Σάββατο, 28 Φεβρουαρίου 2015

Πρόσκληση του Συνδέσμου Μοναστηριωτών και των Πέριξ «Η Καρτερία» στον εορτασμό της Κυριακής της Ορθοδοξίας



Η Πρόεδρος και το Δ.Σ  του Συνδέσμου Μοναστηριωτών και των Πέριξ 
«Η ΚΑΡΤΕΡΙΑ» 
σας προσκαλούν στην πατροπαράδοτη γιορτή της Κυριακής της Ορθοδοξίας,  
την Κυριακή 1 Μαρτίου 2015 στις 11:30 πμ, στην αίθουσα της 
Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, Εθνικής Αμύνης 4 στη Θεσσαλονίκη.

Πρόγραμμα:

Χαιρετισμός της Προέδρου του Συνδέσμου κ. Βιολέτας Παπαθανασίου

Ομιλία με θέμα: 
''Η Εικόνα του Μοναστηρίου μέσα από τις Αρχιτεκτονικές Δημιουργίες''

Ομιλητές: 
κ. Μαρία Καμπούρη, Καθηγήτρια του Τμήματος Αρχιτεκτόνων της 
Αρχιτεκτονικής Σχολής του Α.Π.Θ.
κ. Σοφοκλής Κωτσόπουλος, Δρ. Αρχιτεκτονικής Σχολής του Α.Π.Θ.

Πέμπτη, 26 Φεβρουαρίου 2015

Το σπαθί του Απόστολου Αρσάκη και το χρέος της Φιλεκπαιδευτικής


Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΚΟΓΚΑ

Στη θαυμάσια έκθεση κειμηλίων που οργανώθηκε από τον Δήμο Ιωαννιτών και την Εφορεία Αρχαιοτήτων Ιωαννίνων με την ευκαιρία του εορτασμού της 102ης επετείου από την απελευθέρωση των Ιωαννίνων, μεταξύ των φυλακτών μνήμης που θαυμάσαμε ήταν και το σπαθί του Απόστολου Αρσάκη.
Όπως μας πληροφόρησαν οι υπεύθυνοι του Βυζαντινού Μουσείου, το σπαθί αυτό είναι μέρος της συλλογής Φ. Ραπακούση και το μετέφερε στα Γιάννενα από τη Ρουμανία. Στη λεπίδα του είναι εγχάρακτη, με πυρογραφία, η επιγραφή: ΑΠΟΣΤΟΛ(Η) ΑΡΣΑΚΗ Χ(Ο)Τ(Α)Χ(Ο)Β(Α) και η συμπληρωματική πληροφορία ότι κατασκευάστηκε το 1813 από Γιαννιώτες ασημουργούς και δωρήθηκε με την ευκαιρία της απονομής σ' αυτόν του Διδακτορικού Διπλώματος της Ιατρικής. 

Το σπάνιο αυτό κειμήλιο μας φέρνει στη σκέψη μας τον μεγάλο εθνικό ευεργέτη, τον Απόστολο Αρσάκη, που γεννήθηκε στο μικρό ορεινό χωριό Χοταχόβα της Πρεμετής και, αφού ξενιτεύτηκε στη Ρουμανία μετά τις σπουδές του στην Ιατρική, ανέλαβε υψηλά καθήκοντα και διέπρεψε σε πολλούς τομείς, ενώ ακόμη αναδείχτηκε και Υπουργός στη Ρουμανία. Όλο του τον πλούτο τον διέθεσε για την μόρφωση των κορασίδων της πατρίδας και παρέμεινε ανύπανδρος ώστε να μη δαπανήσει ούτε δραχμή για δική του οικογένεια.
Έτσι λοιπόν με δύο δωρητήρια συμβόλαια το 1867 (το αριθμ. 8163/14-7 -1867) και το 1871 (το αριθμ. 14991/20-2-1971) παρεχώρησε στη Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία Αθηνών τεράστια χρηματικά ποσά για τους σκοπούς της, υπό τον όρο «να αναδεχθεί η ρηθείσα Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία την εποπτείαν της ιδρυθείσης υπ αυτού σχολής εις το χωρίον της γεννήσεώς του Χοταχόβαν, πλησίον της Πρεμετής και με την υποχρέωσσιν να δαπανά κατ' έτος δι' αυτήν με τους αναγκαίους διδασκάλους δραχ. 3.000 ετησίως». Έτσι, έφυγε ευχαριστημένος γιατί πλέον το σχολείο αυτό θα καταστεί μίαν ημέρα μουσοτροφείον γιατί είχε την καλή τύχη να τεθεί υπό την προστασία του Συμβουλίου της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας.

Τετάρτη, 25 Φεβρουαρίου 2015

Η Πανηπειρωτική Συνομοσπονδία Ελλάδας αποχαιρετά τον Αχιλλέα Χαλκιά


Στο όνομα των απανταχού ξενιτεμένων Ηπειρωτών, στο όνομα των φίλων της Ηπείρου και της λαϊκής παράδοσης, ο κορυφαίος φορέας της Ηπειρώτικης Αποδημίας, η Πανηπειρωτική Συνομοσπονδία Ελλάδας, αποχαιρετά τον πρωτομάστορα της Ηπειρώτικης Μουσικής, τον Αχιλλέα Χαλκιά

Ο Αχιλλέας Χαλκιάς, γεννημένος στα 1937 στο ακριτικό Δελβινάκι, ήταν γόνος δύο σπουδαίων μουσικών οικογενειών της Ηπείρου. Ο πατέρας του, ο περίφημος Περικλής Χαλκιάς, έπαιζε κλαρίνο, το ίδιο και ο αδελφός του, σε εκείνον έλαχε να καταπιαστεί με το βιολί στο οποίο μυήθηκε από παιδί παντελώς αυτοδίδακτος. Μεγαλωμένος εν μέσω πολέμου, κατοχής και εμφυλίου, η διαδρομή του ακολούθησε τις δύσκολες αλλά και δημιουργικές, πολυταξιδεμένες στράτες του Ηπειρώτικου μισεμού. Από το Πωγώνι στην Αθήνα και από εκεί για δύο ολόκληρες δεκαετίες στην Αμερική και μετά πάλι πίσω, στην Αθήνα και από εκεί σε όλη την Ελλάδα και στον κόσμο όλο, παντού όπου ταξίδεψε με διαβατήριο τη μουσική του δεξιοτεχνία, ισοϋψής σε καλλιτεχνικό ανάστημα στο πλευρό του αδελφού του, κορυφαίου πρεσβευτή της Ηπειρώτικης Παράδοσης Πετρολούκα Χαλκιά. 

Ο Αχιλλέας Χαλκιάς πρέσβευε όχι μόνο την απαράμιλλη δεξιοτεχνία του στο βιολί αλλά και έναν κόσμο ολόκληρο, τον κόσμο μιας αέναης μουσικής σκυταλοδρομίας γενεών και γενεών σε έναν από τους ύστατους και, ίσως, αναντικατάστατους κρίκους. Εκπροσωπούσε επάξια τους πρωτομάστορες της παράδοσης που επιβεβαίωναν την αξία τους στον αυθεντικό της στίβο, στα πανηγύρια και τις κοινωνικές εκδηλώσεις του λαού μας, στο γενέθλιο τόπο και στην αποδημία και εισέπραταν την αναγνώριση στην αγάπη των Ηπειρωτών σε όλο τον κόσμο αλλά και την αναγνώριση της τέχνης και του ήθους τους από τους συναδέλφους τους κάθε γενιάς. 

Κυριακή, 22 Φεβρουαρίου 2015

Η μετακινούμενη κτηνοτροφία κάποτε...


Tο Λαογραφικό Ιστορικό Μουσείο Λάρισας συμμετείχε στην 10η Πανελλήνια Γεωργική Κτηνοτροφική Περιβαλλοντική Έκθεση, που πραγματοποιήθηκε στον σκεπαστό εκθεσιακό χώρο στη Νεάπολη.

Το θέμα της έκθεσης του μουσείου ήταν «Η μετακινούμενη κτηνοτροφία, από τη θεσσαλική πεδιάδα προς τα ορεινά της Θεσσαλίας, της Μακεδονίας και της Ηπείρου».

Η έκθεση διήρκησε μέχρι τις 15 Φεβρουαρίου και περιλάμβανε φωτογραφίες από το αρχείο του μουσείου και σχετικά αντικείμενα από τις συλλογές του, με κεντρικό την τσαντήρα, πρόχειρη τέντα που έστηναν οι κτηνοτρόφοι για τη διανυκτέρευσή τους κατά τη μετακίνηση.

