Σάββατο, 8 Ιανουαρίου 2011

Γεώργιος Ζαλοκώστας: ο αγωνιστής και ο ποιητής


Γ. Ζαλοκώστας
Δύο βλαχοχώρια στην ηπειρωτική πλευρά των Τζουμέρκων, το Σιράκο και οι Καλαρίτες, στάθηκαν, σε χρόνους μεγάλης οπισθοδρόμησης, εκκολαπτήρια ανδρών με ξεχωριστή παρουσία στο πολιτικό και πολιτισμικό προσκήνιο της Ρωμιοσύνης.

Είναι τα δύο κεφαλοχώρια, που με την ποιότητα των παιδιών τους συνέβαλαν κατά πολύ και αυτά ώστε ν’ακούγεται δικαιολογημένα ο χαρακτηρισμός: εύανδρος Ήπειρος, η Ήπειρος που βγάζει διαλεχτούς άντρες. Ανάμεσά τους, περιορίζομαι  κάτω από την πίεση του χρόνου να αναφέρω μόνο τους: Ιωάννη Κωλέττη, τον μεγάλο αυτόν πανέλληνα και πρώτο συνταγματικό πρωθυπουργό της Ελλάδας ∙ τον Σπυρίδωνα Λάμπρο, καθηγητή στο πανεπιστήμιο της Αθήνας, από τους καλύτερους, και πρωθυπουργό της χώρας, ενώ η θυγατέρα του Λίνα Λάμπρου - Τσαλδάρη υπήρξε η πρώτη ελληνίδα υπουργός στην πολιτική ιστορία του τόπου ∙ τον Κώστα Κρυστάλλη, τον αυθεντικότερο ποιητή, που ύμνησε με τρόπο αξεπέραστο τη ζωή των ανθρώπων του βουνού και της στάνης ∙ τον Σωτήρη Βούλγαρη, που κουβαλώντας την κασέλα με την αργυροχρυσοχοϊκή παράδοση της πατρίδας του, τους Καλαρίτες, έστησε κι ανέδειξε στην αιώνια πόλη, τη Ρώμη, τον γνωστό παγκοσμίως οίκο τέχνης Bulgari. Στον ίδιο χώρο της καλλιτεχνικής δόξας των Αρμάνων- Βλάχων ανήκουν ο Γιώργος Διαμαντής Μπάφας και ο Θανάσης Τσιμούρης,  που από τους ειδικούς τοποθετούνται στο ύψος των μεγάλων καλλιτεχνών της λαϊκής ασημουργίας. Με καταγωγή και αυτοί από τους Καλαρίτες.
Εκείνος, όμως, που συνεδύασε εθνική αγωνιστική δράση και ποιητική δημιουργία είναι ο Γεώργιος Ζαλοκώστας, καθώς τα χέρια του έπιασαν τόσο το καργιοφίλι όσο και την πένα. Έτσι, η πολεμική του δράση γίνεται βιωμένη ηρωική ποίηση, ενώ τα προσωπικά παθήματα και οι καημοί- του γίνονται λυρική πονεμένη, όπως θα δούμε, ποίηση.

