Δευτέρα, 9 Ιουλίου 2012

Ελληνικοί Παραδοσιακοί Κεφαλόδεσμοι



Γυναικεία ενδυμασία Βλάχων Νομάδων
Πίνδου 19ος - 20ός αι. Αθήνα,
Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης.
Η ενδυμασία φοριόταν από τους
Αρβανιτόβλαχους της Ηπείρου
που ονομάζονταν Κολωνιάτες.
Οι ελληνικοί κεφαλόδεσμοι παρουσιάζουν εξαιρετική ιδιαιτερότητα, από πλευράς τεχνοτροπίας, προσδίδοντας πολλές φορές θεϊκή έκφραση στο καλοπιζόμενο ανθρώπινο κεφάλι.

Το κεφάλι αποτελεί το σημαντικότερο μέρος του ανθρώπινου όντος, ως έδρα των αισθήσεων, του πνεύματος και της ψυχής. Για τον Πλάτωνα το κεφάλι είναι το κυρίαρχο και το ιερότατο μέρος μας, αντιπροσωπεύοντας πολλές φορές τόσο στο λόγο όσο και στην παράσταση το όλο. Η σημασία της κεφαλής στις δοξασίες για την ανθρώπινη ύπαρξη είναι πανάρχαια και πρέπει να οφείλεται στον ρόλο που αυτή έχει ως έδρα.

Οι γυναικείοι κεφαλόδεσμοι, στις ελληνικές παραδοσιακές ενδυμασίες, χωρίζονται σε δύο ομάδες: σε εκείνους που τους χαρακτηρίζει το μαντίλι και σε εκείνους που τους χαρακτηρίζει η μπόλια. Οι καθημερινοί κεφαλόδεσμοι διευθετούνται ανάλογα με την εργασία ή την εποχή του έτους.

Επισημαίνεται ότι το «σημάδεμα» της κοινωνικής τάξης διαφαίνεται στην παρουσίαση της κεφαλής και έτσι εξετάζεται και η επίδραση των «διαβατηρίων» εθίμων πάνω στη γενική εμφάνιση της κόμμωσης και των κεφαλοκαλυμάτων: γέννηση, γάμος, θάνατος, επηρεάζουν αυτόματα τους κεφαλόδεσμους και αποτελούν τις τελευταίες απτές μαρτυρίες πανάρχαιων συχνά συνηθειών, ζωντανών στα λαϊκά στρώματα γιατί ακριβώς αποτελούν έκφραση βαθειά ριζωμένης λαϊκής πίστεως δείγμα ανθεκτικότητας μέσα στο χρόνο.

Επίσης προλήψεις σχετιζόμενες με αρχέγονους φόβους της ψυχής του ανθρώπου, σφιχτοδεμένους με την πάντοτε υπάρχουσα λαχτάρα της «αναπαραγωγής», εντοπίζονται και περιγράφονται χαρακτηριστικά στα νεοελληνικά κοσμήματα.
Σχετικές τέτοιες μαρτυρίες προέρχονται από το δημοτικό τραγούδι και από τα προικοσύμφωνα.

Ξεχωριστή κατηγορία αποτελούν οι νυφιάτικοι κεφαλόδεσμοι που φοριούνται συνήθως μόνο στην τελετή του ‘γάμου’ και που απλουστευμένοι, φοριούνται σαν γιορτινοί από τις νιόπαντρες μέχρι να κάνουν δυο παιδιά ή στα δυο πρώτα χρόνια γάμου περίπου.

Οι νυφικοί κεφαλόδεσμοι φιλοτεχνούνται συνήθως από ικανές γυναίκες του χωριού την ημέρα του γάμου, με ειδική τελετουργία, ιδιαίτερη σοβαρότητα και με ειδικά για την περίσταση τραγούδια.


