Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου 2016

Η οικογένεια του Μακεδονομάχου Αναστασίου Πηχεών


Η οικογένεια του Αναστάσιου Πηχεών [ή Πηχιών] καταγόταν από την περιοχή της Μοσχόπολης, η οποία, όπως είναι γνωστό εγκαταλείφθηκε από τους κατοίκους της εξαιτίας της τρομοκρατίας των τουρκαλβανικών στιφών που λυμαίνονταν τα περίχωρα. Μετά τη λεηλάτηση της Μοσχόπολης και την τραγική έξοδο των κατοίκων της στις 2 Σεπτεμβρίου του 1769, οι κάτοικοι της αναγκάστηκαν να σκορπισθούν σε διάφορα αστικά κέντρα της Αυστροουγγαρίας και του βόρειου μακεδονικού χώρου. Έτσι και η οικογένεια Πηχεών εγκαταστάθηκε στην Αχρίδα στα τέλη του 18ου αιώνα. 

Ο παππούς του Αναστάσιου, από τον πατέρα του, ονομαζόταν Δαμιανός και καταγόταν από την Υπισχία [Σίπισχα], η οποία είχε παρόμοια τύχη μ' εκείνη της Μοσχόπολης. Ο Δαμιανός Πηχεών ήταν αρχιμάστορας και φημολογούνταν ότι η μονή της Ρίλας, στα νοτιοδυτικά σύνορα της Βουλγαρίας, ήταν έξοχο δείγμα της αρχιτεκτονικής του. Είχε δυο γιούς, τον Πορφύριο (Ηλία), δηλαδή τον πατέρα του Αναστάσιου, και τον Θεόδωρο, που είχε αποδημήσει στο Ρουχτσούκ, και μια κόρη, την Μαρία, η οποία είχε παντρευτεί μ' έναν Έλληνα από την Ρέσνα και αργότερα έφυγε με τον άντρα της στην Βάρνα. 

Ο παππούς του Αναστάσιου Πηχεών, από την μητέρα του, λεγόταν Δημ. Σγάλης, πρόσφυγας επίσης από την Μοσχόπολη. Είχε δυο γιούς, τον Κωνσταντίνο Σγάλη και τον Σωτήριο Σγάλη, που είχε λάβει ενεργό μέρος στην επανάσταση του 1821, ο οποίος, εφόσον είχε υπηρετήσει υπό τον Φαβιέρο, πρέπει να ήταν στρατιώτης του τακτικού σώματος. Ο Δημ. Σγάλης είχε επίσης και δυο κόρες, την Άννα, την μητέρα του Αναστάσιου που έζησε στην Καστοριά, και την Αναστασία που πέθανε στην Αχρίδα. 

Ο Δαμιανός Πηχεών εγκαταστάθηκε στην κωμόπολη Λάγγα, στην δυτική όχθη της λίμνης της Αχρίδας, και ύστερα από χρόνια ήλθε στην Αχρίδα, όπου ο γιός του Ηλίας ασκούσε το επάγγελμα του ράφτη και είχε ιδιόκτητο σπίτι στην συνοικία του Άνω Βλαχομαχαλά.

Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2016

Βλάχοι: Μαρτυρία Ορθοδοξίας, Ελληνισμού και Πολιτισμού - Ομιλία του Αντώνη Μπέζα στην επίσημη συνεστίαση του Ροταριανού Ομίλου Αθηνών


Ο πρώην υφυπουργός κ. Αντώνης Μπέζας, και ο καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ κ. Μιχάλης Τρίτος, ήταν οι κεντρικοί ομιλητές στην επίσημη συνεστίαση του Ροταριανού Ομίλου Αθηνών που έγινε στην Αίγλη του Ζαππείου με θέμα «Βλάχοι: Μαρτυρία Ορθοδοξίας, Ελληνισμού και Πολιτισμού».

Ο κ. Μπέζας στην ομιλία του μεταξύ άλλων ανέφερε:
«Έχει πολλές φορές μέχρι σήμερα τονιστεί ο ιστορικός ρόλος των Βλάχων, ως ενός διακριτού και εκλεκτού τμήματος του ελληνισμού. Άφησαν στο πέρασμα τους έντονα τα σημάδια της παρουσίας τους, σ’ όλους τους τομείς της εθνικής και της οικονομικής ζωής του τόπου μας, αλλά και παντού όπου βρέθηκαν στην ξενιτιά, κάτω από ευνοϊκές ή κάτω από αντίξοες συνθήκες. Για τη ζωή και τις δραστηριότητες των Βλάχων, τα ήθη και τα έθιμα τους, τα τραγούδια, τους θρύλους και τις αγωνίες τους, για τον πολιτισμό τους, για την προσήλωσή τους στην Ορθοδοξία, για την προσφορά τους στα κοινωνικά και εθνικά δρώμενα της πατρίδας μας, για τη συμμετοχή τους στους εθνικούς μας αγώνες, έχουν γραφτεί πολλές χιλιάδες σελίδες, σε βαθμό που να μπορεί να ισχυρισθεί κανείς ότι έχουν γραφεί και έχουν ειπωθεί σχεδόν τα πάντα γι’ αυτούς. Όποιος λοιπόν επιχειρεί να καταπιαστεί για ακόμη μια φορά μαζί τους, πρέπει πράγματι να έχει κάτι το καινούργιο και κάτι το διαφορετικό να πει. Ή, θα πρέπει να μπορεί να βλέπει τα γεγονότα μέσα από μια άλλη, μια διαφορετική οπτική γωνία. Αλλιώς θα ξεπέσει σε κοινοτυπίες και χιλιοειπωμένα πράγματα».

«Πολλά από αυτά που λέγονται ή έχουν γραφτεί για τους Βλάχους, συχνά διακρίνονται από μια ελιτίστικη αυταρέσκεια να παρουσιάζουν το συγκεκριμένο πληθυσμό, σαν να ζει αποκομμένος από τις ευρύτερες περιοχές στις οποίες έχει δραστηριοποιηθεί. Δεν τον εντάσσουν χωρικά και χρονικά στο γενικό, με αποτέλεσμα να μη μπορεί κάποιος να ερμηνεύσει τα γεγονότα και τις πράξεις των ανθρώπων ενταγμένα μέσα σ’ ένα γενικότερο θα λέγαμε κάδρο, αλλά αφήνουν την εντύπωση ότι οι άνθρωποι αυτοί, ο βλαχόφωνος ελληνισμός στην προκειμένη περίπτωση, είναι εντελώς ξεχωριστοί, ειδικών προδιαγραφών, και έρχονται από έναν κόσμο του παραμυθιού και του μύθου, χωρίς να ακουμπούν καθόλου στη γη. Ποια είναι λοιπόν η πραγματικότητα; Η πραγματικότητα είναι ότι οι Βλάχοι συνέβαλλαν σημαντικά στην εξέλιξη της ελληνικής αστικής τάξης μέσα από την πυκνή βλάχικη διασπορά, από το μητροπολιτικό τους χώρο που ήταν η ραχοκοκαλιά της Πίνδου, μέχρι τον ορίζοντα των νοτίων Βαλκανίων και ακόμη πιο πέρα. Οι Βλάχοι δεν πρέπει να θεωρούνται ως μια εξελληνισμένη ομάδα ή μια ομάδα διχασμένη ανάμεσα στις εθνικές προπαγάνδες των αρχών του 20ου αιώνα, αλλά ως μία γνήσια έκφραση της ρωμιοσύνης. Και αυτό, γιατί είναι βέβαιο, πως στον κεντρικό και βόρειο ελληνικό χώρο, αλλά και στις γειτονικές μας Βαλκανικές χώρες, για ότι σοβαρό μπορεί να υπερηφανευθεί ο Ελληνισμός, για την εκπαιδευτική, οικονομική ή επαναστατική του δραστηριότητα, τουλάχιστον από τα τέλη του 18ου αιώνα μέχρι και το διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η συμβολή των Βλάχων ήταν καθοριστική. Ότι οικοδομήθηκε από τον Ελληνισμό εκείνη την περίοδο, οικοδομήθηκε σε έναν ιδιαίτερα καθοριστικό βαθμό με την ουσιαστική αρωγή των Βλάχων. Αυτό, όπως και προηγουμένως ανέφερα, δεν το ισχυρίζομαι με σκοπό να κολακεύσω τους Βλάχους, μιας και εγώ έχω βλάχικη καταγωγή. Είναι μια αναμφίβολη ιστορική πραγματικότητα, μια πραγματικότητα που έχει την ερμηνεία και τις αιτίες της».

Η οικογένεια του Νικολάου Ματούση


~ Φωτο: Ο Ν. Ματούσης στο Βουκουρέστι όπου κατέφυγε για να διασωθεί προς το τέλος της Κατοχής.

