Τρίτη, 24 Απριλίου 2012

Σωτήρης Σγούρος


Σωτήρης Τόγελος, Σωτήρης Σγούρος, 
Σωτήρης Γοργογέτας
Του Γρηγόρη Χατζηλυμπέρη


To όνομα Σωτήρης Σγούρος, για μας τους Γαρδικιώτες, αλλά και για τους θιασώτες της ελληνικής παραδοσιακής μουσικής, δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Υπήρξε ένας από τους κορυφαίους δημοτικούς κλαρινίστες. Ένας μουσικός που, μέσα από την προτίμηση του κόσμου και τη δημοφιλία του, συνέβαλε αποφασιστικά στην ευαισθητοποίηση του κόσμου και ιδιαίτερα των νέων ανθρώπων στην πατρώα μας μουσική, αλλά και την προστάτεψε σε εποχές αλλοίωσης και παραχάραξης. Ένας πραγματικός «κύριος», κατά κοινή ομολογία, στο πατάρι, γεγονός που τον έκανε πάντοτε να ξεχωρίζει. Ένας από τους τελευταίους εκπροσώπους της γενιάς των πρώτων μεταπολεμικών μουσικών, μιας γενιάς που, παρά τα βάσανα και τη φτώχεια, υπήρξε και η τελευταία που βίωσε την παράδοση ως καθημερινή πράξη, σιμά στον χώρο και το χρόνο που αυτή γεννήθηκε, αλλά και έζησε από κοντά τους προπολεμικούς μουσικούς. 
Αυτός είναι και ο λόγος που ο Σωτήρης, παρά τις δυσκολίες και τους όποιους «συμβιβασμούς» του επαγγέλματος, παρέμεινε αυθεντικός, με ένα σοφά λιτό, βιωματικό παίξιμο που άγγιζε και ξεσήκωνε παλαιοτέρους και νεοτέρους, ένα παίξιμο που ανέβλυζε από την ψυχή όλων μας. Και με αυτό το παίξιμο αρραβώνιασε, πάντρεψε, βάφτισε, γλέντησε και πανηγύρισε γενεές και γενεές. Αυτό το παίξιμο τον καταξίωσε και τον οδήγησε να συνεργαστεί με πολλούς άλλους μεγάλους του δημοτικού τραγουδιού σε Ελλάδα και εξωτερικό (ενδεικτικά αναφέρουμε τους Τάσο Χαλκιά, Ογδοντάκη, Σέμση, Καρύπη, Νταράλα, Βάιο Μαλλιάρα). Αλλά ήταν επίσης αυτό το παίξιμό του, μέσα από το οποίο ανέδειξε την Τρικαλινή παράδοση και την κοιτίδα του, το τρανό Γαρδίκι Ασπροποτάμου, το οποίο ποτέ δεν ξέχασε και αγάπησε ίσαμε τη ζωή του. 
Αλλά εκτός από το ξακουστό του κλαρίνο, ο Σωτήρης ο Σγούρος είχε ξεχωριστό μεράκι και για το τραγούδι. Ένα τραγούδι που έβγαινε από την ψυχή του. Απόδειξη πως μόνο άμα βρισκόταν σε γλέντι με μερακλήδες, με ανθρώπους που ένιωθαν το δημοτικό τραγούδι και τις αξίες που αυτό εκφράζει, άμα ερχόταν στο κέφι, τότε έπιανε το μικρόφωνο και μας θύμιζε τραγούδια ξεχασμένα, τραγούδια παλιακά και αυθεντικά. Τραγούδια που μας ξεσήκωναν, τραγούδια που μιλούσαν στην καρδιά μας, τραγούδια-διδάγματα για κάθε νέο άνθρωπο και ιδιαίτερα για τους νέους δημοτικούς μουσικούς. 
Ωστόσο, πέρα από τη διάσταση του μεγάλου μουσικού, ο οποίος κατά καιρούς υπήρξε αντικείμενο έως και ακραίων εκδηλώσεων θαυμασμού, ο Σωτήρης ο Σγούρος είχε μια ξεχωριστή ανθρώπινη διάσταση. Πρόκειται για την ανθρώπινη πλευρά ενός μεγάλου καλλιτέχνη, πέρα από την επαγγελματική του σχέση με το κοινό, που συνθέτει το παζλ της προσωπικότητάς του. Είναι αυτή η διάσταση του Σωτήρη που λίγοι άνθρωποι είχαμε την ευκαιρία να ζήσουμε από κοντά και να εξερευνήσουμε, και αυτή που τον καταξίωσε στη συνείδησή μας ως αγνό και απλό άνθρωπο, ως άνθρωπο της δράσης και της προσφοράς.

