Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2012

Ορέστη Δ. Κουρέλη - Βλαχόφωνοι Έλληνες (Καταγωγή -Γλώσσα- Ιστορία)


Διαβάσαμε με προσοχή το βιβλίο (284 σελίδων) του έγκριτου φιλολόγου Ορέστη Δ. Κουρέλη με το τίτλο ‘Βλαχόφωνοι Έλληνες, εκδ. Αδελφών Κυριακίδη, α.ε.’ και θα εκθέσουμε τις απόψεις του συγγραφέα με την διαπίστωση ότι ασχολήθηκε πολύ σοβαρά με το θέμα.

Στον πρόλογό του ο συγγραφέας παραδέχεται ότι η εργασία του δεν έχει πρωτογενή ερευνητικό, αλλά περισσότερο συνθετικό χαρακτήρα απόψεων όσων ασχολήθηκαν με το βλάχικο θέμα και αυτή είναι η αλήθεια. Παρουσιάζει το θέμα κατά τρόπο επιστημονικά εκλαϊκευμένο για να είναι προσιτό στον μέσο αναγνώστη και διαπιστώνει για μια ακόμα φορά ότι η ελληνική πολιτεία δεν κατέβαλε την πρέπουσα σημασία να ενημερώσει τον κόσμο για τους δίγλωσσους πληθυσμούς στον χώρο της, δημιουργώντας έτσι σύγχυση εξαιτίας της άγνοιας των περισσοτέρων και της εκπληκτικής επίδοσης της ρουμανικής προπαγάνδας από την άλλη πλευρά.

Δεν πρόκειται να υπεισέλθουμε σε λεπτομέρειες, λόγω του περιορισμένου χώρου ενός σημειώματος, παρά μόνο να εκθέσουμε ορισμένα χτυπητά σημεία του βιβλίου, που θεωρήσαμε ενδεικτικά, όσον αφορά στην καταγωγή, την γλώσσα και την ιστορία των βλαχοφώνων Ελλήνων.
Μας λέει, λοιπόν ο συγγραφέας ότι η έλλειψη γραπτών βλάχικων μνημείων (επειδή η γλώσσα των Βλάχων δεν έχει γραφή) δυσκολεύει πάρα πολύ την έρευνα για την ανεύρεση της ιστορικής αλήθειας, έτσι στόχος του πονήματός του είναι η παράθεση πάρα πολλών στοιχείων για περισσότερη ενημέρωση.
Το συμπέρασμα του είναι ότι οι Βλαχόφωνοι Έλληνες ήταν και είναι γνήσιοι Έλληνες και μάλιστα ο αρχαιότερος και γνησιότερος λαός της Μακεδονίας και η λατινοφωνία τους είναι αποτέλεσμα της πολυετούς επαφής με τους Ρωμαίους κατακτητές.

Όσον αφορά στην βλάχικη γλώσσα (σελ. 280), ο συγγραφέας πιστεύει ότι δεν είναι γλώσσα, αλλά ένα ιδίωμα αποτελούμενο από λέξεις ελληνικές, λατινικές ή λατινογενείς κλπ. Εκθέτει τις απόψεις των γλωσσολόγων Κατσάνη-Ντίνα (περί αυτόνομης νεολατινικής γλώσσας κλπ) θεωρώντας τις απόψεις τους πρωτοποριακές, ωστόσο παραθέτει τις ενστάσεις του, επιχειρηματολογώντας ως εξής:
Θεωρεί ότι το βλάχικο ιδίωμα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως γλώσσα αυτόνομη και ισότιμη με τις άλλες νεολατινικές γλώσσες, όχι μόνο γιατί δεν έχει κρατική υπόσταση, αλλά γιατί είναι τόσο φτωχή σε λεξιλόγιο ώστε αναγκάζεται να δανεισθεί λέξεις από άλλες γλώσσες για να εκφράσει έννοιες (π.χ. αφηρημένες), που δεν μπορούν να αποδοθούν με το υπάρχον βλάχικο λεξιλόγιο. Πιστεύει λοιπόν ότι είναι διάλεκτος της λατινικής με πλήθος ελληνικών λέξεων, όπως διάλεκτοι της ελληνικής είναι η Ποντιακή η Τσακωνική, η Καππαδοκική κλπ.

Οι βλαχόφωνοι Έλληνες μας λέει, δεν αποτελούν μειονότητα και κακώς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τον Φεβρουάριο του 1994 ‘επιδίκασε’ στην Ελλάδα μειονότητα Βλάχων, φέροντας ως επιχείρημα (ο συγγραφέας) την αδιαφορία του Ελληνικού κράτους και την ανάθεση του χαρακτηρισμού των μειονοτήτων (από πλευράς της Ε.Ε.) σε επιστημονικά δυτικοευρωπαϊκά κέντρα χωρίς να συμμετέχουν Έλληνες επιστήμονες σε μόνιμη και επίσημη βάση. Άλλωστε οι Σύλλογοι των Bλάχων, οι Έλληνες γλωσσολόγοι-ιστορικοί ακόμα και οι απλοί άνθρωποι στις πλατείες των χωριών αντιδρούν και μόνο με το άκουσμα των λέξεων ‘μειονότητα’ και ‘σχολεία’. Ακόμα και ξένοι επιστήμονες δεν το δέχονται αυτό, όπως π.χ. ο καθηγητής του πανεπιστημίου Manheim Heinz Richter (1994).

