσά, μετά τη Μοσχόπολη, είναι διαχρονικά μία από τις δυναμικές μητροπολιτικές εστίες των Ελλήνων Βλάχων. Στην πλευρά του Γράμμου η Άρζα, η Νικολίτσα, η Μπόρια, στον Τόμαρο η Σίπσκα κι η Μοσχόπολη, κι ενδιάμεσα το Βυθκούκι, όπως και βορειότερα η Λάγγα και η Νίτσα είναι από αιώνες πατρογονικές βλάχικες εστίες. 
Ανάμεσα σε αλλόφωνους κι αλλογενείς πληθυσμούς η ύπαρξή τους μέχρι και σήμερα δηλώνει τη δύναμη της ανοχής και του διαλόγου ως το πρωταρχικό στοιχείο της συνύπαρξης με τον άλλο, τον διαφορετικό. 
Αυτό είναι και το στοιχείο που εξηγεί όχι μόνο τη διαχρονική εδώ ύπαρξη των Ελλήνων Βλάχων της Κορυτσάς και της περιφέρειάς της αλλά και τη δημιουργικότητά τους όπως αντανακλά στην πόλη και στα χωριά της. 
Είναι η δύναμη της ανοχής, της συνδιαλλαγής και της καταλλαγής. Στοιχεία που συνέβαλλαν άλλοτε και στην ίδρυση κι ανάπτυξη της περιώνυμου Μοσχόπολης. Σἠμερα την κοσμοπολίτικη Κορυτσά διασώζεται αυτή η ελληνοβλαχική κληρονομιά της Μοσχόπολης. Μια κληρονομιά που σύμφωνα με την παρακαταθήκη των λογίων της Ακαδημίας της Μοσχόπολης, του Θεόδωρου Καβαλιώτη, του Δανιήλ Μοσχοπολίτη, του Κωνσταντίνου Τέρπου, του Παμπέρη και των άλλων μας δείχνει το δρόμο για την αλληλογνωριμία, την αλληλοκατανόηση και τον αλληλοσεβασμό μέσα από την ελληνική παιδεία και τις διαχρονικές και πανανθρώπινες ουμανιστικές της αξίες. Τα χαρακτηριστικά αυτά είναι που κάνουν και την Κορυτσά με τους Βλάχους της διαχρονικά ξεχωριστούς. 
Σε ένα περιβάλλον με διαφορετικές γλώσσες κι εθνικές ταυτότητες, οι Ελληνόβλαχοι πορεύονται με τη σιγουριά της παράδοσής. Ταυτόχρονα βρίσκονται σε μόνιμο και συνεχή διάλογο χωρίς αποκλεισμούς. Αυτό το στοιχείο είναι η δύναμή τους κι ήταν πάντα κι η δύναμη αυτής εδώ της πόλης στην οποία διεξάγεται σήμερα η Συνάντηση της Αμφικτιονίας και της οποίας οι Βλάχοι είναι δυναμικά μέλη. Εμείς οι Βλάχοι είμαστε πρωτοπόροι αυτής της αντίληψης του διαλόγου χωρίς αποκλεισμούς. Τα σύνορα των κρατών, των διοικήσεων είναι πάντα σεβαστά. Το σύνορο, το τοίχος που πρέπει να γκρεμίσουμε πρώτα απ’ όλα είναι στο μυαλό μας. 
Κι αυτό απαιτεί Παιδεία. 
Για την οποία οι Βλάχοι της Κορυτσάς έχουν κάθε δικαίωμα να είναι περήφανοι ανέκαθεν. Είχαν ιδρύσει τα πρώτα ελληνικά σχολεία. Εδώ μάθαιναν ελληνικά γράμματα αγόρια και κορίτσια όπως στην τότε Ευρώπη 300 χρόνια πριν...''

Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2014

Μικρογραφίες και Αγιογραφία


Ορθόδοξη Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Αλβανίας

Μικρογραφίες

Το παλαιότερο δείγμα ζωγραφικής είναι οι μικρογραφίες του περίφημου πορφυρού Βερατινού κώδικος, σπανιότατου χειρογράφου Ευαγγελίου, πιθανώς 6ου αι., σε μεγαλογράμματη γραφή. Οι περισσότερες μικρογραφίες χειρογράφων χρονολογούνται μεταξύ 9ου - 14ου αι. και διακρίνονται για το κάλλος της χρυσογραφίας. Δείγματα έξοχης βυζαντινής τεχνοτροπίας, βρίσκονται σε δύο κώδικες του Αυλώνος (τέλος 11ου, αρχές 12ου αι.). Οι μορφές θυμίζουν ανάλογα έργα της Κωνσταντινουπόλεως 10ου αι.

~ (Φωτο) Μεταμόρφωση του Χριστού. Εικόνα του 16 ου αιώνα, έργο του Ονούφριου Νεοκαστρήτη από το Ελμπασάν. Εικόνα από τον Ναό της Ευαγγελίστριας στο Βεράτιο. Κορυτσά, Μουσείο Καλών Τεχνών του Μεσαίωνα.

Αγιογραφία
Βυζαντινή περίοδος

Οι παλαιότερες φορητές εικόνες στην Αλβανία, προέρχονται από τους 12ο - 14ο αι. Η Παναγία η Οδηγήτρια της Μπόριας στη Κορυτσά, και η Παναγία του Μπλάστι σε σπηλιά της Μεγάλης Πρέσπας, θεωρούνται από τις ωραιότερες δημιουργίες βυζαντινής τέχνης. Η τεχνοτροπία της εποχής της Μακεδονικής Δυναστείας και ιδιαίτερα των Παλαιολόγων (μέσα 13ου – τέλη 14ου αι.), που άνθησε στην Κωνσταντινούπολη και στην Θεσσαλονίκη, έχει βαθιά επηρεάσει και τα σωζόμενα στην περιοχή έργα. Ιδιαίτερα επιβλητική σε κάλλος είναι η μορφή του αρχαγγέλου Μιχαήλ της Μπόρια Κορυτσάς (14ος αι.).
Αξιόλογα δείγματα βυζαντινών τοιχογραφιών έχουν διασωθεί σε απόμερες τοποθεσίες, όπως των σπηλαίων Βλαστόνιε, Λέτμι, Κάλμετ κοντά στη Λέζα (12ος ). Στους 13ο και 14ο αι. δημιουργήθηκαν σημαντικά έργα, μεταξύ των οποίων οι τοιχογραφίες των Μονών Απολλωνίας και Ρουμπίκ – ΝΑ της Σκόδρας – των ναών στο Βάου-ι-Ντέγιες, επίσης της Σκόδρας, στο Μάλιγκραντ, νησάκι της μεγάλης Πρέσπας, και του κάστρου του Βερατίου. Η ζωγραφική τεχνοτροπία παρουσιάζει τοπικές, βυζαντινές αλλά και δυτικές επιδράσεις. Εντονότερη εμφανίζεται η στροφή προς τα αρχαιοκλασικά πρότυπα στις τοιχογραφίες της τράπεζας της Μονής Απολλωνίας (τέλος 13ου, αρχές 14ου αι.), που διακρίνονται για το υψηλό καλλιτεχνικό τους επίπεδο (π.χ. η προσευχή στη Γεσθημανή). Έξοχες τοιχογραφίες ανώνυμου ζωγράφου του 14ο αι. διατηρούνται στο εξωτερικό και εσωτερικό του ναού στο νησί Μάλιγραντ της μεγάλης Πρέσπας (1345 – 1369). 