Πριν, όμως, παρουσιάσω τη ζωή, τη δράση και το ποιητικό έργο του Γεωργίου Ζαλοκώστα, θεωρώ απαραίτητο να σκιαγραφήσω τον κόσμο από τον οποίο προέρχεται ο μοναδικός αυτός άντρας. Και είναι μοναδικός γιατί, όπως προείπα, φέρει ταυτόχρονα κι επάξια τον τίτλο του αγωνιστή του ’21 και του ποιητή, καθώς κανείς άλλος σύγχρονός του -απ’ ό,τι ξέρω- δεν φέρει τον διπλό ένδοξο αυτόν τίτλο.
Αλλά και η πατρίδα του, το Σιράκο, παρουσιάζει μοναδικά γνωρίσματα, όπως: εκτεταμένη ημινομαδική κτηνοτροφία, βιοτεχνία με τα περίφημα υφαντά και προπάντων τις πολύτιμες για τον καιρός τους κάπες, που η ζήτησή τους έφερνε τους εμπόρους Σιρακιώτες μέχρι την πόλη Κάδιξ της ΝΔ. Ισπανίας, στον Ατλαντικό ωκεανό. Και αν τα ταξίδια στη ΝΔ αυτή άκρα της Ευρώπης μοιάζουν φανταστικά, πόσο μάλλον πιο φανταστικά ακούγονται ταξίδια Αρμάνων κιρατζήδων κι εμπόρων μέχρι το Novgorod, πιο πάνω από τη Μόσχα και προς την Αγία Πετρούπολη, σύμφωνα με την παράδοση από την Αβδέλλα, ενώ πρόσφατα Ξηρολιβαδιώτης έμπορος με πληροφόρησε ότι συνάντησε Βλάχους, εγκαταστημένους από την εποχή της Τουρκοκρατίας, στην Β. Φινλανδία. Πρόκειται για απόγονους αγωγιατών κι εμπόρων από την περιοχή Μοναστηρίου, τα γνωστά μας Μπιτόλια. Βόρεια Φινλανδία: οι Αρμάνοι – Βλάχοι εδώ, λίγο πιο κάτω από τον βόρειο πολικό κύκλο, είναι υπαρκτοί και όχι αρχαίοι μυθικοί υπερβόρειοι…
Ο κόσμος του Σιράκου και των απέναντί του Καλαριτών είχε να επιδείξει: νοικοκυραίους αστούς, κτηνοτρόφους, επιδέξιους βιοτέχνες, ασυναγώνιστους ασημιτζήδες-χρυσοχόους, αεικίνητους καρβανάρηδες-αγωγιάτες και τολμηρούς εμπόρους. Τέτοιο ήταν το ανθρώπινο δυναμικό των δύο αυτών αετοφωλιών που κοίτονται σκαρφαλωμένα στα βράχια των Τζουμέρκων.
Έτσι μπορούμε να μιλάμε για χτυπητές αντιθέσεις του κόσμου αυτού: κτηνοτροφία από την μια και πολιτισμός από την άλλη, ορεινό φτωχό περιβάλλον αλλά και πλούτος  ως προϊόν μόχθου και παραγωγικής ικανότητας, γεωγραφική απομόνωση αλλά και συχνή επαφή με τον έξω κόσμο. Τόσο μάλιστα συχνή επαφή που στα χωριά αυτά, με τους ήμερους αστούς, ο ξένος μπορούσε να πληροφορηθεί για την τρέχουσα αξία των νομισμάτων των κύριων ευρωπαϊκών χωρών .Ενδεικτικά αναφέρω ότι ο πατέρας του Σπυρίδωνα Λάμπρου ήταν διαπρεπής νομισματολόγος κι εννοώ, βέβαια, όχι νομισματοσυλλέκτης. «Οι αδελφοί Λάμπρου (ιδρύουν) τον πυρήνα της συλλογής του Εθνικού Νομισματικού Μουσείου, ενώ παράλληλα ιδρύουν την εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία και τον Φιλολογικό σύλλογο ‘Παρνασσός’» (Ν. Ι. Μέρτζος. Οι Αρμάνοι Βλάχοι. Εκδ. Φιλόπτωχος αδελφότης ανδρών Θεσσαλονίκης. Θες/νίκη 2010,σελ 35). Ο ξένος μπορούσε ακόμα να βρει εδώ πλούσιες ιδιωτικές βιβλιοθήκες και να διαβάσει έργα της κλασικής αρχαιότητας, καθώς και της ευρωπαϊκής πνευματικής παραγωγής.