Όσον αφορά στην προέλευση του ονόματος Βλάχος, αφού διατυπώνει και άλλες απόψεις, θεωρεί ως επικρατέστερη αυτήν που θέλει το όνομα να παράγεται από το γερμανικό Welsh, το οποίο μεταδόθηκε από τους Σλάβους όταν εισέβαλαν στο Βυζάντιο (σελ.46). Η δε λέξη Αρμούνος (Romanus-Ρωμαίος-Ρωμιός) δεν δηλώνει εθνικότητα αλλά ιδιότητα, οι Βλάχοι-Αρμούνοι πάντοτε είχαν ελληνική συνείδηση και, όσον αφορά στην καταγωγή τους, υποστηρίζει πως η άποψη, ότι πρόκειται για αυτόχθονες εκλατινισμένους Μακεδόνες, Θεσσαλούς και Ηπειρώτες, είναι η πιο αληθοφανής με σοβαρά και στέρεα αποδεικτικά στοιχεία.

Σημαντικό είναι το σχόλιο του συγγραφέα σχετικά με την γλώσσα και την εθνότητα των Βλάχων στις σελ.53-54 : « Όσον αφορά στην πίστη κάποιων ότι, οι Βλάχοι δεν είναι ούτε Έλληνες, ούτε Ρουμάνοι, ούτε Ιταλοί άποικοι, που ήλθαν, εγκαταστάθηκαν και ρίζωσαν στον περί την Πίνδο χώρο, αλλά ότι είναι Βλάχοι και ανήκουν στο βλάχικο έθνος, αυτό πρέπει να το αποδείξουν. Υπήρχε βλάχικο έθνος; Κι αν υπήρχε, πού είναι ή ποια ήταν η κρατική του υπόσταση; Ποιες λέξεις -έστω ελάχιστες- του βλάχικου λεξιλογίου έχουν τις ρίζες τους στη βλάχικη γλώσσα; Ποιος ιστορικός αρχαίος-Έλληνας ή ξένος αδιάφορο-κάνει μνεία ή υπαινίσσεται έστω την ύπαρξη βλάχικου φύλου; Στην βλάχικη γλώσσα δεν υπάρχει δόκιμο αντίστοιχο του όρου ‘Εθνος’. Η έννοια έθνος αποδίδεται με τις λέξεις που δανείζονται από γλώσσας άλλων εθνών, όπως miletea armaneasca (από το τούρκικο millet), laou armanescu (από το ελληνικό λαός). Σήμερα η πλειονότητα των Ελλήνων και ξένων επιστημόνων δέχεται ότι η διαμόρφωση της βλάχικης γλώσσας συντελέστηκε στην βαλκανική, δηλαδή νότια του Δούναβη. Υπάρχει επίσης η στέρεα πίστη ότι η διάδοση της λατινογενούς αυτής γλώσσας στην Δακία πρέπει να έγινε μέσα από τα βόρεια παρακλάδια της Εγνατίας Οδού».

Επίσης αναφέρει την άποψη των Κατσάνη-Ντίνα από το βιβλίο ‘οι Βλάχοι των Σερρών και της Ανατολικής Μακεδονίας’, σελ. 23 ότι «Η μεγαλύτερη επίδραση που δέχθηκε η Κουτσοβλαχική προέρχεται από την ελληνική γλώσσα και παιδεία. Ιδιαίτερα τα γλωσσικά, που ενσωματώθηκαν από την αρχαία Ελληνική στην Κουτσοβλαχική, μας πείθουν ότι οι εκλατινισμένοι Βλάχοι πρέπει να είχαν ως αρχική μητρική την Ελληνική».

Ο συγγραφέας θεωρεί ότι δεν υπάρχουν μνημεία, που να θυμίζουν ή να υπονοούν ύπαρξη ιδιαίτερης βλάχικης εθνικής παρουσίας και ότι, καθόλη την διάρκεια της παρουσίας τους, οι Βλάχοι πρέπει να ήταν δίγλωσσοι (Mathias Gyoni, Καθηγητής Παν. Βουδαπέστης). Συμφωνεί με την άποψη του συγγραφέα, ιστορικό Αντ. Κολτσίδα ότι οι Ρουμάνοι οφείλουν την γλώσσα τους στους βλαχόφωνους Έλληνες και όχι το αντίστροφο (πρώτα έχουμε εκλατίνιση στα Ν.Α. της Βαλκανικής και μετά στην Δακία). Μάλιστα, σύμφωνα με την άποψη του ακαδημαϊκού Αγαπητού Τσομπανάκη (‘Μακεδονία και Μακεδόνες, Νέα Εστία 132, 1999, 64α), επισημαίνεται έναρξη λατινοφωνίας και πριν ακόμα από την εποχή της Ρωμαιοκρατίας στην Ελλάδα.

Ο κος Κουρέλης επιμένει ότι οι Βλάχοι, οι οποίοι είναι δίγλωσσοι (ή κάποιοι από αυτούς μπορεί να έχασαν τη γλώσσα τους), δεν ξέχασαν ούτε αρνήθηκαν την ελληνική τους καταγωγή. Το ότι χρησιμοποίησαν, δηλαδή για ανάγκες καθημερινές και επικοινωνιακές μια ξένη προς την μητρική τους γλώσσα τότε, δεν σημαίνει ότι απώλεσαν το ελληνικό τους φρόνημα.