Ιπποκράτης Τσολέκας ή Vladan Djordjevic


Ο Ιπποκράτης Τσολέκας ή, όπως είναι γνωστός, 
Βλάνταν Τζόρτζεβιτς (σερβ. Владан Ђорђевић) 
ήταν Σέρβος, ελληνικής καταγωγής[1], ιατρός, ακαδημαϊκός, πολιτικός, διπλωμάτης και λόγιος που 
έγραψε τα έργα  του στα σερβικά, ελληνικά και γερμανικά.
Είχε διετελέσει πρωθυπουργός, υπουργός, πρέσβης 
του Σερβικού πριγκιπάτου και δήμαρχος.

Γεννήθηκε το 1844 στο Βελιγράδι από οικογένεια βλαχόφωνων Ελλήνων (grčko-cincari) της διασποράς[2],[3]. Ο πατέρας του, Γεώργιος (αναφέρεται κι ως Τζόρτζε Τζόρτζεβιτς[4]), ήταν στρατιωτικός φαρμακοποιός και η οικογένειά του προέρχονταν από την Φούρκα της Ηπείρου. Ο παππούς του Ιπποκράτη, Δημήτριος Τσολέκας, γύρω στα 1820-22, για να γλιτώσει από τους διωγμούς του Αλή πασά κατέφυγε στο Μοναστήρι κι από εκεί στο Βελιγράδι. Η μητέρα του Μαρία Λέκκου, ήταν αδερφή ενός πλούσιου εμπόρου από την Κλεισούρα της Καστοριάς, του Θωμά Μ. Λέκκου (Toma M. Lekο), που είχε μετοικήσει στη Σερβία τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αι[5].  
Οι γονείς του, μετά από κάποιες αποτυχίες, κατάφεραν να αποκτήσουν δυο παιδιά. Στον γιο τους, που έδωσαν το αρχαίο ελληνικό όνομα Ιπποκράτης, έδειξαν μεγάλη φροντίδα. Έπειτα απέκτησαν και μια κόρη αλλά η μητέρα τους λόγω κάποιου προβλήματος υγείας πέθανε όταν ο Ιπποκράτης ήταν έξι-επτά ετών και έπειτα ανέλαβε η γιαγιά τους την ανατροφή των παιδιών. Ανατράφηκε με στοργή και αγάπη από την γιαγιά του, όπως αναφέρει γραπτώς ο ίδιος, και την αποκαλούσε, στα ελληνικά, μάνα.[6]
Το 1852 ξεκίνησε την εκπαίδευση του σε ελληνικό σχολείο στο Βελιγράδι[7]. Γνωρίζοντας από μικρός την ελληνική γλώσσα σπούδασε ιατρική στην Αθήνα κι έπειτα στην Βιέννη. Τελειώνοντας τις σπουδές του, άσκησε την ιατρική ως στρατιωτικός γιατρός κι έπειτα ως γιατρός της αυλής όπου συνδέθηκε στενά με την βασιλική οικογένεια. Το 1872 αναφέρεται από τα ιδρυτικά μέλη του Ιατρικού συλλόγου Σερβίας.

Το 1844 εκλέχτηκε δήμαρχος Βελιγραδίου και προσπάθησε να ηλεκτροδοτήσει την πόλη από τον ποταμό Σαύο χωρίς να προχωρήσουν τα σχέδια του. Το 1887 διορίσθηκε υπουργός Παιδείας και το 1888 υπουργός εθνικής οικονομίας, το 1891-1893 ήταν πρέσβης στην Αθήνα όπου μετέφρασε και δύο έργα του Λ. Λαζάρεβιτς στα ελληνικά. Το 1894 διορίσθηκε πρέσβης στην Κωνσταντινούπολη και παρέμεινε εκεί έως το 1897. Στη συνέχεια, επέστρεψε στο Βελιγράδι επειδή είχε λάβει την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης. Ανέλαβε πρωθυπουργός και υπουργός εξωτερικών από τις 11 Οκτωβρίου 1897 έως τις 12 Ιουλίου 1900 όπου παραιτήθηκε.
Μετά την παραίτηση του αποσύρθηκε από την πολιτική και την Σερβία και έμεινε στο Μπάντεν λίγο έξω από την Βιέννη για ν' αχοληθεί με την συγγραφή. Στην Αυστρία έγραφε στο Σερβικό περιοδικό "Πατρίς". Στο Μπάντεν έμεινε μέχρι τον θάνατο του το 1930 σε ηλικία 86 ετών.[8]

Σάββατο, 22 Νοεμβρίου 2014

Minoriteti kombëtar etnik grek dhe marrëdhëniet shqiptaro-greke që nga themelimi i shtetit shqiptar deri në përfundimin e Luftës së Ftohtë


~ Για ελληνικά: 


