Δευτέρα, 13 Ιουνίου 2011

Μετοικεσίες Ζαγορισίων στη Θράκη



ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ  
Στα τελευταία χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, με τους τιμαριούχους άρχοντες, υπήρχε γενική δυσαρέσκεια στην Ήπειρο. Έτσι, όταν εμφανίστηκαν στον ηπειρωτικό χώρο οι Οθωμανοί, το 1430 και συγκεκριμένα ο αντιπρόσωπος του Σουλτάνου Μουράτ του Β’, ο Καρά Σινάν πασάς, τον επισκέφθηκε πρεσβεία από το κεντρικό Ζαγόρι και του παρέσχε τη δυνατότητα διέλευσης προς τα Ιωάννινα με αντάλλαγμα την αυτονομία τους, την αυτοδιοίκηση, την απαλλαγή από τους φόρους και την κατάργηση του τιμαριωτικού καθεστώτος. 
Ο Καρά Σινάν συναινεί με την εξής προϋπόθεση: να στέλνουν οι Ζαγορίσιοι ετησίως ορισμένο αριθμό ανδρών, για να περιποιούνται τα άλογα και να επισκευάζουν τις άμαξες του αυτοκρατορικού στρατού στην Κωνσταντινούπολη. Τα άτομα αυτά λέγονταν ΒΟΪΝΙΚΕΣ, από το βοϊνίκ που σημαίνει ιπποκόμος. 
Στο θεσμό αυτό εντάσσονται το 1479 και τα χωριά του Βλαχοζάγορου, σύμφωνα δε με το θεσμό αυτό, τα χωριά αυτά ήταν ενταγμένα σ’ ένα προνομιακό φορολογικό καθεστώς που υπαγόταν στο Ταμείο της εκάστοτε μητέρας του Σουλτάνου της Βαλιντέ Σουλτάνας. Τα προνόμια αυτά απολάμβαναν το Μέτσοβο. το Περιβόλι και τα άλλα χωριά της περιοχής. 
Στις αρχές του Ι7 αιώνα ο θεσμός αυτός, της αποστολής δηλαδή των Βοϊνίκων, ατονεί, καταργείται και αντικαθίσταται από το θεσμό του “κεφαλικού φόρου” που καταβάλλουν οι Ζαγορίσιοι στους Οθωμανούς, ενώ ουσιαστικά τα προνόμια παραμένουν καίτοι άλλαζαν κατά περιόδους μέχρι το 1868. 
Οι ετήσιες αυτές μετακινήσεις αποτέλεσαν το προδρομικό στάδιο για το μετέπειτα μεταναστευτικό ρεύμα προς αναζήτηση εμποροβιοτεχνικού βιοπορισμού, όπως αναφέρει ο Αστέριος Κουκούδης στο δεύτερο τόμο της εξαίρετης μελέτης του σχετικά με τις μητροπόλεις και τη διασπορά των Βλάχων. 
Άλλες αφορμές είναι ενδεικτικά: Το 1600-1611, στη Θεσσαλία και την Ήπειρο, οι ορεινοί πληθυσμοί, κυρίως βλάχοι., ανταποκρίνονται στο κάλεσμα του Μητροπολίτη Τρίκκης Διονυσίου του Φιλοσόφου, να καταλάβουν τα Ιωάννινα, με άδοξο όμως αποτέλεσμα, ώστε τελικά οι επαναστάτες κυνηγημένοι τρέπονται σε φυγή προς τη Μοσχόπολη, Θεσσαλία και Ανατολική Μακεδονία. Ακολουθεί η γενική πολεμική και επαναστατική αναστάτωση με τη σύγκρουση Ρωσίας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, από το 1768 μέχρι το 1774, με αποκορύφωμα τα Ορλωφικά γεγονότα και την καταστροφή της Μοσχόπολης το 1769.
Παράλληλα, οι Οθωμανοί καταργούν τα προνόμια και επιβάλλουν πλέον σκληρή φορολογία (το χαράτσι) και αυξάνουν γενικά τις οικονομικές απαιτήσεις τους. Οι ληστρικές επιθέσεις Τουρκαλβανών, ιδιαίτερα στα χρόνια της ταυτόχρονης εμφάνισης και κυριαρχίας του Αλή πασά, οι οποίες ξεκινούν από το 1788 μέχρι το θάνατο του Αλή πασά και συνεχίζονται στα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης μέχρι το 1832. Η επανάσταση του Ίλιντεν, το 1903, που υποκινήθηκε από τους Βουλγάρους με επίκεντρο το Κρούσοβο. 
