Δευτέρα, 7 Φεβρουαρίου 2011

Τα αρχοντικά σπίτια στο Ηλιοχώρι (Ντομπρίνοβο)!

Οι κάτοικοι των χωριών αυτών, Πεκλάρι, Κεράσοβο, Χιονιάδες, Πυρσόγιαννη κ.λ.π., ασκούν από αιώνων το επάγγελμα του οικοδόμου ή του τεχνίτου, και το περισσότερον μέρος του χρόνου με το ζεμπίλι και τα εργαλεία της τέχνης ανά χείρας περιόδευαν άλλοτε ολας τας χώρας, φθάνοντας εως το Βουκουρέστι και την Κωνσταντινούπολιν κατά συντροφιάς, που είχαν επί κεφαλής πρωτομαστόρους. Καθένα μάλιστα από τα Μαστοροχώρια ήταν εξειδικευμένο στις οικοδομικές τέχνες: άλλο χωριό έβγαζε κτίστες, πασταδόρους (διακοσμητές), μαρμαρογλύφους, άλλο ξυλουργούς και ξυλόγλυπτες, άλλο ζωγράφους. Όλοι οι τεχνιται αυτοί λέγονταν μαστόροι, οποιαδήποτε και αν ήταν η ειδίκευση τους, και σχημάτιζαν συντεχνίας (εσνάφια). Κάθε πρωτομάστορας είχε την ομάδα του, η οποία περιελάμβανε 10-20 πρόσωπα. Ομάδες όμως που ανελάμβαναν μεγάλες οικοδομήσεις είχαν έως και εκατό εργάτες. Οι μεγάλες αυτές ομάδες μαστόρων έφτιαχναν και τις κομψές γέφυρες με πολλά τόξα, ονομαστές εκκλησιές, μοναστήρια, τζαμιά, μιναρέδες, κωδωνοστάσια κ.λ.π.