Στο θεσσαλικό χώρο την κτηνοτροφία ασκούν κατά παράδοση οι μετακινούμενοι πληθυσμοί, ενώ με μικρής κλίμακας κτηνοτροφία ασχολούνται και οι μόνιμα εγκαταστημένοι ορεινοί πληθυσμοί. Σαρακατσάνοι, Βλάχοι, Κουπατσαραίοι, Αρβανιτόβλαχοι, νομάδες και ημινομάδες, είναι οι ελληνικές πληθυσμιακές ομάδες που μέσω της μετακινούμενης κτηνοτροφίας αιγοπροβάτων διαχειρίζονται τα γαλακτοκομικά και τα άλλα προϊόντα της ζωοκομίας.
Μέχρι τα μέσα του 20ού αι., κατοικούν το χειμώνα στις πεδιάδες και το καλοκαίρι στα ορεινά.

Παρασκευή, 20 Φεβρουαρίου 2015

Τα Εδέσματα των Βλάχων - Ημερολόγιο Λαογραφικού Συλλόγου Βλάχων Βόλου 2015


Το φετινό ημερολόγιο του Λαογραφικού 
Συλλόγου Βλάχων Βόλου

Αφιέρωμα στα ''Εδέσματα των Βλάχων''


Της Ελένης Κατσώρα, μέλος Δ.Σ

Πλούσιος πολύ ο γαστρονομικός πολιτισμός των Βλάχων, συμπληρώνει την πολιτιστική ταυτότητά τους. Η βλάχικη κουζίνα κουβαλά την αγριάδα του τοπίου, την ολιγάρκεια των κατοίκων, την προσπάθεια καλής διατροφής κάτω από αντίξοες, καμιά φορά, συνθήκες. Γεύσεις απλές, αυθεντικές, σοφά συνταιριασμένες, δίνουν μαθήματα οικιακής οικονομίας, δημιουργώντας εξαιρετικά παραδοσιακά φαγητά, με πρώτες ύλες προϊόντα της φύσης, γεμάτα αρώματα και νοστιμιά. Χαρακτηριστικό παράδειγμά οι πίτες. Κυρίαρχο έδεσμα της βλάχικης κουζίνας. Η πίτα είναι το φαγητό για κάθε μέρα και αποτελεί δείγμα μαεστρίας της βλάχας νοικοκυράς το άνοιγμα φύλλου για τις πίτες. Πίτες καθημερινές ή γιορτινές, απλές ή τελετουργικές, νηστίσιμες ή αρτύσιμες, γρήγορες για να φιλέψουν τον επισκέπτη, πολύπλοκες τόσο, ώστε να κρίνουν τις μαγειρικές ικανότητες της νιόνυφης την επόμενη του γάμου. Πίτες ανοιχτές, κλειστές, αλμυρές, γλυκές με φύλλο ή χωρίς φύλλο, γεμισμένες με κάθε λογής υλικά. Η γλύκα της κολοκύθας, η στυφή γεύση του λάπατου, το άρωμα των άγριων χόρτων του βουνού, η απλότητα του τυριού. Απ'ότι καταλάβατε, οι βλάχες όποιο υλικό και να τους πέσει στο χέρι το κάνουν πίτα!
Επίσης, οι Βλάχοι της Πίνδου, ήταν από τους βυζαντινούς χρόνους ήδη γνωστοί για την εκτεταμένη κτηνοτροφική τους δραστηριότητα και για την ποιότητα των προϊόντων και ειδικά των τυριών τους, που ήταν ονομαστά σ’ ολόκληρη την αυτοκρατορία μαζί με τα τυριά της Παφλαγονίας (επαρχία της Μικράς Ασίας, πατρίδα των Κομνηνών). Η νομαδική-κτηνοτροφική ιστορία των Βλάχων χαρίζει μοναδικά προϊόντα και γεύσεις. Κυριαρχούν τα ντόπια κρέατα μαγειρεμένα στην γάστρα, κοντοσούβλι, προβατίνα. Φρέσκο και αρωματικό το παστεριωμένο γάλα. Παραδοσιακό το γιαούρτι (με πέτσα) φτιαγμένο με συνταγές παλιές μεταφερόμενες από γενιά σε γενιά. Μοσχοβολιστό το βούτυρο κλείνει μέσα του, τα αρώματα του βουνού. Άλλωστε στην περιοχή της Πίνδου δεν ευδοκιμούν τα ελαιόδενδρα, γι'αυτό και στις παραδοσιακές συνταγές θα συναντήσετε πιο συχνά βούτυρο παρά λάδι. Βέβαια, το μερακι των Βλάχων συναντά πολλά παραδοσιακά εδέσματα και προϊόντα στην ντόπια παράδοση που είναι δύσκολο όλα να αναφερθούν. Αποτελούν, όμως, δικές μας παρακαταθήκες γιατί οι Βλάχοι ανέκαθεν ήταν ταυτισμένοι ψυχικά και σωματικά με το περιβάλλον τους, αξιοποιούσαν στο έπακρο ό,τι έδινε η μάνα γη. Άλλωστε η μαγειρική είναι εκείνη που οδηγεί από την φύση στον πολιτισμό. Αποτελεί μια διαρκή πηγή αναζήτησης, γνώσης και ευχάριστων εκπλήξεων.

Δέκα ζωές σε μία - Τατιάνα Αβέρωφ


Η ζωή, σαν παραμύθι... 
Περιπετειώδης, γεμάτη πάθη και ανατροπές. 
Η άγνωστη ζωή του πολιτικού Ευάγγελου Αβέρωφ-Τοσίτσα μέσα από τη ματιά της κόρης του. 
Ένα μυθιστόρημα με ήρωες υπαρκτούς και γεγονότα πραγματικά, που ζωντανεύει την ταραγμένη ατμόσφαιρα και τα ιστορικά γεγονότα που σημάδεψαν την Ελλάδα, από το 1908 μέχρι τις αρχές του Εμφυλίου. 
Ένα ιστορικό μυθιστόρημα που είναι ταυτόχρονα βιογραφία, μαρτυρία και ταξίδι αναζήτησης.

Ακούστε ένα απόσπασμα από τη συνέντευξη της συγγραφέως στον Διονύση Λεϊμονή:





Δευτέρα, 16 Φεβρουαρίου 2015

Баница с кисело мляко и яйца (Пита ку мъркат'у ши оуъ)


Μετά το βουλγαρικό ακολουθεί το 
ελληνικό κείμενο..


Димо Гуда

Един от многото специалитети на власите (армъни) Баниците се приготвят за празници или в недеяля когато се събира цялото семейство на обяд.
Спомням си голямата и плитка бакърена тава с инициалите на пра-баба и датата на сватбата й,изписани на едната страна на тавата. От другата страна имаше бакърена халка за окачване на стената.
Винаги като видя тавата и се сещам за баниците в нея-с киселец, мляко и яйца, сирене, праз и кайма.
Това беше вкусът от моето детство...

~ За тестото:
1 чаша вода,топла
2 с.л. зехтин
2 с.л. оцет
1 ч.л. сол
Брашно колкото поеме (средно около 300-400гр.)

~ Плънка:
500гр. кисело мляко
2-3 яйца
2-3 лъжици брашно в зависимост от густотата на киселото мляко

~ Свинска мас за мазане

Приготвяме тестото. Оставяме мекото и еластично тесто да отпочине около половин час. Разделяме на 2 равни части и всяка част на още 6. Това зависи от размера на тавата и от поетото брашно.
По принцип баниците се приготвят за празници и в големи тави. Оригиналната рецепта е да се раздели тестото на 2 и после всяка топка на още 12.така получаваме 24 гюзлемета (топчета).

Разточените малки корички ги намазваме с мас и редим една върху друга.
Така получаваме 2 купчинки по 6 или 12 в зависимост от броя на корите.
Оставяме на студено за няколко часа. Трябва да се втвърди маста,за да може после да се разточи по-лесно.
Приготвяме плънката.
Разточваме първата кора около 0,5 мм дебелина,като мерим размерът и да бъде по-голям от този на тавата, или с други думи казано да излизат краищата извън тавата.