Αυτός είναι ο κόσμος όπου ανδρώθηκαν οι παραπάνω -και όχι μόνο- ξεχωριστοί άντρες και ανάμεσά τους ο Γιώργος Ζαλοκώστας, που ωστόσο οι περιπέτειες του πατέρα του τον απέσπασαν  από το Σιράκο στα εννιά- του μόλις χρόνια, για να καταλήξει στο  Λιβόρνο της Ιταλίας. Το ξερίζωμα τούτο φέρνει στο νου την εικόνα , που μας προβάλλουν οι στίχοι ενός άλλου πονεμένου ποιητή, του Giacomo Leopardi, καθώς ψάλλει, 
                                           Dal faggio dove io nacqui
                                                 mi separό il vento 
                                      «από την οξυά  /όπου εγώ γεννήθηκα / 
                                         της ξενητιτιάς με χώρισεν αγέρας»
Η μορφή του Ζαλοκώστα για όσους μελετούν την ιστορία της νεοελληνικής ποίησης είναι συνυφασμένη με τον αγώνα του ’21 και την έντονη παρουσία του στον χώρο της ποίησης του καιρού του. Στο ευρύτερο κοινό είναι γνωστός από το ποίημά του «Το φίλημα»
                                           Μια βοσκοπουλα αγάπησα
                                           Μια ζηλεμένη κόρη κτλ.
Το ποίημα αυτό αγαπήθηκε, μελοποιήθηκε, τραγουδήθηκε κι ακόμα τραγουδιέται. Αλλά στα πλακιώτικα δρομάκια, κάτω από την σκιά της Ακρόπολης, ακούγονταν τότε, καθώς τραγουδούσαν, και άλλα μελοποιημένα ποιήματά του.

Στις ημέρες μας η μνήμη του ευτύχησε ν’αναζωπυρωθεί από έναν συντοπίτη του, τον συγγραφέα και φιλόλογο Εμμανουήλ Μαγκλάρα, που σήμερα - χάρη στον Τάσο Βασιάδη, τον ακούραστο φίλο του πολιτισμού και πρόεδρο του Πολιτιστικού Ομίλου Ξηρολιβάδου - θα μας προσφερόταν ,αν δεν προέκυπτε το πρόβλημα με το ταξίδι από την Πάτρα στο χωριό μας, η χαρά να τον έχουμε κοντά μας .Έτσι, τα «Απαντα Γεωργίου  Ζαλοκώστα », που με ιδιαίτερη φροντίδα επιμελήθηκε ο αγαπητός Μανώλης και που εκδόθηκαν το 2008 στα Γιάννενα, είναι το καλύτερο μνημόσυνο που μπορούσαν να του κάνουν οι Σιρακιώτες, για να τιμήσουν τον εκλεκτό πατριώτη τους, που με την πορεία της ζωής και του έργου του τιμά και λαμπρύνει την εικόνα του πολεμιστή του μεγάλου Αγώνα.

Ο Γεώργιος Ζαλοκώστας γεννήθηκε στο Σιράκο το 1805 και πέθανε στην Αθήνα το 1858 σε ηλικία 53 ετών. Ο Χριστόδουλος Ζαλοκώστας, πατέρας του ποιητή, με τον πλούτο, που είχε αποκτήσει σαν έμπορος, μπήκε στο άπληστο μάτι του Αλή Πασά των Ιωαννίνων, που τον φορολόγησε μέχρι την τελική οικονομική εξάντλησή του. Γιαυτό, φοβούμενος ακόμα και για την ίδια τη ζωή του, άφησε στο Σιράκο τη γυναίκα του με τα τρία μικρότερα παιδιά και αυτός, παίρνοντας τον Δημήτρη και τον Γιώργο, πήγε κι εγκαταστάθηκε στο Λιβόρνο της Ιταλίας.
Έτσι, ο Γιώργος Ζαλοκώστας, ξενητεύεται στα εννιά του χρόνια, πριν οι ρίζες του προλάβουν να βυθιστούν βαθιά στον πετρότοπο, όπου γεννήθηκε, αντίθετα μ’ένα άλλο τέκνο του Σιράκου, τον Κώστα Κρυστάλλη, ξενιτεμένο βίαια κι αυτό από τον τόπο του στην ηλικία των δεκαπέντε χρόνων, που τα βιώματα της Πίνδου και ο γλωσσικός πλούτος του λαού της Ηπείρου μέστωσαν μέσα του και μας έδωσαν όχι μόνο ανεπανάληπτα βουκολικά / ποιμενικά ποιήματα αλλά και υποδειγματική χρήση της γλώσσας, τη γνήσια γλώσσα του δημοτικού τραγουδιού.