Με την κατάληψη της Ελλάδας από τους Γερμανούς τον Απρίλιο του 1941 και με την εν συνεχεία εγκατάσταση των Ιταλικών στρατευμάτων στον ελληνικό χώρο, ο Αλκιβιάδης Διαμάντης βλάχικης καταγωγής πράκτορα της Ρουμανίας και της Ιταλίας βρήκε την ευκαιρία, το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου, επικουρούμενος από τον Νικόλαο Ματούση, εν ενεργεία δικηγόρο στη Λάρισα και μερικούς άλλους, και με τη συμπαράσταση των Ιταλών κατακτητών και ίδρυσε οργάνωση με την ονομασία Ρωμαϊκή Λεγεώνα[1]. Κύριος σκοπός της ήταν η δημιουργία βλάχικου αυτόνομου κράτους στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλίας, με την μορφή ενός ιταλικού προτεκτοράτου. Εκτός των άλλων η Ρωμαϊκή Λεγεώνα βοηθούσε τις Ιταλικές δυνάμεις στην ανακάλυψη και τη συλλογή των όπλων που είχαν διασπαρθεί μετά την παράδοση του Ελληνικού Στρατού. Οι εμπνευστές της πίστευαν, λανθασμένα όπως αποδείχθηκε, ότι η προσπάθειά τους αυτή θα στηρίζονταν ενεργά από το βλάχικο στοιχείο. Όμως η Ρωμαϊκή Λεγεώνα δεν είχε την απήχηση που περίμεναν και οι κινήσεις τους συνάντησαν αντίδραση και από την κατοχική κυβέρνηση Τσολάκογλου, αλλά και από τοπικούς παράγοντες στη Θεσσαλία. Η οργάνωση Φιλική Εταιρεία που είχε δημιουργήσει ο Ευάγγελος Αβέρωφ και ο Λαρισαίος γιατρός Νικόλαος Ράπτης, βλάχικης καταγωγής και οι δύο, αντέκρουε σθεναρά τη δράση της Λεγεώνας και δημοσίευε τακτικά κείμενα στον Τύπο εναντίον της. Για την δραστηριότητά τους αυτή, ο Αβέρωφ, ο Ράπτης και αρκετοί άλλοι φυλακίστηκαν από τις ιταλικές αρχές τον Απρίλιο του 1942 και στη συνέχεια μεταφέρθηκαν όμηροι σε στρατόπεδα συγκεντρώσεως στην Ιταλία. Το καλοκαίρι του 1942 ο Διαμάντης έφυγε από την Ελλάδα για τη Ρουμανία και τη θέση του στην οργάνωση πήρε ο Νικόλαος Ματούσης[2]. Στο σημερινό κείμενο θα επικεντρωθούμε περισσότερο στη λαρισινή οικογένεια του Νικολάου Ματούση, στηριζόμενοι στα κατάλοιπα του Γιώργου και της Λένας Γουργιώτη, τα οποία βρίσκονται στο Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο Λάρισας.

Ο Νικόλαος Ματούσης (περίπου 1898-1991) ήταν γνωστός και έγκριτος δικηγόρος της Λάρισας κατά την περίοδο του μεσοπολέμου, όπου ζούσε με την οικογένειά του. Σε συζήτηση που είχε η Λένα Γουργιώτη μαζί του το 1988, κατέγραψε το γενεαλογικό δένδρο της οικογένειας, όπως ακριβώς της το αφηγήθηκε ο ίδιος. Ο πιο μακρινός γνωστός πρόγονός του ήταν ο Γιάννης Βλαχογιάννης ο οποίος είχε γεννηθεί περί το 1745 στη Μοσχόπολη της Βορείου Ηπείρου, ένα από τα σημαντικότερα βλαχόφωνα κέντρα των Βαλκανίων την εποχή εκείνη. Κάποια στιγμή ήλθε στη Θεσσαλία και αγόρασε μεγάλες αγροτικές εκτάσεις σε μια περιοχή μεταξύ Τρικάλων και Ελασσόνος, στη θέση Παλιοσαμαρίνα. Έπειτα από την παρακμή της Μοσχόπολης λόγω της λεηλασίας από τους τουρκαλβανούς το 1769 και ιδίως μετά τις καταστροφές το 1788 από τα στρατεύματα του Αλή πασά, την εγκατέλειψαν και όλο το φαλκάρι[3] εγκαταστάθηκε στην περιοχή Ελασσόνος, στην τοποθεσία που είχε αγοράσει ο Γιάννης Βλαχογιάννης. Εκεί δημιουργήθηκε οικισμός, ο οποίος πήρε την ονομασία Βλαχογιάννη από το όνομα του γενάρχη της οικογένειας και εξελίχθηκε στη σημερινή ανθηρή πολίχνη. Ο γιος του Ζήσης και ο εγγονός του Ματθαίος συνέχισαν και αυγάτισαν την οικογενειακή γενιά. Μάλιστα από παραφθορά του ονόματος του τελευταίου, Ματθαίος – χαϊδευτικό Ματούσιος – Ματούσης άλλαξε και το επώνυμο της οικογένειας και ο γιος του Νικόλαος που γεννήθηκε γύρω στα 1835 έφερε πλέον το επώνυμο Ματούσης. Εγγονός του τελευταίου είναι ο συνονόματός του Νικόλαος Ματούσης, του οποίου την ιστορία της οικογένειας ξεδιπλώσουμε.

Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2016

Οικογένειες Ελλήνων στον Νομό Csongrád κατά το 18ο & 19ο αι.: 5. Η ελληνική κοινότητα του Szentes 6. Επίλογος - Dr. Diószegi György Antal


~ Διαβάστε:

5. Η ελληνική κοινότητα του Szentes

Κατά το πρώτο τρίτο του 18ου αιώνα εγκαταστάθηκαν στο Szentes αρκετοί Έλληνες. Από το 1753 ήταν γνωστό το όνομα των αδελφών Tódor Mihály και Tódor Márton. Νοίκιαζαν κοντά στο Kunszentmárton, στην περιοχή Csorbapuszta, λιβαδική έκταση για τη βόσκηση των βοοειδών τους, με χρήση πηγαδιού. Το 1770 νοίκιασαν το λιβάδι για την βόσκηση 300 αλόγων τα οποία αργότερα μετέφεραν στο παζάρι της Πέστης και κατόπιν του Vác. 

~ Φωτο: A Szent Miklós-templom Szentesen - Ο Ναός του Αγίου Νικολάου στο Szentes

Οι ελληνικές οικογένειες (Haris, Hadzsy, Gibba, Gyuricza, Kálló, Papp) ίδρυσαν το 1784 την δική τους ορθόδοξη κοινότητα και πρόσφεραν δωρεές για την λειτουργία της. Ο ορθόδοξος ναός εγκαινιάστηκε το 1786 και αφιερώθηκε στον Άγιο Νικόλαο. Στα πρώτα χρόνια είχε ξύλινο κωδωνοστάσιο αλλά από το 1927 συμπληρώθηκε με το τούβλινο κωδωνοστάσιο ύψους 22 μέτρων που υπάρχει και σήμερα. 

Το ξύλινο εικονοστάσιο σε ύστερο μπαρόκ ρυθμό είναι διαβαθμισμένο σε επτά άξονες, τρία επίπεδα, επιχρυσωμένο ή βαμμένο σε απομίμηση μαρμάρου και περιλαμβάνει 39 πίνακες. Οι επιγραφές είναι στην ελληνική γλώσσα. 

Δύο σημαντικές ελληνικές οικογένειες του Szentes ήταν οι Haris και οι Hadzsy. Το επώνυμο Haris απαντάται ακόμα και στο Tokaj και στο Zimony. Επίσης και στο Szeged, το 1854 ήταν μέλος του εμπορικού συλλόγου κάποιος Haris Simon. Η οικογένεια Haris καταγόταν από την Κοζάνη. Στο Szentes ασχολούνταν με την γεωργία και το εμπόριο. Η σύζυγος του Haris János ήταν η Ελληνίδα Popovits Zsófia (γεννημένη στο Nagykőrös). Τη δεκαετία του 1780 μετακόμισαν στην Πέστη. Από τους απογόνους του πολλοί έζησαν στο Szentes: Ο Haris Tivadar και ο αδελφός του, Haris Demeter, όπως και οι γιοι του τελευταίου, Haris János, Haris György, Haris Sándor και Haris Pál ήταν δραστήρια μέλη της ελληνικής κοινότητας του Szentes. Ο Haris János έγινε γιατρός στην πόλη το 1846. Απεβίωσε στην Βουδαπέστη στις 16 Μαρτίου 1889 σε ηλικία 75 ετών. Έγραψε την ιατρική διατριβή με τίτλο „Dissertatio inaug. medica de officiis circa gravidas. Vindobonae, 1841.

Το 1871 η ελληνική κυβέρνηση ίδρυσε στην Βουδαπέστη προξενείο και ανέθεσε καθήκοντα βασιλικού προξένου στον Haris Sándor και, μετά τον θάνατό του, στον αδελφό του, Haris Pál. Ο Haris Pál (Szentes, 1829-1902) διατηρούσε εμπορικές σχέσεις μεταξύ Ουγγαρίας και Ελλάδας μέσω του Ιδρύματος Χαρίσειου (Hariseion Alapítvány). 

Η άλλη σημαντική οικογένεια ήταν η οικογένεια Hadzsy. Το όνομα αυτό επίσης απαντάται και σε άλλες ουγγρικές πόλεις. Στο Debrecen, το 1692 ήταν μέλη της ελληνικής κοινότητας οι Hadzsi János και Hadzsi György. Στο Tokaj, μέλος της ελληνικής κομπανίας ήταν το 1711 ο Hadzsi György. Το όνομα Hadzsy ήταν γνωστό στην πόλη του Szentes από τα μέσα του 18ου αιώνα. Ο Hadzsy Konstantin έδωσε το 1774 όρκο πίστης σύμφωνα με το διάταγμα της Μαρίας Θηρεσίας. Το πρώτο επιφανές μέλος της οικογένειας ήταν ο Hadzsy György που γεννήθηκε στο Szentes στις 16 Μαρτίου 1800. Σπούδασε νομικά και αργότερα άνοιξε δικηγορικό γραφείο. Βοήθησε στην προετοιμασία και σύναψη της σύμβασης οριστικής εξαγοράς βαρών των δουλοπάροικων, έτσι έγινε στενός συνεργάτης του γραμματέα (αργότερα αρχιδικαστή και κατόπιν δημάρχου) της πόλης Boros Sámuel. Από το 1835 ανέλαβε πλήθος δημοτικών αξιωμάτων. Πρώτα ήταν αναπληρωτής του Boros Sámuel ως γραμματέας της πόλης. Το 1837 έγινε οικονομικός ελεγκτής και το 1840 εκλέχτηκε δημοτικός σύμβουλος. Από το 1842 διατέλεσε γραμματέας, μεταξύ 1846- 1848 γενικός γραμματέας και αρχειοφύλακας. Πήρε ενεργό μέρος στα γεγονότα της επανάστασης του 1848-1849. Από το Μάρτιο του 1848 ανέλαβε την οργάνωση της εθνικής φρουράς. Τον εξέλεξαν μέλος της δεκαεξαμελούς Επιτροπής Δημόσιας Σιγής του Szentes και μεταξύ των καθηκόντων του ήταν να κάνει ευρέως γνωστούς τους απριλιανούς νόμους, που περίμεναν επικύρωση, και να οργανώσει την εθνική φρουρά. 

