Τετάρτη, 20 Απριλίου 2011

Λόγος και προβληματισμοί: Εορτές και πως τις εορτάζουμε.


Από την εφημερίδα "Ο Λόγος του Συλλόγου" Λιβαδιωτών Θεσ/νίκης ''Ο Γεωργάκης Ολύμπιος''

Η συντακτική ομάδα του 'Λόγου', μετά την ολοκλήρωση των πρόσφατων μεγάλων εορτών της Ορθοδοξίας (Πάσχα, Πεντηκοστή, Αγίου Πνεύματος κλπ.), προβληματίστηκε αρκετά για τον 'τρόπο εορτασμού των εορτών', μια που βλέπει ότι οι παλιές καλές και αγνές εποχές έχουν από καιρό τελειώσει, ο δε νέος τρόπος έκφρασης και συμμετοχής του κόσμου έχει πάρει πλέον έναν χαρακτήρα μεταμοντέρνο. Περίσσεψαν π.χ. και φέτος οι μακροσκελείς, πομπώδεις και δίκην διαγγέλματος ευχές προς την συντακτική ομάδα, κυρίως μέσω μηνυμάτων SMS από τα κινητά τηλέφωνα, όπου ο κάθε αποστολέας έβγαλε όλη του την καταπιεσμένη ποιητική φλέβα ή θυμήθηκε τις εκθέσεις αναλόγου θέματος που έγραφε στο λύκειο. Θέτοντας λοιπόν ένα γενικότερο θέμα του εορτασμού αυτών των ημερών, η σύνταξη αποφάσισε να πρωτοτυπήσει και να σχολιάσει την πρόσφατη εορτή του Πάσχα, δημοσιεύοντας κάποιες ιστορικές εικόνες πινάκων με θέματα εμπνευσμένα από την Μεγάλη Εβδομάδα. Θεωρεί ότι είναι εποικοδομητικότερες άλλου τύπου ευχών, τις οποίες ούτως ή άλλως σε προφορικό επίπεδο τις έχουμε δώσει και πάρει όλοι μας, με πολύ λακωνικότερο τρόπο από τα κείμενα SMS. Επίσης θα παραθέσει προς τέρψιν και ενδεχομένως προβληματισμό όλων μας, ορισμένα άρθρα (με τα οποία δεν συμφωνεί υποχρεωτικώς) από τον τύπο των ημερών, τα οποία αλίευσε και τα έκρινε άξια δημοσίευσης. Η ουσία στα κείμενα αυτά αφορά και την κάθε ανάλογη εορτή και τους δοξαστικούς τρόπους που ακολουθούνται τυποποιημένα πλέον. 

Το Καταλόγι της Παναγίας Του Παντελή Μπουκάλα - ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Μεγάλη Παρασκευή, και σίγουρα θα υπάρχουν ακόμα χωριά όπου θ' ακουστεί το Μοιρολόι της Παναγίας: «Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα, σήμερα όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται». Αν το Καταλόι ετούτο έχει αντέξει στο χρόνο, κι αν έγινε λόγος δημοτικός παρά τη λόγια (μεσαιωνική) καταγωγή του (κάποια μοτίβα του πάντως θα μπορούσε να θεωρηθούν πολύ παλαιότερα του Μεσαίωνα, με τις ρίζες να φτάνουν ώς τους ποιητικούς αρχαιοελληνικούς επιταφίους), δεν το οφείλει τόσο (ή δεν το οφείλει αποκλειστικά) στη θρησκευτική πίστη όσο στην αμεσότητα με την οποία η τέχνη του συνάπτει αχώριστα τα ουράνια με τα κοσμικά. Σε όλες τις παραλλαγές του μοιρολογιού, που απλώνονται από τη Θράκη ώς την Κύπρο, από την Κάτω Ιταλία ώς τη Μικρά Ασία και από την Ικαρία ώς τον Πόντο, η Παναγία που θρηνεί είναι μια μάνα από χώμα που κλαίει ένα γιο που πεθαίνει όπως ένας άνθρωπος, όχι όπως ο Υιός του Θεού που πρόκειται να αναστηθεί σε τρεις ημέρες. «Επιάσαν τον Υιούλη μου κι έμεινα ορφανεμένη κι ο κόσμος κλαίει ουρανέ κι η γη σκοτεινιασμένη» ακούμε το θρήνο στην κυπριακή παραλλαγή του, κι είναι σαν να τον ακούμε από τα χείλη κάθε χαροκαμένης μάνας. Η ταύτιση γίνεται αυθόρμητα, γιατί στο μοιρολόι ο θάνατος εννοείται ως ακαμάχητος και η ζωή ως ένα θαύμα που η επανάληψή του δεν είναι εφικτή. Ποια μάνα, ό,τι και
αν πιστεύει, δεν θα ένιωθε πως και ο δικός της ακρότατος πόνος εκφράζεται μέσα από λόγια σαν και τούτα: «Ο ήλιος εσκοτίστηκεν κι όλον το φως εχάθη, και το φεγγάριν τ' ουρανού κατά πολλά επικράνθη. Όρη αναστενάξετε και πέτρες ραϊστείτε και ποταμοί στραγγίσετε και δένδρα μαραθείτε».
