Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2016

Η οικογένεια του Νικολάου Ματούση


~ Φωτο: Ο Ν. Ματούσης στο Βουκουρέστι όπου κατέφυγε για να διασωθεί προς το τέλος της Κατοχής.

Με την κατάληψη της Ελλάδας από τους Γερμανούς τον Απρίλιο του 1941 και με την εν συνεχεία εγκατάσταση των Ιταλικών στρατευμάτων στον ελληνικό χώρο, ο Αλκιβιάδης Διαμάντης βλάχικης καταγωγής πράκτορα της Ρουμανίας και της Ιταλίας βρήκε την ευκαιρία, το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου, επικουρούμενος από τον Νικόλαο Ματούση, εν ενεργεία δικηγόρο στη Λάρισα και μερικούς άλλους, και με τη συμπαράσταση των Ιταλών κατακτητών και ίδρυσε οργάνωση με την ονομασία Ρωμαϊκή Λεγεώνα[1]. Κύριος σκοπός της ήταν η δημιουργία βλάχικου αυτόνομου κράτους στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλίας, με την μορφή ενός ιταλικού προτεκτοράτου. Εκτός των άλλων η Ρωμαϊκή Λεγεώνα βοηθούσε τις Ιταλικές δυνάμεις στην ανακάλυψη και τη συλλογή των όπλων που είχαν διασπαρθεί μετά την παράδοση του Ελληνικού Στρατού. Οι εμπνευστές της πίστευαν, λανθασμένα όπως αποδείχθηκε, ότι η προσπάθειά τους αυτή θα στηρίζονταν ενεργά από το βλάχικο στοιχείο. Όμως η Ρωμαϊκή Λεγεώνα δεν είχε την απήχηση που περίμεναν και οι κινήσεις τους συνάντησαν αντίδραση και από την κατοχική κυβέρνηση Τσολάκογλου, αλλά και από τοπικούς παράγοντες στη Θεσσαλία. Η οργάνωση Φιλική Εταιρεία που είχε δημιουργήσει ο Ευάγγελος Αβέρωφ και ο Λαρισαίος γιατρός Νικόλαος Ράπτης, βλάχικης καταγωγής και οι δύο, αντέκρουε σθεναρά τη δράση της Λεγεώνας και δημοσίευε τακτικά κείμενα στον Τύπο εναντίον της. Για την δραστηριότητά τους αυτή, ο Αβέρωφ, ο Ράπτης και αρκετοί άλλοι φυλακίστηκαν από τις ιταλικές αρχές τον Απρίλιο του 1942 και στη συνέχεια μεταφέρθηκαν όμηροι σε στρατόπεδα συγκεντρώσεως στην Ιταλία. Το καλοκαίρι του 1942 ο Διαμάντης έφυγε από την Ελλάδα για τη Ρουμανία και τη θέση του στην οργάνωση πήρε ο Νικόλαος Ματούσης[2]. Στο σημερινό κείμενο θα επικεντρωθούμε περισσότερο στη λαρισινή οικογένεια του Νικολάου Ματούση, στηριζόμενοι στα κατάλοιπα του Γιώργου και της Λένας Γουργιώτη, τα οποία βρίσκονται στο Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο Λάρισας.

Ο Νικόλαος Ματούσης (περίπου 1898-1991) ήταν γνωστός και έγκριτος δικηγόρος της Λάρισας κατά την περίοδο του μεσοπολέμου, όπου ζούσε με την οικογένειά του. Σε συζήτηση που είχε η Λένα Γουργιώτη μαζί του το 1988, κατέγραψε το γενεαλογικό δένδρο της οικογένειας, όπως ακριβώς της το αφηγήθηκε ο ίδιος. Ο πιο μακρινός γνωστός πρόγονός του ήταν ο Γιάννης Βλαχογιάννης ο οποίος είχε γεννηθεί περί το 1745 στη Μοσχόπολη της Βορείου Ηπείρου, ένα από τα σημαντικότερα βλαχόφωνα κέντρα των Βαλκανίων την εποχή εκείνη. Κάποια στιγμή ήλθε στη Θεσσαλία και αγόρασε μεγάλες αγροτικές εκτάσεις σε μια περιοχή μεταξύ Τρικάλων και Ελασσόνος, στη θέση Παλιοσαμαρίνα. Έπειτα από την παρακμή της Μοσχόπολης λόγω της λεηλασίας από τους τουρκαλβανούς το 1769 και ιδίως μετά τις καταστροφές το 1788 από τα στρατεύματα του Αλή πασά, την εγκατέλειψαν και όλο το φαλκάρι[3] εγκαταστάθηκε στην περιοχή Ελασσόνος, στην τοποθεσία που είχε αγοράσει ο Γιάννης Βλαχογιάννης. Εκεί δημιουργήθηκε οικισμός, ο οποίος πήρε την ονομασία Βλαχογιάννη από το όνομα του γενάρχη της οικογένειας και εξελίχθηκε στη σημερινή ανθηρή πολίχνη. Ο γιος του Ζήσης και ο εγγονός του Ματθαίος συνέχισαν και αυγάτισαν την οικογενειακή γενιά. Μάλιστα από παραφθορά του ονόματος του τελευταίου, Ματθαίος – χαϊδευτικό Ματούσιος – Ματούσης άλλαξε και το επώνυμο της οικογένειας και ο γιος του Νικόλαος που γεννήθηκε γύρω στα 1835 έφερε πλέον το επώνυμο Ματούσης. Εγγονός του τελευταίου είναι ο συνονόματός του Νικόλαος Ματούσης, του οποίου την ιστορία της οικογένειας ξεδιπλώσουμε.