Σε άλλο κεφάλαιο σχετικά με τους Βυζαντινούς Χρονογράφους (Κεκαυμένος, Χαλκοκονδύλης, κλπ), οι οποίοι πιστεύουν σε κάθοδο Δακών ή εγκατάσταση Ρωμαίων αποίκων στην Ελλάδα, ο συγγραφέας αντιπαραβάλλει την άποψη του ακαδημαϊκού Κεραμόπουλου, ο οποίος θεωρεί τους χρονογράφους αυτούς ως άκριτους ιστορικούς, που δεν έχουν επίγνωση του ιστορικού τους καθήκοντος και ούτε είχαν στην διάθεση τους βιβλιοθήκες αντάξιες του σκοπού που επεδίωκαν. Ο Κεραμόπουλος, τονίζει ο συγγραφέας, με επιστημονική ακρίβεια, που στηρίζεται σε αδιάσειστα στοιχεία, αποδεικνύει ότι οι Δάκες, όχι μόνον δεν είχαν μετακινηθεί από την πατρίδα τους, αλλά εκλατίνησαν και άλλους λαούς. Στο τέλος του κεφαλαίου, ο συγγραφέας επισημαίνει και είναι προς τιμή του αυτό ότι, σχετικά με την καταγωγή των Βλάχων, ο επιστημονικός κόσμος ακόμα δεν έχει καταλήξει σε σίγουρα συμπεράσματα και ότι για εμάς, που δεν αμφιβάλλουμε την ελληνική καταγωγή των Βλάχων, η έρευνα θα τεκμηριώσει και θα θεμελιώσει πιο πολύ τις απόψεις μας και θα αποστομώσει και εκείνους, που προτείνουν διαφορετικές θεωρίες. Με λίγα λόγια μας λέει ότι, με την έρευνα εμείς δεν έχουμε να φοβηθούμε τίποτα γιατί η έρευνα των τελευταίων ετών μας δείχνει τον δικό μας δρόμο (ελληνική καταγωγή των Βλάχων).

Στο επόμενο κεφάλαιο (προσπάθεια για την ανεύρεση της αλήθειας), ο κος Κουρέλης τονίζει κάτι, που φαίνεται πολύ λογικό (σελ. 83-84): Η ιστορική πραγματικότητα έχει αποδείξει ότι η ελληνική γλώσσα στην αναμέτρησή της με την λατινική πάντοτε υπερείχε. Παράδειγμα το Βυζάντιο. Εκεί που ηττήθηκε η ελληνική από την λατινική, ήταν τα μέρη όπου δεν υπήρχαν κέντρα παιδείας και η λατινική επικράτησε ως γλώσσα πολιτικής και στρατιωτικής διοίκησης. Και τέτοια μέρη ήσαν οι ορεινές περιοχές, που δεν υπήρχαν σχολεία για να διδάσκεται σε αυτά μια επίσημη γλώσσα, όποια και να ήταν αυτή! Έτσι προέκυψε το κράμα του ελληνολατινικού ιδιώματος, τα βλάχικα. Το ότι στην αρχή η ελληνική, ως ανώτερη γλώσσα, υποχώρησε ήταν γιατί οι Έλληνες στην προσπάθειά τους να επικοινωνήσουν με τους κατακτητές, να ικανοποιήσουν προσωπικές φιλοδοξίες και συμφέροντα, λατινοφώνησαν, δηλαδή βλαχοποιήθηκαν (του Ρωμανιστή Αχ. Λαζάρου, ο οποίος ισχυροποιεί αυτή την θέση , αναφέροντας τον Hertzberg).

Στο κεφάλαιο (γνώμες Ελλήνων για την καταγωγή των Βλάχων) παραθέτει τις απόψεις των Κ. Παπαρηγόπουλου, Π. Αραβαντινού και Ν.Α. Βέη (όχι αυτοχθονία των Βλάχων) και φαίνεται να διαφωνεί με αυτούς γιατί εκφράζουν την εποχή τους και γράφουν αβασάνιστα και ατεκμηρίωτα. Εδώ ο συγγραφέας θα έπρεπε να αναφέρει τον προγενέστερο από αυτούς ακαδημαϊκό Κ. Κούμα (τον αναφέρει βέβαια σε άλλο κεφάλαιο), ο οποίος στο έργο του ‘Ιστορία ανθρωπίνων πράξεων’, Βιέννη 1832 σελ. 530, γράφει με κατηγορηματικό τρόπο ότι, οι διασκορπισμένοι στα ορεινά, από την Μακεδονία μέχρι την Πελοπόννησο είναι «οι λεγόμενοι Βλάχοι Μακεδόνες όντες και Θεσσαλοί και Έλληνες το γένος» και αυτό έχει σημασία γιατί το λέει πριν τις εθνικιστές τάσεις και τις προπαγάνδες.

Ο συγγραφέας συνεχίζει και επιμένει ότι η βλάχικη γλώσσα (ένα ανάμεικτο γλωσσικό ιδίωμα με στοιχεία λατινικά, ελληνικά και λίγα σλαβικά) από μόνη της δεν είναι ισχυρός παράγοντας, που μπορεί να επηρεάσει την συνείδηση ενός λαού και να είναι αιτία συμπήξεως Έθνους.

Στην συνέχεια παραθέτει αρκετές πληροφορίες για τις πρώτες μαρτυρίες (6ος αιώνας) ύπαρξης των Βλάχων (τοπωνύμια- Προκόπιος, γραπτές μαρτυρίες ‘retorna, torna frater- Θεοφύλακτος’, μαρτυρία του Ιωάννη Λυδού για λατινοφωνία στην Βαλκανική από όλους με πλειοψηφούντες τους Έλληνες, πρώτη αναφορά από τον Κεδρηνό –‘βλάχοι οδίτες’, κλπ). Σημαντική είναι η αναφορά του στον καθηγητή και ιστορικό Βακαλόπουλο, ο οποίος με υπαινικτικό αλλά ταυτόχρονα σαφή λόγο, απαντά στο πρόβλημα της καταγωγής των Βλάχων, ότι δηλαδή οι ομιλούντες την λατινική γλώσσα την εποχή του Ιωάννη Λυδού (6ος μ.Χ αιώνας) είναι οι σημερινοί βλαχόφωνοι Έλληνας.

