Τρίτη, 24 Ιουλίου 2012

Αρχαίοι Έλληνες Πρόγονοι των Γαρδικιωτών (Μέρος Ι)


Γαρδίκι Ν. Τρικάλων - Θεσσαλία
ΑΝΘΡΩΠΟΓΕΩΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΗ - ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ


Γράφει ο Αντώνιος Βράκας
Δρ. Φιλολογίας

Α. Γεωγραφία
Η αρχαία Αθαμανία θα μπορούσε να οριστεί ως περιοχή της κεντρικής-νότιας Πίνδου περικλειομένη από Βορρά υπό του όρους Λάκμου (σημ. Περιστέρι), από Ανατολικά υπό του όρους Κερκετίου (σημ. Κόζιακας), προς Νότον υπό των Αγράφων ορέων και της κοίτης του ποταμού Αχελώου, και προς Δυσμάς υπό των Αθαμανικών ορέων (σημ. Τζουμέρκα) αργότερα, κατά την φάση αναπτύξεως της ισχύος του κράτους των Αθαμάνων, τα σύνορα της επικράτειάς τους επεκτάθηκαν πέρα του Κερκετίου προς τον Πηνειό και πέρα των Αθαμανικών προς τον Άραχθο ποταμό. 
Ως εκ τούτου συνάγεται ότι η αρχαία Αθαμανία ήταν οριακή περιοχή κειμένη μεταξύ Ηπείρου και Θεσσαλίας, αποτελώντας συνδετικό κρίκο και διαμετακομιστικό κόμβο των δύο περιοχών, με στόχευση στην διακομιδή κτηνοτροφικών και άλλων γεωργικών προϊόντων· ενδεχομένως στο μέλλον η αρχαιολογική έρευνα θα τεκμηριώσει βιοτεχνική δράση κάποιου επιπέδου στην εν λόγω περιοχή, αλλά αυτή τη στιγμή τα δεδομένα μιλούν για οικονομική δραστηριότητα επικεντρωμένη στα προαναφερθέντα. 
Πάντως, τυπικά η Αθαμανία ανήκε στην Ήπειρο · κατά την Αρχαιότητα ήταν συνδεδεμένη κατά μείζονα λόγο με το βασίλειο της Ηπείρου που κυβερνούσε η δυναστεία των απογόνων του Αχιλλέα Μολοσσών, εξ ου και η συμμετοχή των Αθαμάνων στην ιταλική εκστρατεία του βασιλιά Πύρρου τον 3ο αι. π.Χ. Ωστόσο, και μόνο το γεγονός ότι οι Μολοσσίδες, η βασιλική δυναστεία της Ηπείρου, διεκήρυσσαν την καταγωγή τους από τον Θεσσαλό ήρωα Αχιλλέα, δείχνει ότι η σύνδεση Ηπείρου - Θεσσαλίας ήταν πολύ στενή, παρά το γεγονός ότι η πρώτη ήταν δωρική περιοχή ενώ η δεύτερη αιολική· αυτό το στοιχείο εξαίρει περαιτέρω την σημασία της Αθαμανίας ως περιοχής-γέφυρας μεταξύ των δύο αρχαίων ελληνικών κρατών, καθώς ήταν αιολική χώρα ενταγμένη σε δωρικό βασίλειο [1]. Από την άλλη, φαίνεται ότι η Θεσσαλία που τυπικώς τότε ήταν «τετραρχία», δηλαδή ιδιότυπο φυλετικό κράτος οργανωμένο σε τέσσερις περιφέρειες, με κεντρική κυβέρνηση, εκτεινόταν προς Δυσμάς έως το Κερκέτιον όρος (σημ. Κόζιακας) [2]. Η αρχαία Αθαμανία ήταν κατεξοχήν ορεινή περιοχή με κατοίκους που δραστηριοποιούνταν στην κτηνοτροφία. Παρουσίαζε διαφορετική εικόνα από τη σημερινή, καθώς ήταν ακόμη πιο δασωμένη, με πλουσιότερη συνεπώς χλωρίδα και πανίδα, πιο πυκνοκατοικημένη και σφύζουσα από ζωή χάρη στον ακμαίο πληθυσμό και στις μετακινήσεις των κοπαδιών ανά τις χορτολιβαδικές εκτάσεις των υψιπέδων της [3]. Διατρεχόταν ή οριζόταν από σημαντικούς ποταμούς, όπως ο Αχελλώος, ο Ίναχος και ο Αχέρων [4]. Κυριότερες πόλεις της ήταν η Θεοδωρία (σημ. Θεοδώριανα), η Ηράκλεια, η Τετραφυλία και η Αργιθέα [5]. Άλλη σημαντική πόλη ήταν η Χαλκίς (σημ. Χαλίκι), ενώ η αρχαιολογική έρευνα έχει αναδείξει σημαντικά ευρήματα πολίσματος στην περιοχή «Παλιοχώρι» Γαρδικίου [6].