Οικογένειες Ελλήνων στον Νομό Csongrád κατά το 18ο & 19ο αι.: 4. Η ελληνική οικογένεια Kristóffy στο Makó - Dr. Diószegi György Antal


Αναμνηστική πλάκα του Kristóffy József
~ Διαβάστε:

Σύμφωνα με γραπτή πηγή του 1777 στο Makó πλήρωναν „οι Έλληνες έμποροι για τέσσερα καταστήματα”: κατά πάσα πιθανότητα πρόκειται για ενοίκιο καταστημάτων.
 
Κατά τον 19ο αιώνα ο „Έλληνας κύριος Kristo ζούσε στο Makó στην δεκαετία του πενήντα”. Παλαιότερα στοιχεία ως προς τους ´Ελληνες προγόνους της οικογένειας Kristóff δεν έχουμε στη διάθεσή μας ακόμη, είναι αξιοσημείωτο όμως ότι με το ίδιο όνομα αναφέρονται Έλληνες και στο Jászberény, Győr και Tokaj μεταξύ του 18ου-19ου αιώνα. Το 1754 στο Mezőberény ζούσε ο ´Ελληνας καταστηματάρχης Kristóff József. 

Στο Makó ο „γερο-Kristo ήταν αληθινός Έλληνας”. Ο γιός του, Kristóffy József (1857- 1928) διένυσε αξιόλογη πολιτική καριέρα. Ο Kristóffy József έκανε τις γυμνασιακές σπουδές του στο Temesvár και στο Arad, και συνέχισε με νομικές σπουδές στην Βιέννη και στη Βουδαπέστη. Ξεκίνησε την επαγγελματική του καριέρα ως νομικός. Μεταξύ 1880-1883 διατέλεσε αναπληρωτής γραμματέας του νομού Csanád. Ακολούθως μέχρι το 1886 εργάστηκε ως συντάκτης στο Υπουργείο Δημοσίων Έργων και Συγκοινωνιών. Μεταξύ 1886- 1896 ήταν γενικός γραμματέας του νομού Csanád. Τότε απόκτησε και ουγγρικό τίτλο ευγενείας. Το 1896 έγινε φιλελεύθερος βουλευτής. Κορυφαίο σημείο της πολιτικής του διαδρομής, ήταν στην κυβέρνηση υπό τον βαρώνο Fejérváry Géza („darabontkormány”) όπου ήταν υπουργός εσωτερικών και δεύτερος στην ιεραρχία της κυβέρνησης (από 18 Ιουνίου 1905 ως 8 Απριλίου 1906). 

Αξίζει να αναφέρουμε το προοίμιο. Στις 8 Σεπτεμβρίου ο Fejérváry ζήτησε από τον βασιλιά να συμπεριληφθεί η εκλογική μεταρρύθμιση στο κυβερνητικό πρόγραμμα, όμως ο Φραγκίσκος-Ιωσήφ δεν συνενούσε. Γι’ αυτό ο Kristóffy στην προεκλογική του ομιλία στο Németbogsán στις 9 Σεπτεμβρίου 1905 υπερασπίστηκε την προσωπική του πίστη του στην καθιέρωση του γενικού εκλογικού δικαιώματος, το οποίο ωστόσο θα αφορούσε μόνο όσους ήξεραν γραφή και ανάγνωση (σε οποιαδήποτε γλώσσα). 

Μετά την πτώση της κυβέρνησης Fejérváry, σταδιακά αποσύρθηκε από την πολιτική ζωή. Για κάποιο διάστημα ήταν έμπιστος του Φραγκίσκου-Φερδινάνδου. Το 1911 έγινε βουλευτής της Békéscsaba, τον Δεκέμβριο του 1913 όμως παραιτήθηκε. 

Έγραψε και αρκετά βιβλία: „Ο αγώνας για το εκλογικό δικαίωμα” Βουδαπέστη 1910, „Ομιλίες για τον εκλογικό νόμο”, „Ο Γολγοθάς της Ουγγαρίας – η πορεία προς την κατάρρευση - πολιτικές αναμνήσεις 1890-1926” Βουδαπέστη 1927. Στο τελευταίο καταγράφει και αναλύει τα απομνημονεύματά του και παρουσιάζει τις σκέψεις του σχετικά με τη διοίκηση της χώρας οδηγημένος από την προσδοκία ενός καλύτερου μέλλοντος μετά το τραύμα της απόσχισης των εδαφών. Το βιβλίο αυτό το αφιέρωσε στα εγγόνια του Ottlik Lajos, Ottlik Pál και Kristóffy Tamás ως κληρονομιά αγάπης προς την πατρίδα. 

Ζάππειο Παρθεναγωγείο Αδριανούπολης


Το ιστορικό Ζάππειο Παρθεναγωγείο Αδριανούπολης * κτίστηκε το έτος 1886 με δωρεά του Κωνσταντίνου Ζάππα και σχέδια του Θεσσαλού αρχιτέκτονα Νικολάου ∆ημάδη

~ Φωτο: το Ζάππειο Παρθεναγωγείο Αδριανούπολης (σε καρτποστάλ του 1900), σήμερα στεγάζει τουρκικά δικαστήρια

Υπήρξε αναγνωρισμένο από το ελληνικό κράτος σαν ένα ισότιμο γυμνάσιο, ενώ διέθετε και τμήμα παιδαγωγικών σπουδών, από το οποίο και αποφοίτησαν εκατοντάδες καλομορφωμένες δασκάλες. 

~ Φωτο: η Καλλιρρόη Σιγανού - Παρρέν (1861-1940)

Η αρχική διευθύντρια του Ζαππείου ήταν η καταγόμενη από την Κρήτη περίφημη Καλλιρρόη Παρρέν, η πρώτη ελληνίδα φεμινίστρια, απόφοιτος του Αρσακείου Αθηνών, εκδότρια και ψυχή της “Εφημερίδος των Κυριών”, ιδρύτρια του “Λυκείου των Ελληνίδων”, του ΠΙΚΠΑ και υπέρμαχος του διακαιώματος ψήφου της γυναίκας. 

Το 1883 στην Αδριανούπολη λειτουργούσαν 15 ελληνικά σχολεία με 2.300 μαθητές και μαθήτριες, ενώ το 1920 ο νομός Ανδριανούπολης είχε 178 σχολεία, 2.633 δασκάλους και καθηγητές, 7.823 μαθητές και 4.817 μαθήτριες.
Σήμερα το κτίριο στεγάζει κρατικές υπηρεσίες.

Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2016

Βρύση στη Σίνια χτισμένη από Μοσχοπολίτη το 1713


ΒΡΥΣΗ ΣΤΗ ΣΙΝΙΑ

Το χωριό Σίνια βρίσκεται στο βουνό Σπυριδόνι, απέναντι από το Μπεράτι στον βόρειο ηπειρωτικό χώρο (νότια Αλβανία).
Από εκεί περνούσε ο δρόμος των καραβανιών Αυλώνα - Μπεράτι - Μοσχόπολη - Κορυτσά. 

Η βρύση χτίστηκε από Μοσχοπολίτη το 1713 σύμφωνα με την επιγραφή που φέρει. Συγκεκριμένα, αναγράφονται τα εξής:

'' Έτος 1713
Θανάση Τζήκα
Μοσχόπολη ''


Πηγή: κ. Σπύρος Μαντάς

Σάββατο, 20 Φεβρουαρίου 2016

Οικογένειες Ελλήνων στον Νομό Csongrád κατά το 18ο & 19ο αι.: 3. Ελληνικές αναμνήσεις στο Hódmezővásárhely - Dr. Diószegi György Antal


Το ανάκτορο Konstantin
~ Διαβάστε:

Προς τα τέλη του 17ου αιώνα η πόλη του Hódmezővásárhely είχε χάσει το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της. Μετά την απομάκρυνση του τουρκικού κινδύνου οι άνθρωποι άρχισαν να εγκαθίστανται και πάλι στην πόλη. Πολλοί είδαν την ευκαιρία να αποκτήσουν -σχετικά φθηνά- μεγάλες, ελεύθερες εκτάσεις γης στην περιοχή. Από το δεύτερο μισό του 17ου αιώνα, οι ´Ελληνες που ξέφευγαν από τον τουρκικό ζυγό έρχονταν να εγκατασταθούν και σε τούτη την πόλη. Στις αρχές του 18ου αιώνα οι Αρμένιοι και οι Έλληνες κρατούσαν πλέον το μεγαλύτερο μερίδιο από το εμπόριο. 