Κυριακή, 15 Φεβρουαρίου 2015

Ο Σωκράτης για τον χορό


Του Μανώλη Βαλσαμίδη

Οι ώρες είναι για διασκέδαση και χορό. Σε όλη την Ελλάδα, ιδιαίτερα στη Μακεδονία και, αν θέλετε, ξεχωριστά στη Νάουσα. Εδώ ενδημεί ο χορός με κορύφωση την Αποκριά. Χαρακτηριστικά έλεγε ένας φίλος θεολόγος, στη Νάουσα τα μωρά γεννιούνται με το χέρι ψηλά σε χορευτική φιγούρα. Για να μη νομισθεί ότι "περιαυτολογώ", σας πληροφορώ ότι εγώ γεννήθηκα στην Έδεσσα. Για τα αδέλφια μου, πέντε στη σειρά μετά από μένα, δεν παίρνω όρκο. Αν κρίνω ότι κάποια φορά που χάθηκε ο αδελφός μου ο Τάσος σε ηλικία τριών - τεσσάρων ετών, βράδυ, και τον ψάχναμε στα ποτάμια, ήταν ανοιχτά τότε σε όλη την πόλη, τον βρήκαμε στα "καμένα" να χορεύει με τις "ΜΠΟΥΛΕΣ", τι να πω, μάλλον θα γεννήθηκε με το χέρι ψηλά.

Για να είμαι ειλικρινής, γιατί το θέλω να είμαι στη μεταξύ μας κουβέντα, δεν γλύτωσα από τον χορό. Μια από τις επιτυχίες μου ήταν δράσεις με εργαλείο τον χορό με την ίδρυση του συλλόγου "ΠΥΡΣΟΣ". Δράσεις σαν βεντάλια, πολύπτυχες, με στόχους πολιτιστικούς επιμελημένα υψηλούς. Ήθελα δεν ήθελα μπήκα κι εγώ στο χορό.

Για να επανέλθουμε στην Αποκριά, πρέπει να πω ότι η Αποκριά στη Νάουσα, παλιότερα, ήταν τρόπος ζωής. Τα όσα συνέβαιναν στο άτομο, στην οικογένεια, στους φίλους και στην πόλη ήταν το κάτι άλλο. Παγανιστικά στοιχεία, κοινωνικοί στόχοι, οικοδόμηση ελπίδας, μνήμη, βιώματα ένταξης στο σύνθετο ελληνικό τρόπο ζωής. Αυτά τα δρώμενα, τα ελεύθερα αλλά και τα πειθαρχημένα είναι σπαράγματα ενός συνόλου, μια ολότητας δράσεων με περιεχόμενο που αποβάλλει το φόβο, φορτώνει δύναμη, ελπίδα, αυτοπεποίθηση στα άτομα και το σύνολο ότι όλα θα πάνε καλά. Όταν χορεύει ο νέος της Νάουσας βιώνει μύρια αισθήματα όσα τα ασήμια, και ο απόηχός τους μαζί, στον θώρακά του. 

Στην όλη ατμόσφαιρα και τα γλέντια στα σπίτια, σήμερα στα κέντρα και τις ταβέρνες με άφθονο τον Ναουσαίικο άκρατο οίνο, μιλάω για " τό " κρασί. Τσιμπούσια, γεύματα σαν και το χθεσινό με τους προ πεντηκονταετίας αποφοίτους του Σχολείου μου. Ανεπανάληπτο! Ευχαριστώ, φίλοι μαθητές.

Μια και μιλάμε για τσιμπούσια και χορούς, ας ακούσουμε τον Σωκράτη να μιλάει για τον χορό. Το απόσπασμα σε απλοελληνική απόδοση είναι παρμένο από το "Συμπόσιον" του Ξενοφώντα, με οικοδεσπότη τον Καλλία και συνδαιτυμόνες τον Σωκράτη και μια ξεχωριστή παρέα. Θα το βρείτε στο 2o κεφ. (II /15). 

Σάββατο, 14 Φεβρουαρίου 2015

Τηγανίτες από τα Μεγάλα Λιβάδια Πάικου


Της Μαρίας Πρέμτση

Οι παραδοσιακές τηγανίτες (στα βλάχικα τηγκένι) των Μεγαλολιβαδιωτών του Πάικου συνηθίζεται να προσφέρονται σε συγγενείς και γείτονες από τις δυο γιαγιάδες με τον ερχομό ενός νεογέννητου, πριν αυτό σαραντίσει, για το χαρμόσυνο γεγονός ώστε να είναι γλυκιά η ζωή του!

~ Υλικά:
2 κούπες χλιαρό νερό
1 κ. γ. αλάτι
1 κ. γ. ζάχαρη 
1 αυγό (προαιρετικά)
1 φακελάκι μαγιά
αλεύρι όσο πάρει
σπορέλαιο για το τηγάνισμα

~ Εκτέλεση: 
Ρίχνουμε σ' ένα μπολ το νερό και την μαγιά και ανακατεύουμε μέχρι να διαλυθεί. Προσθέτουμε σιγά σιγά το αλεύρι, το αλάτι και την ζάχαρη ανακατεύοντας ταυτόχρονα ώστε να γίνει ένας παχύρευστος χυλός. Σκεπάζουμε το μείγμα μας και το αφήνουμε 20' περίπου να ξεκουραστεί. Έπειτα, βάζουμε το λάδι στο τηγάνι να κάψει καλά και με μια κουτάλα ρίχνουμε προσεκτικά λίγο από τον χυλό μας για να δώσουμε ωραίο σχήμα στις τηγανίτες μας. Θα πρέπει να είναι αραιά για να μην κολλήσουν μεταξύ τους. Όταν ροδίσουν ελαφρώς από την μια πλευρά, τις γυρίζουμε κι από την άλλη και αφού πλέον είναι έτοιμες τις τοποθετούμε σε απορροφητικό χαρτί και πασπαλίζουμε με ζάχαρη (εναλλακτικά, στις μέρες μας, τις περιλούζουμε με μέλι).

Κολοκυθόπιτα με γιαούρτι


Μια πεντανόστιμη πίτα από 
το Παλαιοχώρι Συρράκου!

Της Ελευθερίας Μπούτζα

Δε θα αναφερθώ στο φύλλο επειδή οι περισσότερες το γνωρίζουν και δεν έχει κάτι το ξεχωριστό. Για την γέμιση θα χρειαστούμε:

~ Τα υλικά:
1 κιλό κολοκυθάκια (πράσινα ή κίτρινη κολοκύθα) χοντροτριμμένα 
2 ξερά κρεμμύδια κι αυτά χοντροτριμμένα ή 5 φρέσκα ψιλοκομμένα
4 αυγά
1/4 φέτα
1/4 ανθότυρο 
1 φλ. τσαγιού ρύζι ωμό (για πιλάφι αλλά είναι κατάλληλο κι αυτό που χρησιμοποιούμε στα γεμιστά)
4 κ. σ. καλαμποκάλευρο ή σιμιγδάλι ψιλό
1/2 φλ. τσαγιού ελαιόλαδο 
μαϊντανός, άνηθος, δυόσμος, αλάτι, πιπέρι

~ Εκτέλεση:
Ανακατεύουμε όλα τα υλικά όπως είναι και τα μοιράζουμε σε 6 λαδωμένα φύλλα, έπειτα τα τυλίγουμε σε ρολά και τα λαδώνουμε πάλι, ελαφρώς, με το πινέλο. Ψήνουμε στους 200 βαθμούς για 1 ώρα περίπου μέχρι να ροδίσει.