Συμπερασματικά, ο συγγραφέας, αφού παραθέτει τις τελευταίες επικρατέστερες απόψεις, οι οποίες θέλουν τους Βλάχους αυτόχθονες Έλληνες, εκλατινισθέντες επί Ρωμαϊκής κυριαρχίας (θεσμός προφυλακών, πολιτική και στρατιωτική Ρωμαϊκή διοίκηση, κλπ), τονίζει την άποψη του Κεραμόπουλου ότι οι Βλάχοι είναι οι πιο γνήσιοι Έλληνες, γιατί ως απομακρυσμένοι ορεσίβιοι ήταν λιγότερο προσιτοί σε επιμειξίες. Δεν έχουμε, λέει κάθοδο από βορρά λαού με το όνομα Βλάχοι και αν κατανοήσουν οι Ρουμάνοι ότι η βλάχικη γλώσσα είναι προγενέστερη της δικής τους, τότε το όλο οικοδόμημα, περί της Δακικής δήθεν καταγωγής των Βλάχων, καταρρέει.

Κατόπιν, μας δίνει πληροφορίες για τους Μογλενίτες (λατινόγλωσσοι Πετσενάκοι), Τσιντσάρους, (Βλάχοι Σερβίας), Κουπατσιαραίους (ελληνόφωνοι ημιορεινής περιοχής Γρεβενών), Αρβανιτόβλαχους (τρίγλωσσοι-βλάχικα, ελληνικά, αρβανίτικα στην σημερινή Αλβανία και έξω από αυτήν σε πολλά μέρη της Ελλάδας). Για τους τελευταίους ο συγγραφέας τονίζει ότι η ρουμανική προπαγάνδα άσκησε ασφυκτική πίεση γιατί ‘ποντάριζε΄ στην φτώχεια που τους διέκρινε. Έπειτα μας πληροφορεί ότι συναντούμε Βλάχους σε όλη την Ελλάδα και στην νότια Βαλκανική και μας ενημερώνει για την διασπορά τους, τις Μητροπόλεις τους (από την εργασία Α. Κουκούδη) και περιγράφει τα χωριά Περιβόλι, Αβδέλλα και Σαμαρίνα.

Παρακάτω στο κεφάλαιο ‘Μακεδονία και έκτασή της’, παραθέτει την άποψη του ιστορικού Α. Βακαλόπουλου ότι τα Σκόπια και το Τέτοβο δεν ανήκουν στην περιοχή της Μακεδονίας και ότι η ενσωμάτωση αυτών στην ‘Γιουγκοσλαβική Μακεδονία’ ήταν μια ευφυής πολιτική πράξη των Σέρβων πολιτικών. Μέχρι δε το 1914, οι έννοιες ‘Μακεδονία’ ως σλαβικό κράτος και ‘Μακεδονικό έθνος’ ήταν άγνωστες. Από τους Σλάβους επιστήμονες, όπως ο J. Cvijic κ.α. στις αρχές του 19ου αιώνα δεν μνημονεύεται χωριστή εθνότητα με το όνομα ‘Μακεδόνες’ γιατί απλά δεν υπήρχε όπως και σήμερα, ξεχωριστό ‘Μακεδονικό Έθνος’, όπως δεν υπάρχει και δεν υπήρχε ‘Βλάχικο Έθνος’.

Στο κεφάλαιο ‘οι Βλάχοι των Σκοπίων’, επισημαίνει ότι οι ντόπιοι πληθυσμοί πριν από την έλευση των Σλάβων ήταν ελληνικής καταγωγής, που είχαν λατινοφωνήσει, το δε επιγραφικό υλικό, που έχει βρεθεί στα ελληνικά και τα λατινικά, δεν αφήνει περιθώρια αμφισβήτησης της ελληνικότητας αυτού του χώρου από αρχαιοτάτων χρόνων.
Η εισβολή των Σλάβων (7ος μ.Χ. αιώνας) επέφερε μια λογική γλωσσική αλλοίωση στους λαούς των Βαλκανίων, πράγμα που δεν συνέβη στους Βλάχους, γιατί οι Σλάβοι δεν επεδίωξαν να κατακτήσουν ορεινά μέρη. Από την άλλη μεριά οι Δακορουμάνοι υπέστησαν μεγάλη γλωσσική σλαβική επιρροή και δεν πρέπει να λησμονούμε ότι μέχρι το 1860 στον γραπτό λόγο χρησιμοποιούσαν το κυριλλικό αλφάβητο.