Το 1708 ο Vastag János ήταν ο πρώτος Έλληνας έμπορος που έδρασε στο Hódmezővásárhely. Εμπορευόταν μεταξύ άλλων, αλάτι και σίδηρο. Σύντομα, άλλοι 5-6 Έλληνες έμποροι δραστηριοποιήθηκαν στην πόλη. Το Hódmezővásárhely, λόγω της αγοράς που γίνονταν εδώ, ήταν σημαντικό κέντρο για το εμπόριο βοοειδών που ενδιέφερε τους Έλληνες. 

Το 1755 εμφανίζεται να ασκεί δραστηριότητα ο Orosz Ferenc, Έλληνας έμπορος. Το αληθινό όνομα του „Έλληνα Kristó” ήταν Konstantin Kristóf. Και οι απόγονοί του έζησαν στο Hódmezővásárhely. Ο „Έλληνας Tódor” ήταν ο Pegada Theodorosz. Τέσσερις Έλληνες έμποροι ζούσαν στην πόλη το 1786 και εννιά το 1808. Το 1756 ο „Έλληνας Gyurka” λειτουργούσε κατάστημα υφασμάτων. Οι Έλληνες έμποροι της πόλης τηρούσαν τα βιβλία τους στην ελληνική γλώσσα. 

Ο φεουδάρχης της περιοχής και το δημοτικό συμβούλιο της πόλης ενθάρρυναν την εγκατάσταση Ελλήνων εμπόρων. Το 1762 απάλλαξαν τους Έλληνες του Hódmezővásárhely από την πληρωμή του δημοτικού φόρου και στο εξής πλήρωναν φόρο απευθείας στον φεουδάρχη. 

Στις 28 Οκτωβρίου του 1770 ο „Έλληνας” Kis Tódor György κατονόμασε στην διαθήκη του ως κηδεμόνα του ανήλικου γιου του και της συζύγου του έναν άλλο Έλληνα, τον Popovits Demeter. Ο „Έλληνας” Kis Tódor György υπέγραψε στα ελληνικά την διαθήκη του ως εξής:„Degodoros Gyorgyev”. Στα αρχεία της ορθόδοξης ενορίας αναφέρεται ως Theodor György.

Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2016

Πέμπτη, 18 Φεβρουαρίου 2016

Ο διάσημος βαρύτονος του μελοδράματος Απόστολος Πρεδάρης στο Μοναστήρι της Πελαγονίας


Ο Απόστολος Πρεδάρης του Γαριβάλδη γεννήθηκε στο Κιάτο Κορινθίας το 1895. Τελειώνει με μεγάλη επιτυχία τις σπουδές του  στο Εθνικό Ωδείο Αθηνών και διαπρέπει σαν ένας από τους καλλίτερους έλληνες καλλιτέχνες στο χώρο του μελοδράματος (opera). Εμφανίζεται συχνά στο θέατρο «Ολύμπια» της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και γίνεται γνωστός και στο εξωτερικό όταν μεταβαίνει το 1921 στην Ιταλία και τραγουδά στην περίφημη «Σκάλα του Μιλάνου». Διακρίνεται κύρια στους ρόλους του Ριγολέττου, του Φίγκαρο και του παλιάτσου και τελικά αναδεικνύεται σαν ο καλύτερος βαρύτονος την περίοδο 1920-1936. Εκτός από τη σπάνια μουσική φωνή του διαπρέπει στις όπερες και σαν ηθοποιός. 

Εμφανίζεται και στην ιδιαιτέρα του πατρίδα του, το Κιάτο, όπου δίνει παραστάσεις για φιλανθρωπικούς σκοπούς. 
Στα τέλη Ιανουαρίου του 1933 οργάνωσε καλλιτεχνική παράσταση στο καφενείο «Κεντρικόν» του Σπύρου Φραντζή με τη σύμπραξη του θιάσου Ρουγκέρη και τα έσοδα διέθεσε υπέρ των απόρων του Κιάτου. 

Ιστορικός έχει μείνει ο πατριωτισμός του Απόστολου Πρεδάρη όταν κλήθηκε να τραγουδήσει το 1925 στο σερβοκρατούμενο Μοναστήρι της Πελαγονίας. Η παράσταση επιτράπηκε με μεγάλη δυσκολία υπό τον όρο ότι θα δοθεί στην ιταλική ή γαλλική γλώσσα. Την παράσταση παρακολούθησε το ελληνικό στοιχείο της περιοχής αλλά οι σερβικές παρακρατικές οργανώσεις τρομοκρατούσαν με τα όπλα τον κόσμο και έδειραν τον Ιταλό μαέστρο που αναγκάσθηκε να αποχωρήσει στη μέση της παράστασης. Ο Πρεδάρης μίλησε τότε στα Ελληνικά και είπε ότι θα συνεχίσει την παράσταση μόνος και την έφερε σε πέρας παρά την τρομοκρατία (Πηγή: Ν. Α. Βασιλειάδης, Η πολιτισμική ταυτότητα των Ελλήνων στην Πελαγονία 1912-1930, Διδακτορική Διατριβή στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, σελ. 170-171, βλ. εδώ). 

Θα τραγουδήσει την 29.6.1936 και στον ιστορικό κινηματογράφο των Σερρών «Κρόνιο» σαν σολίστας της Χορωδίας και Μανδολινάτας των φοιτητών «ο Ορφέας» ενώ σαν μέλος του Ελληνικού Μελοδράματος του Διονυσίου Λαυράγκα θα μετάσχει σε παραστάσεις στη Θεσσαλονίκη και σε άλλες μεγάλες πόλεις της Βόρειας Ελλάδος. 

Μετσοβίτες Ευεργέτες


Με δωρεές τους κτίσθηκαν σπουδαία κοινωφελή έργα

Του Δημήτρη Ζ. Σοφιανού
Διευθυντού του Κέντρου Ερεύνης του Μεσαιωνικού και 
νέου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών

~ Φωτο: Ο Γεώργιος Αβέρωφ. Προσωπογραφία (1888) του Παύλου Προσαλέντη του νεώτερου. (Πινακοθήκη Ε. Αβέρωφ - Μέτσοβο).

Το Μέτσοβο, με την ιδιαίτερη άνθηση του εμπορίου και τα τεράστια οικονομικά κέρδη και πλούτη που απέκτησαν Μετσοβίτες μεγαλοεπιχειρηματίες στο εξωτερικό, υπήρξε κατ' εξοχήν η γενέτειρα πολλών και σπουδαίων εθνικών ευεργετών, που με τις μεγάλες δωρεές τους εκόσμησαν την πρωτεύουσα του τότε ελληνικού κράτους, την Αθήνα της Οθωμανικής περιόδου, με ευαγή και κοινωφελή ιδρύματα, εκπαιδευτήρια και αξιόλογα αρχιτεκτονικά οικοδομήματα.

Περιοριζόμαστε εδώ σε τρία μόνο γνωστά ονόματα εθνικών ευεργετών.

~ Φωτο: Το ζεύγος Μιχαήλ και Ελένης Τοσίτσα. Διέθεσαν την τεράστια περιουσία τους για κοινωφελείς σκοπούς, μεταξύ των οποίων το Πανεπιστήμιο Αθηνών, το Οφθαλμιατρείο, το Αμαλίειο Ορφανοτροφείο.

Μιχαήλ Τοσίτσας (Μέτσοβο, 1787 - Αθήνα, 1856). Γιός του Αναστασίου Τοσίτσα, γουναρά στη Θεσσαλονίκη, ειδικεύτηκε κι αυτός στην ίδια τέχνη. Αργότερα, με συνεργάτες τους τρεις νεώτερους αδερφούς του, επεξέτεινε τις εμπορικές του δραστηριότητες στην Αίγυπτο, στη Μάλτα και στο Λιβόρνο. Όμως, από το 1820 κέντρο των επιχειρήσεων του έγινε η Αλεξάνδρεια, με τον ηγεμόνα της οποίας Μωχάμετ Αλί συνδέθηκε στενά. Ο Μ. Τοσίτσας, με το κύρος που διέθετε, προστάτευσε πολλές φορές αποτελεσματικά την ελληνική ομογένεια της Αιγύπτου έναντι των μουσουλμανικών διώξεων. Το 1854, στα τέλη της ζωής του, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα.

Διέθεσε την τεράστια περιουσία του για κοινωφελείς σκοπούς στην Αλεξάνδρεια, στο Μέτσοβο και στην Αθήνα. Με τη διαθήκη του κληροδότησε σεβαστά ποσά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, στο Οφθαλμιατρείο, στο Αμαλίειο Ορφανοτροφείο και ιδιαίτερα στο Πολυτεχνείο. 

Οικογένειες Ελλήνων στον Νομό Csongrád κατά το 18ο & 19ο αι.: 2. Έλληνες έμποροι στο Szeged - Dr. Diószegi György Antal


Οικία Zsótér
~ Διαβάστε: 

Για τους Έλληνες εμπόρους του Szeged τα πρώτα στοιχεία προέρχονται από τον 18ο αιώνα. Η ελληνικής καταγωγής οικογένεια Zsótér ήταν γνωστή στο Szeged ακόμα και τον 20ο αιώνα. Το οικογενειακό τους δέντρο ανατρέχει πίσω στο 1720. Σύμφωνα με την οικογενειακή παράδοση πρόγονός τους ήταν ένας Έλληνας με το όνομα Σωτήριος (όπως και σήμερα συναντάμε συχνά το όνομα στους Έλληνες της Ουγγαρίας). Οι άκρες του οικογενειακής ιστορίας οδηγούν στο Mindszent ή στο Gyöngyös, όπου οι πρόγονοι ήταν έμποροι βοοειδών. 