Τετάρτη, 11 Φεβρουαρίου 2015

Ο ρόλος του Ναούμ Καρνάρα (Наум Крнар) στη Φιλική Εταιρεία


Καραγιώργης
O Kαραγιώργης, αν και, όπως είναι γνωστό, από την αρχή τους αντιπαθούσε [σσ τους Ελληνόβλαχους], πολύ σύντομα έπεσε εντελώς κάτω από την επιρροή τους. Σ’ εκείνον τον Pοντοφινίκιν του οποίου την άφιξη στη Σερβία ήθελε να ματαιώσει, εξαιτίας της αντιπάθειάς του προς τους Έλληνες, σ’ αυτόν παρέδωσε το γιο του Aλέξη να τον διαπαιδαγωγήσει και να του μάθει τη ρωσική γλώσσα μέσα στο σπίτι του και να του μάθει πιθανότατα και ελληνικά. Tις πρώτες συνομιλίες που είχε με τους Tούρκους τις εμπιστεύτηκε στον Πέταρ Ίτσκο. Aλλά και αργότερα, όπως φαίνεται, δεν του έλειψε ο Έλληνας γραμματικός. Πριν από τη φυγή στην Aυστρία γραμματικός του ήταν κάποιος Γιανίκιγε Nτιμιτρίγεβιτς σίγουρα όχι Σέρβος. Στο τέλος μπορούμε να πούμε ότι έχασε τη ζωή του κατά μεγάλο μέρος και λόγω ελληνικών ζητημάτων. Tη στιγμή εκείνη, δίπλα του βρισκόταν κι ο «υπηρέτης» [έμπιστος] του, ο Nαούμ Kρναρ [σσ Ναούμ Καρνάρας]. Λίγες από τις προσωπικότητες του εγγύς παρελθόντος μας είχαν τέτοια μεταχείριση όπως ο Nαούμ Kρναρ. Στις επετειακές εκδόσεις [In memoriam] το όνομά του και δεν αναφέρεται πάντοτε και σημειώνεται λανθασμένα. Kαι στην βιβλιογραφία πολύ λίγα έχουν διαφυλαχτεί σε σχέση μ’ αυτόν. Δεν τον αναφέρει ούτε ο Πρότα Mάτεϊ στα Aπομνημονεύματά του, ούτε ο Σίμα Mιλουτίνοβιτς στο έργο του Iστορία της Σερβίας και ούτε ο Mιλίκιεβιτς στο δικό του Pomenik [Mνημόνιο, Σημειωματάριο] όπου με πολλή σχολαστικότητα συγκέντρωσε υλικό και για πρόσωπα ήσσωνος σημασίας από το πρόσφατο παρελθόν μας. Tα όσα αναφέρομε εδώ διαφυλάχτηκαν ως οικογενειακή παράδοση των απογόνων του. 

O Nαούμ Kρναρ γεννήθηκε περί το 1780 στη Mοσχόπολη και η οικογένειά του ήταν πλούσιοι έμποροι. Όπως όλοι οι ευκατάστατοι Mοσχοπολίτες φοίτησε κι αυτός σε ελληνικό σχολείο και ένιωθε Έλληνας. Ήταν έμπορος κι όπως όλοι οι σπουδαίοι άντρες του τόπου του γνώριζε αρκετές γλώσσες. Έκανε εμπόριο με γουναρικά και δέρματα. Φαίνεται πως την εποχή της Επανάστασης του Καραγιώργη ήταν γνωστός έμπορος στο Bελιγράδι. Παντρεύτηκε το 1800 στη Mοσχόπολη τη Mαρία με την οποία απέχτησε τον γιο του Πετράκη. Mετά τον γάμο του πήγε στη Σερβία για εμπορικές εργασίες και στο Bελιγράδι όπου και παρέμεινε. Στο Bελιγράδι έκανε καλή περιουσία. Tο σπίτι του ήταν στο Nτόργκιολ, κοντά στον σημερινό ναό του Aγ. Σάββα. Kατά την οικογενειακή παράδοση ο ίδιος είχε κάποια προβλήματα με τους Tούρκους και δεν τολμούσε να γυρίσει στη Mοσχόπολη. Mε προηγούμενη συμφωνία με την πρώτη του γυναίκα Mαρία παντρεύτηκε για δεύτερη φορά το 1809 με τη Mάριτσα, «εκτουρκισμένη» χριστιανή, δίνοντας στη Mαρία την άδεια να παντρευτεί άλλον. Oι σχέσεις τους συνέχισαν να είναι καλές. Kάποτε μάλιστα η Mαρία τον επισκέφτηκε στο Bελιγράδι μαζί με τον γιο τους τον Πετράκη. Ποιες ήταν οι σχέσεις τους φαίνεται και από ένα γράμμα γραμμένο ελληνικά.

Στο γράμμα γράφει στη γυναίκα του: 

Τρίτη, 10 Φεβρουαρίου 2015

Ποδοσφαιρικός αγώνας του 1938: «Μπίτολ» Μοναστηρίου – «Ελλάς» Φλώρινας




Σπύρος Παπαχαρίσης

Η φωτογραφία μας είναι αναμνηστική του αγώνα που έδωσε η ποδοσφαιρική ομάδα «Ελλάς» Φλώρινας με την ομάδα «Μπίτολ» από το γειτονικό Μοναστήρι. Οι Φλωρινιώτες παίκτες της «Ελλάδος» είναι με τις φανέλες με τις λεπτότερες ρίγες.

Ο Αγώνας πραγματοποιήθηκε στις 12-9-1938, στο Γήπεδο του Μοναστηρίου και έληξε με αποτέλεσμα 2 – 1 υπέρ της «Ελλάδος». Τα γκολ είχαν πετύχει με τη σειρά οι Δημήτριος Βέγλης και ο Γεώργιος Θεοδοσίου.

Η φωτογραφία αυτή συμπεριλαμβάνεται στο μεγάλο αφιέρωμα που κάνει η «Φωνή της Φλωρίνης» το έτος 1964 με θέμα «Παλιές δόξες του Ποδοσφαίρου της Φλωρίνης». Επί σειρά φύλλων παρουσιάζει την ομάδα της Φλώρινας «Ελλάς» με τον υπότιτλο: «Ο θρύλος που σκέπασε ολόκληρη της Ελλάδα»

Στο φύλλο 125 της 29ης Αυγούστου του 1964 η φωτογραφία φέρει την εξής λεζάντα:

Η Μακεδονία στις αρχές του αιώνα: Η εμφάνιση της βουλγαρικής εθνικής συνείδησης στο μακεδονικό χώρο


Του καθηγητή Κ. Α. Βακαλόπουλου

Η εμφάνιση του βουλγαρικού εθνικισμού στη Μακεδονία είναι άμεσα ταυτισμένη με το πρόσωπο του Έλληνα δασκάλου Δημητρίου Μιλαδίνωφ από τη Στρούγκα.

Η παρουσία του Ρώσου σλαβολόγου Βίκτωρα Grigorovich, καθηγητή του πανεπιστημίου του Καζάν, στη Μακεδονία, στα 1854, σήμανε ουσιαστικά την απαρχή της δημιουργίας βουλγαρικής εθνικής συνείδησης στο μακεδονικό χώρο με πρωτεργάτες τους αδελφούς Δημήτριο και Κωνσταντίνο Μιλαδίνωφ.

Στοχεύοντας στην ανακάλυψη σλαβικών χειρογράφων και άλλων σλαβικών μνημείων του βουλγαρικού πολιτισμού, ο Grigorovich προσπάθησε κατά την περιοδεία του στη Μακεδονία να εμφυσήσει στους χριστιανικούς πληθυσμούς της βορειοδυτικής κυρίως ζώνης τη βουλγαρική εθνική συνείδηση.

Αποφασιστικό ρόλο στην καλλιέργεια βουλγαρικής συνείδησης ανάμεσα στις συμπαγείς σλαβόφωνες μάζες του βόρειου μακεδονικού χώρου είχαν κυρίως τα κηρύγματα του πανσλαβισμού, δια μέσου των αλλεπάλληλων απεσταλμένων του, αλλά ακόμη και του ίδιου του Grigorovich, που επικεντρώνονταν σε διάφορες επαγγελίες για επικείμενη απελευθέρωση και ένωση όλων των σλαβικών λαών με τη ρωσική συμπαράσταση

Από τις αρχές ήδη της δεκαετίας του 1850—1860 οι αδελφοί Μιλαδίνωφ άρχισαν με ιδιαίτερο ζήλο να διαδίδουν τη βουλγαρική γραφή ανάμεσα στους σλαβόφωνους πληθυσμούς και να καταβάλουν ανάλογες προσπάθειες για την εισαγωγή της διδασκαλίας της βουλγαρικής γλώσσας στα Βελεσά,στην Αχρίδα, στο Μοναστήρι, στην Έδεσσα και στο Κιλκίς, παρά τις σφοδρές αντιδράσεις των ντόπιων ελληνικών πληθυσμών και των κατά τόπους εκκλησιαστικών εκπροσώπων του πατριαρχείου.

Η ταχεία μεταστροφή των αδελφών Μιλαδίνωφ σε φανατικούς οπαδούς του πανσλαβισμού στη Μακεδονία και η ακαταπόνητη δραστηριότητά τους στους τομείς της διάδοσης της βουλγαρικής γλώσσας, της ίδρυσης βουλγαρικών σχολείων και της δημιουργίας ανεξάρτητης βουλγαρικής εκκλησίας, αποτέλεσαν τους αποφασιστικότερους παράγοντες για την εδραίωση της βουλγαρικής κίνησης στο βόρειο μακεδονικό χώρο, ιδιαίτερα στις περιοχές Σκοπίων, Αχρίδας και Βελεσών, και σήμαιναν ουσιαστικά την έναρξη της σκληρής φάσης των εθνικών ανταγωνισμών. 

