Δευτέρα, 27 Αυγούστου 2012

Αστική συγκρότηση των Βιτωλίων


Του Βασίλη Γούναρη
Αναπληρωτή Καθηγητή του τμήματος Βαλκανικών Σπουδών ΑΠΘ στη Φλώρινα

Μια γενική άποψη του Μοναστηρίου σε κάρτ ποστάλ των αρχών του 20ου αι. Η αστική εικόνα της πόλης διαμορφώθηκε σταδιακά. Πρώτο κύμα μαζικών μετακινήσεων προς το Μοναστήρι προκάλεσε η καταστροφή της Μοσχόπολης (1770) και των άλλων ημιαστικών κέντρων της Ηπείρου. Η αιματηρή συντριβή των Αλβανών το 1830 μέσα στην ίδια την πόλη εδραίωσε οριστικά την παρουσία όλων αυτών των ξεριζομένων (φώτο αριστερά: αρχείο ΕΛΙΑ).

Τα Επιστολικά Δελτάρια και το υπόλοιπο φωτογραφικό υλικό πιστοποιούν το αληθές των λόγων  του Γεωργίου Μόδη και αρκετών άλλων συμπατριωτών του: στις αρχές του 20 αι. το Μοναστήρι ήταν, από πολλές απόψεις, μια πραγματική ακρόπολη του Ελληνισμού στη Μακεδονία. Γενναίες χορηγίες κατά την περίοδο 1880-1900 είχαν εξοπλίσει την πόλη με εντυπωσιακά εκπαιδευτικά ιδρύματα: πλήρες γυμνάσειο, παρθεναγωγείο με γυμνασιακό τμήμα, αστική σχολή αρρένων, κεντρικό νηπιαγωγείο και άλλα οκτώ συνοικιακά. Αν πιστέψουμε τις στατιστικές, περίπου 1600 παιδιά, το 1/3 περίπου νήπια, μάθαιναν ελληνικά γράμματα το 1908. Το άλλο τρίτο αποτελούσαν οι μαθητές του Παρθεναγωγείου, αλάθητο σημάδι των νέων ηθών. Κορωνίδα των ευεργεσιών ήταν το καλλιμάρμαρο νοσοκομείο «ο Ευαγγελισμός», καύχημα της πόλης, που περιλάμβανε γηροκομείο και βρεφοκομείο. Οι Μοναστηριώτες ήταν -και είναι ακόμη- υπερήφανοι για τη ζωηρή κοινωνική δράση τους που εκδηλώθηκε, όπως και στις άλλες μακεδονικές πόλεις, το τελευταίο τέταρτο του 19ου αι. και αποτελούσε την άλλη όψη της εκπαιδευτικής τους ανέλιξης. Φιλεκπαιδευτικοί σύλλογοι, με βασικότερο την αδελφότητα «Καρτερία» (1880), φιλαρμονικές εταιρείες, με γνωστότερο τον όμιλο «Λύρα», θεατρικός σύλλογος, γυμναστικός σύλλογος και η «Φιλόπτωχος Αδελφότης Ελληνίδων Κυριών» (1903) έδιναν διέξοδο και στέγη στις ευγενείς φιλοδοξίες και τα ταλέντα της καλής κοινωνίας της πόλης.

Εποχή ρομαντισμού

Φαινομενικά η εκπαίδευση και η κοινωνική πρόνοια αποτελούσαν εκφράσεις του νεοελληνικού εθνικισμού που καταλάμβανε γρήγορα την ορθόδοξη κοινότητα του Μοναστηρίου. Η κλιμάκωση της ελληνοβουλγαρικής αντιπαράθεσης για το μέλλον της Μακεδονίας βιωνόταν μέσα από τον καταφανή για τους συγχρόνους των γεγονότων εθνική συγκρότηση των Βουλγάρων εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ακόμη πιο συναισθηματικά μέσα από την ελληνική εκπαιδευτική διαδικασία, με όλα τα προβλήματα και τις ιδιαιτερότητές της. Τα ελληνικά τραγούδια, ιδιαίτερα τα κλέφτικα και επαναστατικά, η γοητεία της φουστανέλας σε μια κοινωνία που είχε ήδη φραγκοφορεθεί, οι «εθνικοί» χοροί που δίδασκαν οι αθηνοσπουδαγμένοι εκπαιδευτικοί, οι θριαμβευτικές περιοδείες των ελληνικών θεατρικών συλλόγων, οι φήμες για νέες επαναστάσεις και ανταρτομαχίες ενθουσίαζαν τους Μοναστηριώτες και ακόμη περισσότερο τη νεολαία τους. Η γοητεία του απαγορευμένου και του μυστικού, της θυσίας για τη μακρινή και εν πολλοίς άγνωστη ελληνική πατρίδα στην εποχή του ρομαντισμού προσέδιδε στις κοινωνικές συναθροίσεις και πολύ περισσότερο στις φιλεκπαιδευτικές δραστηριότητες αίγλη, ενθουσιασμό αλλά και κύρος σε μια νέα και σφριγηλή τάξη ελληνομαθών εμπόρων. Ακόμη και αυτή η κοινοτική κοινωνική πρόνοια φαινόταν να ενδιαφέρεται για την εθνική «ανάνηψη» εξίσου, αν όχι περισσότερο, με την περίθαλψη των πασχόντων. 