Γραμμουστιάνοι - Προσοτσάνη Δράμας
Τελετουργικό επίσης αποτελεί το λούσιμο, το «πλέξιμο» και χτένισμα της νύφης, το βάψιμο καθώς και η κάλυψη της κεφαλής της, πράξεις που αποσκοπούν –σε συνδυασμό προς ποικιλόμορφες μαγικές και δεισιδαίμονες πράξεις– σε εξαγνισμό, κάθαρση, αποτροπή του κακού, γονιμότητα. Στην τελευταία περίπτωση αποφασιστικό ρολό παίζει η ανάμειξη παιδιών, ιδίως αγοριών καθώς και η χρήση θεμάτων συμβολικών των κεφαλομάντηλων ή των άλλων στοιχείων του κεφαλόδεσμου, τα οποία θέματα όχι απλώς συνδέονται με τη γονιμότητα (κουκουνάρι, ρόδι, κλήμα, κόκορας, φίδι, σελήνη, μήλο) αλλά γίνονται φορείς της και την μεταδίδουν σύμφωνα με τις αρχές της ομοιοπαθητικής μαγείας στη γυναίκα που τα φοράει.
Εξαιρετικά σημαντικό ρόλο στα νεοελληνικά γαμήλια έθιμα παίζει η μπόλια ή καλύπτρα ή σκέπη ή σάλπα ή εμπόλια ή νύφωμα ή γάζα ή νυφίφασμα ή αέρας. Αποτελεί ένα από τα παλαιότερα στοιχεία του ελληνικού κεφαλόδεσμου.
Η μακριά μπόλια θεωρείτε μέσο προστασίας της νύφης από τη βασκανία, συγχρόνως όμως προστατεύει και αυτούς που την περιβάλουν από το δικό της περήφανο μάτι, που επίσης μπορεί να βλάψει.
Το τελετουργικό ξεσκέπασμα αποτελεί χαρακτηριστική σκηνή σε πολλά νεοελληνικά έθιμα γάμου. Σε ορισμένα έθιμα μπορούμε να υποθέσουμε, ότι το κεφαλομάντηλο αντικαθιστά τα μαλλιά. Σε βίαιο αρραβώνιασμα ή αρπαγή της μαντήλας ή το κόψιμο της κοτσίδας σήμαινε ότι η νέα έπρεπε να παντρευτεί αυτόν που το επιχειρούσε.

Ο κεφαλόδεσμος δένεται αναπόσπαστα και με το θάνατο. Σε «κακό άκουσμα» η γυναίκα ρίχνει ή λύνει τον κεφαλόδεσμο ή ακόμα τον αποβάλει εντελώς και μαζεύει τις πλεξίδες της στο κεφάλι σε σχήμα στεφάνης για όλη της τη ζωή. Σε άλλα μέρη σε περίπτωση συμφοράς η γυναικά φοράει μαντήλι, που η διάρκεια που το φοράει και το χρώμα του, δηλώνουν το «μικρό» ή το «μεγάλο» πένθος.

Τα κεφαλοδέματα των γυναικείων ενδυμασιών συμπληρώνουν και τα λεγόμενα κεφαλοκαλύμματα, όπως τα καλπάκια ή τα φέσια που φοριούνται συνήθως με τις αστικές ενδυμασίες και που παλαιότερα, θα πρέπει να αποτελούσαν μέρος κάποιου πιο περίπλοκου κεφαλοδέσμου. Ιδιαίτερη σημασία στο σχήμα που παίρνει το κεφαλόδεμα δίνεται στο χτένισμα του κεφαλιού.

Τα μαλλιά στη λαϊκή αντίληψη θεωρούνται πηγή δύναμης και ζωής, έδρα της ψυχής του ανθρώπου που δεν χάνεται ακόμα και μετά το θάνατο. Συνδέονται προς την ιδέα της ανανέωσης και της τύχης αφού προσδίδονται φυλακτικές ιδιότητες.