~ Φωτο: Η Ξένη Νικολάου Ματούση (1927-1985) φωτογραφίζεται το 1943 με τη σχολική της ποδιά. Είναι μόλις 16 ετών και η αθωότητα του βλέμματός με τίποτε δεν προδικάζει τη μοιραία πορεία μιας πολυτάλαντης προσωπικότητας.

Μητέρα του Νικ. Ματούση ήταν η Πολυξένη Χατζημάτη, μια μορφωμένη γυναίκα από αρχοντική οικογένεια του Μοναστηρίου (Μπιτώλια), της οποίας ο πατέρας ήταν γιατρός, δικηγόρος και διετέλεσε εφέτης στο τουρκικό Εφετείο του Μοναστηρίου. Τη δεκαετία του 1920 νυμφεύθηκε τη Σοφία Μπαλοδήμου και το 1927 απέκτησαν το μοναδικό τέκνο τους, την Ξένη. Το 1944 αναγκάσθηκε να ακολουθήσει τους Γερμανούς κατά την αποχώρησή τους από την Ελλάδα φοβούμενος, όπως εξομολογήθηκεστον Γιώργο Γουργιώτη τον Σεπτέμβριο του 1985, τις συνέπειες της δράσης του στην κατοχή. Κατέφυγε στη Ρουμανία, ενώ η γυναίκα του Σοφία και η κόρη τους Ξένη παρέμειναν στην Ελλάδα και μετακόμισαν στην Αθήνα, χωρίς να ασχοληθεί κανείς μ’ αυτές. Με μεγάλες στερήσεις η Ξένη σπούδασε γαλλικά και πήρε μαθήματα ζωγραφικής, όπου αναδείχθηκε το ταλέντο της στις εικαστικές τέχνες. Ακολουθώντας το καλλιτεχνικό της πεπρωμένο πήγε αρχικά στη Ρώμη και εν συνέχεια στο Βέλγιο για ανώτερες σπουδές, απ’ όπου επέστρεψε ολοκληρωμένη ζωγράφος.

Εν τω μεταξύ η Σοφία Ματούση από το 1955 επισκεπτόταν τακτικά τη Λάρισα για να συντηρήσει το σπίτι τους, που είχε υποστεί βλάβες από τον σεισμό. Είχε κτισθεί γύρω στα 1938 και διατηρείται μέχρι και σήμερα στην αρχή της οδού Μάρκου Μπότσαρη. Όμως οι κύριες προσπάθειές της απέβλεπαν στην επιστροφή του συζύγου της. Ο Θεμιστοκλής Τσάτσος που γνώριζε την Ξένη και λάτρευε τη ζωγραφική της δουλειά, κατάφερε το 1965 να χορηγηθεί στον Ματούση άδεια επιστροφής στην Ελλάδα, χωρίς ποινικές συνέπειες για τις παλιές του αντεθνικές δράσεις. Ήλθε στη Λάρισα, όμως οι κάτοικοί της δεν ξέχασαν ποτέ τη διαγωγή του, γι’ αυτό και καμιά πόρτα των παλιών φίλων του δεν άνοιξε ποτέ να τον δεχθεί. Στο δρόμο απέφευγαν να τον χαιρετήσουν και όλα τα χρόνια μέχρι τον θάνατό του τα έζησε στο περιθώριο της κοινωνίας της Λάρισας.