Grekët përbëjnë grupin më të madh etnik në Shqipëri, ata përbëjnë një popullatë autoktone[102] që lidhet me një sërë përpjekjesh qoftë për bashkimin e V. Epirit me Greqinë qoftë për vetëvendosjen e tyre brenda suazës së shtetit shqiptar –një periudhë shumë e rëndësishme është ajo e Luftës së Dytë Botërore– por kryesisht për mbrojtjen edhe respektimin e të drejtave të njeriut edhe atyre sociale qe në fillim të shekullit të 20-të me krijimin e shtetik kombëtar shqiptar.
Deklarata e njëanshme e vitit 1921 përbën gurin themeltar të njohjes juridike të minoritetit grek dhe ofrimit të të drejtave ndaj tij duke paraqitur njëkohësisht angazhimet e Shqipërisë ndaj qytetarëve të saj që u përkasin minoriteteve kombëtare, fetare dhe gjuhësore. Statusi i mbrojtjes ka të bëjë me lirinë fetare dhe të drejtat gjuhësore, duke garantuar njëkohësisht parimin e mos dallimeve edhe të barazisë para ligjit. Deklarata u pranua nga Këshilli i ... ditën e paraqitjes së saj dhe u vu qartë nën garancinë e organeve kompetente. Të drejtat e minoritetit grek u respektuan vetëm formalisht në kohën e Hoxhës, pasi Kushtetuta e vitit 1946 përmendte se minoritetet kombëtare gëzojnë të gjitha të drejtat në lidhje me mbrojtjen e zhvillimit të tyre kulturor dhe përdorimin e lirë të gjuhës së tyre (neni 39), kurse Kushtetuta e vitit 1977 u jepte garanci minoriteteve kombëtare për mbrojtjen edhe zhvillimin e kulturës edhe traditës së tyre popullore, përdorimin e gjuhës amtare edhe mësimin e saj në shkollë, si edhe barazinë në të gjitha fushat e jetës sociale (neni 42). Ndërkaq edhe pse të dy Kushtetutat u referoheshin barazisë së qytetarëve pavarësisht nga përkatësia e tyre kombëtare, racore apo fetare si edhe të drejtave të minoriteteve, nuk përcaktonin grupe konkrete[103], kurse Kushtetuta e vitit 1946 administrimin e të gjitha shkollave ia kaloi shtetit, duke u hequr të drejtën që gëzonin para luftës komunitetet greke. Sigurisht, siç pranohet nga të gjithë, regjimi i Hoxhës dëmtoi arsimin e minoritetit në masën që dëgradonte nga ana e tij nivelin e jetesës së grekëve dhe kufizonte ndjeshëm të drejtat e tyre. Pjesëtarët e minoritetit grek përballeshin me probleme shtesë. Arsimi minoritar u ruajt pasi u vu nën kontrollin e drejtpërdrejtë të shtetit dhe degradoi për shkak të mungesës së infrastrukturës edhe të kualifikimit të posaçëm. Në rastin e Himarës, shteti mbylli shkollën greke si masë ndëshkimore ndaj qëndrimit negativ të banorëve të zonës në zgjedhjet e vitit 1946. Regjimi i Hoxhës krijoi të ashtuquajturat “zona minoritare” ku u përfshinë 99 qëndra banimi gjuha amtare e të cilave ishte greqishtja duke përjashtuar vetëm fshatrat grekofone të Himarës –në vitin 1959 iu hoq edhe kombësia greke– dhe Artës së Vlorës, si edhe zona me popullsi greke kompakte (Gjirokastra, Përmeti e tj.).

Τετάρτη, 19 Νοεμβρίου 2014

Ανάπτυξη ρουμανικής και αλβανικής κίνησης στο μακεδονικό χώρο - Κ. Α. Βακαλόπουλος


1. Η αναδίπλωση των ρουμανικών ενεργειών που παρατηρείται στο μακεδονικό χώρο στα 1897—1901 με κύριο στόχο την ανεξάρτητη εκκλησιαστική εκπροσώπηση των ρουμανιζόντων, δεν είχε θετικά αποτελέσματα παρά τα επανειλημμένα και έντονα αιτήματα των ρουμανιζουσών κοινοτήτων της Αχρίδας, του Γκοπεσίου, της Κλεισούρας, της Χρούπιστας, της Αβδέλας, του Περιβολιού, της Σαμαρίνας, της Μοσχόπολης και του Κρουσόβου. Στα 1893 οι ρουμανίζοντες της Μοσχόπολης, ύστερα από σκληρές διαμάχες με τους Έλληνες, σχημάτισαν δική τους κοινότητα και ζήτησαν να υπαχθούν κάτω από την προστασία του σουλτάνου ωσότου διοριστεί Ρουμάνος εκκλησιαστικός εκπρόσωπος. Στο Κρούσοβο η μικρή ρουμανική Κοινότητα, που είχε προσχωρήσει στην Εξαρχία, ίδρυσε ένα μοναστήρι και αργότερα επιχείρησε να κτίσει μια εκκλησία, αλλά απέτυχε να συγκεντρώσει το απαιτούμενο χρηματικό ποσό, ενώ στα 1898 οι ρουμανίζοντες εξαρχικοί της Αχρίδας συντηρούσαν ένα ιερέα στην εκεί ελληνική εκκλησία, η οποία είχε καταληφθεί από τους Βουλγάρους. Σε πολλές άλλες ελληνοβλαχικές πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά της Βορειοδυτικής Μακεδονίας, όπως στο Τύρνοβο,στο Μεγάροβο, στη Μηλόβιστα, στη Ρέσνα, στο Γιαγκοβέτσι, στη Νέβεσκα, στο Πισοδέρι, στη Μπελκαμένη (Δροσοπηγή), στην Κοριτσά και στο Μοναστήρι, οι ρουμανικές ενέργειες είχαν αποτύχει γιατί αντιμετώπιζαν την καθολική αντίδραση του ελληνισμού. Μόνο στη Μηλόβιστα είχε δημιουργηθεί κατά τα τελευταία χρόνια μια έντονη εκκλησιαστική διαμάχη ανάμεσα στους ‘Έλληνες και στους ρουμανίζοντες, οι οποίoι μετά το 1898 έγιναν εξαρχικοί, ενώ είχε διακοπεί για αρκετό καιρό η λειτουργία της εκεί ελληνικής εκκλησίας. Σε συμπλοκή Ελλήνων και ρουμανιζόντων στην ελληνική εκκλησία της Μηλόβιστας είχε χάσει τη ζωή του στα 1892 ο Έλληνας πρόκριτος Ναούμ Στ. Σήμτζας.
Η εκλογή του μητροπολίτη Αχριδών και Πρεσπών Ανθίμου ως επισήμου εκκλησιαστικού εκπροσώπου των ρουμανιζόντων στα 1896 —ο διορισμός του ‘Άνθιμου θεωρήθηκε προσωπική επιτυχία του Μαργαρίτη— δεν είχε καμιά απήχηση στο μακεδονικό χώρο και στην Πύλη. Μολαταύτα ο Μαργαρίτης δεν εγκατέλειψε τις προσπάθειές του και ως επίσημος επιθεωρητής ρουμανικών σχολείων της Ευρωπαϊκής Τουρκίας συνέχισε να εργάζεται με επιμονή για την επιδίωξη των σκοπών του. Είναι αλήθεια όμως ότι οι πολύχρονες και δαπανηρές ενέργειες της ρουμανικής κυβέρνησης δεν είχαν καταφέρει να σχηματίσουν σ’ ολόκληρη το μακεδονικό χώρο παρά μια ολιγάριθμη ρουμανική κοινότητα (10.000—12.000 κάτοικοι). Εχθρική στάση απέναντι στο Μαργαρίτη κρατούσε επίσης, εκτός από τους Έλληνες, και ο βαλής του Μοναστηρίου Αβδούλ Κερίμ πασάς, ο οποίος διερωτόνταν, πως ήταν δυνατόν ο σουλτάνος ν’ ανέχεται ένα τέτοιο χαρακτήρα. Ο Αβδούλ Κερίμ πασάς, ο αποκαλούμενος «ασυμφιλίωτος αντίπαλος» του Μαργαρίτη, κατηγορούσε τον τελευταίο για τις στενές σχέσεις του με τον αρχηγό της καθολικής ιεραποστολής των Λαζαριστών Auguste Bonetti και το ιταλικό προξενείο του Μοναστηρίου, στο οποίο είχε διοριστεί στα 1895 ως διερμηνέας ο έμπιστος φίλος και γαμπρός του Ρinetta, που στα 1897 είχε αναλάβει τη διεύθυνση του ιταλικού προξενείου, ενώ παράλληλα ήταν και καθηγητής της Τουρκικής γλώσσας στο ρουμανικό λύκειο του Μοναστηρίου.
Η ρουμανική κυβέρνηση έδειχνε απέναντι στο Μαργαρίτη κατά τα τελευταία χρόνια επιφυλακτικότητα, γιατί τον υποπτευόταν ότι εξυπηρετούσε τα συμφέροντα της ιταλικής πολιτικής στο μακεδονικό χώρο. Για ν’ αφαιρέσει κάθε πρωτοβουλία από τους συνεργάτες του Μαργαρίτη, είχε διορίσει νέο διδακτικό προσωπικό και προχώρησε στη ριζική μεταβολή του συστήματος της ρουμανικής εκπαιδευτικής Κίνησης στη Μακεδονία. Δυο Ρουμάνοι επιθεωρητές επιφορτίζονταν κάθε χρόνο να επιθεωρούν τουλάχιστο δυο φορές τα ρουμανικά σχολεία της Μακεδονίας και της Ηπείρου. Διάδοχος του Μαργαρίτη στα 1898 στη διεύθυνση του ρουμανικού λυκείου Μοναστηρίου υπήρξε ο Ρουμάνος γιατρός Ρucerea. Ο Μαργαρίτης εκδικούμενος την απομάκρυνσή του από το Μοναστήρι, με τα ισχυρά μέσα που διέθετε στην Κωνσταντινούπολη και στο Βουκουρέστι, πέτυχε τον Ιανουάριο του 1899 την αντικατάσταση του Ρουμάνου προξένου Ρadeano από τον Αλεξιανό, ο οποίος, όπως προέκυψε αργότερα, καταγόταν από το Κρούσοβο και ήταν Οθωμανός υπήκοος. Ο Αλεξιανός αναγκάστηκε τελικά να παραιτηθεί.

Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2014

Ν. Υόρκη: 6η συνδιάσκεψη της Παγκόσμιας Βλαχικής Αμφικτιονίας


Αποφασίστηκε η προάσπιση της ιστορικής αλήθειας και η διατήρηση των πολιτιστικών παραδόσεων των Βλάχων.

Τη συνέχιση και τον εμπλουτισμό της επίμονης και συστηματικής προσπάθειας για την προάσπιση της ιστορικής και της πολιτιστικής αλήθειας, την επανασύνδεση της βλαχόφωνης ρωμιοσύνης και την προβολή της ταυτότητας και των αξιών των Βλάχων αποφάσισαν οι συμμετέχοντες στην 6η παγκόσμια συνδιάσκεψη της Παγκόσμιας Βλαχικής Αμφικτιονίας, που πραγματοποιήθηκε σήμερα το πρωί (ώρα Ελλάδας), στην αίθουσα εκδηλώσεων του ελληνικού Γραφείου Τύπου και του ΕΟΤ, στο Μανχάταν.

«Η Ελλάδα ως κοιτίδα του βλαχόφωνου στοιχείου και της βλαχόφωνης διασποράς συνολικά, ανέλαβε την υποχρέωση να αγκαλιάσει τους απανταχού πολίτες βλαχόφωνης καταγωγής» τόνισε στην ομιλία του ο πρόεδρος της Παγκόσμιας Βλαχικής Αμφικτιονίας, Μιχάλης Μαγειρίας, υπογραμμίζοντας παράλληλα ότι «έχουμε πλήρη επίγνωση πως η Ελλάδα αντιμετωπίζει σήμερα, κατά τρόπο συστηματικό, από διάφορα ποικιλώνυμα κέντρα του εξωτερικού μια προσπάθεια διαστρέβλωσης και αλλοίωσης της ιστορικής πραγματικότητας».

Τους συνέδρους και τους προσκεκλημένους καλωσόρισε ο γενικός πρόξενος της Ελλάδας στη Νέα Υόρκη, Γιώργος Ηλιόπουλος, επισημαίνοντας ότι «η κοινότητα των Βλάχων είναι γνωστή για την πολιτική, πολιτιστική και εμπορική δραστηριότητά της.

Με κοιτίδα την οροσειρά της Πίνδου, κατάφερε μέσα στους αιώνες να διατηρήσει πάντα την ελληνικότητά της και να διαμορφώσει μια ιδιαίτερη ταυτότητα με τις δικές της παραδόσεις, τα ήθη και έθιμά της και να καταστεί ένας από τους βασικούς πυλώνες του Έθνους μας. Μετά την επανάσταση, οι Βλάχοι έπαιξαν σπουδαίο ρόλο στην πορεία του νέου ελληνικού κράτους ως ευεργέτες, αγωνιστές, πολιτικοί και άνθρωποι των γραμμάτων και της εκκλησίας».