Σε μια από τις εμφανίσεις του στην κρατική τηλεόραση
Ο Σωτήρης ο Σγούρος γεννήθηκε το 1929, στο Γαρδίκι Ασπροποτάμου. Η οικογένειά του, άνθρωποι απλοί, κτηνοτρόφοι και βιοπαλαιστές. Ο πατέρας του, όπως πολλοί Γαρδικιώτες που αναζητούσαν τότε την τύχη τους στην πρωτεύουσα, διατηρούσε το χειμώνα μια μικρή βιοτεχνία παραγωγής χαλβά στον Πειραιά, στα Παλιατζίδικα. Σ’αυτήν την περιοχή, ο Σωτήρης έζησε μεγάλο μέρος από τα πρώτα δέκα χρόνια της ζωής του, με τους δικούς του ανθρώπους να είναι όμως πάντα κοντά στην παράδοση και τα ήθη του λαού μας, πάντα πιστοί στον τόπο καταγωγής τους. Μάλιστα, η μητέρα του ήταν καλλίφωνη και δεινή αοιδός των δημοτικών μας τραγουδιών, και αυτό φαίνεται ότι επέδρασε ευεργετικά στο μικρό Σωτήρη, ο οποίος μέχρι και το τέλος της ζωής του την μνημόνευε με ιδιαίτερη συγκίνηση. Μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον αυτό, ο Σωτήρης εμφάνισε από μικρή ηλικία μια ιδιαίτερη κλίση για τη μουσική και τα πνευστά, προσπαθώντας με αυτοσχέδιες φλογέρες να γιατρέψει τον έμφυτο αυτό πόθο του. Και ήταν μεγάλη η χαρά του όταν, πριν καλά καλά κλείσει τα δέκα του χρόνια, είδε στην βιτρίνα ενός μαγαζιού με μουσικά στον Πειραιά ένα κλαρίνο. Ένα κλαρίνο που δεν πρόλαβε να αγοράσει τότε, αλλά το λιμπίστηκε και χαράχτηκε ανεξίτηλα στη μνήμη του.
Με την κήρυξη του πολέμου του ’40, η οικογένεια του επέστρεψε οριστικά στην πατρώα γη του Ασπροποτάμου. Εκεί ήταν που ο Σωτήρης έκανε τα πρώτα του μουσικά βήματα, πάνωστα ακούσματα της φύσης και των βουνών μας, κοντά στα βοσκοτόπια και τα καταράχια του Γαρδικίου. Εκεί αγάπησε αγνά και άδολα την παράδοση, εκεί έπαιξε με τηφλογέρα του στα πρόβατα και στα γλέντια των καθημερινών ανθρώπων, μέσα από την ψυχή του, πολύ πριν συνειδητοποιήσει την έννοια του επαγγελματισμού. Ακόμα και όταν σε ηλικία 14 ετών, το 1943, έπαιξε για πρώτη φορά σε γάμο στο Γαρδίκι, με ένα κλαρίνο δανεικό του ερασιτέχνη Χρήστου Σδρένια, ακολουθούσε απλά και μόνο την έμφυτη αγάπη του για το δημοτικό τραγούδι, χωρίς να μπορεί -σαφώς- να διανοηθεί ότι τότε ξεκινούσε μια πολύ μεγάλη καριέρα, που έμελλε να τον καθιερώσει στην κορυφή του μουσικού στερεώματος. Ακόμα και αργότερα, ο Σωτήρης δεν μπορούσε να αντιληφθεί, όπως ομολογεί και ο ίδιος, την επαγγελματική διάσταση της μουσικής. Έπαιζε μουσική γιατί αυτό τον εξέφραζε, αυτό έβγαινε μέσα από την καρδιά του.
Και είναι γεγονός ότι η οικογένειά του, στάθηκε πάντα δίπλα του σε αυτή του την καλλιτεχνική κλίση. Ειδικά ο πατέρας του, δεν του αρνήθηκε ποτέ τη βοήθειά του, από το υστέρημά του, στην καλλιτεχνική του διαδρομή. Αυτός τον βοήθησε οικονομικά να αποκτήσει τα πρώτα του όργανα· ένα κουαρτίνο (σ.σ. πνευστό μουσικό όργανο, μικρό σε μέγεθος, παραπλήσιο του κλαρίνου), αλλά και το πρώτο του κλαρίνο για το οποίο ταξίδεψε στην Αθήνα και το οποίο μάλιστα του το διάλεξε ο θρύλος τότε της δημοτικής μουσικής, κλαρινίστας Νίκος Καρακώστας. Αλλά και στην απόφαση του Σωτήρη να ασχοληθεί αποκλειστικά με τη δημοτική μουσική, η οποία τότε ήταν στα χέρια ως επί το πλείστον πλανόδιων και γύφτων, που δεν αντιμετωπίζονταν πάντα με τον καλύτερο τρόπο, οι δικοί του δεν έφεραν αντίρρηση. 