Συγκλονιστικός ακούγεται ο θρήνος της Παναγίας και στην απόδοσή του από τον Κώστα Βάρναλη, στο «Φως που καίει». «Ήθελα να ολοκληρώσω τη Μάνα-Σύμβολο» εξηγεί ο ποιητής στα «Φιλολογικά Απομνημονεύματά» του. «Να της δώσω (το κατά δύναμη) όλο εκείνο το απέραντο βάθος, που έχει η πραγματική μητρότητα, που είναι ο πρώτος και έσχατος νόμος της ζωής και όχι θάμα. Αυτό άλλωστε κάνουνε κι οι περισσότεροι εκκλησιαστικοί ύμνοι. Απ' αυτούς πήρα τον τόνο και μάλιστα του Ρωμανού του Μελωδού». Κι ακούγεται πράγματι και του Ρωμανού ο λόγος και άλλων υμνογράφων στο ποίημα του Βάρναλη, όπου το οικείο μας «γλυκύ έαρ» μεταβαίνει στην «άνοιξη» και η «δάμαλις» στη «δαμάλα»: «Φεύγεις πάνω στην άνοιξη, γιε μου καλέ μου, Άνοιξη μου γλυκιά, γυρισμό που δεν έχεις. Η ομορφιά σου βασίλεψε κίτρινη, γιε μου, δεν μιλάς, δεν κοιτάς, πώς μαδιέμαι, γλυκέ μου! Καθώς κλαίει, σαν της παίρνουν το τέκνο, η δαμάλα, ξεφωνίζω και νόημα δεν έχουν τα λόγια».

Όταν η ύλη συγκροτεί σχέση Του Χρήστου Γιανναρά - ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Στη Μεγάλη Εβδομάδα, που σήμερα αρχίζει, θα ήταν εξαιρετικά ελπιδοφόρο αν σιγούσε κάθε παρέμβλητος στη λατρεία λόγος. Ούτε κηρύγματα, ούτε εόρτιες εγκύκλιοι, ούτε διδακτικές επεξηγήσεις και σχολιασμοί των τελουμένων. Να γινόταν σεβαστή η λατρευτική δραματουργία, ακέραιη στη δυναμική σημαντική της.
Για να σιγήσει γόνιμα ο λόγος, πρέπει να έχουν εμπεδωθεί κριτήρια καίριων διακρίσεων: Να μπορούμε να ξεχωρίσουμε τις νοητικές και ψυχολογικές «βεβαιότητες» από τις εμπειρικές ψηλαφήσεις. Τη συναισθηματική αυθυποβολή από την κοινωνούμενη εμπιστοσύνη. Την ατομοκεντρική «συγκίνηση» από την κατανυκτική αυθυπέρβαση. Τη γλώσσα της ελπίδας από τη γλώσσα της προπαγάνδας.
Τέτοιες διακρίσεις δεν διδάσκονται, σπουδάζονται στην πράξη. Όταν λειτουργεί το εκκλησιαστικό γεγονός, φανερώνει τη διαφορά της Εκκλησίας από τη θρησκεία.