Οι Έλληνες χριστιανοί ορθόδοξοι του Szeged ήδη από τα μέσα του 18ου αιώνα αποκόπηκαν από τους υπόλοιπους ορθόδοξους και είχαν δικό τους ιερέα. Από δωρεά ενός πλούσιου Έλληνα εμπόρου με το όνομα Aradi έχτισαν ναό αφιερωμένο στους αρχαγγέλους Μιχαήλ και Γαβριήλ στο νότιο άκρο της οδού Kálmány του Szeged. Εκεί „γινόταν η λειτουργία σύμφωνα με το ελληνικό τελετουργικό”. Είχαν και κοιμητήριο γύρω από το ναό ο οποίος όμως καταστράφηκε το 1831 σε μια μεγάλη πυρκαγιά. 

Ένας άλλος ναός των Ελλήνων που βρισκόταν στη σημερινή οδό Juhász Gyula καταστράφηκε από την πλημμύρα του 1879. Στην σέρβικη ορθόδοξη εκκλησία του Szeged βρίσκονται και μερικές ελληνικές εικόνες. Οι Έλληνες έμποροι από κάθε μακρινό ταξίδι τους έφερναν ως δώρο στην ουγγρική τους ενορία εικόνες αξίας, λατρευτικά αντικείμενα και βιβλία. 

Οι ορθόδοξοι έμποροι (κατά το μικρότερο μέρος τους Έλληνες, κατά το μεγαλύτερο Σέρβοι) εγκαταστάθηκαν στο κάτω μέρος της οδού Maros, γειτονιά η οποία ονομαζόταν ακόμα και στη δεκαετία του 1830 ως „rácz piacz (σέρβικη αγορά)”. 

Οι ελληνικές οικογένειες όπως οι Haris, Lippay και Monaszterly εγκαταστάθηκαν στην περιοχή κοντά στις οδούς Maros και Kálmány κατά το 18ο αιώνα. Το 1836 στο Szeged ο βαρώνος Σίνας και ο Monaszterly Illés αγόρασαν από τα βασιλικά κτήματα πολλούς τόνους καπνού. 

Ένας Έλληνας έμπορος του Szeged κοντά στην Rácpiac με το όνομα Haris (αλλιώς Manódli) εμπορεύονταν μεταξύ άλλων και ίσκα. Και η ίσκα που είχε αποθηκευμένη στη σοφίτα του σπιτιού του δεν πήρε φωτιά ούτε και όταν καιγόταν το σπίτι. Από εκεί προέρχεται και η τοπική έκφραση: „άκαυστο, σαν την ίσκα του Manódli”. 

Οικογένειες Ελλήνων στον Νομό Csongrád κατά το 18ο & 19ο αι.: 1. Ιστορικές αναδρομές στις σχέσεις Ούγγρων και Ελλήνων - Dr. Diószegi György Antal


Η Αγία Ειρήνη
Η ουγγρική και η ελληνική ιστορία συνδέονται και συμπλέκονται από τις αρχές σε πολλά σημεία. Πρόκειται μάλιστα για μία παράδοση η οποία ξεκίνησε πάνω από μία χιλιετία πριν. Οι σχέσεις Ούνων και Ελλήνων από τον 5ο αιώνα εμφανίζουν αρκετό ενδιαφέρον: Ο φημισμένος βασιλόπαις Csaba ήταν γιος του Ούνου βασιλιά Αττίλα και της βυζαντινής πριγκήπισσας Ονορίας. Κατά τον 8ο αιώνα σημαντική ήταν η επίδραση της βυζαντινής εκκλησίας στις εθνότητες της περιοχής. Λόγω αυτής προέκυψε και η ίδρυση της αλανικής εκκλησίας. 

Είναι γνωστό ότι το 861 ο Έλληνας εκπρόσωπος της βυζαντινής εκκλησιαστικής παράδοσης μοναχός Κωνσταντίνος (Κύριλλος) συνάντησε τους Ούγγρους στην περιοχή της Κριμαίας. Αυτή η σχέση με τους βυζαντινούς ιεραπόστολους δεν διακόπηκε, γεγονός που επιβεβαιώνεται από το ότι γύρω στο 882, κοντά στο Δούναβη, ο Ούγγρος βασιλιάς κάλεσε και πρόσφερε δώρα στον μοναχό Μεθόδιο. Ισχυρή επίδραση στους Ούγγρους είχαν οι βυζαντινής στήριξης εκκλησίες του Καυκάσου και της Μαιώτιδας (Αζοφικής θάλασσας). 

Ο Bulcsú και ο Tormás (εγγονός του Árpád) βαπτίστηκαν στην Κωνσταντινούπολη. Σχετικά με την βάπτιση του Bulcsú, του φημισμένου σε όλη την Ευρώπη Oύγγρου πολέμαρχου, ο βυζαντινός Ιωάννης Σκυλίτζης γράφει στο Χρονικό του: 
βαπτισθεὶς ὑπὸ τοῦ βασιλέως ἀναδέχεται Κωνσταντίνου, τῇ τῶν πατρικίων ἀξίᾳ τιμηθεὶς καὶ πλείστων χρημάτων ὑπάρξας κύριος, εἶτ’ αὖθις οἴκαδε ὑποστρέψας. μετ’ οὐ πολὺ δὲ καὶ Γυλᾶς, ἄρχων ὢν καὶ αὐτὸς τῶν Τούρκων, εἴσεισιν εἰς τὴν βασιλίδα καὶ βαπτίζεται, τῶν ἴσων ἀξιωθεὶς καὶ αὐτὸς εὐεργεσιῶν καὶ τιμῶν. ἀνελάβετο δὲ μεθ’ ἑαυτοῦ καί τινα μοναχὸν Ἱερόθεον τοὔνομα, δόξαν εὐλαβείας ἔχοντα, ἐπίσκοπον Τουρκίας παρὰ τοῦ Θεοφυλάκτου χειροτονηθέντα (ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ήταν ο ανάδοχός του και αφού έγινε αποδέκτης τιμών πατρικίου, επέστρεψε στην πατρίδα του με πολλά χρήματα. Όχι πολύ αργότερα και ο Gyula, που επίσης ήταν άρχοντας των Ούγγρων, ήρθε στην Βασιλεύουσα, βαπτίστηκε και ετιμήθηκε με τις ίδιες τιμές και δωρεές. Αυτός πήρε μαζί του και τον ξακουστό για την αξιοσύνη του μοναχό Ιερόθεο τον οποίο ο πατριάρχης Θεοφίλακτος έχρισε επίσκοπο της Ουγγαρίας)”. 
Ως συνέπεια των ανωτέρω λειτουργούσε ο Έλληνας επίσκοπος Ιερόθεος στην αυλή των gyula της Τρανσυλβανίας κατά το 950, ο οποίος είχε την απόλυτη εξουσιοδότηση του πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης. 

Ως επέκταση αυτών των ελληνο-ουγγρικών σχέσεων ταξίδευσαν από την Τρανσυλβανία στο Κίεβο τα αδέλφια Magyar Mózes (Μωυσής, περίπου 990/995- 1043), Magyar György (Γεώργιος, ;-1015) és Magyar Efrém (Εφραίμ). Η ορθόδοξη εκκλησία τιμά και τους τρεις ως αγίους. Αρκετοί ναοί με βυζαντινούς προστάτες αγίους χτίστηκαν την περίοδο εκείνη στο τρίγωνο των ποταμών Maros και Tisza. Οι προηγούμενοι των ναών της Αγίας Σοφίας στο Titel και εκείνου του Αγίου Δημητρίου στο Szeged είναι τα καλύτερα παραδείγματα. 

Δημήτριος και Αχιλλέας Ποστολάκας


Αχιλλεύς Ποστολάκας
Προσωπογραφία 1847
Ζωγράφος Αριστείδης Οικονόμου
Η συμμετοχή των Βλάχων στη Φιλική Εταιρεία είναι μοναδική. Αντιπροσωπευτική μορφή του βιεννέζικου πυρήνα της υπήρξε ο Δημήτριος Ποστολάκας, πατέρας του Αχιλλέα Ποστολάκα, ιδρυτή του Νομισματικού Μουσείου της Αθήνας, ο οποίος φαίνεται να διαδραματίζει ιδιαίτερα ενεργό ρόλο. Οι περισσότεροι απ' αυτούς ήταν κοινωνοί των οραμάτων και ιδεών του Ρήγα Βελεστινλή και συνδράμουν ποικιλότροπα στην προσπάθειά του.[1]

Ο Δημήτριος Ποστολάκας γεννήθηκε στο Μέτσοβο. Από τους ιδρυτές και πρώτος ευεργέτης της Εθνικής Βιβλιοθήκης.[2]
Ο υιός του Αχιλλεύς Ποστολάκας ήταν αρχαιολόγος και νομισματολόγος. Γεννήθηκε στις 18 Σεπτεμβρίου 1821 στη Βιέννη όπου και ολοκλήρωσε τις σπουδές του. Ήρθε στην Ελλάδα και διετέλεσε διευθυντής του Νομισματικού Μουσείου από το 1856 ως το 1887. Πρόσφερε πολλά στον πλουτισμό και την επιστημονική ταξινόμηση των συλλογών του, τις οποίες περιέγραψε σε πολλές δημοσιευμένες μελέτες. Συνεργάστηκε στην έκδοση του Συντάγματος των Αττικών επιτύμβιων αναγλύφων και του Συντάγματος των Αττικών επιγραφών της Πρωσικής Ακαδημίας. Απεβίωσε το 1897 στην Αθήνα.[3]

Πηγές:
[1] Βασιλείου & Ανδρέα Σταματόπουλου, ''Οι Μακεδονόβλαχοι (17ος-19ος αι.). Έλληνες Βλάχοι στην Κεντροανατολική Ευρώπη. Η αποκατάσταση της αλήθειας'', Βουδαπέστη 2015, σελ. 35, βλ. εδώ.