Στη συνέχεια, ο κ. Ηλιόπουλος επισήμανε ότι «διαβάζοντας κάπου πως όταν προσπαθεί κάποιος να ερευνήσει τους μεγάλους ευεργέτες και τους δωρητές του Γένους μας, θα διαπιστώσει ότι σχεδόν όλοι οι μεγάλοι ευεργέτες ήταν Βλάχοι. Και αυτή η διαπίστωση, οδήγησε τον Βλάχο δημοσιογράφο Νικόλαο Μέρτζο να γράψει:

Ο Τόμας Φίλα (Toma Fila), ο ελληνικής καταγωγής δικηγόρος του Βελιγραδίου μιλάει στον Πέτρο Κασιμάτη


Ο Τόμας Φίλα, ο ελληνικής καταγωγής δικηγόρος του 
πρώην προέδρου της Γιουγκοσλαβίας, μιλάει για τις δύσκολες 
ώρες του ''πελάτη'' του στη φυλακή του Βελιγραδίου

Ποιοί θέλουν τον αφανισμό του Μιλόσεβιτς

Σε ένα στενό δρομάκι, στην καρδιά του Βελιγραδίου, στην οδό Μουσιτζένα 7Α, βρίσκεται το γραφείο του ελληνικής καταγωγής δικηγόρου του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς, Τόμας Φίλα, από την Κέρκυρα. Είναι ο κύριος ''110 δολάρια την ώρα''. Αυτή είναι η τιμή για τους πελάτες του στο Δικαστήριο Εγκλημάτων Πολέμου της Χάγης. Κληρονόμησε το γραφείο του από τον πατέρα του, Φιλώτα, και μαζί την καλή του φήμη.

Αποστολή στο Βελιγράδι
Πέτρος Κασιμάτης

Σήμερα υπερασπίζεται οπλαρχηγούς της Βοσνίας, κατηγορούμενους για εγκλήματα πολέμου. Έχει υπό την καθοδήγησή του 16 δικηγόρους. Μιλάει απταίστως ελληνικά, είναι συλλέκτης παλαιών όπλων και έχει συγγενείς στη Θεσσαλονίκη και στην Αθήνα. Υπερκινητικός. Του αρέσουν οι λεπτομέρειες στην κουβέντα. Κρύβει αλήθειες αλλά στις εκτιμήσεις του δείχνει να είναι ακριβής. Έχει πληροφορίες. Τα τηλέφωνα χτυπούν ασταμάτητα. Δίνει εντολές στους συνεργάτες του στη Χάγη και εμψυχώνει τους οπλαρχηγούς από τη Βοσνία που σύρονται σιδεροδέσμιοι στην ολλανδική πόλη. Τώρα όμως είναι αφοσοιωμένος στο Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς. Θέλει να σώσει τον πρώην πρόεδρο.

Η συνέντευξη μαζί του είναι αποκαλυπτική: ''Το πρωί ο πρώτος άνθρωπος που βλέπει είμαι εγώ. Τον συναντώ κάθε μέρα στις 10 το πρωί. Μετά έρχεται κάποιος από το Σοσιαλιστικό κόμμα. το κόμμα του. Τον μεταφέρουν στο Σλόμπο και τους αφήνουν μισή ώρα να μιλήσουν. Μετά τον ξαναβλέπω μέχρι στις 12 το μεσημέρι. Από εκεί και πέρα, για δύο με τρεις ώρες τον βλέπουν η γυναίκα του και η κόρη του. Τρώει το φαγητό που του φέρνουν, αλλά είναι βολικός, τρώει και τα φαγητά της φυλακής'', λέει ο Τόμας Φίλα.

Τετάρτη, 12 Νοεμβρίου 2014

Savka Subotic και Mihajlo Polit Desancic - Novi Sad


Savka Subotić - Η άριστη ρήτορας
Είναι η πρώτη Σέρβα φεμινίστρια από την Vojvodina. Αγωνίστηκε κυρίως για τη βελτίωση της θέσης των γυναικών στη κοινωνία, ειδικότερα μέσω της εκπαίδευσης. Ήταν η πρώτη πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου Γυναικών Σερβίας. Δημιούργησε οργανώσεις και Ανώτατες Σχολές που συνέβαλαν στην χειραφέτηση των γυναικών αλλά και στη συλλογική κατεύθυνση τους στο επάγγελμα της δασκάλας. Είχε εξαιρετικό ρητορικό ταλέντο και πολλές διαλέξεις της που το μαρτυρούν είχαν δημοσιευθεί σε περιοδικά εκείνης της εποχής. Ιδιαίτερη εντύπωση προκάλεσε η διάλεξη με θέμα ''Γυναίκες στην Ανατολή και τη Δύση" που πραγματοποιήθηκε στο Επιστημονικό Club της Βιέννης στις 17 Νοεμβρίου 1911.

Η Savka Subotić (11/10/1834 - 1918) προέρχονταν από τις εξέχουσες οικογένειες Polit και Desančić. Γεννήθηκε στο Novi Sad και ήταν κόρη του Έλληνα κτηματία και εμπόρου Ιωάννη Πολίτη (Jovan Polit) με καταγωγή από την Κωνσταντινούπολη. Σε σερβικά άρθρα αναφέρεται συχνά ως Τσίντσαρος* αλλά από τον τόπο προέλευσής του δεν προκύπτει κάτι τέτοιο. Σε πολλές περιπτώσεις, κάτω από το γενικό όνομα Τσίντσαροι κρύβονται πολλές και διαφορετικές ομάδες του ελληνικού πληθυσμού, οι οποίες στις γιουγκοσλαβικές χώρες είχαν συσπειρωθεί σε μία ενιαία ανθρωπολογική ομάδα. Εκτός από τους Polit, χαρακτηριστική είναι και η περίπτωση της οικογένειας Παχάνη από τα Λεύκαρα της Κύπρου που στη σερβική βιβλιογραφία, επίσης, αναφέρεται κατά καιρούς ως Τσιντσαρική αν και κυπριακής προέλευσης. Είναι γνωστό άλλωστε ότι, στη συνείδηση του απλού κόσμου, η έννοια του όρου Τσίντσαρος ήταν σε τέτοιο βαθμό συνυφασμένη με εκείνη του Ελληνισμού ώστε οι Σέρβοι είχαν φτάσει να τον χρησιμοποιούν ακόμη και για Έλληνες απόδημους που δεν είχαν ελληνοβλαχική καταγωγή. Η μητέρα της Savka, Τζουλιάνα Ντεσάντσιτς (Julijana Desančić), προέρχονταν από σερβική οικογένεια[1][2], άσκησε σημαντική επίδραση στην ανάπτυξη της προσωπικότητας της αλλά και των θέσεων της αναφορικά με τον ρόλο των γυναικών στην κοινωνία. Η Savka ήταν αδερφή του διακεκριμένου δικηγόρου, πολιτικού, δημοσιογράφου και συγγραφέα, dr Mihajlo Polit Desančić. Όμως, δεν έζησε στην σκιά των αρσενικών μελών της οικογένειας και κατάφερε μάλιστα να διακριθεί. Στο σπίτι της οικογένειας Polit - Desančić υπήρχε μια αξιόλογη βιβλιοθήκη που είχε θετικό αντίκτυπο στην πνευματική καλλιέργεια των παιδιών.[3]