Οι διωγμοί των Χριστιανών από την Ανατολική Ρωμυλία και το Αχρί Τσελεμπί, που άρχισαν το 1885, όταν οι περιοχές αυτές προσαρτήθηκαν στη Βουλγαρία και που κορυφώθηκαν το 1906. Η χάραξη νέων συνόρων το 1912 και η παραχώρηση του Μοναστηρίου και του Κρούσοβου στη Σερβία. Οι ληστρικές επιθέσεις χριστιανών ληστών στις αρχές του 2Οου αιώνα. Η απελευθέρωση της Θράκης, το 1919 και η ένωσή της με την Ελλάδα. 
Σημαντικό ρόλο για τις μετακινήσεις αυτές κατέχει και η μορφολογία του εδάφους. Τα χωριά αυτά είναι κτισμένα σε δυσπρόσιτες πλαγιές της Πίνδου και όπως πολύ παραστατικά αναφέρει ο Ιωακείμ Μαρτινιανός, Μητροπολίτης Ξάνθης, στο βιβλίο του “Συμβολαί εις την ιστορία της Μοσχοπόλεως” σε απόκεντρα κρησφύγετα, εις οροπέδια πολλάκις υψηλά και μαγευτικότατα, με προτίμηση να περιστρέφονται ταύτα πανταχόθεν υπό υψωμάτων και επομένως η καλλιέργεια και η εκμετάλλευση της γης είναι πολύ περιορισμένες. Οι κάτοικοι των χωριών των Γρεβενών, Μετσόβου, Γράμμου, Καστοριάς ασχολούνται περισσότερο με την κτηνοτροφία και είναι στην πλειοψηφία τους ημι-νομάδες. Το καλοκαίρι δηλαδή μένουν στα χωριά τους και το χειμώνα κατεβαίνουν στα χειμαδιά της Θεσσαλίας. Υπάρχουν βέβαια και οικογένειες που ασχολούνται με το εμπόριο, που δημιουργούν μικρές βιοτεχνίες, ενώ υπάρχει και η τάξη των μεταφορέων (των κυρατζήδων) με τα καραβάνια, τα οποία αποτελούνται από 100 και 200 ζώα. Από την τάξη αυτή, των κυρατζήδων, που μετέφεραν μετοίκους, εμπορεύματα και προμήθειες, προέκυψαν αργότερα οι έμποροι. 
Στα χωριά του Ζαγορίου οι κάτοικοι είναι κατεξοχήν μόνιμοι, έχουν περιορισμένη αγροκτηνοτροφική οικονομία, η καλλιεργήσιμη γη είναι ελάχιστη κι έτσι, πολύ νωρίς αναζητούν διέξοδο στη ξενιτιά. Ο υπερπληθυσμός των χωριών αυτών, που οφείλεται και στη συνένωση μικρών οικισμών, ήταν μια άλλη αιτία μετανάστευσης. Ο τόπος δεν τους χωρούσε πια. 
Οι Wace και Τhomson, αναφέρουν ότι σύμφωνα με τις παραδόσεις, η Σαμαρίνα ανάμεσα στα 1769 -1832 είχε φτάσει στο σημείο να έχει 15.000 κατοίκους. Ο Αραβαντινός γράφει ότι η Αβδέλα, το 1856 είχε περίπου 450 οικογένειες. Η Λάιστα κατά τον Poukeville, το 1870 είχε 3.500 κατοίκους. 
Άλλα αίτια είναι οι επιδημίες πανώλης και χολέρας, διάφορα φυσικά φαινόμενα, όπως σεισμοί και κατολισθήσεις.