Τα αρχαία νομίσματα της Λευκάδος

Περιγραφή του Αχιλλέα Ποστολάκα των νομισμάτων της συλλογής του Παύλου Λάμπρου – Αρχαία ονόματα Λευκαδίων αρχόντων

Έγραφε στον πρόλογο του βιβλίου του «Κατάλογος των αρχαίων νομισμάτων των νησιών Κέρκυρας, Λευκάδος, Ιθάκης Κεφαλληνίας, Ζακύνθου και Κυθήρων» (Εθνικό Τυπογραφείο, Αθήνησι, 1868) ο Αχιλλεύς Ποστολάκας για τη συλλογή του Παύλου Λάμπρου, η οποία δωρήθηκε από τον Αλεξάνδρο Μουρούζη στο «Εθνικό της Ελλάδος Πανεπιστήμιο»:
«… Δικαίως δύναται να λογισθή σήμερον, ως προς τα νομίσματα των Ιονίων Νήσων, η πλουσιωτέρα πασών των εν τη εσπερία Ευρώπη». Σε σχέση δε με το νησί μας ότι: «Μετά της συλλογής δε ταύτης ηνώθησαν και πάσαι εν Επτανήσω υπό άλλων φιλαρχαίων συστηθείσαι πρότερον συλλογαί, οία αι εκ Λευκαδίων νομισμάτων του Δημητρίου Περιτσοπούλου, του Νικολάου Ζαμπελίου, του Σπυρίδωνος Ζαμπελίου και τουΆγγλου Roberts.»

Τα νομίσματα της συλλογής είναι αργυρά ή χάλκινα και περιγράφονται λεπτομερέστατα σε 36 (55-89) συνολικά σελίδες του βιβλίου. 

Τετάρτη, 17 Φεβρουαρίου 2016

Οι ηρωικοί δάσκαλοι στα ''κρυφά σχολειά'' της Πελαγονίας


Μοναστήρι 1914
Ο Πελαγονίτικος ελληνισμός λοιπόν συνέχισε να καλλιεργεί, παρά τη ρητή απαγόρευση και την αρνητική στάση των Σέρβων, κρυφά και κατ' οίκον τη διδασκαλία της ελληνικής Γλώσσας και της ελληνικής Ιστορίας κυρίως, αλλά και γενικότερα να παραμένει ''κοινωνός της Ελληνικής Παιδείας'', με κάθε μέσο και κάθε τίμημα. Αυτό το ''κρυφό σχολειό'' λειτούργησε σε όλα τα κέντρα της Βόρειας Μακεδονίας όπου υπήρχαν ελληνικοί πληθυσμοί. 

Για παράδειγμα, στο Μοναστήρι οι ελληνίδες δασκάλες Θάλεια Γκίκα και Ολυμπιάδα Μέξη παρείχαν στα σπίτια τους μαθήματα ελληνικών σε Ελληνοπαίδες[286].
Επίσης, η Φανή Σίρμου, η οποία μάλιστα κατά τη διάρκεια του πρώτου Παγκοσμίου πολέμου είχε οδηγηθεί μαζί με πολλούς άλλους συμπατριώτες της όμηρος στη Βουλγαρία, μετά το 1918, επιστρέφοντας στον τόπο καταγωγής της, το Κρούσοβο, μέχρι και τον θάνατο της, κατά τη διάρκεια της γερμανοβουλγαρικής κατοχής στο δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, συνέχισε, παρά τους διωγμούς και τις απειλές των Σέρβων, να διαπαιδαγωγεί τα ελληνόπουλα του μεγάλου και ιστορικού αυτού βλαχόφωνου κέντρου της Βόρειας Μακεδονίας[287]. 
Εκεί όμως όπου πρέπει να γίνει ιδιαίτερη αναφορά είναι το χωριό Γκόπεσι, το οποίο οι σλαβικές πηγές αποκαλούν ''κέντρο της ελληνικής προπαγάνδας''. Εκεί λοιπόν οι σερβικές αρχές έσυραν δια της βίας τον ''Μακεδόνα Βλαχογραικομάνο'' Ναούμ Πέιο στα κρατητήρια και τον απείλησαν με τη ζωή του προκειμένου να σταματήσει να διδάσκει ελληνικά και να υπηρετεί τον ''ελληνικό αστικό μεγαλοϊδεατισμό'' για να καταστεί όργανο της σερβικής προπαγάνδας[288]. Έφτασαν μάλιστα στο σημείο να προχωρήσουν και σε δολοφονίες, όπως τον διευθυντή του αρρεναγωγείου στην περιοχή Σάντη, επειδή δεν συμμορφώθηκε με τις αρχές του Βελιγραδίου[289] καθώς και του δασκάλου του χωριού Τσάκα Γεωργίου. Ο Τσάκας, αν και βρέθηκε κι αυτός αντιμέτωπος τελικά με τους Σέρβους, εξακολούθησε απτόητος να προπαγανδίζει υπέρ των ελληνικών θέσεων με την παροχή από μέρους του ελληνικής παιδείας, καταβάλλοντας ως τίμημα την ίδια του τη ζωή[290].

Τρίτη, 16 Φεβρουαρίου 2016

Γέφυρα, πόλη, πολιτεία - LÁSZLÓ CSORBA


Στο ρομαντικό βιεννέζικο δάσος, σε μια μαγευτική κοιλάδα δυτικά της αυτοκρατορικής πρωτεύουσας βρίσκεται η πολίχνη Rappoltenkirchen. Στο κέντρο της, πίσω από τον Ναό του Αγ. Γεωργίου υψώνεται πελώρια η πύλη του πάρκου που περιβάλλει τον πύργο. Μπαίνοντας μέσα ακούμε θόρυβο από μηχανήματα: στο πλάτωμα κάτω από τη λοφοπλαγιά, στο όχι ιδιαίτερα μεγάλο τετράγωνο κτίριο με τις καλοζυγισμένες αναλογίες που επικοινωνεί από ένα διάδρομο με τον κομψό πύργο, γίνονται εργασίες ανακαίνισης, με τους εργάτες να μπαινοβγαίνουν από πόρτες και παράθυρα. Η περίτεχνη κατασκευή της σκάλας, τα τεχνουργήματα από χυτοσίδηρο που φαντάζουν υπέροχα και κάτω από τους ρύπους, τα υπολείμματα του γύψινου διάκοσμου και τα ίχνη τοιχογραφιών παραπέμπουν σε αλλοτινά μεγαλεία. Ο εργολάβος, στα πρώτα πενήντα του, που κάνει την ανακαίνιση για λογαριασμό μιας εταιρίας ανάπτυξης ακινήτων, διαχειρίζεται την κληρονομιά μεγάλων προδρόμων. Στα χρόνια του μπαρόκ ο πολύς Jakob Prandtauer – ο καλλιτέχνης του αββαείου του Melk – επιμελήθηκε τη διαμόρφωση του παλαιού μεγάρου, ενώ στη δεκαετία 1870 ο μάγος του ρυθμού της βιεννέζικης Ringstrasse Θεόφιλος Hansen του έδωσε τη σημερινή νεοαναγεννησιακή μορφή. Μετά τον πόλεμο χρησιμοποιήθηκε για πολλά χρόνια από τους Σοβιετικούς, εξηγεί ο εργολάβος, εδώ στεγάστηκε ένα από τα επιτελεία των στρατευμάτων κατοχής. Αλλά οι Σοβιετικοί έφυγαν, το κτίριο έμεινε άδειο και η κωμόπολη δεν ήξερε τι να το κάνει. Τώρα θα το πουλήσουν, μόλις τελειώσουν τα έργα. Όσο για τον τελευταίο ιδιοκτήτη του αρχοντικού, από τους ντόπιους κατοίκους και εργάτες κανένας δεν ξέρει ποιος ήταν. «Να ανεβείτε πάνω στο παρεκκλήσι» – δείχνει ψηλά ο άντρας – «Εκεί στους τάφους θα βρείτε ονόματα.»

Ο χωματόδρομος ανηφορίζει όλο στροφές μέσα από το νεαρό υψηλό δάσος και στο ξέφωτο της κορυφής ένα μικρό ορθόδοξο ναΐδριο χωρίς κωδωνοστάσιο περιμένει τους επισκέπτες. Το εσωτερικό του είναι νεκρικό παρεκκλήσι, αν κλείσουν τα παραπετάσματα που υποκαθιστούν το τέμπλο, μπορεί να γίνει εκεί μέσα θεία λειτουργία. Απέξω τάφοι με σταυρούς ακουμπούν στον τοίχο, στην προμετωπίδα τους φέρουν καλλιγραφημένες ελληνικές επιγραφές. Περίεργο να αντικρύζει κανείς εδώ το πριγκιπικό όνομα των Υψηλάντηδων και εξίσου περίεργο είναι και το πεπρωμένο, τις επιταγές του οποίου ακολούθησαν οι Φαναριώτες υπήκοοι του σουλτάνου για να αναδειχθούν σε ήρωες του ελληνικού Αγώνα στα μακρινά Βαλκάνια και να κοιμούνται κατόπιν τον αιώνιο ύπνο σ’ αυτή τη γαλήνια και άγνωστη γωνιά του γοητευτικού βιεννέζικου δάσους. 

ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ: Ελληνισμός μέσα στο χρόνο


Πύρρος, ο Βασιλιάς της Ηπείρου
"Αρχέγονος Ελλάς Ήπειρος" έτσι χαρακτηρίζει την περιοχή αυτή του Ελληνισμού ο Κλαύδιος Πτολεμαίος (2ος αι. μ.Χ.) ενώ ο Αριστοτέλης (4ος αι. π.Χ.) την αποκαλεί "Ελλάδα την αρχαίαν". 
Η Ήπειρος είχε το όνομά της πάντοτε συνδεδεμένο με τη μοίρα του Ελληνισμού 3000 χρόνια αδιαμφισβήτητης και συνεχούς ελληνικότητας δηλώνουν τα κατάστικτα με αρχαιολογικούς τόπους και μνημεία εδάφη της. Στην "άπειρον γη" ("άπειρος" = απέραντι είναι η "Ήπειρος" στα δωρικά) έζησε και μεγαλούργησε ο Ελληνισμός στο διάβα της Ιστορίας, αλλά και σήμερα εκεί ζει, αγωνίζεται και αντιστέκεται... 

Όταν οι ιστορικοί αναφέρονται στην «ΉΠΕΙΡΟ» δεν εννοούν μονό τους τέσσερις νομούς της Β.Δ. Ελλάδας, αλλά και τη ΒΟΡΕΙΟ ΗΠΕΙΡΟ το τμήμα αυτό της ενιαίας Ηπείρου που λόγω πολιτικών σκοπιμοτήτων βρίσκεται υπό Αλβανική κυριαρχία. Για τον Προκόπιο (6ος αι. μ.Χ.) η Ήπειρος φτάνει ως την Επίδαμνο (Δυρράχιο) «Έλληνες εισίν, Ηπειρώται καλούμενοι, άχρις Επιδάμνου πόλεως, ήπερ επιθαλασσία οικείται». Εκεί, στην Επίδαμνο, τοποθετεί και ο Θουκυδίδης (5ος αι. π.Χ.) τα όρια των Ηπειρωτικών φύλων. Ο Διονύσιος ο Περιηγητής (1ος αι. π.Χ.) τα προσδιορίζει βορειότερα της Αυλώνας. Το αρχαίο ρητό «Ωρκίην υπέρ αίαν ερείδεται Ελλάδος αρχή» θέλει την Ελλάδα να αρχίζει από τη γη του Ωρικού. Τέλος ο Στράβων (1ος αι. μ.Χ.) θεωρεί ως όριο Ηπειρωτών και Ιλλυριών το Γενούσο ποταμό και τη γειτονική Εγνατία Οδό, πού ξεκινούσε από το Δυρράχιο και έφτανε στο Βυζάντιο. Αποικία των Κορίνθιων και Κερκυραίων ήταν η Επίδαμνος (Δυρράχιο). Ηπειρώτες συμμετέχουν στους Ολυμπιακούς Αγώνες, ενώ οι κάτοικοι της Επιδάμνου εμπλέκονται ως Σύμμαχοι των Κερκυραίων και Αθηναίων στον Πελοποννησιακό Πόλεμο. Η ενότητα του Ηπειρωτικού χώρου (Βορείου και Νοτίου) με τα λοιπά Ελλαδικά είναι έκδηλη και αδιαμφισβήτητη σε ολόκληρη την αρχαιότητα.

Πρώτοι κάτοικοι της Ηπείρου θεωρούνται οι Πελασγοί. Αργότερα εμφανίζονται οι Ίωνες και στη συνέχεια τα δωρικά φύλα που επικρατούν. Κατά το Θεόπομπο (4ος αι. π.Χ.) τα ηπειρωτικά φύλα ήσαν 14 ενώ κατά το Στράβωνα 11, και όλα ελληνικά. 
Θρησκευτικό κέντρο όλων των Ηπειρωτών ήταν το Μαντείο της Δωδώνης προς τιμή του Δία. Στο Δωδωναίο Δία θυσιάζει ο Έλληνας ήρωας Αχιλλέας. Του Δωδωναίου Δία αγάλματα βρέθηκαν σε ολόκληρη τη Β. Ήπειρο. Διαδεδομένη επίσης ήταν η λατρεία του Απόλλωνα, της Αφροδίτης, της Άρτεμης, της Αθηνάς, του Ποσειδώνα, του Διονύσου, του Ασκληπιού, θεοτήτων πού λάτρευε και ο υπόλοιπος Ελληνισμός.

Οι ιστορικές πηγές και η αρχαιολογική σκαπάνη μαρτυρούν την παρουσία ζωντανού Ελληνισμού στο Βουθρωτό (πλησίον Αγ. Σαράντα), Αντιγόνεια (Τεπελένι), Επίδαμνο (Δυρράχιο), Αντιπάτρεια (Μπεράτι), Απολλωνία (Πογιάνι-Φίερι), Βύλλιδα, Αστάκη, Αμαντία (Πλιόσα), Χίμαιρα (Χειμάρρα), Πάνορμο, Φοινίκη, Ογχησμό (Αγ. Σαράντα), Αδριανούπολι - Δρυϊνούπολι, Νυμφαίο, Ωρικό σε ολόκληρο δηλ. το Βορειοηπειρωτικό χώρο. 
Η ενότητα της πολιτιστικής κληρονομιάς της Β. Ηπείρου με τη λοιπή Ελλάδα αποδεικνύεται περίτρανα και με την αρχαιολογική σκαπάνη: 
Στην Απολλωνία, αποικία Κερκυραίων και Κορινθίων, έχουν βρεθεί ναοί Απόλλωνα και Άρτεμης ή Ποσειδώνα, ελληνικό θέατρο, Νυμφαίο, αττικά αγγεία και ταφικά ανάγλυφα με σκηνές από την ελληνική μυθολογία, αγάλματα Δωδωναίου Δία, Λυκείου Απόλλωνα, Αθηνάς Παρθένου, Δήμητρας, Ερμή, Απόλλωνα, του Άτλαντα να κρατά στους ώμους του τον Ουρανό, προτομή του Δημοσθένη, νεκρόπολη με πλούσια ευρήματα κ.λπ. 

Δευτέρα, 15 Φεβρουαρίου 2016

Τα εμβλήματα και οι εμπορικές σφραγίδες (17ου - 19ου αι.) των Ελλήνων της Ουγγαρίας


Πρόκειται για τα εμβλήματα που είχαν οι Έλληνες έξω από τα καταστήματα τους. Ο διπλός σταυρός έδειχνε την ορθόδοξη θρησκεία, ο αριθμός 4 το κέρδος 4%, η άγκυρα σήμαινε ότι τα εμπορεύματα μεταφέρθηκαν με πλοίο:


Σφραγίδες που βρέθηκαν στην αλληλογραφία της Ελληνικής Ορθόδοξης Κοινότητας Βουδαπέστης:

Σάββατο, 13 Φεβρουαρίου 2016

Βλάχικες οικογένειες από την περιοχή της Βέροιας


Σωσσίδειο Γηροκομείο Βέροιας
Οι βλάχικες οικογένειες που ξεχώριζαν στη Βέροια δεν είναι λίγες. Ο χώρος, όμως, που χρησιμοποιούμε μας επιβάλει τον περιορισμό. Γι' αυτό θα αναφερθούμε σε μερικές μόνο από αυτές. Η Βέροια, με παλιά Ελληνόφωνη αστική τάξη, δεν εμπόδισε την ανάδειξη βλάχικων οικογενειών σε κοινωνικά και οικονομικά στελέχη πρώτου μεγέθους:

Σωσσίδης: Τα αδέρφια Σωσσίδη ξεκίνησαν από το Νυμφαίο της Φλώρινας. Φτωχά στην αρχή, προκόβουν αργότερα και γίνονται μεγαλέμποροι και εργοστασιάρχες. Στο Αμβούργο ιδρύουν εργοστάσιο καπνού, ενώ στην Αίγυπτο και την Ελλάδα έχουν το μονοπώλιο του. Τα αδέρφια Θανάσης και Δημήτρης, ιδρύουν εργοστάσιο νημάτων και ηλεκτροπαραγωγής στη Βέροια. Ο Δημήτρης έχτισε τις εκκλησίες της Αγίας Τριάδος και Αγίου Αθανασίου και παραχώρησε τη βίλα του στο ''Σωσσίδειο Γηροκομείο'' της Βέροιας.

Βελτσίδης: Η αρχοντική αυτή οικογένεια κατάγεται από τη Μοσχόπολη. Ο προπάππος τους εγκαταστάθηκε στη Βέροια το 1769. Εδώ χρημάτισε μουχτάρης (πρόεδρος) Βεροίας και Ναούσης, ενώ ο αδερφός του έγινε γραμματέας του Χεδίφη της Αιγύπτου.

Τραμαντζάς: Στα παλιά χρόνια η οικογένεια αυτή των Νεβεσκιωτών (από Νυμφαίο) είχε εμπορικά καταστήματα στην Αίγυπτο, την Πόλη, την Κωστάντζα και τη Δράμα. Στη Βέροια, οι αδερφοί Τραμαντζά έζησαν για πολλά χρόνια, όπου και ανόρθωσαν την οικονομική τους κατάσταση. Σήμερα συνεχίζουν την εμποροβιοτεχνική παράδοση της οικογένειάς τους στη Θεσσαλονίκη.