Επισημαίνει επίσης ότι ο Ελληνισμός είχε τα πρωτεία στον παραδουνάβιο χώρο (αποικίες, ελληνική εκπαίδευση, βυζαντινό πνεύμα, Φαναριώτες) και ότι το όνομα ‘Ρουμανία’ δόθηκε από τον Έλληνα ιστορικό Δανιήλ Φιλιππίδη, ο οποίος από το 1816 έγραψε την ‘Ιστορία της Ρουμανίας’. Οι βλαχόφωνοι Έλληνες (μέρος του Ελληνισμού) είχαν αναπτύξει ιδιαίτερα μέσα στον 18ο αιώνα (αλλά και πρωτύτερα) το εμπόριο, έχοντας ως αρχή την κτηνοτροφία, με μόνιμη κατοικία τα σφύζοντα από ζωή βλαχοχώρια (Κλεισούρα, Νυμφαίο, Λιβάδι Ολύμπου, Συρράκο, Μοσχόπολη, κλπ) και βοήθησαν την Ελληνική Επανάσταση και αργότερα τον Μακεδονικό Αγώνα.
Στις σημερινές ημέρες οι Βλάχοι εγκατέλειψαν, ως επί το πλείστον, τον ποιμενικό τρόπο ζωής.
Διατυπώνει την γνώμη του ότι το γλωσσικό ιδίωμα των Βλάχων κινδυνεύει γιατί οι νεότεροι δεν το ομιλούν πια. Από την άλλη πλευρά εκθέτει την άποψη αυτών, που διαφωνούν για την διατήρηση ‘εν ζωή’ του βλάχικου ιδιώματος, γιατί με αυτόν τον τρόπο δίνεται τροφή σε κάποιους αμετανόητους εκφραστές της ιδέας περί Ιταλο-ρουμανικής καταγωγής των Βλάχων.

Η Δρ. Φιλολογίας, Αικατερίνη Πολυμέρου –Καμηλάκη, μας λέει ο συγγραφέας, υποστηρίζει ότι από επιστημονική πλευρά σε οποιαδήποτε περίοδο της νεοελληνικής Ιστορίας δεν έχει εκδηλωθεί σοβαρή επιθυμία των βλάχικων πληθυσμών να διδαχθούν τα βλάχικα στα σχολεία τους, ενώ στα μεγαλύτερα κέντρα τους λειτούργησαν με επιτυχία ελληνικά σχολεία. Είναι, λέει, τουλάχιστον ανιστόρητο να προτείνεται η διδασκαλία μιας γλώσσας, χωρίς γραπτή παράδοση, με φτωχό λεξιλόγιο και περιορισμένη χρήση.
Ο συγγραφέας, τέλος, στο θέμα αυτό, διαφωνεί με την επιθυμία μερικών για την ίδρυση και λειτουργία βλάχικων σχολείων, διότι αυτό θα σήμαινε αυτόχρημα παραδοχή και αποδοχή ύπαρξης ξεχωριστής βλάχικης εθνότητας και συνείδησης. Μια τέτοια ενέργεια, λέει, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το περί πατρίδος αίσθημα του συνόλου των βλαχοφώνων Ελλήνων και δίνει τροφή σ’εκείνους τους ξενόφερτους προπαγανδιστές, αλλά και στους -λίγους έστω- ντόπιους αρνητές της Ελληνικής τους ρίζας.

Η ελληνική παρουσία στην Δακία, όπως είπαμε, προΰπήρχε της ρωμαϊκής κατάκτησης και στην διαμόρφωση της ρουμανικής γλώσσας συνέβαλαν φυσιολογικά τα ελληνικά και τα βλάχικα από την Μακεδονική Επαρχία. Ο συγγραφέας λέει επίσης, ότι ο ιστορικός Α. Κολτσίδας (στο βιβλίο του, ‘οι Κουτσόβλαχοι’) θέλει να μας πει ότι, ο ελληνικός πληθυσμός των ορεινών περιοχών της Πίνδου ή αλλού, μπορεί να πήρε πάρα πολλά στοιχεία από την λατινική γλώσσα στην επαφή του με τον ρωμαϊκό λαό, σε σημείο που αυτή να κατισχύσει της ελληνικής, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι έχασε την φυλετική και εθνική του ταυτότητα και έγινε Ρωμαίος και πολύ περισσότερο Ρουμάνος.

Στα τελευταία κεφάλαια ο συγγραφέας ασχολείται με το Κουτσοβλαχικό Ζήτημα και τις προσπάθειες αυτονομίας των Βλάχων. Τα αίτια της γένεσής του είναι καθαρά πολιτικά, όπου οι Ρουμάνοι και οι Βούλγαροι, ο καθένας από την πλευρά του ήθελε να δημιουργήσει την Μεγάλη χώρα του (επέκταση συνόρων). Δίνονται στοιχεία για το πώς δημιουργήθηκε (Ραντουλέσκου-Μπλιντινεάνου), πως ιδρύθηκε το Μακεδονορουμανικό Κομιτάτο και ποια ήταν η δράση του Απόστολου Μαργαρίτη στην προπαγάνδα, θέματα τα οποία λίγο πολύ είναι γνωστά. Η ουσία είναι πως, παρά το γεγονός ότι λειτούργησαν Ρουμανικά σχολεία στην Μακεδονία και Ήπειρο (τουρκοκρατούμενες περιοχές), ο Σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ αναγνώρισε τους Βλάχους ως ξεχωριστή εθνότητα (μιλέτ) με νόμο (ιραδέ), εξαγοράστηκαν συνειδήσεις, διεπράχθησαν κακουργήματα σε βάρος Ελλήνων στην Ρουμανία και συνεχίστηκε η λειτουργία των Ρουμανικών σχολείων και μετά την απελευθέρωση της Μακεδονίας με την Συνθήκη του Βουκουρεστίου (1913), κλπ., εν τούτοις η πλειοψηφία των Βλάχων δεν υπέκυψε και δεν άλλαξαν τα ελληνικά φρονήματά τους.