Η ομορφιά της κοπέλας μετρούσε ανάλογα με το μήκος των μαλλιών της και με τη ικανότητα δημιουργίας περίτεχνων πλεξίδων.
Η μεγαλύτερη διάκριση ανάμεσα στην παντρεμένη και την ελεύθερη, την νεαρή και την ηλικιωμένη, γίνεται σε πολλά μέρη από το χτένισμα και το «γιάδεμα», την κεφαλοδεσιά που «σημαδεύεται» από τα σημαντικά γεγονότα (γέννηση, γάμος, θάνατος, μετάβαση στην εκκλησία).

Από τις αντιλήψεις αυτές απορρέουν πλήθος πράξεων ξεχωριστά ποικιλόμορφων που συνδέονται άμεσα και έμμεσα με την εμφάνιση των μαλλιών των καλυμμάτων που τα σκεπάζουν στο σύνολο ή τμηματικά, ακόμη των στολιδιών που συχνά αποτελούν αναπόσπαστο μέρος τους.

Το στόλισμα του κεφαλιού συμπλήρωναν και άλλα περίτεχνα διακοσμητικά στολίδια, όπως αλυσίδες, διαδήματα (άμπυξ), καδένες, στεφάνες, μικρές πόρπες, κεκρύφαλοι (δικτυωτό κάλυμμα κεφαλής ή μαντήλι), καρφίτσες ή καρφοβελόνες σε μορφή άνθους ή πτηνού, υποσαγόνια, πρεπενδούλια (διαδήματα αλυσιδωτά βυζαντινών χρόνων), τεπελίκια ( στρογγυλά κοσμήματα κεφαλής άλλοτε κεντητά) κ.α. δίδοντας ιδιότητες «δυναμικές – μυστικές και γονιμικές» όπως στην αρχαιότητα.
Η τέχνη του στολίσματος του κεφαλιού δημιουργούσε αισθήματα σεβασμού και θαυμασμού διότι αντανακλούσε στην «προσωπικότητα» του ατόμου και αναδείκνυε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της φυσιογνωμίας του.

Oι άνδρες σκεπάζουν και αυτοί ανάλογα το κεφάλι τους αλλά με πολύ απλό τρόπο φορώντας συνήθως ένα μαύρο καλπάκι ή φέσι διακοσμημένο με απλά κεντίδια ή τοποθετώντας κάποιο λουλούδι (νέος σε ηλικία) ή διάφορα σαρίκια που τύλιγαν γύρω από αυτό. Μετά το 1900 οι άντρες φόραγαν με τις τοπικές φορεσιές νεώτερου τύπου καπέλα που εισάγονταν από την Ευρώπη ή την Αμερική όπως ψαθάκια, τραγιάσκες, γούνινους σκούφους κ.α.

Αυθεντική παραδοσιακή ενδυμασία
 Αρβανιτοβλάχων της Παλαιομάνινας
του 19ου αιώνα
 
Οι μαντηλοδεσιές που συνήθως χρησιμοποιούσαν οι άνδρες στην καθημερινότητα τους αποδείκνυαν πολλές φορές το γούστο και την χάρη περί τον καλοπισμό του κεφαλιού. Μαντίλες υφασμένες στον αργαλειό, μεταξωτά μαντήλια, καδένες και κρόσσια, άνθη και κεντήδια, ήταν μερικά από τα στολίδια της ανδρικής κεφαλής. Εκείνο όμως που πρέπει να επισημάνουμε είναι τα κεφαλοκαλύματα των προυχόντων, των διακεκριμένων, των οπλαρχηγών, των τολμηρών, των γερόντων, των δυνατών, των σοφών. Τα κεφαλοδεσίματα σε συνδυασμό με την μακριά κόμη, την γενειάδα, τους μύστακες, αποδείκνυαν την διαφορετικότητα, με δυναμισμό, με γοητεία αλλά και με σεβασμό στους φέροντες τα παραπάνω.

Από τις γκραβούρες που σώζονται, τις μαρτυρίες, γραπτές ή προφορικές που διατηρούνται, έχουμε να παρατηρήσουμε την ιδιαίτερη επιμέλεια των ανδρικών κεφαλόδεσμων κυρίως στους επικεφαλής (οπλαρχηγούς) των άτακτων στρατευμάτων, στους αρχηγούς των ληστρικών ομάδων, που απέδιδαν ιδιαίτερη σκληρότητα, φόβο και αγριότητα.