Άποψη του Υδραγόρα σε καρτ ποστάλ των αρχών του 20ου αι. Η πόλη που άλλοτε αναφέρεται ως Βιτώλια και άλλοτε ως Μοναστήρι ήταν κτισμένη εκατέρωθεν του μικρού ποταμού Δραγόρη, Ντράγκορ ή Υδραγόρα που οι πηγές του βρίσκονται στο βουνό Περιστέρι ή Βαρενούς (φώτο: αρχείο ΕΛΙΑ).


Το «Εργοστάσιον απόρων κορασίων», όπως γράφει η καρτ ποστάλ, ιδρύθηκε το 1903 από «της εν Μοναστηρίω Αδελφότητος των Ελληνίδων Κυριών». Τεκμήριο νέων αστικών ηθών και κοινωνικής δραστηριότητας ή μέριμνας του κυρίαρχου οικονομικά ελληνικού και ελληνόφωνου πληθυσμού (φώτο: Συλλογή Γ. Μαθά). 
  
Εθνικοί Κανονισμοί

Ο Ελληνικός Γυμναστικός Σύλλογος Μοναστηρίου σε ιταλική καρτ ποστάλ (1908) - (φώτο αριστερά). 

Ο ρομαντισμός και η νεανική ζωηράδα δεν είναι οι μόνες εξηγήσεις για τις αλλαγές στο Μοναστήρι. Μέσα στο πλαίσιο των Εθνικών (ή Γενικών) Κανονισμών του 1860-62 η ορθόδοξη κοινότητα της πόλης απαρτιζόταν από όσους αναγνώριζαν το Οικουμενικό Πατριαρχείο και ως πνευματικό τους αρχηγό τον εκάστοτε διορισμένο μητροπολίτη. Ο κανονισμός της (1896) προέβλεπε την ανά διετία 28μελούς σώματος «ευυπολήπτων και εξαιρέτων πολιτών» με εκλέκτορες τους πρωτομάστορες των συντεχνιών και όλους αυτούς που συνέδραμαν ετησίως τα κοινοτικά σχολεία και τις εκκλησίες. Αυτή ήταν η νόμιμη αντιπροσωπεία, με πρόεδρο τον μητροπολίτη, ενώ «τα λαοψηφίσματα και αι αναφοραί του λαού», που στο παρελθόν είχαν γίνει ανεκτά, απαγορεύονταν. Με δεδομένο ότι η ελάχιστη ετήσια εισφορά που εξασφάλιζε εκλογικά δικαιώματα ήταν μια λίρα -το μηνιαίο σχεδόν εισόδημα ενός ανειδίκευτου εργάτη- είναι προφανές ότι ο κανονισμός αναπαρήγαγε στα αξιώματα της πόλης έναν μάλλον περιορισμένο κύκλο κοινοτικών ταγών. Στους νεότερους και μορφωμένους επαγγελματίες, τη νέα γενιά, αφηνόταν ανοιχτό το πολλά υποσχόμενο, όπως αποδείχτηκε, πεδίο της εθνικής δράσης, με κάθε του μορφή, υπό την σκέπη και καθοδήγηση του προξενείου, το οποίο αποδεδειγμένα δεν δίσταζε να υπονομεύσει την κοινωνική ιεραρχεία, αν αυτό επέτασσε το ελληνικό εθνικό συμφέρον.