Τη φανερώνει με τρόπους συγκεκριμένους, απτούς: Με την αρχιτεκτονική μορφή, τη ζωγραφική τεχνοτροπία, το είδος του μουσικού μέλους, της παραστατικής δραματουργίας. Καταλαβαίνεις τότε, χωρίς νοητικές αναλύσεις, πώς ό,τι αποβλέπει στον εντυπωσιασμό, στη ψυχολογική υποβολή, στην ατομοκεντρική «πνευματική» τέρψη είναι άσχετο με την εκκλησία, είναι μόνο θρησκεία (γεγονός εγκλωβισμένο στις ανάγκες της φύσης του ανθρώπου). Καταλαβαίνεις, χωρίς αισθητικές προτεραιότητες ότι τα ηλεκτρικά καντήλια είναι ψευτιά, τα ηλεκτρικά κεριά (σε μανουάλια και πολυελαίους) είναι απάτη για εντυπωσιασμό ή υστερική μεγαφωνία είναι, εκτός από βαρβαρισμός, και λογική της προπαγάνδας.
Όταν λειτουργεί το εκκλησιαστικό γεγονός, διαπιστώνεις αμέσως ότι μετέχεις στη συγκρότησή του, είσαι μέτοχος όχι θεατής και ακροατής. Μετέχεις στις σχέσεις που το καθιστούν γεγονός, γι' αυτό και ό,τι δεν συγκροτεί σχέση και κοινωνία σχέσεων (ό,τι απευθύνεται στο άτομο, ευφραίνει, συγκινεί, διδάσκει, ηθικοποιεί το άτομο) αποκλείεται από το εκκλησιαστικό γεγονός. Ο,τι είναι ατομικό ανήκει στη θρησκευτική σφαίρα, ψευτοπαρηγορεί τον θάνατο. Εκκλησιαστικό γεγονός είναι το ψωμί, το κρασί, το κερί, το λάδι, τα χρώματα, η μουσική, το λιβάνι, ακόμα και το κάθισμα (το «στασίδι») όταν συγκροτούν σχέση: Δηλαδή, όταν συγκροτούν αναφορά, ευχαριστία (όπως λειτουργεί ως αναφορά και ευχαριστία και το ευτελέστερο αντικείμενο όταν είναι «ενθύμιο» και ζωντανεύει δεσμό ερωτικό).Σε μια θρησκευτική τελετουργία πηγαίνουμε για να εξευμενίσουμε το υπερβατικό, να προσευχηθούμε σ' αυτό, να εξασφαλίσουμε με τη λατρεία μας ατομική αξιομισθία. Το εκκλησιαστικό γεγονός το συγκροτούμε ψάχνοντας έναν τρόπο χρήσης των υλικών πραγμάτων ικανό να ανταποκριθεί στο κάλλος και στη σοφία των υλικών δωρημάτων που συνιστούν και συντηρούν την ύπαρξή μας - τρόπο ικανό να ανταποκριθεί στον έρωτα «μανικού εραστή» και Νυμφίου. Στον τρόπο που φτιάχνεται ένα «στασίδι», στην τεχνοτροπία μιας εκκλησιαστικής εικόνας, στο καντήλι με το λάδι, στο αναμμένο κερί, σπουδάζουμε το πώς η ύλη του κόσμου μπορεί να γίνει αντιχάρισμα στην αγάπη που μας δωρίζεται με την υλική μας υπόσταση και τη συντήρησή της.
Η θρησκευτική τελετουργία είναι «μετάβαση σε άλλο γένος». Εκεί προέχει η ατομική μας ανάγκη όχι το άθλημα της σχέσης. Γι' αυτό και δεν χρειάζεται εικόνες η θρησκευτική τελετουργία, θέλει συναίσθημα και διδακτισμό, άρα νατουραλιστική ζωγραφική, ξανθωπούς Χριστούληδες και γλυκερές μαντόνες. Θέλει ψυχαναγκαστικό εντυπωσιασμό, επομένως θηριώδη μεγάφωνα, διακοσμητικούς φωτισμούς, ψεύτικα λουλούδια, ψεύτικα καντήλια, ψεύτικα κεριά. Θέλει, όπως σε κάθε οργανωμένο θέαμα και ακρόαμα, θέσεις καθημένων, πολλές θέσεις. Θέλει και κήρυγμα - η ποίηση της υμνολογίας δεν αρκεί, η μεθεκτική δραματουργία δεν ενδιαφέρει, η εμπειρική θεολογία των κειμένων δεν κατανοείται. Χρειάζεται λόγο προπαγανδιστικό πεποιθήσεων, λόγο ενθουσιαστικών ψυχολογημάτων, εξουσιαστικού κύρους, επιχειρημάτων, αποδείξεων.