Β. Ανθρωπολογία
Οι πρώτες συμπαγείς μάζες ελληνικών πληθυσμών εγκαταστάθηκαν, ερχόμενες από Βορράν, στην δυτική Βόρεια Ήπειρο, στην Νότια Ήπειρο, στην Δυτική Μακεδονία και στην Βορειο-Δυτική Θεσσαλία (περιοχή που αργότερα ονομάστηκε Εστιαιώτις ή Ιστιαιώτις, δηλαδή ο σημερινός νομός Τρικάλων) περ. 2300-2100 π.Χ. Αυτό σημαίνει ότι και η περιοχή που μας ενδιαφέρει, η κεντρική-νότια Πίνδος, ήταν μέσα στις πρώτες περιοχές όπου εγκαταστάθηκαν Έλληνες.
Η Αθαμανία ήταν χώρα όπου πρωτοεγκαταστάθηκαν οι πρωτο-Αχαιοί, επί των οποίων κυριάρχησαν οι μετέπειτα αφιχθέντες Αθαμάνες [7], οι Αίθικες (δύο στενά συνδεδεμένες, σχεδόν αδελφικές, ελληνικές φυλές, αναγνωριζόμενες από τους ιστορικούς ως εκ των 32 αρχετυπικών ελληνικών φυλών της μυκηναϊκής εποχής) και λίγοι εναπομείναντες μετά την από εκεί μετανάστευση του κύριου όγκου τους Αρκτάνες-Αρκάδες, όλοι ομιλούντες κλάδους της λεγόμενης κεντρικής ελληνικής διαλέκτου, οι πρώτοι την αιολική, οι δεύτεροι την αρκαδική, συγγενή της πρώτης [8]. Κάποιοι Αθαμάνες αργότερα μετανάστευσαν στην Φθιώτιδα και στην Βοιωτία, μεταφέροντας την λατρεία και τους μύθους του Αθάμαντος και της Ιν(αχ)ούς εκεί. Πιθανώς ακολούθησαν τους γείτονές τους στην Πίνδο Βοιωτούς προς την χώρα που επρόκειτο να ονομαστεί από αυτούς Βοιωτία. Αργότερα τινές εξ αυτών μετοίκησαν στην Αττική και από εκεί στην Μ. Ασία! Οι Αθαμάνες διατήρησαν τον αρχαϊκό τρόπο οικονομίας και διαβιώσεως και την παραδοσιακή δομή της κοινωνίας ως φυλετικού κράτους σε όλη την διάρκεια της Αρχαιότητας.

Γ. Γεωπολιτική
1. Η ΘΕΣΗ ΤΩΝ ΑΘΑΜΑΝΩΝ-ΑΙΘΙΚΩΝ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Όπως αναφέρθηκε, οι Αθαμάνες ήλεγχαν τα περάσματα της νότιας Πίνδου μεταξύ της τετραρχίας της Θεσσαλίας και του βασιλείου της Ηπείρου. Μέχρι την εδραίωση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας η Αθαμανία αποτελούσε μία από τις πιο ισχυρές φυλές του βορείου ελλαδικού χώρου. Ενεπλάκησαν στον Πελοποννησιακό πόλεμο (431-404 π.Χ.) ως σύμμαχοι της Σπάρτης, αλλά, όταν οι Θηβαίοι πήγαν με το μέρος των Αθηναίων, τους ακολούθησαν και συνεργάστηκαν με τον Θηβαίο στρατηγό Ισμηνία που κινήθηκε εναντίον των σπαρτιατικών συμφερόντων στην Θεσσαλία. Γενικώς, ακολουθούσαν την πολιτική των γειτόνων ομοφύλων τους Θεσσαλών και των ομοφύλων τους στην νότια Ελλάδα Βοιωτών. Μετά την παρακμή του βασιλείου της Ηπείρου, η οποία σημειώθηκε από τον θάνατο του Πύρρου και έπειτα, η Αθαμανία ακολούθησε ανεξάρτητο βίο για εκατό έτη περίπου. Ούτως ή άλλως, η γεωγραφική θέση, η μαχητικότητα των κατοίκων και ο αρχαϊκός τρόπος διαβιώσεως καθιστούσαν δύσκολη την καθυπόταξη των Αθαμάνων [9]. Ο δεσμός τους με το βασίλειο της Ηπείρου πρέπει να θεωρηθεί περισσότερο ως συμμαχία ασθενέστερου με ισχυρότερο εταίρο παρά σχέση υποταγής. Έτσι, με την υποχώρηση της ηπειρωτικής ισχύος, η Αθαμανία ανεξαρτητοποιήθηκε πλήρως και γνώρισε περίοδο μεγάλης ακμής από το 250 [10] έως το 150 π.Χ. περίπου, υπό την ηγεσία των βασιλέων Θεοδώρου Α’, Αργιθέου, Θεοδώρου Β’ και Αμυνάνδρου [11]. Ο ελεύθερος βίος και η δόξα των Αθαμάνων ολοκληρώθηκε με τον ηρωικό βασιλιά Σέλιπο.