Το τελευταίο καλοκαίρι στην πλατεία του χωριού
Βέβαια, ο Σωτήρης δεν επαναπαυόταν ποτέ, αναζητούσε πάντοτε το καλύτερο πάνω στη μουσική. Έμαθε να διαβάζει πεντάγραμμο από κάποιον Αντώνη Τσιάπη, με καταγωγή από την Κόνιτσα, ο οποίος δίδασκε θεωρητικά, κλαρίνο και άλλα όργανα στα Τρίκαλα. Αυτός ο πρώτος του δάσκαλος τον συμβούλεψε μάλιστα να ασχοληθεί εκτενώς με τη μουσική, και μάλιστα με την Ευρωπαϊκή. Ίσως έβλεπε στο πρόσωπο του μικρού του μαθητή ένα ιδιαίτερο ταλέντο που θα μπορούσε να ξεφύγει από τα καθιερωμένα, να ανέβει σε άλλα επίπεδα. Όμως ο Σωτήρης ήταν ταγμένος εξαρχής στη λαϊκή παράδοση. Σ’ αυτή που έμελλε τελικά να αφιερώσει όλη του τη ζωή. Άκουγε και έπαιρνε πατήματα από τους τοπικούς κλαριντζήδες τότε, όπως το Γιώργο Βούκια και το Χρήστο Μπανιάκα από το Γαρδίκι, το Στέργιο Δημητρούλα από το Μαλακάσι, αλλά και από πανελλήνια γνωστούς μεγάλους μουσικούς του κλαρίνου, όπως το Νίκο Καρακώστα ή τον Απόστολο Σταμέλο
Στην πορεία, μέσα από όλα αυτά τα βιώματα, ο Σωτήρης διαμόρφωσε το δικό του χαρακτήρα και ύφος στο κλαρίνο και μπήκε και επίσημα στο επάγγελμα του δημοτικού μουσικού το 1954, ένα επάγγελμα που λάτρεψε και τίμησε. Και πράγματι, όπως ανέφερε ο ίδιος πολλές φορές -ή και το διαπιστώναμε στην πράξη όσοι τον γνωρίζαμε προσωπικά- υπήρξε πάντα μεγάλο το άγχος και η έννοια του να ανταποκριθεί πλήρως στις υποχρεώσεις του. Έδειχνε πάντα σοβαρότητα και υπευθυνότητα, αξίες που σπάνια συναντούσε κανείς στο χώρο αυτό, την εποχή εκείνη. Ένιωθε την τιμή που του έκανε ο κόσμος και οι συνάδελφοί του να τον προτιμούν, και έδινε συνεχώς τον καλύτερό του εαυτό, την ψυχή του, την ζωή του την ίδια. Διάλεγε πάντοτε να συνεργάζεται με τους καλύτερους μουσικούς, και τιμούσε αυτή τη συνεργασία, γι’αυτό άλλωστε και δεν άλλαζε συχνά τους συνεργάτες του. Χρόνια ολόκληρα πέρασε αρχικά με τον Νίκο Πλακιά και το Γιάννη Γκάσιο στο λαούτο, το Σούλη Αβράμη στο λαούτο και το ακκορντεόν, το Χρήστο Ζυγοβίνα στο λαούτο-τραγούδι, το Νίκο Μπιτέλη, τον Μήτρο Βαλαχά και τον Ντούλη Γκίκα στο βιολί -παλιότερα και το Βασίλη Τόγελο- αλλά και το Δημοσθένη το Βλαχαγγέλη (Καλατζάκο) μερικές φορές στο τραγούδι. Αργότερα η κλασσική του κομπανία είχε το Γιάννη Γεωργίου στο ακκορντεόν-αρμόνιο, το Γιώργο Ρίζο στην κιθάρα και τον Ξενοφώντα τον Τσιούνη στο τραγούδι, αλλά και το Χρήστο Λόζιο, προς το τέλος της καριέρας του. 