 ΧΩΡΟΙ ΜΕΤΟΙΚΕΣΙΑΣ 
 Όπως είδαμε, τα αίτια της μετανάστευσης και της μετοικεσίας είναι πολλά. Αυτό που αναζητούν είναι να βρουν προνομιακούς χώρους, για ν’ ασκήσουν δραστηριότητες, εμπορικές κυρίως, με σκοπό τη δυνατόν ταχύτερη απόκτηση οικονομικής επιφάνειας. Οι περιοχές της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης είναι ήδη γνωστές, μια που από τον 15° και 16° αιώνα διασχίζονται από τους Ζαγορίσιους Βοϊνίκους για να φτάσουν στην Κωνσταντινούπολη. Έτσι, όταν καταργείται ο θεσμός των Βοϊνίκων, οι κάτοικοι του Βλαχοζάγορου και των χωριών των Γρεβενών επιλέγουν σαν χώρους εγκατάστασης τις εύφορες πεδιάδες των περιοχών αυτών. 
Οι περιοχές αυτές αποτέλεσαν για τους ορεσίβιους αυτούς κατοίκους την Εδέμ, γιατί εκτός του ότι ήταν εύφορες, ήταν και περάσματα για να φτάσει κανείς στα μεγάλα αστικά κέντρα, την Ανδριανούπολη, Κωνσταντινούπολη, Φιλιππούπολη, καθώς τα διέσχιζε η Εγνατία οδός. 
Η Θράκη ήταν η ενδοχώρα της Κωνσταντινούπολης και αποτελούσε ένα μωσαϊκό εθνοτήτων. Χριστιανοί, Εβραίοι, Βούλγαροι, Αρμένιοι συνδιαλέγονται και κρατούν το εμπόριο στα χέρια τους, μια που οι Οθωμανοί τιμαριούχοι και τσιφλικάδες δεν ασχολούνται με αυτό. Τα μεγάλα καραβάνια που ξεκινούσαν από την ιδιαίτερη πατρίδα των μετοίκων διέσχιζαν μια ορισμένη ορεινή διάβαση, μια παραεγνατία οδό και η διάρκεια του ταξιδιού ήταν ανάλογη, περίπου 30 μέρες. 
Αν παρακολουθήσουμε το χάρτη του Ζαγορίου και ακολουθήσουμε τη διαδρομή που και σήμερα ανήκει στο οδικό δίκτυο, που συνδέει τα Γιάννενα με τα Ζαγοροχώρια μέχρι τα Γρεβενά, θα δούμε ότι συγκεκριμένα στις περιοχές αυτές της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης και ιδιαίτερα της Ξάνθης έχουμε κυρίως μετοίκους από το Ανατολικό και Κεντρικό Ζαγόρι και τα χωριά των Γρεβενών. Έτσι γίνεται φανερό ότι ο ένας παρέσυρε τον άλλο. 
Στον τόπο επιλογής τους δημιουργούνται εστίες, πυρήνες, σαν μικρές αποικίες που ανάλογα με τις συνθήκες υποδέχονται νέα κύματα μεταναστών. Έτσι έχουμε παρουσίες στο Δοξάτο, Άγιο Αθανάσιο, Χωριστή, Προσωτσάνη, Νικηφόρο, Δράμα, Καβάλα, Χρυσούπολη, Γενισέα, Αβδηρα, Βαφέικα, Εύλαλο, Ξάνθη, Ίασμο, Σάπες, Κομοτηνή, Αλεξανδρούπολη, Σώστη, Άνθεια, Φέρρες, Σουφλί, Διδυμότειχο, Ανδριανούπολη, Καλλίπολη, Ραιδεστό, Κωνσταντινούπολη καθώς και σε περιοχές του Αχρί Τσελεμπί, το Πασμακλί, Μελένικο, Ράικοβα, Φάτοβα. 
Σύμφωνα με μαρτυρίες, πρωτοπόροι αυτών των μεταναστευτικών κινήσεων από τα μέσα του 18°’ αιώνα φαίνεται να είναι κυρίως κάτοικοι της Λάιστας. Το 1992 βρέθηκα στο Σμόλιαν -πρώην Πασμακλί- της Βουλγαρίας και εκεί συναντήθηκα με συγγενείς μου, Λαϊστινούς απογόνους μετοίκων που μου επιβεβαίωσαν την παρουσία τους από το 1770 περίπου. Στις αρχές του 2Οου αιώνα είναι μόνο στην περιοχή της Ξάνθης περίπου 80-100 οικογένειες Λαϊστινών, πολύ λιγότερες από Σαμαρίνα και Αβδέλα. Σε πολλές περιπτώσεις είναι οι πρώτοι Χριστιανοί που εγκαταστάθηκαν, σαν δραστήριοι εμποροβιοτέχνες και μάλιστα σε περιοχές που κατοικούσαν αποκλειστικά Οθωμανοί, όπως στο Σαρή Σαμπάν, Κεραμωτή Καγιά Μπουνάρ (Πετροπηγή), Κύργια και Άγιο Αθανάσιο. 