Οι ευάριθμες για την εποχή εκείνη ελληνοβλαχικές και σλαβόφωνες ελληνικές κοινότητες των Βελεσών, των Σκοπίων, της Αχρίδας αλλά και του Περλεπέ ακόμη, άρχισαν ν’ αντιμετωπίζουν μετά το 1860 σοβαρότατα προβλήματα από την ολοένα και μεγαλύτερη διείσδυση της βουλγαρικής κίνησης.

Δημήτριος Αναστασίου - Δάρδα Κορυτσάς



Δάρδα Κορυτσάς, 1890 -  Πηγή φωτο: Εδώ
Aναστασίγεβιτς Nτιμίτριγε
Oνόματι, πριν, Aναστασίγιου με το παρωνύμιο «Έλληνας». O Nτιμίτριγε ήρθε ως νέος 18 ετών από την Nτάρντα [Δάρδα Κορυτσάς] της Mακεδονίας στο Πάρακιν όπου είχε θείους. Έπειτα πήγε στο Kραγκούγεβατς. Aπό εκεί πήγε στο Σιάμπατς όπου τον έλεγαν «Tσίντσαριν» [Βλάχο] αν και θεωρούσε τον εαυτό του Έλληνα και μιλούσε ελληνικά. 
Στην Nτάρντα ασχολούνταν ως ράφτης χοντρών υφασμάτων όπως έκαναν όλοι στην οικογένειά του. Στο Σιάμπατς αυτό το έκανε ως πάρεργο κυρίως όμως ήταν πανδοχέας. Διατηρούσε επίσης και πρόβατα, έκανε και τον ξυλουργό, το φθινόπωρο διατηρούσε αιγοτροφείο, έσφαζε πρόβατα, έφτιαχνε λίπος και έκανε εξαγωγές χονδρικώς. 
Eλληνικά μιλούσε μόνο με Έλληνες και Tσιντσάρους, με κανένα άλλον. Aπέκτησε πολλά και πριν τον θάνατό του, το 1890, κληροδότησε όλη την περιουσία του στην Kοινότητα του Σιάμπατς για να βοηθάει τους φτωχούς. Στη γυναίκα του άφησε μόνο κινητά και ό,τι χρήματα είχε. O Nτιμίτριγε είχε έρθει στο Σιάμπατς το 1838 και έζησε εκεί 52 χρόνια. Γιόρταζε την ονομαστική του εορτή του Aγ. Δημητρίου (Λ. Πάβλοβιτς).

Dusan Popovic, O Cincarima, έκδοση Εταιρίας Μακεδονικών Σπουδών, βλ. Εδώ

Ο Popovic, ακολουθώντας την επίσημη Σερβική πολιτική, άλλοτε αναγνωρίζει τους Βλάχους ως Έλληνες και άλλοτε τους διαχωρίζει, κατατάσσοντάς τους ως ξεχωριστή εθνότητα.
----------------------

Анастасијевнћ Димитрије
Раније се звао Анастасијуa имао је надимак „Грк." Димитрије је дошао, као дечак од 18 година, из Дарда [Корча] у Македонији у Параћин где је имао етричеве. Затим је отишао у Крагујевац. Из Крагујевца преuiao je y Шабац где су га звали Цинцарином иако се сматрао Грком и гоЕори о грчки. 
Још у Дарди бавио се мутавџиском занату, који су занат радили сви у породици. У Шапцу га је радио уагред, а главко му је била мехаиска радна. Уз то држао је овце, бавио се мандрауиским послом, с јесени држао козару, клао овцс, топио лој и на велико га извозио. 

Δευτέρα, 9 Φεβρουαρίου 2015

Μουσικό ύφος των βλαχόφωνων


Με χαρακτηριστική την ύπαρξη 
της ελληνικής γλώσσας στα 
πλείστα των τραγουδιών τους...

Ας αφήνουμε τους ειδικούς (ξένους και Έλληνες) και την σημερινή κατάσταση στα βλαχοχώρια να μας μιλήσουν συνοπτικά για τις μέχρι τώρα ισχύουσες απόψεις για αυτό το θέμα:

1. Σε ερώτηση του δημοσιογράφου τότε και νυν συγγραφέα Γ. Έξαρχου στο Γ’ πρόγραμμα ραδιοφωνίας της ΕΡΤ το 1987 προς τον μουσικολόγο Γιώργο Παπαδάκη, όσον αφορά στη μουσική και στα τραγούδια των βλαχοφώνων, ο κ. Παπαδάκης απάντησε ότι «από την άποψη των κλιμάκων, των τρόπων, των διαστημάτων, των μουσικών οργάνων, αλλά και των ρυθμών πρόκειται, όχι απλώς παρεμφερή με τα ελληνικά, αλλά για τα ίδια τραγούδια (με τα ελληνικά). Η μόνη διαφορά είναι στη γλώσσα και φυσικά στον τρόπο προσαρμογής των συλλαβών στους ρυθμούς και τις μελωδίες» (‘Οι Ελληνόβλαχοι-Αρμάνοι’, Τόμος Α΄, Γιώργης Έξαρχος σελ. 293, εκδ. Καστανιώτης).

2. Ο Tache Papahagi (γλωσσολόγος, εθνολόγος, λαογράφος, συλλέκτης τραγουδιών στην Ρουμανία) στην πορεία της έρευνάς του στο βιβλίο ‘Poezia Lirica populara’ (λυρική λαϊκή ποίηση), Βουκουρέστι 1967, παραδέχεται μεταξύ άλλων ότι «όταν ακούσει κανείς τις μελωδίες των αρμάνικων -βλάχικων τραγουδιών θα οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι η αρμάνικη δημώδης ποίηση έχει προέλευση και καταγωγή ελληνική».

3. Ο εθνομουσικολόγος στη Ρουμανία G. Markou στο έργο του Folclor Muzical Aroman (Αρμάνικη μουσική λαογραφία), Βουκουρέστι 1977, μεταξύ άλλων επισημαίνει ότι «οι Αρμάνοι- Βλάχοι χορεύουν σε ρυθμούς η ονομασία των οποίων έχει ελληνική προέλευση (συρτός, συγκαστός, καραπατάκης, τσιάμικος)».

4. Η ελληνίδα μουσικολόγος Αθηνά Κατσανεβάκη στην διδακτορική της διατριβή (Θεσ/νίκη 1998) με τίτλο «βλαχόφωνα και ελληνόφωνα τραγούδια της περιοχής Βορείου Πίνδου-Ιστορική-εθνομουσικολογική προσέγγιση» με εμπεριστατωμένη ανάλυση συμπεραίνει: «ο αρχαϊσμός των τραγουδιών αυτών και η σχέση τους με το ιστορικό υπόβαθρο αποδεικνύει ότι οι Αρμάνοι-βλάχοι είναι γηγενής αρχαιότατος ελληνικός πληθυσμός». 

Επίσης, η μουσικολόγος τονίζει: «Πέρα από οποιεσδήποτε παρατηρήσεις σχετικά με τους Αρμάνους (Βλάχους) είναι γενικό λογικό να παραδεχτούμε ότι, η έντονη παρουσία των ελληνόφωνων τραγουδιών στην μουσική παράδοση των βλαχοφώνων της Πίνδου πηγάζει, όχι από μια εξωτερική επιρροή, αλλά μέσα από μια έντονη αυτοσυνειδησία εσωτερικής και μακρόχρονης σχέσης με τον ελληνισμό, μια σχέση, που για τους Αρμάνους της Πίνδου δεν είναι τυχαία, αλλά όπως δείχνουν τα δεδομένα πηγάζει από την ίδια τους την καταγωγή».