Περί το 1980 μητέρα και κόρη αποφάσισαν να επιστρέψουν στη Λάρισα και να ζήσουν μαζί του. Η Σοφία έπασχε από σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα, είχε κλειστεί στο σπίτι, δεν έβγαινε καθόλου έξω και το 1984 πέθανε. Από την άλλη, η Ξένη, μια όμορφη και χαρισματική φυσιογνωμία, απέφευγε την προβολή και τον θόρυβο γύρω από το όνομά της. Πολλοί φιλότεχνοι Λαρισαίοι οι οποίοι ήταν ενήμεροι της καλλιτεχνικής της αξίας, ενδιαφέρθηκαν να αγοράσουν έργα της, οι τιμές όμως που ζητούσε ήταν απαγορευτικές, με αποτέλεσμα οι πίνακές της να παραμένουν απούλητοι. Με τον θάνατο της μητέρας της απομονώθηκε. Τα οικονομικά του σπιτιού δεν ήταν καλά, καταδίκαζε την απόφαση του πατέρα της, ο οποίος τους ανάγκασε να ξαναγυρίσουν στη Λάρισα και πάνω σ’ όλα αυτά διαπίστωσε ότι έπασχε από καρκίνο του μαστού. Αδιαφόρησε για την υγεία της, υπέμενε μοιρολατρικά την πάθησή της και ζούσε σε έναν φανταστικό κόσμο που είχε πλάσει, ώσπου όταν έφθασε στα τελευταία της την μετέφεραν στο Θεαγένειο Νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης σε άθλια κατάσταση. Πέθανε στις 28 Σεπτεμβρίου του 1985, σε ηλικία 58 ετών και ενταφιάσθηκε, όπως και η μητέρα της, στο Βλαχογιάννη, όπου βρισκόταν το κτήμα τους.

Έτσι ο Νίκος Ματούσης έμεινε μόνος. Ο άνθρωπος με τις υπέρμετρες φιλοδοξίες, την αντεθνική δράση κατά τη διάρκεια της κατοχής, τη συνεργασία του με τους Ιταλούς, αυτός που απέφυγε την καταδίκη για τις απεχθείς πράξεις του, έχασε γυναίκα και κόρη. Η μοίρα του είχε επιφυλάξει σοβαρή τιμωρία. Περιφρονημένος από τους συμπολίτες του, πέθανε στις 11 Μαρτίου 1991 σε ηλικία 93 ετών. Η κηδεία έγινε την επομένη στο Βλαχογιάννη και ενταφιάσθηκε δίπλα στη γυναίκα και την κόρη του.

Όπως αναφέρει ο Γιώργος Γουργιώτης, κάποια στιγμή κυκλοφόρησε από ορισμένους η εκδοχή ότι μετά την συνθηκολόγηση της Ελλάδος με τους Γερμανούς το 1941, ο Τσολάκογλου ανέθεσε στο Ματούση να συνεργασθεί με τον Αλκιβιάδη Διαμάντη, τον πρίγκιπα του προβλεπόμενου ιταλικού προτεκτοράτου στη Θεσσαλία, ώστε να μπορεί το ελληνικό κράτος να παρακολουθεί τις κινήσεις του. Φυσικά του εξήγησε ότι λόγω της συνεργασίας του με τους κατακτητές θα επωμισθεί εφ’ όρου ζωής την κηλίδα του προδότη, στην ουσία όμως θα είναι μια πράξη εθνική. Και ο Ματούσης το δέχθηκε. Βέβαια η εκδοχή αυτή …μπάζει από παντού, αν και όσοι την υποστήριξαν διαβεβαίωναν ότι υπήρχαν «κείμενα» τα οποία πιστοποιούσαν το γεγονός. Όμως δεν τα δημοσιοποιούσαν, προφασιζόμενοι διάφορους λόγους.


[1]. Μεταπολεμικά έγινε γνωστή και ως Λεγεώνα των Βλάχων ή Βλάχικη Λεγεώνα.
[2]. Δόθηκαν πολύ επιγραμματικά τα γεγονότα της περιόδου αυτής και αντιπαρερχόμαστε τις λεπτομέρειες. Είναι σχετικά πρόσφατες και για βαθύτερη ανάλυση παραπέμπουμε στα βιβλία του Ευάγγελου Αβέρωφ, Η πολιτική πλευρά του Κουτσοβλαχικού ζητήματος, πρόλογος Σοφοκλή Βενιζέλου, Αθήνα, 1948και του Σταύρου Παπαγιάννη, Τα παιδιά της λύκαινας. Οι επίγονοι της 5ης Ρωμαϊκής Λεγεώνας κατά τη διάρκεια της Κατοχής (1941-1944), Αθήνα, 2004.
[3]. Φαλκάρι» είναι το σύνολο συγγενικών πατριαρχικών οικογενειών, με όλα τα περιουσιακά τους στοιχεία, συμπεριλαμβανομένου και του ζωικού κεφαλαίου.

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΑΘ. ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ
Πηγή: eleftheria.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η κόσμια κριτική και η ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των σχολιαστών είναι σεβαστή. Σχόλια τα οποία υπεισέρχονται σε προσωπικά δεδομένα ή με υβριστικό περιεχόμενο να μην γίνονται. Τα σχόλια αποτελούν καθαρά προσωπικές απόψεις των συντακτών τους. Οι διαχειριστές δεν ευθύνονται σε καμία περίπτωση για τυχόν δημοσίευση υβριστικού ή παράνομου περιεχομένου στα σχόλια των αναρτήσεων.Τα σχόλια αυτά θα διαγράφονται με την πρώτη ευκαιρία.