Τα παλαιά εκείνα αρχοντόσπιτα των κατοίκων, η πλούσια διακόσμηση τους με τοιχογραφίες και ξυλόγλυπτα, με πλακόστρωτες αυλές, μαρτυρούσαν την οικονομική ευεξία του Ντομπρίνοβου.
Σχεδόν κάθε οικογένεια, από τις περισσότερες, έχει ένα δικό της μέλος στο εξωτερικό. Οι περισσότεροι οικογενειάρχες είχαν κάνει τον έμπορο πολλά χρόνια (δέκα ως είκοσι) σε μια από τις χώρες της Ευρώπης. Το Ντομπρίνοβο είχε τριώροφα και τετραώροφα σπίτια.
Όταν το Σεπτέμβριο του 1819 ο Μητροπολίτης Ιωαννίνων Γαβριήλ το επισκέφθηκε, είχε περίπου 160 ωραία σπίτια. Στα σπίτια εκείνα άρχιζε ο πρώτος όροφος με τα λίγα και μικρά κιγκλιδόφρακτα παράθυρα, και ο δεύτερος με τα περισσότερα και μεγαλύτερα, καθώς και με τα μεγάλα εξώστεγα.
Ενδιαφέρουσα είναι η εσωτερική διαρρύθμιση και η διακόσμηση των επάνω προ πάντων ορόφων, με τις ξυλόγλυπτες οροφές, με τα διακοσμημένα παράθυρα, με τα τζάκια, τους πολύχρωμους φεγγίτες, τις μεσάντες, τα έργα λαϊκής ζωγραφικής των καλών οντάδων. Μερικά από τα αρχοντόσπιτα αυτά ήταν αληθινά μουσεία λαϊκής τέχνης και αρχιτεκτονικής. Όταν τα επισκέπτονταν κανείς, ζούσε την ατμόσφαιρα των οικογενειακών ηθών και εθίμων, και την σχετικά άνετη ζωή των πρώτων εκείνων αστών.
Από επιγραφές που σώζονταν σε μερικά σπίτια μέχρι του έτους 1943, προτού καεί το χωριό από τους Γερμανούς, ήτοι του Νικολαίδου (κυρ Νίκου), Ρέττου (Βλαχούτου), Νίκου Θόδωρου, και άλλων, γνωρίζουμε ότι τα είχαν κτίσει μαστόροι από την περιφέρεια Κονίτσης. Γενικά, εργάστηκαν τεχνίτες από τα Μαστοροχώρια, που έχουν κληρονομήσει την τέχνη τους από πολύ παλιά χρόνια. Μόνον το σπίτι του κυρ Νίκου το έχτισαν οι Περιβολιώτες, διότι τους υποστήριξε στας διαφοράς των με τας γειτονικάς κοινότητας. 
Στα ελληνικά αυτά αρχοντικά δεν υπήρχε ούτε χώρος τραπεζαρίας, ούτε τραπέζι ή καρέκλες, όπως στην ευρωπαϊκή κατοικία, γιατί οι άνθρωποι έτρωγαν «σταυροπόδι» στο πάτωμα ή στα τικλίζια, και τα φαγητά σερβίρονταν κάποτε, ιδίως όταν υπήρχαν καλεσμένοι, σε στρογγυλά χαμηλά τραπεζάκια, τους σοφραδες ή τραπεζοσίνια. Δεν χρειάζεται να προχωρήσουμε σε λεπτομέρειες για τα οικιακά σκεύη (τάσια, σινιά, γκιούμια, στάμνες κ.λ.π.) ούτε να βεβαιώσουμε ότι δεν υπήρχαν ευρωπαϊκά σερβίτσια. Τους οντάδες τους έστρωναν με τα τσούλια και τα μουτάφια, που τα ύφαιναν στον αργαλειό από γιδίσιο μαλλί. Τον μουσαφίρ - οντά τον έστρωναν με τον σαντετέ, δηλαδή το καλό χαλί, φερμένο από τη Βιέννη.
Θα πρέπει να προσθέσουμε ότι το έπιπλο, σε διάφορα στυλ, πού την εποχή εκείνη αποτελούσε το βασικό εξοπλισμό της ευρωπαϊκής κατοικίας, στα ελληνικά αρχοντικά απουσίαζε τελείως. Ούτε κρεβάτια υπήρχαν στα ελληνικά αρχοντικά, γιατί τα κλινοσκεπάσματα της νύχτας, πού τα έστρωναν σε ψάθες επάνω στο ξύλινο δάπεδο των οντάδων, την ήμερα τα μάζευαν στις μεσάντρες ή μουσάντρες (από την τουρκική λέξη μουσαντερά), τις ξύλινες ταμπλαδωτές εντοιχισμένες ντουλάπες.
Το χτίσιμο του μεγάλου αυτού αρχοντικού στοίχιζε πολύ ακριβά.
Κάθε λιθάρι που μετεφέρετο από το λατομείο, που ήταν πάντοτε μακριά (τοποθεσία Βαλερά και Βάλια Γκέλμου) επληρώνετο παράδες 2, για το βγάλσιμο, και 8, για την μεταφορά, ώστε η κάθε πέτρα που έμπαινε πάνω στον τοίχο της οικοδομής στοίχιζε 10 παράδες.
Ο δε Κομιστής έκαμνε 4 δρόμους την ήμερα. Επίσης, οι πλάκες για τη στέγη στοίχιζαν 10 γρόσια, οι μικρές, και έως 100, οι μεγάλες. Πέτρα και πλάκες τις μετέφεραν αϊ πτωχές γυναίκες στην πλάτη τους ή στα φορτηγά ζώα, διότι τα λατομεία ήταν σε δύσβατα μέρη. Η ξυλεία μετεφέρετο από την θέση Τσιοΰμα ντί Μπόρου, για 45-50 παράδες το φορτίο.
Σημείωση: Η τουρκική λίρα, την εποχή εκείνη, είχε 110 γρόσια και κάθε γρόσι σαράντα παράδες. Η λίρα υποδιαιρείτο σε 5 μετζίτια. Μια οκά σιτάρι κόστιζε 20 παράδες, μια οκά λάδι 4 1/2 γρόσια, μια οκά κρέας αρνίσιο 3 γρόσια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η κόσμια κριτική και η ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των σχολιαστών είναι σεβαστή. Σχόλια τα οποία υπεισέρχονται σε προσωπικά δεδομένα ή με υβριστικό περιεχόμενο να μην γίνονται. Τα σχόλια αποτελούν καθαρά προσωπικές απόψεις των συντακτών τους. Οι διαχειριστές δεν ευθύνονται σε καμία περίπτωση για τυχόν δημοσίευση υβριστικού ή παράνομου περιεχομένου στα σχόλια των αναρτήσεων.Τα σχόλια αυτά θα διαγράφονται με την πρώτη ευκαιρία.