Και μιας και μιλάμε για Πίνδο και Σιράκο-Καλαρίτες θα δώσουμε το λόγο στον Μανώλη Μαγκλάρα να μας κάνει ένα  σύντομο τοπογραφικό σκίτσο τους:
«Στους πρόποδες -γράφει- της κεραυνοστεφάνωτης Πίνδου κι ανάμεσα σ’απόκρημνες κι ανταροσκέπαστες οροσειρές, εκεί όπου το άγριο τοπίο παντρεύεται το μεγαλείο της φύσης, απλώνονται δύο βραχίονες κι απάνω τους δύο τρανά και γεμάτα ιστορία και δόξα χωριά, το Συράκο και οι Καλαρρύτες. Και κάτω από τα πόδια τους κυλάνε ορμητικά το χειμώνα, ήρεμα το καλοκαίρι, τα νερά του Χρούσα, που κατηφορίζει για να συναντήσει τους παραποτάμους του και μαζί να σμίξουν παραπέρα με τον Άραχθο».

Και λίγο πριν ο Μανώλης Μαγκλάρας παραθέτει «τους πιο επιτυχημένους, όπως τους αξιολογεί, στίχους, που αποδίδουν ανάγλυφα την ιδιομορφία της Ηπείρου», γραμμένους από τον Γ. Κοτζιούλα:
«φτενά χωράφια κρατημένα σε πεζούλια
       κι άπιαστες γίδες που κρεμιούνται σε γκρεμούς
                                                           ετούτ’ είν’ η πατρίδα μας
                                                 μα η Πούλια δε λάμπει πιο καθάρια
                                                            σ’ άλλους ουρανούς»

Από τα βουνά της Ηπείρου θα πάμε τώρα στο Λιβόρνο της Ιταλίας. Εδώ ο πατέρας Ζαλοκώστας επαναδραστηριοποιείται στο εμπόριο  και, παρά τις οικονομικές-του αρχικά δυσκολίες, ενδιαφέρεται για την μόρφωση των παιδιών του. Έτσι , ο Γεώργιος, έχοντας τελειώσει τις εγκύκλιες σπουδές του, εγγράφεται στη Νομική Σχολή της Πίζας. Στην Πίζα είχε σπουδάσει πριν από αυτόν και ο συντοπίτης του Ιωάννης Κωλέττης την ιατρική επιστήμη.

Σιράκο
Στον τόπο, όπου σπουδάζει, μελετάει ιταλούς ποιητές κι εμπλουτίζει τις γνώσεις του στον ρυθμικό λόγο. Η μύηση στην ιταλική ποίηση θα βρει αργότερα έκφραση κι εφαρμογή στην προσωπική του δημιουργία.
Κι ενώ όλα δείχνουν ότι μπροστά του ανοίγεται ένα λαμπρό μέλλον, την προοπτική  αυτή έρχεται να διακόψει  η πολεμική σάλπιγγα, η σάλπιγγα του ξεσηκωμού που αντηχεί από την επαναστατημένη Ελλάδα.
Το περιβάλλον στην Ιταλία και την άλλη Ευρώπη είναι φιλελληνικό, ενώ οι Έλληνες οι εγκατεστημένοι έξω από την σκλάβα πατρίδα, είναι πολλοί και επιτυχημένοι τόσο στο εμπόριο όσο και στα γράμματα. Έτσι, όταν έφτασε η ώρα για να δείξουν την αγάπη τους προς το όραμα μιας ελεύθερης Ελλάδας, τους βρίσκει έτοιμους ν’ανταποκριθούν στο κάλεσμα του μεγάλου Αγώνα.
Με πλοίο από την Μασσαλία οι τρεις Ζαλοκωσταίοι, πατέρας και γιοί, παίρνουν το δρόμο του γυρισμού στο ίδιο πλοίο με τον Μαυροκορδάτο, πολλούς Έλληνες σπουδαγμένους, όπως ο Πολυζωίδης, ο Σέκερης κ.ά., και αρκετούς ξένους αξιωματικούς, κυρίως  Ιταλούς και Γάλλους, και φτάνουν στις 21 Ιουλίου του 1821 στο Μεσολόγγι. Εδώ θα πατήσουν το πόδι τους στα άγια χώματα της αγαπημένης τους πατρίδας ύστερα από τόσα χρόνια ξενητιάς.