Στον τρίτο τόμο των Προξενικών αρχείων Θράκης, του Πέτρου Γεωργαντζή, ο Γενικός επιθεωρητής Σχολείων, Δημήτριος Σάρος, στις 30 Απριλίου 1906, αναφέρει ότι στα 18 χωριά της περιοχής της Χρυσούπολης είναι εγκατεστημένοι παντοπώλες Βλαχόφωνοι Έλληνες Ηπειρώτες, ιδιοκτήτες κτηματικής περιουσίας και ότι Το Σαρή Σαμπάν προοδεύει με την ανέγερση νέων οικοδομών και την εγκατάσταση καθημερινά περισσότερων Βλαχόφωνων Ηπειρωτών. Και συνεχίζει: Ελληνική κοινότης ήρχισε να καταρτίζεται το 1884, ότε εκτίσθη και η ημετέρα εκκλησία του Αγίου Δημητρίου, δαπάνη και φροντίδα κυρίως Ηπειρωτών (Λαϊστινών) σπάνιων σχεδόν παντοπωλών. Ως διδακτήριον χρησιμεύει ένα δωμάτιο που παραχωρεί στο χάνι του ο Λαϊστινός Παπαδόπουλος. 

Στη Δράμα, αναφέρει πάλι ο Σάρος, το Μάρτιο του 1906, είναι εγκατεστημένοι περίπου 100 Κρουσοβίτες κι ότι στους 3203 Έλληνες οι 1.500 είναι παρεπιδημούντες Ελληνόβλαχοι. Ο ξενιτεμός ξεκινά από την τρυφερή ηλικία των οκτώ, δέκα και δεκαπέντε ετών και στην αρχή οι μέτοικοι γίνονται μπακαλόπαιδα, παιδιά για θελήματα σε ξένες δουλειές, για να μάθουν πρώτα να εκτιμούν «το ξένο ψωμί». Συγχρόνως μαθαίνουν και γράμματα. Σιγά-σιγά δημιουργούν δικές τους δουλειές, επιχειρήσεις, συνεταιρισμούς, επεκτείνουν τις δραστηριότητές τους και σε άλλες περιοχές εκτός των ορίων του Νομού Ξάνθης, γίνονται αρτοποιοί, εστιάτορες, παντοπώλες, οπλουργοί και μαχαιροποιοί, αργυραμοιβοί, χρυσοχόοι, πανδοχείς, ξενοδόχοι, δημιουργούν σησαμοτριβεία, γίνονται μυλωνάδες αλευροβιομήχανο, και ιδρύουν τους πρώτους κυλινδρόμυλους, όπως ο Χριστόφορος Ποάλας, Νίκος Χαληγιάννης και ο Ευάγγελος Μπλέτσας στην Κομοτηνή, οι Ιωάννης Σούρης και Νικόλαος Σοφαρίκας στη Χρυσούπολη και την Καβάλα.
Ασχολούνται με τις εισαγωγές εμπορευμάτων και το καπνεμπόριο, ανοίγουν κινηματογραφικές αίθουσες. Συναλλάσσονται με Οθωμανούς, με τους οποίους διατηρούν πολύ καλές σχέσεις, με άλλους Ηπειρώτες συμπατριώτες, με Εβραίους, Αρμένιους, Βουλγάρους, σ’ όλη τη Θράκη και Ανατολική Μακεδονία, Κωνσταντινούπολη, Θεσσαλονίκη, Γρεβενά, Πασμακλί, Μελένικο, Ράικοβο, Φάτοβα, Μοναστήρι, Σιδηρόκαστρο, όπως όλα αυτά αποδεικνύονται και από τα εμπορικά βιβλία και κατάστιχα της εποχής, που έχω στην κατοχή μου και που χρονολογούνται από το 1897, καθώς και από ομόλογα και συμφωνητικά που ξεκινούν από το 1864. 