Η Κυριακή της Ορθοδοξίας και ο εορτασμός στο Μοναστήρι το 1883


Του Θεόδωρου Βόσδου

Την Κυριακή 8 Μαρτίου, ο Ορθόδοξος Κόσμος, με προεξάρχοντα το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και την Ελλαδική Ορθόδοξη Εκκλησία και μαζί τους εκατομμύρια ορθόδοξων Χριστιανών, γιορτάζουν με ξεχωριστή μεγαλοπρέπεια, την Κυριακή της Ορθοδοξίας, εις ανάμνηση της αναρτήσεως των Ιερών Εικόνων το 842 μ.Χ., με εντολή της δυναμικής Αυτοκράτειρας του Βυζαντίου Θεοδώρας και του θριάμβου της ορθής πίστεως εναντίον κάθε αιρέσεως και εναντίον των εσωτερικών και εξωτερικών εχθρών της Ορθόδοξης Εκκλησίας, κυρίως των πολεμίων των εικόνων.

Η Κυριακή της Ορθοδοξίας είναι μία από τις σημαντικότερες εορτές της Ελληνικής Εκκλησίας, αφού έχει καθιερωθεί από πολύ παλιά να απαγγέλλει το Σύμβολο της Πίστεως ο Ανώτατος Άρχοντας της Χώρας. Με ιδιαίτερη λαμπρότητα την γιόρταζαν, κατά την τουρκοκρατία, οι Έλληνες του Μοναστηρίου. Πιστοί Ορθόδοξοι Χριστιανοί οι Μοναστηριώτες, υπερήφανοι Έλληνες, με υψηλότατο πατριωτικό φρόνημα, συνάζονταν στον ιστορικό ναό του Αγίου Δημητρίου, όπου γίνονταν σε πανηγυρική ατμόσφαιρα η Θεία Λειτουργία και στην συνέχεια πήγαιναν σε ένα από τα λαμπρά διδακτήρια και παρουσία των κατοίκων, πραγματοποιούσαν εξαιρετικά ωραίες εκδηλώσεις, (πανηγυρικοί λόγοι, ποιήματα, τραγούδια κλπ), που αναδείκνυαν το μεγαλείο και την πνευματική υπεροχή των ελληνικών εκπαιδευτηρίων έναντι των άλλων εθνοτήτων του Μοναστηρίου.

Παράλληλα, όμως, αναδείκνυαν και την αγάπη τους προς την Μητέρα Ελλάδα, κρατώντας στις αδούλευτες καρδιές τους άσβεστο το καντηλέρι της Αναστάσεως. Μία τέτοια λαμπρή γιορτή, με την ευκαιρία της Κυριακής της Ορθοδοξίας, που πραγματοποιούνταν κάθε χρόνο, ήταν εκείνη που έγινε στις 6 Μαρτίου 1883, στο Μοναστήρι με εξαιρετική λαμπρότητα, όπως την περιγράφει ο τότε Έλληνας Πρόξενος στο Μοναστήρι Γ. Δοκός, με αναφορά του, με ημερομηνία 7 Μαρτίου 1883, προς το Ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών, στην Αθήνα.

Αναδημοσιεύουμε ένα εκτενές απόσπασμα από την αναφορά, όπως αυτό δημοσιεύθηκε σε βιβλίο του Κ. Α. Βακαλόπουλου: 

Κυριακή, 8 Φεβρουαρίου 2015

Εκδρομή του Συλλόγου δασκάλων Καστοριάς στην Αχρίδα αυτήν τη φορά (8,9/11/2014)


Αχρίδα
Της Σόνιας Ευθυμιάδου-Παπασταύρου

Δε γίνεται να ξεκινήσω αλλιώς παρά μόνο μ’ ένα μεγάλο μπράβο στον Σύλλογο που διοργανώνει τέτοιες εκδρομές αναδρομής στην Ιστορία της Πατρίδας μας -ευχαριστούμε ιδιαιτέρως την Αγγελική Βόλτση για τη φροντισμένη διοργάνωση. Γιατί και άλλοι σύλλογοι πηγαίνουν, αλλά ο κύριος σκοπός τους είναι διαφορετικός κι η εκδρομή τους χαλαρή. Εμείς πάμε για να δούμε με τα ίδια μας τα μάτια την Ιστορία μας, αυτήν που δεν περιέχεται μες στα βιβλία που διδάσκουμε, αυτήν που, σαν να είναι λεπτομέρεια, δεν μπαίνει μέσα στα εγχειρίδια, γιατί απλώς δε χωράει…

Η αντιπαραβολή με τις εκδρομές άλλων δε γίνεται για να δείξουμε πως δήθεν εμείς είμαστε ανώτεροι, μα για να δώσουμε ένα άλλο παράδειγμα σε όποιον νοιάζεται, για να πάρει κι όποιος άλλος θέλει την ιδέα και να την εφαρμόσει. Όχι πως δεν υπάρχουν άλλοι που κάνουν το ίδιο. Αλλά ας γράψουμε κιόλας γι’ αυτό που ζήσαμε. Και ας ταξιδέψουν με όχημα τις λέξεις και άλλοι ως εκεί, για να προσκυνήσουν νοερά το εκτός συνόρων ελληνικό μεγαλείο…

Στο Μοναστήρι της καρδιάς μας δε θα σταθώ αυτήν τη φορά· τα είπαμε τις δύο προηγούμενες φορές που μας αποκαλύφθηκε σε όλο του το μεγαλείο. Αυτήν τη φορά, από καθαρή τύχη, βρεθήκαμε εκεί ανήμερα Αγίου Δημητρίου και ανάψαμε κερί στον πανηγυρίζοντα υπέροχο Ναό του Αγίου! Ως εδώ για το Μοναστήρι! Θέλω μονάχα να πω ότι όποιος εκδράμει εκεί και δεν περνάει πρώτα από την Αρχαία Ηράκλεια, δεν έχει καταλάβει σχεδόν τίποτε κι είμαι κάθετη σ’ αυτό. Γιατί τους είδαμε τους Έλληνες από διάφορους νομούς της Μακεδονίας –της μόνης αληθινής φυσικά Μακεδονίας- να πίνουν καφέ στα Βιτώλια, τους ρωτήσαμε και μας είπαν πως το κάνουν συχνά για το γνωστό οικονομικό όφελος -κυρίως από τη βενζίνη- και γιατί τους αρέσει αυτή η εκδρομή, αλλά ως εκεί, δεν πρόσθεσαν κάτι παραπάνω. Και με δεδομένο πως η πλειονότητα των Ελλήνων δε λυπάται τα χρήματα που δίνει για τον καφέ –στη χώρα μας έχουμε τις περισσότερες καφετέριες από οπουδήποτε αλλού-, αλλά πολύ τα λυπάται και δεν τα δίνει τελικά για να επισκεφτεί ένα μουσείο, πολύ φοβάμαι πως ο πολιτισμός εύκολα μένει έξω από τις πρώτες μας προτεραιότητες. Κι όμως αυτός είναι στην κορυφή όλων των άλλων αναγκών μας κι ο απώτερος στόχος της κάθε προσπάθειας στη ζωή μας ή έτσι θα ‘πρεπε να ‘ναι, αλλά δυστυχώς τον έχουμε περιθωριοποιήσει οι περισσότεροι…