Εν τω μεταξύ τα νέα από το Σιράκο ήταν πολύ ανησυχητικά. Τα  μάθαιναν από πρόσφυγες που έφταναν στο Μεσολόγγι: τα δύο κεφαλοχώρια Σιράκο και Καλαρίτες είχαν καταστραφεί, γιατί τόλμησαν να σηκώσουν κεφάλι, για να αποτινάξουν τον τυραννικό ζυγό που τους βάραινε. Οι κάτοικοί του  είχαν σκορπίσει στους τέσσερις ανέμους και οι Ζαλοκωσταίοι, ύστερα από απερίγραπτες περιπέτειες, αντάμωσαν στον Πύργο της Ηλείας, μετά από εφτά χρόνια  Είναι η μάνα Αικατερίνη με τον Σπύρο, τη Μαρία και την Ελένη από την  μια μεριά και ο πατέρας Χριστόδουλος με τον Δημήτρη και τον Γιώργο από την άλλη . Πρέπει να σημειωθεί ότι στον ευρύτερο χώρο του Πύργου της Ηλείας ζουν ακόμη και σήμερα απόγονοι  εκείνων των Σιρακιωτών  προσφύγων ως μια ζωντανή μαρτυρία του τότε χαλασμού που γνώρισαν. Την καταστροφή, που γνώρισαν τα δύο κεφαλοχώρια, ο Γιάννης Μακρυγιάννης την αναφέρει ως χαλασμό κόσμου νοικοκυραίων.
Αλλά, η χαρά από το ξανασμίξιμο  της οικογένειας δεν κράτησε πολύ, γιατί την άλλη χρονιά,το1822,τον ποιητή μας και αγωνιστή χτυπάει διπλή σπάθα, καθώς την ίδια μέρα πεθαίνουν ο πατέρας και η μάνα του. Και το κακό τρίτωσε όταν ο μεγαλύτερος αδελφός του Δημήτριος, που είχε και την ευθύνη της οικογένειας, χάθηκε κι αυτός ένα χρόνο μετά τον θάνατο των γονιών του. Από τότε μέχρι το τέλος της ζωής του ο Γιώργος  Ζαλοκώστας σφραγίζεται, όπως θα δούμε , με το χρώμα του πένθους.
Από την φροντίδα για τα μικρότερά του αδέλφια, τον απαλλάσσει μια θεία του, που τα φιλοξενεί στην Ήπειρο. Εκεί οι δύο αδελφές του καλοπατρεύονται,ενώ του Σπύρου το νήμα της ζωής κόβεται πριν το τέλος της ζωής του Γιώργου.
Δεκαεφτά χρονών ο Γιώργος και απερίσπαστος  από οικογενειακές υποχρεώσεις , με την φλόγα της αγάπης για την πατρίδα να καίει μέσα του και να φωτίζει το όραμα για την αναγεννώμενη από την στάχτη της Ελλάδα, παρουσιάζεται στον τοπικό οπλαρχηγό, τον Αναγνώστη Παπασταθόπουλο, έναν γενναίο και αφοσιωμένο πατριώτη, κοντά στον οποίο έζησε και πολέμησε μέχρι το τέλος του αγώνα.