Τρίτη, 11 Νοεμβρίου 2014

Vinska bajka porodice Adamović


Jedna od porodica koja je obeležila epohu razvijenog kapitalizma u Novom Sadu u drugoj polovini 19. i prvoj polovini 20. veka jeste porodica Adamović. Zahvalnost za stečeno bogatstvo i društveni ugled najvećim delom duguje vinu. Sve je krenulo trgovinom vinom, da bi se proširilo na proizvodnju grožđa, vina i konjaka, a kulminiralo loznim rasadnikom iz koga su mnogi vinogradi obnovljeni nakon filoksere. Oduzimanjem fabrika, podruma i vinograda nakon Drugog svetskog rata nasilno je, u trećoj generaciji, prekinuta vinarska tradicija.

Prema porodičnom predanju, rodonačelnik porodice, Jovan, mladić grčko-cincarskog * porekla, doselio se krajem 18. veka u Sremsku Mitrovicu, bežeći u Ugarsku od Turaka. Porodica u kojoj je bio usvojen, dala mu je prezime Adamović po njegovom ocu Adamu. Nov život sa novim prezimenom započeo je baveći se trgovinom i ugostiteljstvom. Nakon njegove smrti, poslovanje je preuzeo sin Stevan (1809-1874), koji se sa suprugom i tri sina: Aleksandrom, Jovanom i Đorđem, seli u Novi Sad gde je, polovinom 19. veka, već postojala jaka grčka kolonija trgovaca i zanatlija.

Iako se porodica oduvek bavila trgovinom (stoka, drvo), Stevanov sin Aleksandar Šandor Adamović (1839-1906), sa izuzetnim preduzetničkim duhom, počinje značajniju trgovinu vinom, ali i njegovu proizvodnju. Potrebna teoretska znanja stekao je u Pešti završivši Rozerovu trgovačku školu, a praktično iskustvo boraveći u Gracu i Trstu. Za sopstveno trgovačko preduzeće dobija koncesije da zastupa velike firme na prostoru cele Austrougarske od strane ugarskih vlasti. Kao vešt trgovac uvideo je mogućnost dobre zarade u trgovini vinom kojoj se u potpunosti posvećuje. I ne samo trgovini. Zasađuje 100 jutara vinograda na zemlji u Sremskoj Kamenici i Rakovcu nasleđenoj od oca, gde i proizvodi svoja vina, naročito "Karlovački bermet". Jedna od novina jeste i prodaja flaširanih vina sa znatno većom zaradom.

Kvalitet ovih vina ubrzo je potvrđen na izložbama u inostranstvu. Medalje i diplome, od kojih je najstarija ona iz 1878. godine dobijena u Parizu, ali i iz Trsta, Beča, Bordoa i Pešte, potvrda su toga. Takođe, velika tražnja je vladala i za "Adamovićev elitni konjak" koga je proizvodio u sopstvenoj fabrici. Zvuči apsurdno, ali lozna bolest zvana filoksera, koja je mnoge zavila u crno, za Adamovića je bila blagodet. Naime, u vreme kada je uništila najveći broj zapadnoevropskih vinograda, vina sa naših prostora bila su na velikoj tražnji, što je Adamović vešto iskoristio. Kao trgovac, putujući Evropom, imao je priliku da vidi na koji način se obnavljaju filokserom uništeni vinogradi. Zato uvozi američke loze i osniva 1893. godine veliki lozni rasadnik "Aleksandrovac", ili kako su ga Mađari od milja zvali "Šandortelep", na ukupno 52 lanca od grada zakupljene zemlje. Rasadnik se nalazio na delu Novog Sada koji je dvadesetih godina 20. veka po njemu i nazvan Adamovićevo naselje.

Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2014

Αφανείς Γηγενείς Μακεδονομάχοι (1903-1913)



Φωτο: Οι Μακεδονομάχοι καπετάν Φαρμάκης, 
καπετάν Τηλιγάδης και καπετάν Τρομάρας

Αφανείς Γηγενείς Μακεδονομάχοι (1903-1913)
Ι. Σ. Κολιόπουλος (επιστ. εποπτεία), Ι. Δ. Μιχαηλίδης – Κων. Σ. Παπανικολάου (επιμ.),
Θεσσαλονίκη, Ε.Μ.Σ. – University Studio Press, 2008

Ακολουθήστε τον παρακάτω σύνδεσμο:

Restaurant "?" - Belgrade Serbia


Το παλαιότερο εστιατόριο του Βελιγραδίου βρίσκεται στην οδό Kralja Petra 6 και ανεγέρθηκε το 1823, 
ως ιδιοκτησία του πρίγκηπα Μίλος Ομπρένοβιτς (Knez Miloš Obrenović), από τον εξουσιοδοτημένο εμπορικό του πρόξενο Ναούμ ΊτσκοΚατασκευάστηκε από Έλληνες οικοδόμους σε βαλκανικό στυλ! 

Ο Ναούμ Ίτσκος ήταν διπλωμάτης και έμπορος, γιος του Πέτρου Ίτσκου με καταγωγή από την Κατράνιτσα (Πύργους Εορδαίας Ν. Κοζάνης) που αποτέλεσε σημαντικό παράγοντα της ελληνικής κοινότητας στο Σεμλίνο. Ο Πέτρος Ίτσκος μετακόμισε στο Βελιγράδι και έπαιξε σημαντικό ρόλο στην επανάσταση. Στα 1806, ως εκπρόσωπος της Σερβίας (μαζί μ' έναν ακόμη βλαχόφωνο Έλληνα που συμμετείχε στην διπλωματική ομάδα, τον Ναούμ Καρνάρα) υπέγραψε στην Κων/πολη συνθήκη ειρήνης με τους Τούρκους, γνωστή ως η “Συνθήκη του Ίτσκου’’ που έδινε ουσιαστική αυτονομία στη Σερβία. [βλ. 1 & 2]