Από τη θεατρική παράσταση «Αι πλάναι του Οδυσσέως» στο Μοναστήρι το 1910 (φώτο: «Λεύκωμα Μοναστηριωτών», Φλώρινα 1996)


Σύλλογος Φιλόμουσων Μοναστηρίου. Η οικονομική ευρωστία των Ελλήνων συνετέλεσε στην ίδρυση σωματείων ή συλλόγων πνευματικών, καλλιτεχνικών κ.α. Παρουσιάζει δηλαδή το Μοναστήρι, όλα τα χαρακτηριστικά μιας αστικοποιημένης κοινότητας. 


Παράδειγμα αστυφιλίας

Οι εξελίξεις αυτές εντός της ορθόδοξης κοινότητας γίνονται καλύτερα κατανοητές μέσα από την εξέλιξη της οικονομίας και της δημογραφίας της πόλης. Ως αστική συγκρότηση το Μοναστήρι αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του νέου κύματος αστυφιλίας που εκδηλώθηκε στη Μεσόγειο μετά το 1800 μέσα στο πλαίσιο μιας γενικότερης πληθυσμιακής ανόδου. Ειδικότερα στη Μακεδονία η άνοδος αυτή συνοδεύεται και από μια τεράστια μετατόπιση πληθυσμών από τα δυτικά προς τα ανατολικά και βόρεια που προκλήθηκε από την ενδυνάμωση των μουσουλμάνων Αλβανών. Η συνακόλουθη καταστροφή της Μοσχόπολης και των άλλων ημιαστικών κέντρων του Γράμμου και οι διοικητικές επιλογές του Αλή-πασά απομάκρυναν σημαντικό αριθμό Ηπειρωτών, ελληνόφωνων, αλβανόφωνων αλλά κυρίως βλαχόφωνων μεταπρατών και επαγγελματιών. Μετά την αιματηρή συντριβή των Αλβανών μέσα στο Μοναστήρι το 1830, η πόλη αποτελούσε πλέον ένα θελκτικότατο πόλο για όλους αυτούς τους ξεριζωμένους.  Η εγκατάσταση το 1841 του ισχυρού και πολυάνθρωπου Γ' Σώματος Στρατού και το 1864 Γενικού Διοικητή (Βαλή) δημιούργησε προϋποθέσεις για την περαιτέρω εμπορευματοποίηση της γεωργικής και της κτηνοτροφικής παραγωγής. Μέσα σε μια πόλη που φιλοξενούσε μόνιμα χιλιάδες στρατιώτες, αξιωματικούς και διοικητικούς υπαλλήλους ακολούθησε φυσιολογικά η εντατικοποίηση όχι μόνο σχετικών ελαφρών βιοτεχνιών και πολλών εμπορικών επιχειρήσεων αλλά και ανάλογου κύκλου υπηρεσιών. Βλάχοι ραφτάδες, καφετζήδες, ταβερνιάρηδες, ζαχαροπλάστες και ξενοδόχοι, γιατροί και φαρμακοποιοί, δικηγόροι και τοκιστές, με γενιές σχετικής επαγγελματικής παράδοσης, πύκνωσαν το εμπορικό κέντρο της πόλης, την «αγορά των Βλάχων», όπως τελικά έγινε γνωστή. 



Δεύτερο δεκαήμερο Ιουλίου 1908. Διαδήλωση στη Χαμιντιέ, κεντρικό δρόνο ή «φαρδύ δρόμο» όπως τον αποκαλούσαν οι Μοναστηριώτες. Εμπρός, πανό με συνθήματα στα ελληνικά υπέρ του Συντάγματος που διακήρυξε το Νεοτουρκικό κομιτάτο «Ένωσις και Πρόοδος». Το κίνημα των νεοτούρκων κυοφορήθηκε στη Στρατιωτική Σχολή του Μοναστηρίου και η επικράτηση του ανέτρεψε την επιβολή των ευρωπαϊκών μεταρρυθμίσεων που επρόκειτο να επιβληθούν στις ευρωπαϊκές οθωμανικές επαρχίες (φώτο: Συλλογή Γ. Μαθά).