Στα νεανικά του χρόνια
Ωστόσο, ακόμα και ως φτασμένος επαγγελματίας, ο Σωτήρης ο Σγούρος δεν ξέχασε ποτέ από πού ξεκίνησε. Δεν ξέχασε το Γαρδίκι και τα άλλα χωριά του Ασπροποτάμου, τα παλιακά γλέντια, τις πατινάδες στα σοκάκια και τις στράτες, τα πρόβατα και τα βοσκοτόπια, τα καραβάνια που έκαναν οι παλιοί κατά μήκος της βλαχόστρατας, το χειμώνα προς τον κάμπο να ξεχειμάσουν και το καλοκαίρι επιστρέφοντας πάλι προς τα περήφανα χωριά τους. Ο Σωτήρης θα μείνει χαραγμένος στο μυαλό όλων μας από τα αφιερώματα της ΕΡΤ, από τα αφιερώματα του Σωτ. Γοργογέτα, από τις τόσες του εμφανίσεις σε πολιτιστικούς συλλόγους και σε εκδηλώσεις και δραστηριότητες που στόχο είχαν να αναζωογονήσουν επί της ουσίας την παράδοση. Θα μείνει χαραγμένος στο μυαλό μας με το τουμάνι, τα τσαρούχια και τον κούκο, όταν με τους αδελφικούς του φίλους Σωτήρη Γοργογέτα και Σωτήρη Τόγελο, τον εξάδελφό του Γιάννη Σγούρο, τον Τηλέμαχο Καπούλα και τόσους άλλους παλιόφλιους γκιζερούσαν τα βουνά, είτε την άνοιξη με τα χορτάρια και τα άνθη, είτε το χειμώνα με τα χιόνια και τα κρούσταλλα. Και εδώ ήταν η ειδοποιός διαφορά του Σωτήρη του Σγούρου με άλλα μεγάλα ονόματα του δημοτικού, που πολύ δύσκολα κατέβαιναν από το πάλκο... 
Λένε κάποιοι σοφοί δάσκαλοι πως οι νέοι διδάσκονται περισσότερο, όχι από τα λόγια και τις ρητορείες, αλλά από τα έργα και τις πράξεις. Και ο Σωτήρης, ο οποίος ζούσε αυθεντικά και υποστήριζε με έργα δικά του την παράδοση, υπήρξε πάντα ο καλύτερος δάσκαλος για μας τους νέους, ο αγαπητός της νεολαίας. Αγκάλιαζε κάθε νέο άνθρωπο που ήθελε σοβαρά να ασχοληθεί με τη δημοτική μουσική. Έκανε πάντα χώρο στο πατάρι, αν όχι έπαιρνε και από το χέρι και βοηθούσε έμπρακτα τα νέα ταλέντα που εκτιμούσε, και έβλεπε σε αυτά μια πραγματική αγάπη για τη λαϊκή μας κληρονομιά, την αγάπη που είχε και ο ίδιος. Σε αντίθεση με τόσους και τόσους άλλους μεγάλους μουσικούς, δεν αρνήθηκε ποτέ σε μας τους νέους την καθοδήγηση και τη συμβουλή του. Ακόμη και τα μυστικά του έτσι, απλόχερα και άδολα μοιράστηκε μαζί μας. Και παρά το γεγονός ότι ποτέ δεν κάτσαμε απέναντι ο ένας από τον άλλο, σαν δάσκαλος προς μαθητή, για να κάνουμε μάθημα, τα όσα ενσυνείδητα και υποσυνείδητα, μέσα από τα λόγια και τα έργα του, μας δίδαξε, αποτελούν μια πολύτιμη, ανεκτίμητη θα έλεγα κληρονομιά για μας τους νεότερους. Πολύτιμο φυλαχτό τα λόγια του, θησαυρός πραγματικός οι μουσικές καταγραφές του, παρακαταθήκη σημαντική και για τις επόμενες γενεές η ζωή και η δράση του. 