Ο συγγραφέας μας λέει στην πραγματικότητα όλες αυτές οι ενέργειες είχαν πολιτικά συμφέροντα, όπου οι Ρουμάνοι ήθελαν να αποκτήσουν δικαιώματα επί των ελληνοβλαχικών πληθυσμών για να τα χρησιμοποιήσουν διπλωματικά για την καλύτερη διαρρύθμιση των συνόρων τους με την Βουλγαρία (Δοβρουτσά). Αυτό φάνηκε αργότερα (1924-30), όταν με την άδεια της Ελληνικής Κυβέρνησης οι Ρουμάνοι κάλεσαν τους ρουμανίζοντες της Ελλάδας (αλλά και των άλλων Βαλκανικών χωρών) να εποικίσουν την Νότιο Δοβρουτσά για να ‘σπάσουν’ το Βουλγαρικό στοιχείο, που υπερτερούσε. Βέβαια το άσχημο ήταν ότι η Ν. Δοβρουτσά επανήλθε στην Βουλγαρία, οι Βλάχοι, οι οποίοι είχαν ήδη δεινοπαθήσει, κατέληξαν ως πρόσφυγες στην Κωστάντζα και άλλα μέρη της Β. Δοβρουτσάς, ενώ πολλοί από αυτούς μετάνιωσαν που είχαν φύγει από την Ελλάδα. Αρκετοί δε από αυτούς μετά τον Β. Παγκόσμιο πόλεμο εγκατέλειψαν την Ρουμανία προς την Δ. Ευρώπη, μέρος των οποίων αποτελεί τους ‘Σκληροπυρηνικούς’, που ανακινούν τώρα την ιδέα της βλάχικης φυλετικής ιδιαιτερότητας.

Από το κεφάλαιο ‘Ξένοι συγγραφείς για το Κουτσοβλαχικό Ζήτημα’ απομονώνουμε το εξής απόσπασμα: «Η σύγχρονη δηλαδή επιστήμη, σε αντίθεση με τα όσα πίστευαν οι Βυζαντινοί χρονογράφοι, βλέπει την όλη υπόθεση κατά τρόπο εντελώς αντίθετο, αφού θεωρεί την προέλευση των σημερινών Ρουμάνων ως καταγομένων από την ΝΔ Βαλκανική, την Κεντρική και Νότια Αλβανία και ΒΔ Ελλάδα. Οι πληθυσμοί δηλαδή των περιοχών αυτών μετανάστευσαν κατά τους 10-11 αιώνες προς την Ρουμανία με την εισβολή των Σλάβων στα Βαλκάνια τους 7-8 αιώνες, τότε που άρχισαν να συγκροτούνται εθνογενετικά οι Βαλκανικοί λαοί (Αλβανοί, Βούλγαροι, Σέρβοι).

Κατόπιν, ο συγγραφέας, συνεχίζοντας να μας αναλύει το Κουτσοβλαχικό Ζήτημα, επισημαίνει ότι, στο άρμα του πανσλαβισμού, οι Βούλγαροι και οι Ρουμάνοι (Μακεδονορουμανικό Κομιτάτο) διεκδίκησαν τον χώρο της Τουρκοκρατούμενης Μακεδονίας (με την παραπαίουσα Τουρκία εμμέσως να τους βοηθάει, χρησιμοποιώντας το σχέδιο ‘διαίρει και βασίλευε’) με αποκορύφωμα τον Μακεδονικό Αγώνα, ο οποίος δεν περιορίστηκε μόνο στην ένοπλή σύρραξη (1904-1908) αλλά είχε ξεκινήσει νωρίτερα στην ουσία (1870).

Οι Έλληνες υποχρεώθηκαν να αντιπαλέψουν τους Βούλγαρους κομιτατζήδες, τους Τούρκους, την Ρουμανική προπαγάνδα (σχολεία, εκκλησίες) αλλά και τους λίγους βλάχους που ‘ρουμανίσανε’. Οι εχθροί αυτοί (Βούλγαροι, Ρουμάνοι) χρησιμοποίησαν το βίαιο προσηλυτισμό (ελληνοφώνων, βλαχοφώνων, σλαβοφώνων Ελλήνων), που αποσκοπούσε στην αλλοίωση του εθνολογικού χαρακτήρα της τουρκοκρατούμενης Μακεδονίας.

Η ρουμάνικη προπαγάνδα κατά την διάρκεια του Μακεδονικού αγώνα ήταν σε έξαρση και είχαμε συγκρούσεις ανάμεσα στους ‘ρουμανίζοντες’ και τους βλαχόφωνους Έλληνες (ιδιαίτερα στα βλαχοχώρια των Γρεβενών αλλά και αλλού). Η πλειοψηφία όμως των Βλάχων είχε ταχθεί με την ελληνική πλευρά, αντιστάθηκε γενναία και για αυτό θέμα ο συγγραφέας αναφέρει τον Κων/νο Μαζαράκη-Αινιάν, οποίος μεταξύ άλλων γράφει: «….Αι βλαχόφωνοι Ελληνικαί πόλεις ήταν τα πατριωτικότερα Ελληνικά κέντρα…..». Το άσχημο βέβαια ήταν ότι μετά τον Μακεδονικό Αγώνα και όταν τελείωσαν οι βαλκανικοί πόλεμοι με την συνθήκη του Βουκουρεστίου το 1913, προεδρεύοντος του Ρουμάνου πρωθυπουργού Μαγιορέσκου, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, στην προσπάθεια του να κατοχυρώσει την Θεσσαλονίκη και την Μακεδονία στην Ελλάδα, αναγνώρισε την αυτονομία των σχολείων και των εκκλησιών των ‘ρουμανιζόντων’ Βλάχων, παρά την πείσμονα αντίδραση των μη ‘ρουμανιζόντων’ Βλάχων.