Βλαχόφωνοι και σλαβόφωνοι

Είναι δύσκολο να πει κανείς πόσοι ήταν οι βλαχόφωνοι κάτοικοι του Μοναστηρίου στα τέλη του 19ου αι. Ο πληθυσμός του αυξήθηκε σημαντικά από αφίξεις οικογενειών από τα άλλα ημιαστικά κέντρα της περιφέρειας, ιδιαίτερα μετά την λειτουργία της σιδηροδρομικής γραμμής με την Θεσσαλονίκη (1894) και την επιδείνωση των συνθηκών ασφαλείας στην ύπαιθρο (1903). Από τα διαθέσιμα στοιχεία φαίνεται ότι σε καμία περίπτωση οι Βλάχοι δεν έφτασαν το τρίτο του συνολικού πληθυσμού της πόλης, αλλά ξεπερνούσαν πάντοτε σταθερά το 50% των χριστιανών κατοίκων της. Η συντριπτική τους πλειοψηφία χρησιμοποιούσε συστηματικά τη λατινογενή τους γλώσσα και ενίσχυε έτσι τα επιχειρήματα όσων έβλεπαν τις εγγενείς αδυναμίες του καθαρευουσιάνικου εκπαιδευτικού συστήματος αλλά και αυτών που απαισιοδοξούσαν για τη βαθύτερη πορεία του εξελληνισμού τους. 
Οι υπόλοιποι χριστιανοί Μοναστηριώτες ήταν σχεδόν αποκλειστικά σλαβόφωνοι: ένας μάλλον περιορισμένος κύκλος παλαιότερων και ευπορότερων οικογενειών, μια γενιά σπουδαγμένων επαγγελματιών και πολλοί περισσότεροι μικρέμποροι και εργάτες, ειδικευμένοι και ανειδίκευτοι, εποχιακοί και μόνιμοι, άνδρες και γυναίκες από κάθε χωριό και κωμόπολη της περιφέρειας. Η παρουσία και η απασχόληση τους στην πόλη -ειδικά των νεαρών γυναικών- διευκολυνόταν από την αδυναμία και την απροθυμία των ολιγομελών και εύπορων βλάχικων οικογενειών να ασχοληθούν με όλα τα παραδοσιακά οικιακά καθήκοντα ή τουλάχιστον με τα δυσκολότερα ή τα πλέον εξειδικευμένα με αυτά. Διευκολυνόταν επίσης από τις ευκαιρίες που δημιουργούσε στην αγορά εργασίας η οικιστική επέκταση της πόλης και ο περιορισμός της αυτοκατανάλωσης στο ελάχιστο. Τα βλάχικα σπίτια, χωρίς συγγενικές προσβάσεις στα χωριά, αγόραζαν σχεδόν όλα τα είδη διατροφής τους, δίνοντας έτσι ευκαιρία εργασίας σε ολόκληρη αλυσίδα μικροκαταστηματαρχών. Αγρότες τις περιφέρειας μπορούσαν να παίξουν τον ρόλο των ενδιαμέσων στην προμήθεια ή και την αρχική επεξεργασία ειδών διατροφής και άλλων χρειωδών της αστικής κατοικίας. Γύρω από την «καλλιμάρμαρη» ακρόπολη του ελληνισμού χτίστηκαν εκατοντάδες χαμόσπιτα και μικρομάγαζα.  Οπλισμένοι με εργατικότητα, τόλμη και ολιγάρκεια αλλά με μεροκάματα της πείνας και χωρίς ασφαλή πλέον πρόσβαση στα χωριά τους , αντιπαθείς μάλλον στους βλάχους εργοδότες, πελάτες και πιστωτές τους οι σλαβόφωνοι αυτοί δεν ήταν αδιάφοροι προς την κοινωνική και εκπαιδευτική πρόνοια της βουλγαρικής εξαρχικής εκκλησίας και πολιτικής που κέρδιζε έδαφος την ίδια εποχή. Ούτε ήταν αδιάφοροι προς τα σοσιαλιστικά κηρύγματα που κυκλοφορούσαν σε ορισμένους κύκλους της Εσωτερικής Μακεδονικής Επαναστατικής Οργάνωσης (ΕΜΕΟ). Η ένταξη στα βουλγαρικά κομιτάτα κι αν δεν δημιουργούσε πάντοτε τους ψυχικούς δεσμούς τους απαραίτητους για την αποδοχή μιας εθνικής συνείδησης, δημιουργούσε όμως σε πολλούς αγρότες, που ζούσαν μεταξύ χωριών και πόλεως, μεταξύ παράδοσης και νεωτερισμού, μεταξύ εθνικής μόρφωσης και αγραμματοσύνης την αίσθηση της αποστολής και της κοινωνικής αλληλεγγύης. Ήταν μια υποθήκη στην οποία η Βουλγαρία θα μπορούσε να επενδύσει και να υπολογίζει δικαιολογημένα ότι η κοινωνική άνοδος των χθεσινών αγροτών θα τους έφερνε αναπόφευκτα σε σύγκρουση με την καθεστηκυία εμπορική και τραπεζική τάξη, σύγκρουση που θα ήταν αξιοποιήσιμη και σε εθνικό επίπεδο.