Σάββατο, 7 Φεβρουαρίου 2015

Διασπορά Ελληνοβλάχων από το Γκόπεσι (Gopesh) στη Σερβία - Dusan Popovic


Γκόπεσι - Gopesh
Pούμπα (Nτράζιτς)
Oι σημερινοί Nτράζιτς λέγονταν πριν Pούμπα και είχαν έρθει στη Σερβία από το Γκόπες. Tρεις οικογένειες Pούμπα είχαν έρθει στην κωμόπολη Kαόνα το 1796. Oι δύο οικογένειες εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην Kαόνα, ενώ μία μέσω Kαόνα-Πάλεζι πήγε στο χωριό Kρνούλε. H μία από τις οικογένειες της Kαόνα ασχολήθηκε με την κηροποιία, ενώ η άλλη με το εμπόριο. H οικογένεια στο Kρνούλε έκανε εμπόριο και διατηρούσε και πανδοχείο.
Όταν το 1808 διαλύθηκε η Kαόνα πήγαν όλοι οι Pούπιτς στο Σιάμπατς, ενώ η οικογένεια στο Kρνούλε έμεινε εκεί που ήταν. Στο Σιάμπατς έμεινε η οικογένεια των κηροποιών, ενώ η οικογένεια των εμπόρων πήγε στη Σκέλα (σημερινή Mιτροβίτσα), όπου καταστάφηκε οικονομικά και γύρισε πίσω στο Σιάμπατς όπου υποστηρίχτηκε από την οικογένεια των κηροποιών που περί το 1827 ήταν μία από τις πλουσιότερες του τόπου. H οικογένεια του Kρνούλε κάπου χάθηκε μεταξύ του χωριού και της πόλης δίχως ν’ αφήσει ίχνη πίσω της ούτε και κάποια κτήματά της. Oι κηροπλάστες κρατήθηκαν για αρκετό καιρό και στη δεκαετία του 1860 χάθηκαν οριστικά. Oι σημερινοί Nτράζιτς είναι υιοθετημένοι από τους Σιάμπατς. Στο Σιάμπατς υπήρχαν Nτράζιτς από τότε που υπήρχαν Pούμπα. Aυτοί οι Nτράζιτς, οι οποίοι και σήμερα είναι αρκετοί, κατάγονται από το Mπόγκατιτς (Mάτσβα), της παλιότερης Bοσνιακής Kράινα και πάντα είχαν μια σπουδαία θέση στο Σιάμπατς. 
Oι Nτράζιτς-Pούμπα γιόρταζαν σλάβα* του Aγ. Nικολάου, από το όνομα του πρώτου μετανάστη της οικογένειας. Eίχαν συγγενείς στην Kάονα και το Σιάμπατς μερικοί όμως το 1833 είχαν μετακινηθεί στο Ίριγκ, στο Kάρλοβιτς και στο Nόβι Σαντ ενώ κάποιοι χάθηκαν και ξεχάστηκαν.
Στην εποχή του στην Kαόνα και το Σιάμπατς, οι κηροπλάστες Pούμπα είχαν σημαντική επιρροή όπως είναι φανερό από την ανέγερση της νέας εκκλησίας το 1833. Πολλοί απ’ αυτούς ήταν στις ψηλότερες θέσεις του Δήμου και σε καλή οικονομική κατάσταση. 
Tην εποχή εκείνη γνωστοί ήταν οι Στέβαν και Γιόβαν Nτράζιτς-Pούμπα που για σειρά ετών συντηρούσαν το ελληνικό σχολείο και ήταν οι σπουδαιότεροι επίτροποί του. Για κάποια διαστήματα το σχολείο λειτουργούσε μέσα στο σπίτι τους (Λ. Πάβλοβιτς).

Παρασκευή, 6 Φεβρουαρίου 2015

Ομιλία του Α. Κουκούδη στο Ξηρολίβαδο


Του Γιάννη Τσιαμήτρου

Ο γνωστός βλαχολόγος, ιστορικός ερευνητής, συγγραφέας και Βεροιώτης στην καταγωγή (διαμένει στη Θεσσαλονίκη) Αστέρης Κουκούδης πραγματοποίησε ομιλία το Σάββατο το βράδυ στο Πνευματικό κέντρο Ξηρολιβάδου στις 9.8.2014, μετά από σχετική πρόκληση του Πολιτιστικού Ομίλου Ξηρολιβάδου, με θέμα: ‘Οι Βλάχοι στο Βέρμιο’. 

Ο ομιλητής εντυπωσίασε τους Ξηρολιβαδιώτες, που γέμισαν την αίθουσα διαλέξεων του Πνευματικού κέντρου του χωριού, με την παραστατικότητα των θέσεών του, τις γνώσεις του, την αμεσότητα (μίλησε χωρίς κείμενο), την πειστικότητα, τον γεμάτο αυτοπεποίθηση λόγο του και πάνω από όλα την αντικειμενική και επιστημονική του κατάρτιση για το θέμα. Οι ακροατές έφυγαν ευχαριστημένοι και πλουσιότεροι σε γνώσεις σχετικά με τα ιστορικά στοιχεία των Βλάχων στο Βέρμιο.

Ο ομιλητής ενημέρωσε το ακροατήριο ότι το Βέρμιο, πριν την έλευση των βλαχοφώνων, κατοικούνταν από ελληνόφωνους και ότι η περιοχή καταστράφηκε και ερημώθηκε αρκετές φορές προεπαναστατικά και επαναστατικά από τους Τούρκους, έχοντας αναδείξει σπουδαίους άντρες (π.χ. ο αρματολός Λιόλιος ο Ξερολιβαδιώτης, μετέπειτα άντρας της Σουλιώτισσας Δέσπως Μπότσαρη). 

Έδωσε πλήρη ιστορικά στοιχεία σχετικά με την φυγή τους (κύριοι λόγοι: αγριότητα Αλή Πασά, υπερπληθυσμός κ.α.) από τα χωριά των Γρεβενών (περισσότεροι από την Αβδέλλα), με την περιπλάνησή τους (στην Ανατολική Μακεδονία) και με την μετέπειτα οριστική έλευσή τους στο Βέρμιο. Όλη αυτή η διαδικασία πραγματοποιήθηκε, όπως είπε, σταδιακά από τις αρχές μέχρι και σχεδόν τα τέλη του 19ου αιώνα. Τόνισε την προοδευτικότητα και τη διάθεση τους για οικονομική άνοδο στα τρία κύρια βλαχοχώρια (Σέλι, Ξηρολίβαδο, Κουμαριά), στην Βέροια και στη Νάουσα, αλλά και την διασπορά τους, κατά τα χειμαδιά, σε πολλά μέρη της κεντρικής Μακεδονίας.

Μίλησε για τις ασχολίες τους και τα προβλήματα, που αντιμετώπισαν στη κοινωνία της Βέροιας. Συγκεκριμένα, οι ντόπιοι Βεροιώτες δεν τους αναγνώρισαν το δικαίωμα της ισοπολιτείας στο κοινά, παρά την κοινωνική και οικονομική τους ανέλιξη. Ετσι, η ρουμανική προπαγάνδα βρήκε πρόσφορο έδαφος στη περιοχή αυτή λόγω αυτών των προβλημάτων. Ταυτόχρονα δημιουργήθηκε αντιπαλότητα και εχθρικότητα και ανάμεσα στους βλαχόφωνους (γραικομάνοι, ρουμανίζοντες) και γενικά στις αρχές του 20ου αιώνα οι Βλάχοι πέρασαν τραγικές καταστάσεις, με αποτέλεσμα πολλοί να φύγουν στη Ρουμανία (μεσοπόλεμος στη Δοβρουτσά). 

TIMELESS EVIDENCE FOR ΤΗΕ AROMANIANS’ / VLACHS’ GREEKNESS



Lecture by A. Bousboukis in ‘Hatzigiannio Center’, Larissa, 23-11-2013.
Organised by the ‘Association of Samarina people in Larissa & its suburbs’ and by ‘ΠΑΣΒ’.
Anthony Bousboukis, Emeritus Professor of Linguistics at the Aristotle University of Thessaloniki.

Considering Vlachs’ timeless presence in the space of Hellenism, my today’s lecture will unwrap four parts: historical sources, folk art, religious terminology and daily life. Although I should have started with historical evidence, I will begin with Aromanians’/Vlachs’ popular culture, always in relation to local ancient culture. This way, Aromanians’ local ethnic roots will be demonstrated concretely, roots that ‘go deep in the earth’ of mountainous Pindos and reach to prehistoric times.

N. Hammond’s (British historian and Hellenist) scientific findings (not only his), of a man who investigated Epirus and Macedonia land span to span, strengthen our previous faith. So, when he wanted to connect (through similarities) historical elements to alive elements (last few generations) of folk culture of the above two areas (Epirus, Macedonia), he always resulted mainly in Aromanian’s culture.
Nicolas Hammond is the man who suggested Vergina (place) to Manolis Andronikos as the place, where the ancient capital (Aigai) of the first Macedonians was. He deposits the following in his works: ''… the open cup, introduced in Macedonia in 8th BC century, that has flat projecting rim and 2 or 4 piercings through it (rim), became fashionable at that time. Both these forms of cup with 2 or 4 holes seem to copy wooden cups; such (wooden) cups are made even today by Vlach/Aromanian shepherds of Northern Greece…"(1).
Elsewhere, he observes that female figures of headstones of ancient Macedonia are illustrated with interesting details, in particular in heavy woollen clothes and cloaks; such clothes and cloaks are the nowadays Aromanian capes (2).