Εύλογα διερωτάται κανείς, αν είναι ίδιος ο δικός μας, σημερινός Χριστιανισμός με τον Χριστιανισμό που σαρκώνεται στη λειτουργική δραματουργία της Μεγάλης Εβδομάδας, ίδιος με τον Χριστιανισμό της σημαντικής των εκκλησιαστικών Εικόνων, των χειροποίητων (χωρίς καλούπι) θόλων και ημιθολίων. Εκείνος, ο άλλοτε Χριστιανισμός μιλούσε για την άγνοια που είναι γνώση, για την απόγνωση που γίνεται σχέση, για τη σιωπή που λογοποιεί την αποκάλυψη. Πείθει ότι ήταν ζωντανό, ενεργό γεγονός εκείνος ο Χριστιανισμός γιατί παρήγε Τέχνη, εκπληκτικά μορφώματα πολιτισμού.
Ο δικός μας, σημερινός Χριστιανισμός δεν παράγει Τέχνη, δεν πλαστουργεί πολιτισμό, δηλαδή δεν δίνει σημάδια ζωής. Αντίθετα, μοιάζει ηδονικά συμβιβασμένος με έναν απαρομοία- στο αισθητικό εκβαρβαρισμό, την αποθέωση του «κιτς». Και παράγει λόγια, φλυαρία καταιγιστική: Κηρύγματα, «ποιμαντικές» εγκυκλίους, ακατάσχετη έντυπη λογοδιάρροια, ραδιοφωνική προπαγάνδα - τρέφει τη διάνοια με ταχυπετή αναίδεια. Ναι, αναίδεια, γιατί ο σημερινός «χριστιανικός» λόγος πουλάει σιγουριά, ξέρει τα πάντα για το άγνωστο, το απερινόητο, το ακατάληπτο. Ξέρει λεπτομέρειες, έχει για όλα πληροφόρηση. Έτσι εξασφαλίζει και το κύρος για να πατρονάρει κάθε πρακτική πτυχή του ενθάδε βίου, να ποδηγετεί ανθρώπους που φοβούνται τη διακινδύνευση της σχέσης, την ευθύνη της ενηλικίωσης.
Για να σιγήσει τη Μεγάλη Εβδομάδα ο παρέμβλητος στην Εκκλησία θρησκευτικός λόγος, πρέπει να λειτουργήσουν κριτήρια διάκρισης του εκκλησιαστικού γεγονότος από τη φυσική ανάγκη του ανθρώπου για θρησκεία. Γενιές Ελλήνων έρχονται στη ζωή και φεύγουν από τη ζωή, δίχως να αξιωθούν να δουν αυτή τη διάκριση ένσαρκη στον λειτουργικό χώρο. Να δουν να λειτουργεί στις εκκλησιές η εγρήγορση που ξεχωρίζει τον ζωτικό έρωτα από την ιδιοτελή αυτάρκεια. 