Από την βράβευσή του στην αίθουσα 
της Αδελφότητας Γαρδικιωτών
Ακόμα και η στάση του απέναντι στις δισκογραφικές εταιρείες, δηλώνει το μεγαλείο της ψυχής του. Ο Σωτήρης ξεκίνησε συστηματικά να ηχογραφεί δίσκους από το 1965, οπότε και έγραψε το πρώτο δισκάκι 45 στροφών με το τραγούδι «Για σένα ρούσα το ‘βαλα» και τραγουδιστές τους Ζυγοβίνα και Ακρίβο από το Γαρδίκι, στην Columbia, στην Αθήνα. Πολλούς δίσκους και κασέτες άφησε πίσω του, πολλά δικά του τραγούδια σε στίχους και μουσική έγραψε, μα ποτέ δεν πήρε ούτε μια δραχμή από τα πνευματικά δικαιώματα. Και ούτε διεκδίκησε ποτέ τίποτε, ούτε κινήθηκε δικαστικά εναντίον κανενός. Με τον τρόπο αυτό, ο Σωτήρης για άλλη μια φορά έδειξε με πράξεις πως ο πραγματικά μεγάλος μουσικός, ο μεγάλος στην ψυχή, δεν έχει ανάγκη να αποδείξει τίποτε ο ίδιος ή να προσπαθήσει μέσα από κόντρες και έριδες να βρει το δίκιο του. Ο κόσμος είναι αυτός που κρίνει. Ο κόσμος που τον λάτρεψε, που ακόμα γλεντάει με τους καρπούς της πνευματικής του δουλειάς, που πάντα ένιωθε την αγάπη και την αφοσίωση του Σωτήρη στη λαϊκή μας κληρονομιά. 