Οι μεταρρυθμίσεις που επιφέρει το Τανζιμάτ (δηλαδή νεότεροι νομικοί κανόνες κατά μίμηση της Ευρωπαϊκής νομοθεσίας, σε αντίθεση με το δίκαιο που πηγάζει από το Κοράνι), ξεκινούν από το 1856 και καταργούν στην αρχή το τιμαριακό καθεστώς και δίνουν τη δυνατότητα στους Χριστιανούς υπηκόους να αποκτούν πλέον ιδιοκτησία. Αγοράζουν γη, χτίζουν σπίτια, δικά τους χάνια (με φούρνο και μαγαζί), όπως ονειρεύονταν. Ανεγείρουν ολόκληρα οικοδομικά τετράγωνα με καταστήματα και καπναποθήκες. Μόνο στην Ξάνθη υπήρχαν 10-15 περίπου πανδοχεία και ξενοδοχεία Λαϊστινών. Σε δύο από αυτά, που σώζονται μέχρι σήμερα, μπορεί να διαβάσει κανείς ακόμη και τώρα, τις κτητορικές μαρμάρινες πλάκες: «Αδελφοί ΛαλαΖΗΣΗ, εξ Ηπείρου, 1880» και αντίστοιχα: «ο Δημήτριος Μοράβας - Μαργαρίτης Ιωάννου, Ηπειρώται, έτος 1880». 
Η Ξάνθη, με την ανάπτυξη της καλλιέργειας και επεξεργασίας του καπνού και τη δημιουργία του μονοπωλίου του καπνού, με έδρα την Κωνσταντινούπολη το 1884, την κατασκευή σιδηροδρομικού δικτύου, διανύει τη χρυσή της εποχή στο τέλος του 19” και αρχές του 2Οου αιώνα. Εξάλλου εδώ καλλιεργείται ο περίφημος αρωματικός καπνός, ο μπασμάς, γνωστός με το όνομα Κιρέτσιλερ. 
Η ανοδική αυτή πορεία ανακόπτεται όταν ο Βουλγαρικός στρατός, στις 8 Νοεμβρίου του 1912 καταλαμβάνει τη Δυτική Θράκη και την Ανατολική Μακεδονία. Στη διάρκεια αυτής της κατοχής, που κρατά μέχρι τις 12 Ιουλίου 1913, οι Χριστιανοί υπέστησαν πολλά δεινά, διώκονται, συλλαμβάνονται φυλακίζονται, οδηγούνται όμηροι στη Βουλγαρία. Στη Δράμα και στο Δοξάτο, μεταξύ των σφαγιασθέντων, είναι και Βλαχόφωνοι Έλληνες, στη Χρυσούπολη δολοφονείται από τους Βουλγάρους, ο Λαϊστινός Θεόδωρος Σαχρόνης. Μεταξύ των ομήρων είναι από την Ξάνθη, ο έμπορος και κτηματίας Γεώργιος Λαλαζήσης, ο Παναγιώτης Μπαρτζόπουλος και ο Γεώργιος Χούλας από την Αβδέλα. Από την Κομοτηνή ο Λαϊστινός Χριστόφορος Ποάλας, ιδιοκτήτης του ξενοδοχείου “Κωνσταντινούπολις” και από τα χωριά της Κόνιτσας ο Μπλέτσας Ευάγγελος, πατέρας του πρώην Δημάρχου Κομοτηνής , Δημητρίου Μπλέτσα, οι Λαϊστινοί Νικόλαος και Αλέξιος Αλεξίου από τα Κιμμέρια Ξάνθης. 
Στις 13 Ιουλίου 1913 η Ξάνθη απελευθερώνεται, πριν όμως προφτάσει να πανηγυρίσει την απελευθέρωσή της στις 28 Ιουλίου του 1913, όλη η Δυτική Θράκη μέχρι τον Νέστο, εκτός από την περιοχή της Σταυρούπολης, με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου παραχωρείται στους Βουλγάρους. Οι κάτοικοι εγκαταλείπουν την πόλη κι όσοι μένουν, φυγαδεύουν τις οικογένειές τους πέρα από τον Νέστο, στη Χρυσούπολη, Καβάλα, Δράμα, Θεσσαλονίκη, καθώς και στις ιδιαίτερες πατρίδες τους. Αυτοί που παρέμειναν είναι υποχρεωμένοι να πληρώνουν φόρους δυσβάστακτους. Ορισμένοι συνεχίζουν τις δραστηριότητές τους σε άλλες πόλεις. 