Αναζητώντας το ''νόημα'' Του Πάνου Θεοδωρίδη - ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ

Πάσχα και Χριστούγεννα, αν δεν είναι απόλυτα γιορτές καταναλωτισμού, το οφείλουν στο ότι περιέχουν και αρκετή λαογραφία. Εντούτοις θεωρούνται πνευματικές εορτές μόνο σε μερικές προτάσεις δημόσιων προσώπων και σε μερικές, πάντοτε επικαιρικές, στήλες εντύπων. Κι αν τα Χριστούγεννα, επειδή βρίσκονται κοντά στην Πρωτοχρονιά, καταφέρνουν να πείσουν κάποιον ή κάποια να ασχοληθεί δυο-τρία λεπτά με τον καιρό που φεύγει και τα χρόνια που κυλούν, το Πάσχα, μεταξύ Ευαγγελισμού και Πρωτομαγιάς, ως επέτειος της άνοιξης, δε μοιάζει καθόλου να επηρεάζει τις καρδιές των ανθρώπων. Οι λέξεις-κλειδιά είναι νηστεία, ο οβελίας, τα τσιμπημένα ζαρζαβατικά, τι καιρό θα κάνει στο πηγαινέλα της εξόδου. Και η αίσθηση του γενικού κοινού περιέχει την εντύπωση ότι τη Μεγάλη Παρασκευή συνήθως βρέχει, ότι οι πασχαλιές μυρίζουν υπέροχα την ώρα του Επιταφίου, ότι τα παιδάκια διεκδικούν όλο και πιο τρελές, όλο και πιο παράλογες λαμπάδες για την πλάκα τους. Το ζήτημα με τα έθιμα είναι ότι μεταξύ άλλων στομώνουν κάθε εσωτερική μελαγχολία, εμποδίζουν το στοχασμό, και δεν εννοώ τον πειρασμό. Τα έθιμα υπάρχουν, αλλά σπανίως είναι ανεκτά χωρίς δικαιολογίες. Δεν έχω ακούσει κανέναν να υποστηρίζει τη νηστεία χωρίς να προσθέτει «και γίνεται μια καλή αποτοξίνωση στον οργανισμό». Δεν έχω συναντήσει καμιά πασχαλιάτικη αγκαλιά, μετά το «Χριστός Ανέστη» που να μη θυμίζει τους ασπασμούς των δεξιώσεων. 

Τα φιλοσοφικά ερωτήματα για το θάνατο και την ανάσταση περιορίζονται σε κάτι αξιοθρήνητες κόντρες μεταξύ «πιστών» και«σκεπτικιστών», αν το φως στον Πανάγιο Τάφο είναι θαβώρειο ή φωσφόρειο. . Ενδεχομένως αρκετοί να παίρνουν την απόφαση να «γίνουν καλύτεροι άνθρωποι», αλλά αμφιβάλλω αν είναι γνωστό τι θα πει «καλύτερος άνθρωπος». Και τα στατιστικά νούμερα, πραγματικά ή φανταστικά, στο ίδιο πόρισμα οδηγούν. Πόση ώρα σκεφτόμαστε την άνοιξη, την αναγέννηση, την ανάσταση; Ίσως ένα λεπτό ανά τέσσερα χρόνια. Πόσοι θα ανοίξουν τα ημερολόγια για να δούνε πότε πέφτει η επόμενη αργία; 99 στους 100, ακόμη και οι άνεργοι. Πόσοι έχουν κόκκινα αβγά στο σπίτι τους; Εννιά στους δέκα. Πόσοι αναρωτιούνται γιατί τα έχουμε; Μήτε ένας στους μύριους. Βέβαια, όλα αυτά έχουν ένα αναπάντεχο αποτέλεσμα, μια παράπλευρη απώλεια: την επικαιρότητα. Για να σπάσει αυτό το κέλυφος της εθιμικής μακαριότητας, ώστε να εμφανιστεί μια πρωτοσέλιδη είδηση, πρέπει να έρθουν τα πάνω κάτω και αντιστρόφως. Οι πολιτικοί το ξέρουν αυτό κι από την πλευρά τους δεν «παράγουν» ειδήσεις, εκτός από τις σχετικές με την εθιμοτυπία. Πάντως, υπάρχει πάντοτε καιρός και ευκαιρία να αναρωτηθούμε για το νόημα των ημερών. Δε δίνουμε στον εαυτό μας καμιά παρηγοριά, κανένα αποκούμπι. Του επιτρέπουμε να χαλαρώσει κάπως το καθημερινό πρόγραμμα, κι αυτό είναι όλο. Ενώ οι χρονιάρες μέρες, επιτρέπουν μια ανεκτίμητη κίνηση: να δεις τη ζωή των άλλων έξω και πέρα από τη δική σου ζωή. 