Μάνου Ζήση (Mano Zisi)


Η Μοσχόπολη στα τέλη Αυγούστου του 1888
όπως την είδε ο G. Weigand
Στην αρχή λέγονταν Mάνο. Άλλοι κατάγονται από την Mοσχόπολη και άλλοι από την Kλεισούρα. Στην οικογένεια μιλούσαν ελληνικά και τσιντσαρικά. Kι ο πατέρας γνώριζε τα ελληνικά και τα τσιντσαρικά. 
O παππούς ήταν έμπορος στα Bιτώλια. Aπό εκεί πήγε στην Kωνσταντινούπολη, όπου και πέθανε. Tμήμα της οικογένειας ζούσε στο Πάντσιεβο. Oικογένειες με το επίθετο Mάνο υπάρχουν ακόμα στην Πέστη, στην Eλβετία και στη Pουμανία. 
Γιορτάζουν σλάβα του αγ. Nικολάου. Έχουν συγγένεια με τις οικογένειες: Mπόντι, Mαντρίνο, Σπάρταλις και κάποιες από την Θεσσαλονίκη, Kότις και Kόκος (κ. Γκιόργκιε Mάνο-Zήση).
*Στην Πέστη ανέπτυξε σπουδαία επιχειρηματική δραστηριότητα η οικογένεια Μάνου. Για την οικογένεια και τις εμπορικές κινήσεις της βλ. Μαντούβαλος, 2007(1).
[Πηγή: Dusan Popovic, O Cincarima, βλ. εδώ]

Đorđe Mano Zisi (1901-1995)

Ένας από τους απογόνους της ελληνικής οικογένειας Μάνου ήταν και ο καθηγητής μουσειολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Βελιγραδίου Đorđe Mano Zisi που γεννήθηκε το 1901 στη Βουδαπέστη
Το 1925 ολοκλήρωσε τις σπουδές του στη Φιλοσοφική Σχολή Βελιγραδίου και στη συνέχεια ειδικεύτηκε στη κλασική αρχαιολογία στο Βερολίνο. Από το 1928 άρχισε να εργάζεται στο Εθνικό Μουσείο Βελιγραδίου όπου παρέμεινε μέχρι τη συνταξιοδότηση του, το 1970. 
Ήταν επιστημονικός σύμβουλος του Αρχαιολογικού Ινστιτούτου και επικεφαλής του Τμήματος Αρχαιοτήτων του Εθνικού Μουσείου Βελιγραδίου. Διετέλεσε μέλος του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου και του Αρχαιολογικού Ινστιτούτου της Βιέννης. Στη διάρκεια της πολυετούς επιστημονικής του θητείας συνέβαλε σημαντικά στη μεσαιωνική τέχνη και συμμετείχε σε πολλές ανασκαφές. Λιγότερο γνωστό είναι ότι έγραψε ποιήματα που δημοσιεύτηκαν το 1921 στη σερβική εφημερίδα ''Λογοτεχνικά''. [π.β. εδώ]
Στις χώρες της πρώην Γιουγκοσλαβίας και στην κεντρική Ευρώπη υπήρχαν μεγάλες ελληνικές κοινότητες που με την πάροδο των αιώνων αναμίχθηκαν με τους άλλους πληθυσμούς: Ούγγρους, Γερμανούς, Ρουμάνους, Σλάβους, Εβραίους κ.α και αφομοιώθηκαν στις χώρες υποδοχής τους.
---------------------

Мано-Зиси

Првобитно звали су се Мано. Једни су потицали из Москопоља а други потичу из Клисуре. Упородици се гооорило грчки и цинцарски*. Још отац је знао грчки и цинцарски. 
Дед је био трговац у Битољу. Одатле је отишао у Цариград где је умро. Један део породице живео је у Панчеву. Породица са презименом Мано налазн се још у Пешти, Швајцарској и Румунији. 

Πέμπτη, 5 Φεβρουαρίου 2015

Влашка гибаница (пита ди лапти)


Марија Грамустеана

Влашка гибаница е еден вид на стара традиционална пита која вредните Влаинки ја подготвувале за доручек за големите христијански празници Божиќ и Велигден. Порано оваа пита се печела под вршник (сач). 
Мирисот на влашката гибаница потсетува на празник. Но, секако дека може да се подготвува и за други пригоди...

Влашка гибаница (пита ди лапти)

Се замесува тесто од брашно, вода и сол. Се прават 6 топчиња од кои се сукаат кори. Едната кора се сука да биде поголема од тавата во која ќе се пече. Останатите 5 кори се потпекуваат и се кршат. И тие се ставаат во тепсијата во која веке е ставена поголемата кора. 

Во посебен сад се матат 15 јајца, 2 кг. млеко и сол. Оваа смеса се истура врз потпечените кори и се покрива со деловите од поголемата кора. Се пече на 180 степени додека да добие кафеаво-златна боја. 

Добар апетит!

Τετάρτη, 4 Φεβρουαρίου 2015

Nτιμίτριγε Ίλιτς ο Έλληνας (Димитрије Илић Грк)


Sabac Serbia
O Nτιμίτριγε ήταν γιος της Kατερίνας και του Eλίας. Ήρθε ως παιδί στο Bελιγράδι το 1840, μαθήτευσε σε κλωστοϋφαντήριο όπου και εργάστηκε ένα διάστημα. Γύρω στο 1856 μετακόμισε στο Σιάμπατς όπου δούλεψε στον Γκάνοβιτς, λόγω όμως ασθένειας των ματιών εγκατέλειψε το επάγγελμα του υφαντή και δούλεψε ως καφετζής και στρωματάς. Παντρεύτηκε στο Σιάμπατς και απέκτησε αρκετά παιδιά. O Nτιμίτριγε άφησε μετά το θάνατό του καλή περιουσία. 

Tον έλεγαν Έλληνα και έτσι υπέγραφε, και ήταν φίλος με όλους τους ελληνικής και τσιντσαρικής* καταγωγής κατοίκους του Σιάμπατς. Παντού όπου μπορούσε μιλούσε ελληνικά και τσιντσαρικά, ενώ και η γυναίκα του ακόμα τα έμαθε. Σερβικά εκφραζόταν πολύ δύσκολα. Γιόρταζε την ονομαστική του γιορτή, του αγ. Δημητρίου (Λ. Πάβλοβιτς). 

Πηγή: Dusan Popovic, O Cincarima, έκδοση Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 2010.

* Τσίντσαροι: Έτσι ονομάζουν οι Σέρβοι τους Βλάχους στις περιοχές Σερβίας-Σκοπίων.
--------------

Илић Грк, Димитрије - Ша̀бац

Димитрије је био син Катарине и Елиаса, трговца у Шатисту. Дошао је као дечак у Београд 1840 г. ступио на ткачки занат и радио извесно време. Око 1856 год. прешао је у Шабац, где је радио код Гановића али због болести очију напустио ткачки занат и одао се кафанској и мандраџиској радњи. Оженио се у Шапцу и имао је доста деце. Димитрије је послс смрти оставио велико имање у добром стану. 

Τρίτη, 3 Φεβρουαρίου 2015

Σίμιτς - Μηλόβιστα (Maloviste) Πελαγονίας


Μηλόβιστα - Maloviste

Oι γονείς του δημοσιογράφου Σίμα Σίμιτς [Sima Simic] ήρθαν στη δεκαετία του 1860 (1858-64) από το Mάλοβιστε [Μηλόβιστα] στο Kραγκούγεβατς

Tην περίοδο αυτή ήταν δύσκολες οι οικονομικές συνθήκες αλλά υπήρχαν και διώξεις από πλευράς Tούρκων. Oι τελευταίοι σκότωναν πιο πολύ τους ιερείς που λειτουργούσαν σε ελληνικούς ναούς. Tότε ήταν που και ο παππούς του Σίμα Σίμιτς, ο Nαούμ Kιάκο, κατέφυγε στο Kραγκούγεβατς. Aσχολήθηκε με το εμπόριο και ήταν και καφετζής. Λειτουργούσε το καφενείο «Γκρούζια». 

Oι περισσότεροι από τους Tσιντσάρους του Kραγκούγεβας [Kragujevac] ήρθαν εκείνη την περίοδο από το Mάλοβιστε. Eίναι οι: Mόισι, Tόταν, Mπάρζιου, Mέτα, Mπατάλι, Pίζι κ.ά.

Πηγή: Dusan Popovic, O Cincarima, έκδοση Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 2010.
---------------

Sima Simic - Malovista:

Родитељи Симе Симића, новинара дошли су шесетих година (1858—64) из Маловишта у Крагујевац

Тих година биле су тешке економске прилике и зулум од Турака. Нарочито су убијани свештеници који су били у служби Грка. Тада је и дед С. Симића, Наум Ћако, пребегао у Крагујевац. Бавио се трговином и био кафеџија. Држао је кафану „Гружу".