[1] Αυτό διαφέρει από τον σημερινό προσανατολισμό της περιοχής του Ασπροποτάμου, που είναι η ονομασία της περιοχής την οποία κατελάμβανε η αρχαία Αθαμανία, καθόσον ανήκει στην Θεσσαλία και δη στον νομό Τρικάλων. 
[2] Αξίζει να αναφερθεί ότι προς Νότον η Θεσσαλία εκτεινόταν έως τις Θερμοπύλες, συμπεριλαμβάνοντας συνήθως και την Φθιώτιδα (αρχαία Φθία). Άλλωστε, το τοπωνύμιο Θερμοπύλες σημαίνει ακριβώς αυτό που λέει η λέξη, δηλαδή «Θερμές Πύλες», όχι μόνον λόγω των θερμών ιαματικών πηγών της περιοχής, αλλά κυρίως λόγω του ότι αποτελούσαν την δίοδο από την Βόρεια Ελλάδα προς την Θερμή, την Νότια Ελλάδα. Γι’ αυτό και στην λεζάντα του ανωτέρω παρατιθεμένου χάρτη σημειώνεται «Χάρτης της Αρχαίας Βόρειας Ελλάδας …». Η βόρεια Ελλάς κατά την Αρχαιότητα άρχιζε από τις Θερμοπύλες! 
[3] Ανάλογη ανθρωπογεωγραφική κατάσταση εμφάνιζε η Αθαμανία (ως «Αρματολίκι Ασπροποτάμου») κατά την πρώιμη Νεοτερικότητα, δηλαδή κατά την Τουρκοκρατία, και κατά τον 19ο αιώνα τουλάχιστον. Βλ. του ιδίου «Η στρατιωτική συμβολή των κοινοτήτων του άνω ρου του Αχελώου στους εθνικούς ελληνικούς αγώνες κατά την πρώιμη περίοδο της νεοτερικότητας (17ος-19ος αιώνας)» Γαρδικιώτικα Νέα, τεύχη 2.19-24, 2010-2011. 
[4] Κοινή ρίζα των ονομάτων αυτών το -αχ-, το οποίο στην πρώιμη ελληνική γλώσσα δήλωνε το υδάτινο στοιχείο. Η ίδια ρίζα απαντά στο όνομα του Αχ-ιλλέα και στο φυλετικό όνομα Αχ-αιοί, πιστοποιώντας την στενή σχέση των Ελλήνων με το νερό, στην προκειμένη περίπτωση με το υδάτινο στοιχείο ορεινών όγκων και βορείων περιοχών. Το ότι η Αθαμανία ήταν και είναι περιοχή όπου κυριαρχούν τα μικρά ή μεγάλα ποτάμια είναι γνωστό τοις πάσι. 
[5] Στο Καταφύλλι (Σελιπιανά), σε ένα δελφικό τοπίο, υπάρχει αρχαιολογικός χώρος. Ορισμένοι ερευνητές (Χρ. Γκλέζος 1985) τοποθετούν σε αυτό την πρωτεύουσα των Αθαμάνων «Αργιθέα», καθώς η τοποθεσία έλεγχε τις διαβάσεις και τα περάσματα προς την Ευρυτανία και προς το ισχυρό κράτος των Αιτωλών, με τους οποίους οι Αθαμάνες ήταν σύμμαχοι το μεγαλύτερο διάστημα κατά τα ελληνιστικά χρόνια. 
[6] Γι’ αυτό και ο Άτλας του Ελληνικού και του Ρωμαϊκού κόσμου του βρετανικού εκδοτικού οίκου Barrington (The Barrington Atlas of the Greek and Roman World, edited by Richard Talbert, published by Princeton University press, copyright 2000) αποτυπώνει στην ως άνω περιοχή ίχνη αρχαίας πόλης παρά το σημερινό Παλιοχώρι Γαρδικίου. Υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με την προφορική παράδοση για την ιστορικότητα του χωριού Γαρδίκι, το Παλιοχώρι, όπως δηλώνει και το όνομά του, ήταν το παλιό Γαρδίκι, δηλαδή η πρωταρχική (;) εγκατάσταση των Γαρδικιωτών στην περιοχή. Το θέμα, πάντως, χρήζει περαιτέρω ερεύνης και τεκμηριώσεως. 
[7] Φυλετικός μύθος: ο γενάρχης των Αθαμάνων και επώνυμος ήρωας-βασιλιάς τους Αθάμας νυμφεύτηκε την Ιν(αχ)ώ, κόρη του Ινάχου θεού-ποταμού των πρώτων κατοίκων της Αθαμανίας. 