Με τον Καλατζάκο σε ένα γλέντι
Και όση αγάπη και αφοσίωση έδειξε ο Σωτήρης στην παράδοση και τη μουσική, άλλη τόση κι ακόμα περισσότερη αγάπη και αφοσίωση έδωσε στη γυναίκα του Σπυριδούλα και, έπειτα, και στα δυο του παιδιά,Θανάση και Δήμητρα. Συνήθως, οι μεγάλοι καλλιτέχνες -όπως και οι μεγάλοι επιστήμονες-, οι άνθρωποι που κάνουν την υπέρβαση στις τέχνες και τα γράμματα, είναι καταδικασμένοι σε μια αποτυχημένη προσωπική και οικογενειακή ζωή. Όμως ο Σωτήρης και σε αυτό ήταν η μεγάλη εξαίρεση, η ευχάριστη έκπληξη. Ο έρωτάς του για τη γυναίκα της ζωής του, ήταν αστείρευτος, σε βαθμό που ο Σωτήρης έγραψε και ηχογράφησε και κασέτα, με τον τίτλο «Σπυριδούλα».Τους καμάρωνες πάντα μαζί. Χαιρόσουν πραγματικά που, ακόμη και μετά από δεκαετίες έγγαμου βίου, η φθορά του χρόνου δεν τους είχε αγγίξει, ακόμη και πριν το τέλος. Διδαχή για μας τους νέους, υπήρξε η πίστη του Σωτήρη στη σύντροφό του και στην οικογένειά του, ειδικά στην εποχή μας, όπου ο θεσμός της οικογένειας, αλλά και οι ανθρώπινες σχέσεις περνούν βαθιά κρίση. Όμως κι εκείνη, η Σπυριδούλα, αλλά και τα παιδιά του, ανταποδίδοντας με ευγνωμοσύνη όλα όσα έκανε γι’ αυτούς, στάθηκαν πάντοτε δίπλα στο Σωτήρη, στήριγμα ζωής,ως το τέλος. 

Με τους συνεχιστές του στην παραδοσιακή μας μουσική
Ένα τέλος που ήρθε αναπάντεχα. Ένα τέλος που, όσο βλέπαμε το Σωτήρη ακμαίο και δυνατό, να παίζει επαγγελματικά ως και λίγο πριν τα ογδόντα του και να χαίρεται μια ευτυχισμένη ζωή, κανείς μας δεν μπορούσε να διανοηθεί. Ακόμα και τότε που μαζί μας, μαζί με τους νέους μουσικούς που αγάπησε και στήριξε, έκλεισε την καριέρα του, στην τελευταία επαγγελματική του εμφάνιση, το καλοκαίρι του 2007 στο πανηγύρι στο Γαρδίκι. Ή ακόμα και φέτος, το καλοκαίρι του 2009, το τελευταίο καλοκαίρι του Σωτήρη στο Γαρδίκι, στο τελευταίο παραδοσιακό μας γλέντι στην πλατεία. Αλλά έτσι τα έφερε η μοίρα. Και όσο κι αν νιώθουμε ότι είχε πολλά ακόμα να προσφέρει, όσο κι αν θέλαμε να τον έχουμε περισσότερο κοντά μας, θα πρέπει να συλλογιστούμε τη μεγάλη τιμή που είχαμε να βρεθούμε κοντά του, αυτά τα τελευταία δέκα χρόνια, και με ευγνωμοσύνη να ευχαριστήσουμε το Θεό για τα όσα πήραμε από αυτόν τον άνθρωπο. Άλλωστε οι μεγάλοι και σημαντικοί ποτέ δεν φεύγουν. Μένουν πάντα κοντά μας μέσα από το έργο τους, μένουν πάντα αλησμόνητοι στο μυαλό, χαραγμένοι ανεξίτηλα στην καρδιά μας. Και όπως λέει και ο Τζιουρτσιώτης Γιώργος Γιαννίτσης, κοινός μας φίλος με τον εκλιπόντα, κανείς δεν χάνεται όσο υπάρχει κάποιος που τον θυμάται...

Δημοσιεύθηκε στα «Γαρδικιώτικα Νέα» (Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2009)


Σωτήρης Σγούρος - Θυμάσαι που με φίλησες 




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η κόσμια κριτική και η ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των σχολιαστών είναι σεβαστή. Σχόλια τα οποία υπεισέρχονται σε προσωπικά δεδομένα ή με υβριστικό περιεχόμενο να μην γίνονται. Τα σχόλια αποτελούν καθαρά προσωπικές απόψεις των συντακτών τους. Οι διαχειριστές δεν ευθύνονται σε καμία περίπτωση για τυχόν δημοσίευση υβριστικού ή παράνομου περιεχομένου στα σχόλια των αναρτήσεων.Τα σχόλια αυτά θα διαγράφονται με την πρώτη ευκαιρία.