Πήρε μέρος στις μάχες που έδωσε ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, πολέμησε στις επιχειρήσεις ενάντια στον Ιμπραήμ πασά στα Μαγούλιανα, στην Αλωνίσταινα και  στο Ισαρι. Υπόμεινε με θαυμαστή καρτερία όλες τις ταλαιπωρίες και όλες τις στερήσεις του σκληρού πολέμου, καθώς πήρε  μέρος ενεργό και στην εποποιία του Μεσολογγίου, όπου «αξιώθηκε-σημειώνει ο Μανώλης Μαγκλάρας- να είναι ένας από τους ‘ελεύθερους πολιορκημένους’ της ιερής πολιτείας.,που σώθηκε χάρη στην ηρωική έξοδο, η οποία απετέλεσε ένα πραγματικό θαύμα της Ρωμιοσύνης και συγκλόνισε την ανθρωπότητα».
Μετά την απελευθέρωση κατατάσσεται ως αξιωματικός του οικονομικού κλάδου. Ωστόσο, παρά τα προσόντα που διέθετε, δεν πήγε πολύ ψηλά. Είχε πέσει σε δυσμένεια, γιατί πήρε μέρος στην συνομωσία ενάντια στην καταπιεστική βαυαροκρατία.
Στα 35 χρόνια-του παντρεύεται την Αικατερίνη Παπανικόλα από το Σιράκο. Από τον γάμο του γεννήθηκαν 9 παιδιά. Από αυτά τα 7, κυνηγημένα από μιαν άσπλαχνη μοίρα, πέθαιναν το ένα μετά το άλλο σε νηπιακή  ή πολύ νεαρή ηλικία. Οι θάνατοι αυτοί στάθηκαν η αφορμή για να εμπνευστεί ο Γιώργος Ζαλοκώστας τα περισσότερα από  τα  λυρικά πονεμένα ποιήματά του. Στο  4ο παιδί ,τον Χρήστο, αφιέρωσε το πιο γνωστό ,το πιο όμορφο ποίημά του ο Ζαλοκώστας με  τον τίτλο: «Ο βορειάς που τ’αρνάκια παγώνει».
Από του χάρου τα δόντια γλίτωσαν μόνο ο Ευγένιος και η Βικτωρία. Από τον Ευγένιο προήλθαν και οι απόγονοι της οικογένειας Ζαλοκώστα.
Έτσι, ο Γιώργος Ζαλοκώστας για την συμβίωση με την σύζυγό του, που του στάθηκε τραγική συντρόφισσα μιας ζωής γεμάτης πικρή δοκιμασία και πόνο, θα γράψει στο ποίημα το «Συναπάντημα»: «τη διώχνει η λύπη τη χαρά/τόσο η χαρά είναι λίγη».