Χατζηγώγος: Η προέλευση της οικογένειας αυτής είναι από την Αβδέλλα της Πίνδου. Μεγαλοτσέλιγκας ο Χατζηγώγος, είχε γύρω στις 40 οικογένειες στη δούλεψη του. Το ανήσυχο πνεύμα του Αποστόλη Χατζηγώγου συνέλαβε νωρίτερα από τους αρμόδιους της Αθήνας τα τεκταινόμενα στο Βαλκανικό χώρο. Γι' αυτό στην κατάλληλη στιγμή ενθάρρυνε το γαμπρό του Παύλο Μπαντραλέξη να πρωταγωνιστήσει το 1878 στην Επανάσταση του Κίτρους. Ο ίδιος μετά την ατυχή έκβαση της πήγε με επιτροπή βλάχων και συνάντησε τον Καγκελάριο της Γερμανίας Όττο Βίσμαρκ και του εξέθεσαν την κατάσταση που επικρατούσε στη Μακεδονία και του ξεκαθάρισε ότι οι πληθυσμοί δεν επιθυμούσαν την προσάρτησή της στη Βουλγαρία. Έτσι ο Βίσμαρκ, χρησιμοποιώντας ως επιχείρημα στη διάσκεψη του Βερολίνου την επανάσταση εκείνη, απέτρεψε την εφαρμογή της συνθήκης του Αγίου Στεφάνου σε βάρος της Μακεδονίας. Η μετέπειτα όμως στάση του ανθρώπου αυτού δεν ήταν παρά το αποτέλεσμα της βαθιάς πίκρας που δοκίμασε αυτός και οι άλλοι βλάχοι από το τότε ελληνόφωνο κατεστημένο της πόλης μας, την ώρα που οι σάλπιγγες της ιστορίας ηχούσαν το συναγερμό της εθνικής συσπείρωσης.

Ο λαϊκός πολιτισμός των Βλάχων και η προσήλωση στην Ορθοδοξία


Ο βλάχικης καταγωγής Πατριάρχης
Αλεξανδρείας Ιερόθεος Α'
Ο λαϊκός πολιτισμός των Βλάχων είναι έντονα διαποτισμένος από τα ανόθευτα στοιχεία της γνήσιας ορθοδόξου παραδόσεως και ζωής. Τα αγνά ήθη και έθιμα τους[24], που καλύπτουν τον ετήσιο γιορταστικό κύκλο, οι παραδοσιακοί γάμοι[25], τα υπέροχα τραγούδια στην ελληνική γλώσσα και στο βλάχικο ιδίωμα[26], οι επικήδειες και επιμνημόσυνες τελετές με το έντονο τελετουργικό-παραδοσιακό χρώμα, όλα έχουν ως άξονα τον ορθόδοξο ναό και τη γνήσια χριστοκεντρική παράδοση του Γένους.

Σε όλες τις πόλεις και τα χωριά, όπου υπάρχουν συμπαγείς βλάχικοι πληθυσμοί, συναντούμε μεγάλο αριθμό Μονών, Ναών και Εξωκλησίων, που είναι στολισμένα με ότι πολυτιμότερο έχει η αργυροχοϊα, η ξυλογλυπτική και η αγιογραφία. Τα περισσότερα αφιερώματα προέρχονται από τους Μεγάλους Βλάχους Εθνικούς Ευεργέτες που διέπρεψαν οικονομικά στην αλλοδαπή[27].

Βλάχοι [στην πλειονότητα τους] όσοι ανήγειραν το 1537 την ορθόδοξη ελληνική εκκλησία στη Βενετία, το 1690 την ελληνική εκκλησία της Πέστης[28], όπου δημιούργησαν αργότερα και φιλόπτωχο ταμείο για τους μετανάστες που δυσκολεύονταν οικονομικά στο εξωτερικό.
Το 1789 Βλάχοι από το Συρράκο της Ηπείρου ανακαίνισαν την εκκλησία της Παναγίας των Αγγέλων στη Βαρλέτα (Barletta) της Ιταλίας.

Ιδιαίτερα πρέπει να εξάρουμε την ενασχόληση τους με τις Τέχνες[29] που σχετίζονται με την ορθόδοξο παράδοση και ειδικότερα με τη διακόσμηση των ναών.

Διονύσιος Πύρρος ο Θετταλός
Η διαχρονικά σταθερή προσήλωση των Βλάχων των Βαλκανίων στην Ορθόδοξο Εκκλησία εξηγεί το γεγονός ότι από αυτούς αναδείχθηκαν Νεομάρτυρες Άγιοι της Εκκλησίας μας, οι οποίοι στα δύσκολα χρόνια της Τουρκοκρατίας, με τη μαρτυρική θυσία της ζωής τους ανέκοψαν το κύμα του εξισλαμισμού και απέτρεψαν τον εκτουρκισμό. Αντιπροσωπευτικά αναφέρουμε τον εκ Μετσόβου Νεομάρτυρα Νικόλαο, τον εκ Σαμαρίνης Νεομάρτυρα Δημήτριο.

Από τους Διδασκάλους του Γένους, που αγωνίστηκαν για την πνευματική θωράκιση των ραγιάδων, αναφέρουμε τον εκ Μοσχοπόλεως ιερομόναχο Νεκτάριο Τέρπο, τον εκ Μετσόβου Νικόλαο Τζαρτζούλη, τον εκ Μοσχοπόλεως Θεόδωρο Καβαλλιώτη και τον εκ Καστανιάς Τρικάλων ιερομόναχο Διονύσιο Πύρρο τον Θετταλό.

Από τον ανώτερο κλήρο μνημονεύουμε τους εκ Κλεινοβού Τρικάλων Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως Ματθαίο Α', τον εκ Μοσχοπόλεως Αρχιεπίσκοπο Αχριδών Ιωάσαφ, τον από Σωζοαγαθουπόλεως και Δημητριάδος Μητροπολίτη Λαρίσης Δωρόθεο Σχολάριο, τους εκ Μετσόβου Μητροπολίτες Δρυϊνουπόλεως και Αργυροκάστρου Δοσίθεο και Κίτρους Παρθένιο, τον από Σταγών και Σηλυμβρίας Μητροπολίτη Φιλιππουπόλεως Παϊσιο, τους Μητροπολίτες Γρεβενών Νεόφυτο και Γαβριήλ και άλλους.

Παρασκευή, 12 Φεβρουαρίου 2016

Οικογένεια Νάκου


Κύριλλος Νάκου
Η οικογένεια Νάκου εγκαθίσταται στη Βιέννη κατά τον 18ο αιώνα και λίγο αργότερα στην Ουγγαρία το 1780. Ο Χριστόφορος και ο Κύριλλος Νάκου ήταν ήδη κάτοικοι της Βιέννης όταν στις αρχές του 1780 αγόρασαν τεράστια κτήματα στο νομό Torontal. Το 1784 τους παραχωρήθηκε από την Αυλή τίτλος και οικόσημο ευγενείας και το επίθετο Nagyszentmiklósi. Οι δύο αδελφοί διεξάγουν την εμπορική τους δραστηριότητα προς όφελος του θησαυροφυλακίου της Βιέννης στην Ιταλία, την Ρωσική Αυτοκρατορία, την Ολλανδία και στα Οθωμανικά εδάφη. Το 1791 η Αυλή, σε αναγνώριση της συμβολής τους στην ανάπτυξη του εμπορίου, τους απονέμει τον τίτλο του βαρόνου. 

Στο οικογενειακό κτήμα τους στο Nagyszentmiklós, ο υιός του Χριστοφόρου, ο Αλέξανδρος, λαμβάνει τον τίτλο του κόμη. Μεταξύ των πολλών και μεγάλων υπηρεσιών που προσέφεραν στην Ουγγαρία ήταν η ανάπτυξη της γεωργίας και η εισαγωγή και η καλλιέργεια του βαμβακιού στις απέραντες εκτάσεις, κυρίως στο Nagyszentmiklós. Στο Nagyszentmiklós ο γιός του Χριστόφορου, Αλέξανδρος, το 1814-24 ανέγειρε ναό και από ότι ξέρουμε πριν το 1848 το χωριό είχε ήδη ινστιτούτο πίστωσης και δικαστήριο. 
Το 1864 πραγματοποιείται ανέγερση πύργου από τον Kálmán Νάκος, ο οποίος ήταν σημαντικός συλλέκτης και φύλαγε εκεί τους πολλούς θησαυρούς του. 

Το Nagyszentmiklós, σαν κτήμα έγινε διάσημο όταν το 1799 ένας αγρότης του Χριστόφορου ανακάλυψε το αρχαιολογικό εύρημα που σήμερα με το όνομα «χρυσός θησαυρός του Nagyszentmiklós» φυλάγεται στη Βιέννη. 

Τον ίδιο χρόνο ο Χριστόφορος με πρωτόγνωρη πράξη στην εποχή του ίδρυσε το «Μικρό Αγροτικό Σχολείο», έναν εκπαιδευτικό θεσμό για τα παιδιά των φτωχών του δουλοπάροικων και υποστήριζε επίσης τους νέους ιδιοκτήτες μικρών αγροκτημάτων. 

Ο Νάκος Χριστόφορος, ο ηγέτης της οικογενείας, είναι ο πρώτος που έφερε την καλλιέργεια βαμβακιού στην Ουγγαρία. Όσον αφορά τον Χριστόφορο, ξέρουμε ότι το 1778 ήταν καπετάνιος και έμπορος, είχε αποκτήσει το δικαίωμα του πολίτη της Πέστης και νοίκιαζε αποθήκες. Το 1800 με την απόκτηση του δικαιώματος να λειτουργεί το πανδοχείο και καφενείο «Εφτά Ηγεμόνες» (σήμερα το κτίριο του Pesti Színház) ξεκίνησε μοναδική επιχείρηση. Στον οίκο του Νάκου (οδός Váci 9) στεγάζετο το μαγαζί «Selyembogár» όπου οι ταξιδιώτες μπορούσαν να αλλάξουν στο αγαπητό μέσο συγκοινωνίας της Εποχής των Μεταρρυθμίσεων, την άμαξα. Το πρακτορείο του János Eisler εξασφάλιζε εδώ τη γραμμή Pest-Szolnok-Arad.