Η πρώτη απόπειρα αυτονομίας των Βλάχων έγινε το καλοκαίρι του 1917 από τον ρουμανοδιδάσκαλο Σαμαριναίο Αλκιβιάδη Διαμάντη, ο οποίος με την προστασία της Ιταλικής κυβέρνησης (Α Παγκόσμιος Πόλεμος) ίδρυσε το ‘Πριγκιπάτο της Πίνδου’ με πρωτεύουσα την Σαμαρίνα.. Η ‘δόξα’ αυτοί του κράτους κράτησε μόνο μια ημέρα γιατί οι ίδιοι οι Ελληνόβλαχοι αντέδρασαν.
Τα ρουμανικά σχολεία, παρά την απαράδεκτη από ελληνικής κρατικής πλευράς άγνοια, αβελτηρία και κακή ενημέρωση, δεν ευδοκίμησαν γιατί η πλειονότητα των βλάχων αρνήθηκε στα καλέσματα των Ρουμάνων.

Στην συνέχεια με αφορμή το βιβλίο του Στ. Παπαγιάννη «Βλάχοι και βλαχόφωνοι Έλληνες»,στο οποίο, εν περιλήψη, ο συγγραφέας (Παπαγιάννης) ομιλεί για δύο εθνοτικές ομάδες εχθρικές μεταξύ τους (Βλάχοι-βλαχόφωνοι Έλληνες), παρουσιάζοντας μια τρίτη λύση (της καταγωγής των καθαρόαιμων Βλάχων από ‘μεταφυτευμένους’ λατινόφωνους πληθυσμούς), ο Κουρέλης θεωρεί την θεωρία του ιστορικά μάλλον αστήρικτη και τάσσεται υπέρ της άποψης των Κεραμόπουλου, Λαζάρου, Κολτσίδα, Εξάρχου, Στεφ. Σωτηρίου κ.α., οι οποίοι δεν πιστεύουν σε εποικισμούς Ρωμαίων και κάθοδο των Δάκων στην Βαλκανική. Ο συγγραφέας μας λέει ότι αν υπήρχαν λίγοι ‘μεταφυτευμένοι’ βλάχοι, αυτοί συγχωνεύτηκαν και αφομοιώθηκαν με το ελληνικό στοιχείο, όπως παλιότερα οι Αρβανίτες.

Άρα η απόφαση για αυτονομία και με το ‘Πριγκιπάτο της Πίνδου’, αλλά και αργότερα με την ‘Ρωμαϊκή Λεγεώνα’(2ο Παγκόσμιο πόλεμο) με τον ίδιο πρωταγωνιστή (Αλκιβιάδη Διαμάντη) ξεκίνησε από αλλού (Ιταλία, Ρουμανία). Στην συνέχεια λέει περισσότερα για την ‘Ρωμαϊκή Λεγεώνα (περισσότερο Ιταλοκατεθυνόμενη) με πρωταγωνιστές τους Διαμάντη και Ματούση, οι οποίοι θέλησαν να εγκαταστήσουν de facto βλάχικο κράτος στις περιοχές Θεσσαλίας Δ. Μακεδονίας και Ηπείρου, προχωρώντας σε πράξεις βίας με εκφοβισμούς και εκβιασμούς βλαχόφωνων οικογενειών.

Ευτυχώς οι ίδιοι οι βλαχόφωνοι Έλληνες αντέδρασαν δυναμικά και η προσπάθεια απέτυχε. Ο συγγραφέας τάσσεται με την άποψη του Ε. Αβέρωφ ότι υπήρξε ‘Κουτσοβλαχικό Ζήτημα’ και διαφωνεί με τον Γ. Έξαρχο, ο οποίος το υποβαθμίζει ( στο βιβλίο του ‘Αυτοί είναι οι Βλάχοι’) και εμμέσως προσπαθεί να δικαιολογήσει τον Ματούση. Ο κ. Κουρέλης επιμένει ότι ακόμα και τώρα οι βλαχόφωνοι Έλληνες δεν πρέπει να εφησυχάζουν, ούτε η Ελληνική Πολιτεία πρέπει να μένει αδρανής, τονίζοντας αυτολεξεί την άποψη του Ε. Αβέρωφ στο βιβλίο του ‘Η πολιτική πλευρά του Κουτσοβλαχικού Ζητήματος’, σελ. 207-216 : «……πιστεύω αδιστάκτως ότι, παρά την σιγή τους, οι παλιοί ρουμανικοί πυρήνες των Κουτσοβλάχων της Ελλάδος εξακολουθούν να υπάρχουν, ότι είναι φανατικότεροι από πριν και ότι περιμένουν την πρώτη κατάλληλη ευκαιρία να εκδικηθούν …».

Ο συγγραφέας επίσης τονίζει ότι υπήρξαν κάποιοι προδότες από μέρους των Βλάχων με αντεθνική δράση, ωστόσο δεν πρέπει να αποδώσουμε συλλογική ευθύνη στους βλαχόφωνους Έλληνες συλλήβδην και η προσφορά των Βλάχων στην Ελλάδα είναι τεράστια. Συνιστά την επαγρύπνηση των βλαχοφώνων Ελλήνων, διαφωνεί με την άποψη του Στ. Παπαγιάννη (βιβλίο του ‘Βλάχοι και βλαχόφωνοι Έλληνες’) να μην υπάρχουν ‘καθαρόαιμοι’ Βλάχοι ως ειδικοί σύμβουλοι στις αρμόδιες υπηρεσίες και να μην υπάρχουν Σύλλογοι και Ομοσπονδία Βλάχων, απεναντίας είναι υπέρ των Συλλόγων Βλάχων γιατί έτσι κάνουν όλες οι πληθυσμιακές ομάδες στην Ελλάδα (Πόντιοι, Σαρακατσάνοι κλπ), οι οποίοι έχουν το δικαίωμα να διατηρήσουν τις παραδόσεις τα ήθη και τα έθιμά τους.