Στις 4 Οκτωβρίου του 1919 η Ξάνθη απελευθερώνεται από το Βουλγαρικό ζυγό. Η 9η μεραρχία, που εισέρχεται νικηφόρα στην πόλη, υπό τις διαταγές του στρατηγού Λεοναρδόπουλου, αποτελείται από Ηπειρώτες στρατιώτες. Μεταξύ αυτών είναι και οι Λαϊστινοί κάτοικοι Ξάνθης πριν τον πόλεμο, Ξάνθης, Νικόλαος Αλεξίκος, Στέργιος Παπαστεργίου, Γεώργιος Γούσιος, Σπύρος Καπετάνης, Ιωάννης Μαργαριτόπουλος, Εμμανουήλ Νούσης, που υπηρέτησαν επί επτά χρόνια στον ελληνικό στρατό. Με την απελευθέρωση της Ξάνθης, της Κομοτηνής και της Αλεξανδρούπολης, την αποχώρηση των συμμαχικών δυνάμεων, την οριστική προσχώρηση της Δυτικής Θράκης στην Ελλάδα, με τη συνθήκη των Σεβρών το 1920, επιστρέφουν όσοι είχαν εγκαταλείψει αυτές τις περιοχές και εγκαθίστανται περισσότεροι βλαχόφωνοι και από άλλες περιοχές. Οι περισσότεροι πρέπει να ξαναρχίσουν από την αρχή, να ξαναχτίσουν τα γκρεμισμένα σπίτια τους, να ξαναστήσουν τις επιχειρήσεις τους. 
Τα πράγματα βέβαια έχουν αλλάξει πολύ. Η μικρασιατική καταστροφή που ακολουθεί φέρνει κύμα προσφύγων, οι συνθήκες διαφοροποιούνται, η χρυσή εποχή της Ξάνθης είναι πια παρελθόν, μια που έχει δημιουργηθεί οικονομικό χάος. Η νέα τους δραστηριοποίηση προχωρεί αργά και δύσκολα, για ν’ ανακοπεί και πάλι με την έναρξη του Β Παγκοσμίου πολέμου. 
Η κατοχή αυτών των περιοχών από τους Βουλγάρους είχε αρνητικό αντίκτυπο σε όλους τους κατοίκους. Πολλοί φεύγουν και ορισμένοι από αυτούς δεν ξαναγυρνούν. Δεν επιστρέφουν στις γενέτειρές τους, μια που ο εμφύλιος πόλεμος που ακολουθεί ερημώνει τα χωριά και επιλέγουν μεγαλύτερα αστικά κέντρα. 
Η γερμανική κατοχή είχε συντελέσει στη φυγή των κατοίκων αυτών των μητροπόλεων, αφού ο γερμανικός στρατός είχε φτάσει στα δυσπρόσιτα αυτά χωριά και είχε κάψει τα περισσότερα σπίτια.
ΠΗΓΗ: Απόσπασμα από αφιέρωμα με τίτλο: "Βλαχόφωνοι Έλληνες" της Χαρίκλειας Μαργαριτοπούλου στο Περιοδικό "Λαϊστινά Νέα" τεύχος 33
Το διαβάσαμε: http://iliochori.blogspot.com/

1 σχόλιο:

  1. Μία διόρθωση μόνο "ΒΟΙΝΙΚ" στις Σλαβικές Γλώσσες σημαίνει Στρατιώτης, πολεμιστής,ΒΟΙΝΑ είναι ο πόλεμος.Το άλογο (ο ίππος) είναι κον. Οπότε μάλλον στρατιώτες θέλανε και όχι ιπποκόμους

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Η κόσμια κριτική και η ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των σχολιαστών είναι σεβαστή. Σχόλια τα οποία υπεισέρχονται σε προσωπικά δεδομένα ή με υβριστικό περιεχόμενο να μην γίνονται. Τα σχόλια αποτελούν καθαρά προσωπικές απόψεις των συντακτών τους. Οι διαχειριστές δεν ευθύνονται σε καμία περίπτωση για τυχόν δημοσίευση υβριστικού ή παράνομου περιεχομένου στα σχόλια των αναρτήσεων.Τα σχόλια αυτά θα διαγράφονται με την πρώτη ευκαιρία.