Με σκαμμένο πρόσωπο Του Ι. Ι. ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗ - ΤΟ ΒΗΜΑ

Ο κατά Χόλιγουντ «ορθόδοξος» Ιησούς είναι ξανθός, ζαχαρένιος, με αγγελικό πρόσωπο και απαλή φωνή - όπως ο Τζέφρεϊ Χάντερ στον «Βασιλιά των Βασιλέων» και ο Ρόμπερτ Πάουελ στον (με ένα Arlekin ξεχνιέμαι) «Ιησού από τη Ναζαρέτ» που σκηνοθέτησε για την τηλεόραση ο Φράνκο Τζεφιρέλι. Αυτές οι ταινίες είναι τα Κλασικά Εικονογραφημένα Πάθη του Ιησού με πλούσιο, αναγνωρίσιμο καστ, μπόλικη φλυαρία, καθόλου φασαρία και πάρα πολλές γραφικότητες. Η συνταγή έλεγε (και λέει) ότι στις «ορθόδοξες» ταινίες περί Χριστού ήξερες τι πρόκειται να δεις, ενώ στις «ανορθόδοξες» ήξερες ότι θα ακολουθήσουν επεισόδια. Τη διαφορά στους «ανορθόδοξους» σινεΧριστούς έκανε η ταινία του Μελ Γκίμπσον «Τα Πάθη του Χριστού», ένα εξουθενωτικό λουτρό αίματος με στόχο τον πόνο του θεατή, όπως ακριβώς πόνεσε ο Ιησούς μεταφέροντας τον σταυρό του στον Γολγοθά. Αν τα «Πάθη» διαφέρουν από τις περισσότερες θρησκευτικές ταινίες είναι στη λυσσαλέα επιμονή ενός θρησκόληπτου σκηνοθέτη να δείξει το φραγγέλιο να εισχωρεί μέσα στις σάρκες του θεανθρώπου, όσο πιο ωμά και γραφικά γίνεται. Έχεις την αίσθηση ότι παρακολουθείς τον «Σχιζοφρενή δολοφόνο με το μαστίγιο» και αν μάλιστα μπούμε στον κόπο να θυμηθούμε τον σάλο που η ταινία προκάλεσε αναστατώνοντας κύκλους εβραϊκών και χριστιανικών οργανώσεων, θα δούμε ότι η όλη φασαρία δεν ήταν τίποτε παραπάνω από ένα θαυματουργό διαφημιστικό τρικ για την προώθηση του έργου. Βασισμένος στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη, ο «Τελευταίος πειρασμός» του εξίσου θρησκόληπτου Μάρτιν Σκορσέζε πριν από 19 χρόνια προκαλούσε την αμφισβήτηση και την οργή χιλιάδων φανατικών οι οποίοι εισέβαλλαν με πριόνια στις καμπίνες προβολής και απειλούσαν να κάψουν τις κινηματογραφικές οθόνες επειδή θεωρούσαν βλάσφημη την εικόνα του Ιησού Χριστού να υποκύπτει στα ερωτικά τραγούδια και στους σεξουαλικούς πειρασμούς της Μαρίας Μαγδαληνής. Ένας Ιησούς αδύναμος και τρωτός, φοβισμένος και σχεδόν υποταγμένος στην αυθεντική προσωπικότητα της ταινίας, τον γρανιτένιο Ιούδα που έβλεπε τον χριστιανισμό ως όχημα για την επανάσταση των Ιουδαίων κατά των Ρωμαίων. Ο Ιησούς μπορεί κάλλιστα να θεωρηθεί ως ένας από τους εμπορικότερους ήρωες στην ιστορία του θεάματος. 