Ελληνικό Αντάρτικο Σώμα στο Μοναστήρι. Με την επικράτηση, Ιούλιο 1908, του νεοτουρκικού κινήματος δόθηκε γενική αμνηστία  και όλα τα ανταρτικά σώματα από τις γύρω ορεινές περιοχές κατέβηκαν στην πόλη! Έτσι λήγουν οι ένοπλες συγκρούσεις στην ύπαιθρο αλλά και μέσα στο Μοναστήρι (φώτο: Συλλογή Γ. Μαθά).

Πόλεμος των συνοικιών

Τα γεγονότα του Μακεδονικού Αγώνα στην ύπαιθρο εμβάθυναν την κοινωνική διάσπαση και εντός της πόλης πάνω στους ήδη υπάρχοντες κοινωνικούς διαχωρισμούς. Σύμφωνα με όλα τα τεκμήρια μικροεπαγγελματίες και νεοφερμένοι μικροκαταστηματάρχες, λόγω κοινωνικής και οικονομικής θέσεως, αποτελούσαν τα οργανωτικά στελέχη τόσο του ελληνικού όσο και του βουλγαρικού κομιτάτου. Αυτοί εξαπέλυσαν τον πόλεμε των συνοικιών. Οι επιφανείς εμπορευόμενοι και οι επιστήμονες, γιατροί και δικηγόροι, διατήρησαν θεωρητικά την εποπτεία του εθνικού αγώνα, την οποία πλήρωσαν συχνά με αίμα, φόρο δυσανάλογο προς το μάλλον χλιαρό οικονομικό πόλεμο στον οποίο συμμετείχαν. Όμως οι δολοφονίες μελών της τάξης τους, ασχέτων τις περισσότερες φορές με τα τεκταινόμενα, είχαν συμβολικό και ουσιαστικό χαρακτήρα. Έδειχναν, από τη μια, ότι κανείς δεν ήταν απυρόβλητος και, από την άλλη, επιτάχυναν τη συσπείρωση, αφού μόνον αυτή παρείχε ασφάλεια. Σε αντίθεση με τους Βούλγαρους, που μπορούσαν να επιστρατεύσουν πολλούς νεαρούς εργαζόμενους που απελπισμένοι είχαν εγκαταλείψει τα χωριά τους, η ελληνική πλευρά στο Μοναστήρι δυσκολεύτηκε να βρει «εκτελεστές». Στη βλάχικη κοινωνία αφθονούσαν οι εκπαιδευτές και οι νομοταγείς νοικοκυραίοι, αλλά οι «εκτελεστές» αναζητήθηκαν και βρέθηκαν μεταξύ των φιλέριδων νέων, των ταβερνόβιων και των ανέργων της πόλης, κατά τη ρητή μαρτυρία του Μόδη. Η εν γένει λειτουργία και των δυο κομιτάτων, λόγω ακριβώς της κοινωνικής πολυσυλλεκτικότητάς τους και των διαφορετικών προσδοκιών των συνεργαζομένων δεν ήταν η αρμονικότερη. Στην περίπτωση των Βουλγάρων είναι γνωστό ότι οι ενδοπαραταξιακές συγκρούσεις των κομιτάτων τους πήραν τη μορφή ενός αιματηρού εσωτερικού πολέμου. Στην περίπτωση των Ελλήνων τα προβλήματα επίσης δεν έλειψαν αλλά χωρίς να φτάσουν ποτέ στα άκρα. Όσοι Βλάχοι είχαν σοβαρούς οικονομικούς και κοινωνικούς λόγους να διαφοροποιηθούν προσχωρούσαν στη ρουμανική παράταξη και ο αγώνας εναντίον τους, μολονότι ήταν αριθμητικά ελάχιστοι, ήταν ιδεολογικά συνθετότερος και συναισθηματικά βαρύτερος για τους συγγενείς τους.