Οι νεότεροι μιμούνται τους πρεσβύτερους ως προς τον τρόπο του κεφαλοδεσίματος θέλοντας να προσδώσουν δυναμισμό στην προσωπικότητα τους ξεχωρίζοντας από την ομάδα. Αυτό τους προσέδιδε ιδιαίτερη υπεροχή και δυναμική.

(Πηγή: "Ελληνικές Φορεσιές - Ελληνικοί Κεφαλόδεσμοι", Πέτρος Μ. Μπογέας, 1η 'Εκδοση, Εκδόσεις: Οργ. Επιστημονικών & Πολιτιστικών Εκδ., Σταματίνα Π. Μπογέα)
Το διαβάσαμε: εδώ.


ΜΠΟΛΙΑ


Η μπόλια αποτελεί ένα από τα παλαιότερα στοιχεία του ελληνικού κεφαλόδεσμου. Ήδη ο Όμηρος χρησιμοποιεί διάφορες λέξεις για να δηλώσει το μαντήλι της κεφαλής:
οι λέξεις κρήδεμνον, καλύπτρη και κάλυμμα βασικά σημαίνουν το ίδιο πράγμα. Συχνή είναι η χρήση της λέξης κρήδεμνον (από το κάρα-δέω) καθώς και των επιθέτων καλλικρήδεμνοι δ 623 και λιπαροκρήδεμνος Σ 382. Σε τέσσερις περιπτώσεις α 334, π 416, σ 210, φ 65, η Πηνελόπη κρατά τα λιπαρά κρήδεμνα μπρος στο πρόσωπό της όταν εμφανίζεται στο μέγαρο.

Λιβάδι Ολύμπου - Το Καϊρούκι
Η κάλυψη, το κρύψιμο του προσώπου μπροστά στους άνδρες συνηθιζόταν μέχρι πριν από μερικά χρόνια στην Ανατολή. Περιηγητές που επισκέφτηκαν την Ελλάδα στους χρόνους της Τουρκοκρατίας συχνά αναφέρονται στη συνήθεια αυτή των γυναικών. Το κρήδεμνο [όπως και η νεοελληνική μπόλια] σαν στοιχείο κεφαλόδεσμου μπαίνει στο τέλος.
Στο γνωστό ομηρικό χωρίο με την περιγραφή του στολισμού της Ήρας (Ξ 175) η θεά αφού πλυθεί, μυρωθεί, χτενιστεί, βάζει φόρεμα, ζώνη, κοσμήματα καικρηδέμνω δ΄ εφύπερθε/καλύψατο δια θεάων. Η Καλυψώ και η Κίρκη τοποθετούν την καλύπτρα, όπως κάνει η Ήρα, αφού ντυθούν και ζωστούν. Η πρώτη, κεφαλή δ΄ εφύπερθε καλύπτρην (κ 545). Στον Ομηρικό Ύμνον εις Δήμητρα, στ. 197 υπάρχει η έκφραση ένθα καθεζόμενη προκατέσχετο χερσί καλύπτρην. Η Εκάβη σε εντελώς διαφορετική περίπτωση ρίχνει μακριά την καλύπτρα μόλις δει το άψυχο σώμα του γιου της Έκτορος, το οποίο σύρεται από το άρμα του Αχιλλέως (Χ 406).
Στο Βυζάντιο το μαφόριο, η καλύπτρα, το κρήδεμνο αποτελούν καλύμματα κεφαλής, απαραίτητα σαν σημεία κοσμιότητος της γυναίκας, αντίληψη ζωντανή και σε μεταγενέστερα χρόνια, π.χ. στην Ήπειρο συνηθίζουν να λένε "αυτή έχει δεμένο το κεφάλι της", στη Μάνη "να δέσης το κεφάλι σου με δυο μαντήλια".