Ως ποιητής εμφανίζεται γύρω στην ηλικία των 40 χρόνων. Καθώς έζησε τα κοσμογονικά γεγονότα της Επανάστασης, αφιέρωσε το μεγαλύτερο μέρος της ποιητικής του δημιουργίας στην αφήγηση των μεγάλων στιγμών του Αγώνα και  στην  εξύμνηση των ηρώων του. Σε μακροσκελή ποιήματα διηγείται με πατριωτική έξαρση μάχες και ηρωικές στιγμές του Εικοσιένα, όπως: Το χάνι της Γραβιάς, Αι σκιαί του Φαλήρου, Το Μεσολόγγιον, Αρματωλοί και Κλέπται, Το σπαθί και η κορώνα, Του Γερο-Μούρτου κ.α.
Τα ποιήματα αυτά εκτιμήθηκαν στην εποχή τους, ενώ κάποια βραβεύτηκαν στον Ράλλειο ποιητικό διαγωνισμό.
Τα ηρωικά ποιήματα τα έγραψε στην καθαρεύουσα, γιατί αυτή ήταν η γλώσσα των μορφωμένων Φαναριωτών που, εγκαταστημένοι στην Αθήνα, δημιούργησαν τη λεγόμενη Αθηναϊκή Σχολή. Αντίθετα με τους καθαρευουσιάνους της πρωτεύουσας ,στα Επτάνησα οι ποιητές γράφουν στη δημοτική, όπως ο Σολωμός , ο Βαλαωρίτης κ.α. «…η οικογένεια του ποιητή Αριστοτέλη Βαλαωρίτη καταγόταν από την Βαλαώρα της Ηπείρου, εξάδελφος του ποιητή  Γ. Ζαλοκώστα από το Συράκο» (Ν. Ι Μέρτζος ό.π. σελ. 31).
Στην δημοτική ο Ζαλοκώστας έγραψε τα λυρικά του ποιήματα. Χάρη σε αυτά ο Γιώργος Ζαλοκώστας  είχε γίνει γνωστός στον απλό κόσμο.
Με τη χρήση των δυο μορφών της ελληνικής γλώσσας, την καθαρεύουσα από τη μια και τη δημοτική από την άλλη, ο Ζαλοκώστας γίνεται ο σύνδεσμος ανάμεσα στις δύο σχολές, την Επτανησιακή και την Αθηναϊκή., και συμβάλλει στο πέρασμα της δημοτικής και στον χώρο των ποιητών της πρωτεύουσας, όπου ο Κ. Παλαμάς και ο Γ. Δροσίνης δημιούργησαν τη Νέα Αθηναϊκή Σχολή.

Η καθαρεύουσα του Ζαλοκώστα δεν είναι η δύσκαμπτη γλώσσα των άλλων ομοτέχνων του, καθώς τα ηρωικά του ποιήματα, παρά την κάπως ψυχρή καθαρεύουσά τους, διατηρούν συχνά το ποιητικό αίσθημα και φανερώνουν δημιουργική πνοή. Γραμμένα από τον ποιητή, που έζησε από κοντά τα γεγονότα, ανάδιναν τη μπαρούτη μέσα σε ατμόσφαιρα μαχών. Γι'αυτό και άγγιζαν περισσότερο τον αναγνώστη της εποχής του.
Την ιδέα για τη χρήση της γλώσσας του λαού στην ποίηση ο Γιώργος Ζαλοκώστας την είχε αποδεχτεί, όπως και ο Δ. Σολωμός, στη γη της Ιταλίας, όπου ο μεγάλος Dante Alighieri ήταν το φωτεινότερο παράδειγμα. Ωστόσο, στο περιβάλλον της Αθήνας ο Σιρακιώτης ποιητής έκανε την αναγκαία στροφή -προσαρμογή θα την έλεγα- προς την συντηρητική μορφή της ελληνικής γλώσσας.
Η καθαρεύουσα τον καιρό εκείνο ήταν το καλύτερο όργανο για να εκφράσει κανείς υψηλά διανοήματα, να μιλήσει στην Βουλή, να συντάξει τη διαθήκη του και όποιο δημόσιο έγγραφο. Ήταν η γλώσσα του κράτους και του πεζού επίσημου λόγου. Η γλώσσα του λαού, των ζευγαράδων και των τσομπάνηδων, θα γράψει ο προοδευτικός Γιάννης Κορδάτος, δεν ήταν ακόμα ικανή για να εκφράσει τις παραπάνω επικοινωνιακές γλωσσικές ανάγκες. Ήταν, όμως, η ζωντανή γλώσσα που δοκιμάστηκε με επιτυχία στο χώρο του δημοτικού τραγουδιού και αργότερα με την ποίηση του Σολωμού και των άλλων.
Η καθαρεύουσα αδίκησε αυτούς που την χρησιμοποίησαν, γιατί «ψύχρανε/αφυδάτωσε/στέγνωσε» την ποίησή τους, ενώ στέρησε το λαό από το ψυχοπνευματικό πλούτο, που θα μπορούσε να προσποριστεί, αν έγραφαν στη ζωντανή λαλιά του. Στον πεζό ,όμως, λόγο η καθαρεύουσα στάθηκε το απαραίτητο φίλτρο, απ’όπου έπρεπε να περάσει -και τελικά πέρασε- η  ομιλουμένη γλώσσα, για να βγει η σύγχρονη δημοτική. Έτσι, σήμερα χαιρόμαστε με τη χρήση μιας ζωντανής ,εύκαμπτης/λυγερής γλώσσας, που μεγάλο μέρος στον εμπλουτισμό της σ’ ελληνικά στοιχεία το χρωστάει στην καθαρεύουσα.
Ο Γιώργος Ζαλοκώστας διχάστηκε ανάμεσα στις δύο μορφές της ελληνικής γλώσσας, την καθαρεύουσα και τη δημοτική. Η διχοτομία του ,όμως, αυτή μας επιτρέπει να δούμε, μέσα από τη σύγκριση, και να εκτιμήσουμε τη γνήσια, την έμφυτη ποιητική του φλέβα, όταν εκφράζεται στη δημοτική, και να σκεφτούμε αναλογιζόμενοι από πόση ζωντάνια στέρησε τα ηρωικά του ποιήματα, αυτός που ως ήρωας των αγώνων τα εξύμνησε. Γι'αυτό ο Σπύρος Μελάς, που αξιολογεί τον Ζαλοκώστα ως προσωπικότητα διαλεχτή της εποχής του στον χώρο της ποίησης, τον ψέγει για τους καθαρευουσιάνικους χείμαρρους, που κρίνει  ότι είναι άξιοι να σηκώσουν από τον τάφο τους ήρωες που εξυμνεί, όπως ο Μπότσαρης και ο Τζαβέλλας, για να σκίσουν τη μπαρουτοκαπνισμένη φουστανέλλα τους από αγανάκτιση και οργή για τους ακαταλαβίστικους καθαρευουσιάνικους  στίχους του.
Κρίνοντας τον Ζαλοκώστα ως ποιητή που χρησιμοποιεί και τις δύο μορφές γλώσσας, μπορούμε να πούμε -χωρίς βλαχοκεντρική παρεμβολή- ότι είναι καλός χρήστης τόσο της λόγιας όσο και της λαϊκής ελληνικής, ενώ η ποιητική του τεχνική και η χρήση των μέτρων –κατά κοινή ομολογία- είναι άψογη. Αυτό δείχνει ότι η σπουδή της ιταλικής ποίησης, που έκανε στην πρώτη του εφηβία, δεν πήγε χαμένη.