Όσον αφορά δε στα συνέδρια που γίνονται κατά καιρούς (Ελλάδα και εξωτερικό ), θα πρέπει οι σύνεδροι να είναι προσεκτικοί και το συνέδριο να μην αλλάξει πορεία και να μην έχει τον σκοπό δημιουργίας εθνικής συνείδησης, διαφορετικής από την ελληνική. Άλλωστε, ένα τέτοιο περίπου συνέδριο έγινε στην Λάρισα τον Ιούνιο του 1998 το οποίο ήταν ‘κλειστό’, αποκλείστηκαν Έλληνες επιστήμονες και βρέθηκαν εκεί ‘εντελώς τυχαία’ Βλάχοι από το εξωτερικό, οι οποίοι είχαν εκφραστεί καθαρά υπέρ Βλάχικης εθνότητας. Ας μην ξεχνάμε και το ‘Αντάμωμα των Βλάχων’ στην Μοσχόπολη το καλοκαίρι του 2010, όπου από το ‘Συμβούλιο των Αρμάνων’ επιδόθηκε ψήφισμα για απαίτηση αναγνώρισης Περιφερειακού Λαού Βλάχων στις χώρες, που αυτοί ζούνε, με την αυτονόητη παράλληλη αναγνώριση αυτονομιστικών δικαιωμάτων.

Στο τέλος του προτελευταίου κεφαλαίου με τίτλο ‘Η ανεπίσημη προπαγάνδα στην εποχή μας’, ο συγγραφέας λέει τα πράγματα με το όνομά τους. Αναφέρει ότι μετά τον εμφύλιο Ρουμάνοι μειονοτικοί ή καθαρά Βλάχοι (άλλαξαν όνομα) επισκέπτονται την Ελλάδα και συζητούν με τους Βλάχους ως Βλάχοι προς Βλάχους, ενδιαφερόμενοι τάχα για την ιστορία και την ρίζα τους με απώτερους σκοπούς. Παρά το γεγονός ότι ο συγγραφέας διαπιστώνει ότι οι Βλάχοι στην Ελλάδα έχουν βαθιά ριζωμένη την ελληνική συνείδηση, παραθέτει το γεγονός ότι οι Αβέρωφ, Αχ. Λαζάρου, Στ Παπαγιάννης κ.α. έχουν σοβαρούς λόγους να πιστεύουν σε προσπάθεια επανεργοποίησης μηχανισμών για ανακίνηση του ξεχασμένου Κουτσοβλαχικού Ζητήματος από ορισμένη μερίδα Βλάχων, πράγμα που έχει ενισχυθεί και με αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου επιδίκασης Βλάχικης μειονότητας (1994) στην Ελλάδα. Αυτά δεν πρέπει να μας καθησυχάζουν, όπως και ο Jancu Perifan, συχνός επισκέπτης του ελληνικού χώρου (τώρα τελευταία κρίθηκε ανεπιθύμητος στην Ελλάδα), ο οποίος θεωρεί τους Βλάχους ξεχωριστή εθνότητα και αγωνίζεται να έχουν δικό τους κράτος στα Βαλκάνια. Μήπως πρόσφατα το 2005 δεν έχουμε απόφαση της FUEN (Federal Union of European nationalities) στο Βουκουρέστι, που καλεί την Ελλάδα και την Αλβανία να παράσχουν εδαφική και διοικητική αυτονομία στους Βλάχους των χωρών τους;

Τελειώνοντας ο συγγραφέας εκφράζει την προσωπική του άποψη ότι η έρευνα για τα αίτια της ανωμαλίας, που δημιούργησαν ορισμένοι φίλοι των Ρουμάνων και των Ιταλών, πρέπει να συνεχιστεί για να ικανοποιηθεί τελικά το ‘περί πατρίδας αίσθημα’ των Βλάχων και, κάνοντας μια αυτοκριτική ότι ποτέ δεν υπήρξε σε όλη του τη ζωή εριστικός ούτε είχε εχθρούς σε όλη του την προσωπική και επαγγελματική ζωή και καριέρα, καταλήγει ως εξής: «…Είμαι διατεθειμένος να συγχωρήσω ακόμα και τον οποιοδήποτε εχθρό μου που με έβλαψε με λόγους ή με πράξεις εμένα προσωπικά. Δεν μπορώ να συγχωρήσω ανθρώπους, οι οποίοι εσκεμμένα και κατ’εξακολούθηση έβλαψαν την πατρίδα μου. Γιατί πατρίδα είμαστε ΕΜΕΙΣ, δεν είμαι ΕΓΩ…».

Του Τσιαμήτρου Ιωάννη
εκπ/κού-χοροδιδασκάλου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η κόσμια κριτική και η ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των σχολιαστών είναι σεβαστή. Σχόλια τα οποία υπεισέρχονται σε προσωπικά δεδομένα ή με υβριστικό περιεχόμενο να μην γίνονται. Τα σχόλια αποτελούν καθαρά προσωπικές απόψεις των συντακτών τους. Οι διαχειριστές δεν ευθύνονται σε καμία περίπτωση για τυχόν δημοσίευση υβριστικού ή παράνομου περιεχομένου στα σχόλια των αναρτήσεων.Τα σχόλια αυτά θα διαγράφονται με την πρώτη ευκαιρία.