Κοινοποίηση για τις διεξαγόμενες εκλογές δημοσιευμένη στον Μοναστηριώτικο Τύπο, λίγους μήνες πριν από την έκρηξη του πρώτου Βαλκανικού Πολέμου: Σεπτέμβριος 1912 (φώτο αριστερά) 


Οι Έλληνες Βλάχοι


Αντίθετα δυσκολότερη για τους Έλληνες Βλάχους του Μοναστηρίου ήταν η συνεργασία, μολονότι απαραίτητη, με τους σλαβόφωνους και ακόμη περισσότερο ο συγχρωτισμός και ο προσηλυτισμός τους. Το ζητούμενο δεν ήταν μόνον ψυχολογικό, το ξεπέρασμα μιας αίσθησης κοινωνικής ανωτερότητας. Ήταν και οικονομικό. Η συγκρότηση της δικής τους τάξης βασιζόταν παραδοσιακά στον έλεγχο του κεφαλαίου και της αγοράς. Αν μετέβαλαν τους όρους πίστωσης, δανειοδοτούσαν ή ευνοούσαν με οποιοδήποτε τρόπο την κοινωνική άνοδο των ομοδόξων τους σλάβων αγροτών, σε τελική ανάλυση υπονόμευαν τη δική τους παράδοση και το δικό τους συμφέρον. Όμως από τη στιγμή που η έξωθεν παρέμβαση των εθνικών κρατών στις διαδικασίες  κοινωνικής ανόδου στην τουρκοκρατούμενη Μακεδονία είχε εκκινήσει, η εμμονή στη διατήρηση της πολιτισμικής ιεραρχίας με τους Βλάχους στην κορυφή, υπονόμευε τα ελληνικά συμφέροντα στην ύπαιθρο. Δεν είναι παράδοξο ότι οι Μοναστηριώτες αστοί είδαν τη δική τους συνεισφορά και είσοδο στον χώρο του εθνικισμού συναρτημένη με τις εκπαιδευτικές διαδικασίες και κατά δεύτερο λόγο με τη κοινωνική πρόνοια. Ο τρόπος αυτός συνεισφοράς ήταν απόλυτα συμβατός με τα δικά τους κοινωνικά και ιδεολογικά πρότυπα αλλά και με το μεταβαλλόμενο ρόλο των γυναικών στις πόλεις. Όμως η κλασσική εκπαίδευση των Μοναστηριωτών και των Μοναστηριωτισσών δύσκολα έβρισκε πρακτική εφαρμογή στην ύπαιθρο. Η θεωρητική εκπαίδευση μεγιστοποιούσε την αίσθηση της κοινωνικής και πολιτισμικής απόστασης των χωριών από τις πόλεις. Και η απόσταση αυτή, ειδικά στο Μοναστήρι, ήταν ιδιαίτερα αισθητή. Αν η εθνική επιτροπή της πόλης πίστευε, όπως λέγει ο Μόδης, ότι είχε στο χέρι (από εθνικής, βέβαια, απόψεως) τους μεταναστεύοντες χωρικούς, μέσω του ελέγχου των χρεών τους, έσφαλε ανεπανόρθωτα, γιατί αποδεδειγμένα τους απομάκρυνε από την ελληνική ιδέα. Είναι όμως άδικο, παραβλέποντας τις ιδιαιτερότητες της εποχής, να κρίνουμε εκ των υστέρων ότι οι Βλάχοι αστοί του Μοναστηρίου θα έπρεπε να είχαν καταστρέψει συθέμελα την κοινωνία τους, για να ικανοποιήσουν τα ελληνικά πατριωτικά πρότυπα και να εξυπηρετήσουν τα εθνικά συμφέροντα ενός κράτους που εν τέλει γνώρισαν μόνο ως πρόσφυγες. 

Πηγή: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ - ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ, Κυριακή 16 Δεκεμβρίου 2001, Αφιέρωμα: Μοναστήρι ή Βιτώλια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η κόσμια κριτική και η ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των σχολιαστών είναι σεβαστή. Σχόλια τα οποία υπεισέρχονται σε προσωπικά δεδομένα ή με υβριστικό περιεχόμενο να μην γίνονται. Τα σχόλια αποτελούν καθαρά προσωπικές απόψεις των συντακτών τους. Οι διαχειριστές δεν ευθύνονται σε καμία περίπτωση για τυχόν δημοσίευση υβριστικού ή παράνομου περιεχομένου στα σχόλια των αναρτήσεων.Τα σχόλια αυτά θα διαγράφονται με την πρώτη ευκαιρία.