Το 1826, ο γιατρός Tόμα Kόστιτς, γαμπρός του Ναούμ Ίτσκου, που είναι γνωστός ως Ećim-Toma Kostić (σ. Ećim: ο γιατρός στα τουρκικά, λέξη προερχόμενη από τα αραβικά) άνοιξε στο ισόγειο του κτιρίου ένα καφενείο που ονομάστηκε το καφέ του ''γιατρού Τόμα''. Ο πρίγκηπας Μίλος δώρισε το σπίτι στον γιατρό Τόμα ως ένδειξη ευγνωμοσύνης για τα προσόντα του επειδή θεράπευσε, ως αξιωματικός και επικεφαλής στρατιωτικός γιατρός, τραυματισμένους στρατιώτες αλλά και τον ίδιον τον πρίγκηπα κατά τη διάρκεια της δεύτερης σερβικής εξέγερσης και επέδειξε μεγάλη αφοσίωση, ικανότητα και ευγένεια προς τους ασθενείς και τραυματίες. 
Ο γιατρός Τόμα ήταν Έλληνας και είχε γεννηθεί στην Κοζάνη (πιθανόν με καταγωγή από την Κατράνιτσα) στα 1774. Πήγε στη Σερβία με τη μητέρα του Κίρα Μάνου (Ćira Mano) που αργότερα διακρίθηκε ως ικανότατη μαία. [βλ. 3 & 4, σελ.1] Οι καλοί γιατροί σ' εκείνα τα μέρη, σύμφωνα με σερβικές πηγές, ήταν συνήθως Έλληνες (ελληνόφωνοι αλλά και ελληνόβλαχοι/τσίντσαροι). [βλ. 5]

Όταν οι κληρονόμοι του Τόμα Κόστιτς πούλησαν το κτίριο, το κατάστημα άλλαξε πολλούς ιδιοκτήτες και ονόματα. Το 1892 ονομάστηκε ''ο Καθεδρικός Ναός'' κι επειδή θεωρήθηκε προσβλητικό για τον θεσμό της εκκλησίας, μια και ο ναός ήταν κοντά, ο ιδιοκτήτης αποφάσισε να βάλει στην επιγραφή ένα ερωτηματικό, ως προσωρινή λύση μέχρι να επιλυθεί η διαφορά του με τις αρχές αλλά και ως ένα είδος διαμαρτυρίας, το οποίο παραμένει μέχρι σήμερα!

Κυριακή, 9 Νοεμβρίου 2014

Ναούμ Καρνάρας (Наум Крнар)


Πορτρέτο Καραγιώργη 1816
Ο Ναούμ Καρνάρας (σερβικά Наум Крнар) 
ήταν Ελληνόβλαχος, υπήρξε στενός συνεργάτης του 
Καραγιώργη, αγωνιστής της Α΄ Σερβικής εξέγερσης και ήταν γνωστός για τα ελληνικά του εθνικά αισθήματα. 

Γεννήθηκε στη Μοσχόπολη της Βορείου Ηπείρου γύρω στα 1780. Προέρχονταν από εύπορη οικογένεια εμπόρων. Στα νεανικά του χρόνια έλαβε σημαντική εκπαίδευση κι έμαθε πολλές γλώσσες. Παντρεύτηκε, στα 1800, κάποια Μαρία από τη Μοσχόπολη κι απέκτησαν έναν γιο και έπειτα, σε δεύτερο γάμο, μια Σέρβα αγνώστου ονόματος. Ο Ντούσαν Πόποβιτς, στο έργο του  "Ο Τσιντσάριμα", αναφέρει ότι με την πρώτη του σύζυγο, η οποία παρέμεινε στη Μοσχόπολη, χώρισε φιλικά στέλνοντας της μια επιστολή στα ελληνικά.

Την εποχή που ξέσπασε η επανάσταση ήταν έμπορος δερματίνων και γουναρικών στο Βελιγράδι, έπειτα γνωρίστηκε με τον Καραγιώργη όπου έγινε το δεξί του χέρι και γραμματέας του. Έπαιξε σημαντικό ρόλο στην Σερβική επανάσταση, ασκούσε επιρροή στον Καραγιώργη που τον συμβουλευόταν. Το 1806 συμμετείχε μαζί μ' έναν ακόμη Έλληνα, τον Πέτρο Ίτσκο με καταγωγή από την Κατράνιτσα, στην διπλωματική ομάδα που διαπραγματεύτηκε εκ μέρους των Σέρβων με τους Οθωμανούς την ''Ειρήνη του Ίτσκου''.

Δολοφονήθηκε το 1817 με εντολή του Μίλος Ομπρένοβιτς όταν μαζί με τον Καραγιώργη προσπάθησαν να επιστρέψουν στην Σερβία, μετά από συνεννόηση με τη Φιλική Εταιρεία όπου ήταν μέλος, για την υποστήριξη των Σέρβων στην προετοιμαζόμενη Ελληνική Επανάσταση. Τούς έκοψαν τα κεφάλια και τα έστειλαν στον σουλτάνο στην Κωνσταντινούπολη. 

Ο ρόλος του Ναούμ Καρνάρα στο κίνημα των ανταρτών αγνοείται συστηματικά στη σερβική βιβλιογραφία. Συνήθως, αναφέρεται ως άνθρωπος του περιβάλλοντος του Καραγιώργη ή, στην καλύτερη περίπτωση, ως γραμματέας του. Όπως δείχνουν όμως τα γεγονότα, ο ρόλος του ήταν πιο σημαντικός. Πιθανώς, ως μέλος της Φιλικής Εταιρείας, άσκησε αποφασιστική πολιτική επιρροή στον Καραγιώργη, του οποίου ήταν πολιτικός και διπλωματικός σύμβουλος. Η σημαντικότητα του ρόλου του για την τουρκική κυβέρνηση εξηγείται κι από το γεγονός ότι το δικό του κεφάλι ''ταξίδεψε'', μαζί με του Καραγιώργη, στην Κωνσταντινούπολη. Οι αιτίες αυτής της αμέλειας, στη βιβλιογραφία των Σέρβων, πιθανόν να εντοπίζονται στο ότι το νεαρό σερβικό κράτος επιδιώκει να δημιουργήσει ένα ισχυρό εθνικό αίσθημα, προσπαθώντας να καλύψει μια, ίσως, δέσμευση του Καραγιώργη για δημιουργία βαλκανικής υπερεθνικής ομοσπονδίας. Ένας άλλος λόγος μπορεί να είναι η αντιπάθεια που έχει αναπτυχθεί για τους Ελληνόβλαχους (Τσίντσαροι / Цинцари) που αποτελούσαν μια οικονομική και πολιτική ολιγαρχία, η οποία έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην διαμόρφωση της σερβικής κοινωνίας και του κράτους.
[Πηγή: Εδώ & Εδώ]

Η ελληνική επανάσταση δρα και στο Δήμο Βερμίου - Παρθένα Τσοκτουρίδου


Πύργοι Εορδαίας (Κατράνιτσα)
Ν. Κοζάνης
Κεφάλαιο από το βιβλίο της συγγραφέως Η προγονική ιστορία του Δήμου Βερμίου, έκδ. 2002, Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Κοζάνης.