Στην ιστορία των ταινιών που έχουν γευθεί εκατομμύρια δολάρια από τα Πάθη Του, η πλειοψηφία έχει να κάνει περισσότερο με τη λαμπρότητα της παραγωγής παρά με την οικονομία και την ασκητική - όσα, με άλλα λόγια, πρέσβευε ο ίδιος ο Ιησούς. Γι' αυτό άλλωστε και η καθαρότερη σε χριστιανικό πνεύμα ταινία της ιστορίας του κινηματογράφου έχει ευρωπαϊκή ιθαγένεια και είναι το «Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο» ενός κομμουνιστή ποιητή, του Πιερ Πάολο Παζολίνι. Παλεύοντας μεταξύ ιδεολογίας και συναισθήματος, ο Παζολίνι δημιούργησε ένα ασπρόμαυρο διαμάντι μινιμαλισμού που κατάφερε να κάνει σκόνη την αδικαιολόγητη σπατάλη και το λούσο του Χόλιγουντ χωρίς να ξεφύγει γραμμή από το πρωτότυπο κείμενο του Ευαγγελιστή Ματθαίου. Η αίρεσή της είναι καθαρά αισθητική, γιατί εδώ η μορφή του Χριστού θέλει τον θεάνθρωπο να μη μοιάζει ντε και καλά με τις εικόνες Του που στολίζουν εκκλησίες (ο Παζολίνι χρησιμοποίησε έναν μελαχρινό για τον ρόλο του Ιησού, τον φοιτητή Ενρίκε Ιρατσόκι που δεν ήταν καν επαγγελματίας ηθοποιός). Μα και το σκαμμένο πρόσωπο του Γουίλεμ Νταφόε στον «Τελευταίο πειρασμό» απείχε έτη φωτός από τον στιλπνό Ιησού του Χόλιγουντ, την ώρα που ο Τεντ Νίλι στο εκσυγχρονισμένο μιούζικαλ «Ιησούς Χριστός Υπέρλαμπρο Άστρο» (1973) του Νόρμαν Τζούισον θύμιζε «παιδί των λουλουδιών», κάτι που ήταν στην πραγματικότητα ο Νίλι. Την ίδια χρονιά εμφανίστηκε ένα ακόμη μιούζικαλ, ακόμη πιο underground το «Godspell» του Ντέιβιντ Γκριν ήταν η μουσικοχορευτική εκδοχή του Κατά Ματθαίον Ευαγγελίου στο οποίο ο Ιησούς (Βίκτορ Γκάρμπερ) εμφανίζεται βαμμένος σαν κλόουν και με στολή... Superman. Δεν μπορείς να αποκαλέσεις μια κωμωδία όπως το «Ένας προφήτης, μα τι προφήτης» αιρετική, όμως παρ' όλα αυτά η μνημειώδης σάτιρα των Μόντι Πάιθον απαγορεύτηκε σε κάποιες σκανδιναβικές χώρες, κάτι που περιέργως δεν έγινε στη Γερμανία όταν ο Αχτερμπους με τις «Τολμηρότητες στο σινεμά» παρουσίασε τον Ιησού να κατεβαίνει από τον σταυρό και να γίνεται σερβιτόρος! Η πιο βλάσφημη πάντως από τις ταινίες όπου τα Πάθη του Χριστού παρουσιάζονται σε «εκσυγχρονισμένο» πλαίσιο είναι το «Άβε Μαρία» του Ζαν Λυκ Γκοντάρ, όπου η Παρθένος Μαρία εμφανίζεται ως σπουδάστρια, καλαθοσφαιρίστρια και υπάλληλος στο βενζινάδικο του πατέρα της. Ο Ιωσήφ είναι ένας καλοκάγαθος ταξιτζής που, όταν μαθαίνει ότι η Μαρία είναι έγκυος, την κατηγορεί ότι τον απάτησε. Ο Γκοντάρ σχολιάζει τη σχέση που ορίζει το πνεύμα με το σώμα και από την ταινία του που ξεσήκωσε θύελλα διαμαρτυριών δεν απουσιάζουν οι σκηνές του προπατορικού αμαρτήματος. 

Από την εφημερίδα "Ο Λόγος του Συλλόγου
Λιβαδιωτών Θεσ/νίκης ''Ο Γεωργάκης Ολύμπιος''
Τεύχος 9 - 2007
Ευχαριστούμε τον κ. Γιώργο Συνεφάκη
Πρόεδρο του Συλλόγου Λιβαδιωτών Θεσ/νίκης
             ''Ο Γεωργάκης Ολύμπιος''

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η κόσμια κριτική και η ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των σχολιαστών είναι σεβαστή. Σχόλια τα οποία υπεισέρχονται σε προσωπικά δεδομένα ή με υβριστικό περιεχόμενο να μην γίνονται. Τα σχόλια αποτελούν καθαρά προσωπικές απόψεις των συντακτών τους. Οι διαχειριστές δεν ευθύνονται σε καμία περίπτωση για τυχόν δημοσίευση υβριστικού ή παράνομου περιεχομένου στα σχόλια των αναρτήσεων.Τα σχόλια αυτά θα διαγράφονται με την πρώτη ευκαιρία.