Το ομηρικό κρήδεμνο νομίζω ότι μπορεί να ταυτιστεί στους νεοελληνικούς χρόνους προς την μπόλια, την καλύπτρα, που παίζει ένα ρόλο εξαιρετικά σημαντικό ιδίως στα νεοελληνικά γαμήλια έθιμα και παρουσιάζει ευρύτατη λεκτική ποικιλία κατά περιοχές όπως μπόλια, μεσάλι, σκέπη, ζαβόνι, μπαρμπούλι, τριχάκι ή μπούλωμα, σάλπα, μισάλι ή μισάλια, σιέπ, σιέπη, κατσούλι, μπαμπακούλι, εμπόλια, τζουβρές, αέρας, νύφιασμα, μαγνιά, τσατκί, βέλο, παρθενικό, μαφόρι, άλια, αρανιά, κιβράκι, νύφωμα, doub΄ak γάζα, τσίππα, τσιππίδα, πόσκεπο, τζίπκα (τσίπκα), μαχραμάς, τζεβρές, παρθενικό, φ'νίκα, χατζήαλού, καμαρωτέρ', τσάπωμα, πογιαμάς, κάγια, καμάρα, λετζέκ, λετσέκ, κουβράχ και κιβράχ, πουλλούν ή πουρλούν, τρέμον, τούλ, τσαρκούλ, τουβάκι, κούκλος, τσακκί, μάντο,  μπολίδα, μπολίδι.

Η καλύπτρα χρησιμοποιείται και πριν το γάμο από τη νύφη, π.χ. στον Κάσπακα της Λήμνου η νύφη την Πέμπτη ζυμώνει στο σπίτι του γαμπρού "το πρώτο ζυμωτό. της βάζουν ένα κόκκινο τσεμπέρι και λίγες χρυσές τρές (τέλια) και την περεχούν με κουφέτα". Στη Θράκη το Σάββατο πριν το γάμο ζυμώνουν το πρωτόψωμο μέσα στο οποίο βάζουν το δακτυλίδι.το πρωτόψωμο το πηγαίνει και το φέρνει από το φούρνο αγόρι που φοράει στο κεφάλι του κόκκινο πέπλο.
Η μπόλια που παλιότερα ήταν κόκκινη, καλύπτει το πρόσωπο στην τελετή του γάμου και φθάνει μέχρι τα γόνατα... Η μακριά καλύπτρα θεωρείται μέσο προστασίας της νύφης από το βάσκανο μάτι των φθονερών, συγχρόνως όμως προστατεύει αυτούς που την περιβάλλουν από το δικό της περήφανο βλέμμα που επίσης μπορεί να βλάψει... Μετά τη στέψη ο γαμπρός ή ο πεθερός ή η πεθερά ή ο νονός ή ο κουμπάρος ή παιδί αμφιθαλές ξεμπου(μπου)λώνει, δηλ. ξεσκεπάζει τη νύφη.
Το πανάρχαιο έθιμο της αποκαλύψεως (οι δύο αρχαιότατες παραστάσεις του θέματος των ανακαλυπτηρίων ή οπτηρίων σώζονται: 1) σε αρχαϊκή μίτρα με παράσταση των της Ελένης ανακαλυπτηρίων και 2) σε Ναξιακό πίθο (περί το 670 π.Χ.) που βρίσκεται στο Μουσείο της Μυκόνου) διεσώθη μέσω του Βυζαντίου στο νεοελληνικό "ξεμπούλωμα". Το τελετουργικό ξεσκέπασμα αποτελεί χαρακτηριστική σκηνή σε πολλά νεοελληνικά έθιμα γάμου: Στην Εύβοια στο μεγάλο χορό του γάμου που γίνεται τη Κυριακή μετά την στέψη στις τρεις το απόγευμα, ενώ χορεύει η νύφη μπουλωμένη, σταματάει ο χορός.

(Πηγή: Κατερίνα Κορρέ-Ζωγράφου, Νεοελληνικός Κεφαλόδεσμος, Αθήνα 1991, σελ. 24).
Το διαβάσαμε: εδώ.