Η ιδέα της απελευθέρωσης της Ελλάδας από τον τουρκικό ζυγό εμπνεύστηκε σε πολλά παλικάρια της Ανεξαρτησίας του Πολέμου, τα οποία ως παρακινητές, ρίχτηκαν στον αγώνα πολεμώντας πρώτοι στη γραμμή. Η ελληνική υπεροχή στον ανταρτοπόλεμο, σε ένα έδαφος που ήταν ιδεώδες για πόλεμο ατάκτων, μαζί με την κυριαρχία στη θάλασσα, που εμπόδιζε αποτελεσματικά τον από θαλάσσης ανεφοδιασμό, έδινε στους επαναστάτες τη δυνατότητα να παρακωλύσουν τις κινήσεις του οθωμανικού στρατού.

Τις βασικές αντάρτικες ομάδες της Ελλάδας αποτελούσαν οι κλέφτες και οι αρματολοί. Στα τουρκικά έγγραφα αποκαλούνται «ληστές», «κακούργοι», «επαναστάτες». Στα 1742 εμφανίστηκε στο Βέρμιο σώμα κλεφτών (300) με αρχηγό τον Κατρανιτσιώτη Καπετάν Γούτα, λόγω της φιλελεύθερης φύσης των κατοίκων, που πήγαζε από το κλίμα της αμφισβήτησης της οθωμανικής κοινωνικής ιεραρχίας, να δρα στην περιοχή Κασσάνδρας. Το γεγονός πως ο λαός ύμνησε την κλεφτουριά φανερώνει και την κοινωνική διάρθρωση του οθωμανικού συστήματος, αφού κύρια κατέκλεβαν τους πλούσιους μπέηδες, Έλληνες γαιοκτήμονες, κτηνοτρόφους, εμπόρους κ.λ.π. Ηρωποίηση των κλεφτών από τους ραγιάδες, γιατί απολάμβαναν την ελευθερία εκτός οθωμανικού συστήματος μετατρέπποντας τις σπηλιές για σπίτια τους, τις πέτρες για μαξιλάρια τους, τις κάπες τους για παπλώματα τους, πήγαζε από το γεγονός πως στην οθωμανική αυτοκρατορία η κοινωνική κίνηση ήταν μηδαμινή, ότι γεννιόσουν, αυτό πέθαινες.

Εκτός αν κάποιος ακολουθούσε το δρόμο του εξισλαμισμού συγκεκριμένες μέρες του χρόνου. Κάτι που αρνήθηκε ο Ναουσαίος ψάλτης του γειτονικού Γραμματικού Δημήτρης όταν τον ερωτεύτηκε η Αισέ, κόρη του Αχμέτ Μπέη “μανδρόσκυλου” του Αλή Πασά όταν η Εορδαία, η Φλώρινα, η Έδεσσα αποτελούσαν τσιφλίκι του. Ο Δημήτρης κρεμάστηκε από ένα πλατάνι, η Αισέ αυτοκτόνησε από τύψεις και ο θρύλος του ματωμένου έρωτα των Πύργων του Γραμματικού δεν έσβησε ακόμη.

Μακεδόνες της Διασποράς στους Οικισμούς της Βόρειας Βαλκανικής και της Κεντρικής Ευρώπης (17ος-19ος αι.)


~ Μακεδόνες της Διασποράς στους οικισμούς της βόρειας Βαλκανικής και της κεντρικής Ευρώπης (17ος-19ος αι.): Μια ιστορικο-γεωγραφική διερεύνηση.
Ευάγγελος Π. Δημητριάδης, Δημήτριος Π. Δρακούλης, Γεώργιος Π. Τσότσος


Παρασκευή, 7 Νοεμβρίου 2014

Grčki šor - Ο ''ελληνικός δρόμος'' στο Krusevac


Grčki šor: Πρόκειται για μια συνοικία που βρίσκεται στο κέντρο της πόλης Krusevac της νότιας Σερβίας, στην οδό Βουκ Κάρατζιτς (Vuk Karadžić). Αποτελείται από μονοκατοικίες λαϊκής αρχιτεκτονικής, ιδιαίτερης πολιτιστικής αξίας, που ανεγέρθηκαν από την δεύτερη και τρίτη δεκαετία του 19ου αι. μέχρι και το πρώτο μισό του 20ου αι. 
Η συνοικία πήρε το όνομά της από τους ιδρυτές της, Έλληνες (μεταξύ των οποίων και Ελληνόβλαχοι/Αρμάνοι) από τη βόρεια Ελλάδα, που μετοίκησαν εκεί ως έμποροι και τεχνίτες δημιουργώντας ένα είδος ελληνικής αποικίας που συνέβαλε καθοριστικά στην αστική και οικονομική ανάπτυξη της σερβικής κοινωνίας κατά τον τελευταίο αιώνα.

Με κανονισμό του πρίγκηπα Μίλος, το κέντρο της πόλης μεταφέρθηκε στο οροπέδιο της σημερινής πόλης Krusevac. Διασώζονται πολλά σπίτια της συνοικίας, από την εποχή του 19ου αι., και έχουν χαρακτηριστεί ως διατηρητέα αλλά δεν πραγματοποιούνται οι εργασίες συντήρησης με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να καταρρεύσουν. [βλ. 12 & 3]

Ο διάσημος αρχιτέκτονας του Krusevac, Predrag Vrtovšek, σχεδίασε με ιδιαίτερη καλλιτεχνική και προσωπική ευαισθησία την παλιά πόλη και ένας μεγάλος αριθμός σχεδίων του δημοσιεύθηκε από το Εθνικό Μουσείο του Krusevac [βλ. 4].


Grčki šor (ul. Karadžićeva) iz 19. v
Predrag Vrtovšek