Στην εποχή μας, που οι αξίες δεν είναι πια δεδομένες και οι ανθρώπινοι χαρακτήρες δοκιμάζονται από την έλλειψη υψηλών στόχων κι έμπρακτων υψηλών παραδειγμάτων, η ζωή του καρτερικού αγωνιστή, του αφοσιωμένου πατριώτη, του τίμιου ανθρώπου με την ευαίσθητη ποιητική ψυχή, που ενσαρκώνει ο βλάχος Γεώργιος Ζαλοκώστας, ας είναι για τους νέους μας το λαμπρό παράδειγμα.

(Ομιλία του ομότιμου καθηγητή του ΑΠΘ κ. Α. Μπουσμπούκη στο  Πνευματικό Κέντρο Ξηρολιβάδου στις 1-8-2010)

Τσιαμήτρος Γιάννης
εκπαιδευτικός - χοροδιδάσκαλος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η κόσμια κριτική και η ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των σχολιαστών είναι σεβαστή. Σχόλια τα οποία υπεισέρχονται σε προσωπικά δεδομένα ή με υβριστικό περιεχόμενο να μην γίνονται. Τα σχόλια αποτελούν καθαρά προσωπικές απόψεις των συντακτών τους. Οι διαχειριστές δεν ευθύνονται σε καμία περίπτωση για τυχόν δημοσίευση υβριστικού ή παράνομου περιεχομένου στα σχόλια των αναρτήσεων.Τα σχόλια αυτά θα διαγράφονται με την πρώτη ευκαιρία.