Ορισμένες ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις σχετικά με τον βλάχικο λόγο: 


Στην Παλαιομάνινα η λέξη "αμμπόλια" σημαίνει: α) ...μεγάλη πετσέτα προσώπου β) μικρό χρωματιστό (κυρίως με τετραγωνάκια) κομμάτι ύφασμα, όπου τοποθετούσαν και τύλιγαν ψωμί, λίγο τυρί και ελιές για να τρώνε οι βοσκοί ή γεωργοί όταν πήγαιναν στις δουλειές τους. 
Το μεγάλο (πάλι χρωματιστό συνήθως με τετραγωνάκια) ύφασμα που χρησιμοποιούνταν ως τραπεζομάνδηλο στην Παλαιομάνινα το λέμε "μισάλια". Παράγεται από τη βυζαντινή λέξη "μενσάλιον" ή "μισάλιον" ή "μινσάλιον" = τραπεζομάνδηλο! 
Η λέξη "αμμπόλια" παράγεται από το ρήμα "εμβάλλω" = τοποθετώ, προσθέτω, βάζω. Και από το ρήμα αυτό παράγονται οι λέξεις "έμβολο" και στη συνέχεια "εμβόλιο" και κοινώς "μπόλι"! Γράφω τη λέξη "αμμπόλια" με δύο "μ" διότι μόνο έτσι ανταποκρίνεται στην ελληνική ρίζα του: "εν(μ)-βάλλω" ...
η "μπόλια" στο αρνί (=σκέπη) παράγεται από το ίδιο ρήμα: "εμβάλλω" = εντίθημι, ενθέτω, τοποθετώ, σκεπάζω. Αλλωστε και η λέξη "μπάλλωμα" από το ρήμα αυτό παράγεται. Ατέλειωτος ο γλωσσολογικός θησαυρός του ελληνοβλάχικου λόγου!
Δημήτρης Στεργίου


Στα Μ. Λιβάδια η λέξη ''ιάμμπουλα'' χρησιμοποιείται για τα σκεπάσματα, μάλλινες κουβέρτες χωρίς φλόκια..
Άλλες σχετικές παρατηρήσεις:
"Αμπόλιου" ονομάζεται στα βλάχικα το εμβόλιο..
"Mπόλια" ονομάζεται και η σκέπη που βάζουμε στην πλάτη του αρνιού για τη σούβλα..
Είναι προφανές ότι παίζει τον ίδιο ρόλο με την μαντήλα... σκεπάζει την πλάτη και με το λίπος της μπόλιας αποφεύγεται το κάψιμο στο σημείο εκείνο !!! 
Όπως επίσης, η μαντήλα του κεφαλιού που δένεται με τέτοιο τρόπο ώστε να σκεπάζει και το πρόσωπο, από τη μύτη και κάτω.. λέγεται "τσίπα"
"Τσίπα" σημαίνει και ντροπή !!!  Η ντροπή στα βλάχικα λέγεται και "αρσίνε". Το ''αρσίνε'' προέρχεται από το "αρουσέσκου".. κοκκινίζω !!  Έτσι βλέπουμε πως όποιος έχει τσίπα επάνω του... κοκκινίζει !!! ΤΙ ΩΡΑΙΑ ΠΟΥ ΔΕΝΟΥΝ ΟΛΑ !!!!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η κόσμια κριτική και η ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των σχολιαστών είναι σεβαστή. Σχόλια τα οποία υπεισέρχονται σε προσωπικά δεδομένα ή με υβριστικό περιεχόμενο να μην γίνονται. Τα σχόλια αποτελούν καθαρά προσωπικές απόψεις των συντακτών τους. Οι διαχειριστές δεν ευθύνονται σε καμία περίπτωση για τυχόν δημοσίευση υβριστικού ή παράνομου περιεχομένου στα σχόλια των αναρτήσεων.Τα σχόλια αυτά θα διαγράφονται με την πρώτη ευκαιρία.