[8] Αιολική και αρκαδική συγγένευαν. Μετά τη μετανάστευση Αιολέων στη Μ. Ασία και Αρκάδων στην Κύπρο, οι διάλεκτοι αυτές διαδόθηκαν ανατολικά. Η αποκατάσταση των τύπων της αρχαίας αιολικής διαλέκτου γίνεται σήμερα κυρίως μέσω της ανάγνωσης των επιγραφών που σώζονται από την Αρχαία Θεσσαλία, Βοιωτία και Αιολίδα (Βορειοδυτική Μ. Ασία) και μέσω της μελέτης των κειμένων της Λυρικής Χορικής και Μονωδικής Ποιήσεως, στην οποία δραστηριοποιήθηκαν ποιητές από τις αιολικές περιοχές της Βοιωτίας και της Λέσβου. Όμως, ενώ η αιολική διάλεκτος είναι οικεία στους κύκλους των Κλασικών Φιλολόγων, παραμένει εντελώς άγνωστη στο ευρύ κοινό, κυρίως εξαιτίας του ότι τα κείμενα της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας που σώζονται γραμμένα σε αυτήν δεν διδάσκονται στα Ελληνικά Σχολεία (στο πλαίσιο του μαθήματος της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας), παρά μόνο στην Θεωρητική Κατεύθυνση της Β’ Λυκείου προς το τέλος του διδακτικού έτους, και μόνον εάν ο χρόνος επαρκεί, δηλαδή πρακτικώς ποτέ. Αξίζει τον κόπο να δοθούν κάποια δείγματα αιολικής διαλέκτου συγκριτικά με την αττική διάλεκτο (η οποία κυριάρχησε από τον 4ο αιώνα π.Χ. σε όλον σχεδόν τον ελληνικό κόσμο και την οποία όλοι διδάσκονται σήμερα στα ελληνικά σχολεία της Μέσης Εκπαίδευσης) και με την δωρική διάλεκτο. (α) Νεοελληνική διατύπωση: καλούν άλλο στρατό/στράτευμα από τους άλλους Έλληνες. (β) Αττική: καλοῦσιν ἄλλον στρατὸν ἀπὸ τῶν ἄλλων Ἑλλήνων. (γ) Δωρική: καλέοντι ἄλλον στρατὸν ἀπὸ τῶν ἄλλων Ἑλλάνων. (δ) Αιολική: καλέασι ἄλλυν στρότον ἀπὺ τοῦν ἄλλουν Ἑλλάνουν. 
[9] Σύμφωνα με την παράδοση, στην Κάθοδο των Δωριέων οι Δωριείς δεν μπόρεσαν να κατακτήσουν την Αθαμανία, διότι οι κάτοικοί της ήταν άγριοι και ακατάβλητοι πολεμιστές. Εκ του συγκριτικά προς τους άλλους Έλληνες πρωτόγονου τρόπου ζωής τους οι Αθαμάνες χαρακτηρίζονταν ως βάρβαροι. Όμως αναγνωρίζονται ως Έλληνες από τον Πλάτωνα: «Οἱ ἔκγονοι τοῦ Ἀθάμαντος, Ἕλληνες γάρ» («Οι απόγονοι του Αθάμαντα, Έλληνες βέβαια»). 
[10] Το έτος αυτό ο βασιλιάς των Αθαμάνων Θεόδωρος B’ χτίζει την πόλη της Θεοδωρίας (σημ. Θεοδώριανα). 11 220-178 π.Χ. Βασιλεία του Αμυνάνδρου, η μεγάλη ακμή των Αθαμάνων.

Δημοσιεύθηκε στα Γαρδικιώτικα Νέα
(Ιανουάριος-Φεβρουάριος-Μάρτιος 2012)



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η κόσμια κριτική και η ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των σχολιαστών είναι σεβαστή. Σχόλια τα οποία υπεισέρχονται σε προσωπικά δεδομένα ή με υβριστικό περιεχόμενο να μην γίνονται. Τα σχόλια αποτελούν καθαρά προσωπικές απόψεις των συντακτών τους. Οι διαχειριστές δεν ευθύνονται σε καμία περίπτωση για τυχόν δημοσίευση υβριστικού ή παράνομου περιεχομένου στα σχόλια των αναρτήσεων.Τα σχόλια αυτά θα διαγράφονται με την πρώτη ευκαιρία.