Κυριακή, 5 Αυγούστου 2012

Βλάχοι



 ...Οι διαφορές μεταξύ Σαρακατσάνων και Βλάχων εντοπίζονται στη γλώσσα - οι πρώτοι δεν είναι δίγλωσσοι, μιλούν Ελληνικά - στην ενδυμασία, στα ήθη και έθιμα, στην καταγωγή, στο όνομα. Οι Σαρακατσάνοι είναι αποκλειστικά νομαδικός λαός, οι Βλάχοι σημείωσαν πρόοδο στα γράμματα, το εμπόριο, στις τέχνες και τον πολιτισμό. 
Το 1923 ο γενικός επιθεωρητής Γεωργίας κ. Δημ. Συράκης συνέταξε στατιστική κατά την οποία οι ανά την Ελλάδα διεσπαρμένοι Σαρακατσάνοι ήσαν κατά προσέγγιση 6 περίπου χιλιάδες οικογένειες εκ των οποίων στην Στερεά Ελλάδα 1112. Καραγκούνηδες από Αλβανία 786 περίπου οικογένειες, καμία όμως στη Στερεά Ελλάδα και 3409 οικογένειες Κουτσοβλάχοι ημινομάδες εκ των οποίων μόνο 51 οικογένειες στην Αιτωλοακαρνανία. Ώστε δεν μπορούμε να αναζητήσουμε Βλάχους μεταξύ των Σαρακατσάνων της Πάρνηθας. Από τους πάρα πάνω Κουτσοβλάχους λίγα έτη μετά ένας μεγάλος αριθμός μετανάστευσε οριστικά στην περιοχή Δοβρουτσάς στη Ρουμανία εγκαταλείποντας ορεινούς οικισμούς του Βερμίου, του Βόρα, του Παΐκου και άλλων περιοχών.

Το θέμα των Βλάχων το χαρακτήριζε ανέκαθεν διχογνωμία. Η λέξη βλάχος απαντά με πολλές σημασίες:
1) ο δίγλωσσος Έλληνας που μιλάει βλάχικα 2) κάθε ορεσίβιος βοσκός της ηπειρωτικής Ελλάδος 3) ο επαρχιώτης, ο χωριάτης, ο άξεστος. 
Φράσεις: α) Εμείς οι βλάχοι όπως λάχει β) πονηρός ο βλάχος. 
Ετυμολογία: μενσ < νlah < Valah < Vοlcae 
(Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικόν της νέας Ελληνικής γλώσσας).
Οι Βλάχοι εμφανίζονται με διάφορα ονόματα: Κουτσοβλάχοι, Αρβανιτόβλαχοι, Καραγκούνοι, Φρασαριώτες, Τσιντσάροι. Οι ίδιοι δηλώνουν Αρωμούνοι (Armani). Οι Αρωμούνοι όπως και οι Ρωμιοί υπήρξαν Ρωμαίοι πολίτες, οι πρώτοι εκλατινισμένοι και οι δεύτεροι ελληνόφωνοι. 
Το θέμα των Βλάχων δεν αποτέλεσε αντικείμενο ιστορικής έρευνας μόνο, αλλά και εθνικού ενδιαφέροντος από το 1849, όταν οι Ρουμάνοι άρχισαν να διεκδικούν τους Αρωμούνους της Ελλάδος ως ομογενείς των και να προβαίνουν σε συγκεκριμένες προπαγανδιστικές ενέργειες. Τρεις ήσαν οι θέσεις στις οποίες στήριξαν την επιχειρηματολογία τους 1) Το όνομα Βλάχος με φυλετική προέλευση 2) Η γλώσσα των Αρωμούνων ως διάλεκτος της Ρουμανικής 3) Οι Αρωμούνοι της Ελλάδος κατήλθαν από την αρχαία Δακία (Ρουμανία) στην Ελλάδα σύμφωνα με βυζαντινούς ιστορικούς και χρονογράφους.

Τι σημαίνει Βλάχος:
Ο διδάσκαλος του Γένους Κων. Κούμας από το 1832 υποστήριξε ότι το όνομα «Βλάχοι» έφεραν οι λατινόφωνοι που δημιουργήθηκαν λόγω της εξάπλωσης της λατινικής γλώσσας στο χώρο της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Δεν έχουν φυλετική προέλευση αλλά χαρακτηρίζονται ως Βλάχοι εκείνοι που μιλούν κάποια συγκεκριμένη γλώσσα κι αυτή είναι η δημώδης λατινική όπως διαμορφώθηκε στους τόπους που μιλήθηκε. Ο Σπ. Παπαγεωργίου, το 1908, υπέθεσε ότι προέρχεται από την αιγυπτιακή Φελλάχος. Ο Ν. Α. Βέης την θεωρεί σλαυική. Ακολούθησαν ποικίλες ερμηνείες από ειδικούς και μη. Ο Καρολίδης πιθανότερη θεωρεί την προερχόμενη από το Γερμανικό Welsch με το οποίο οι Γερμανοί ονόμαζαν τους λατινικούς λαούς (Welsch=λαλώ βάρβαρα) ενώ ο Γεωργακάς ετυμολόγησε την λέξη από το όνομα  Vοlcae (Ουόλκαι). Ο Στράβων (Βιβλ. Α΄, κεφ. Α, 12) λέει (σε μετάφραση το κείμενο). «Της χώρας που είναι στην απέναντι όχθη του ποταμού, το περισσότερον μέρος κατέχουν οι Ουόλκαι, τους οποίους ονομάζουν Αρηκομίσκους». Ήσαν δυτικά του ποταμού Ροδανού, είχαν πρωτεύουσα την Νέμαυσο (Nimes ) που είχε τα προνόμια των λατινικών πόλεων. Οι Γερμανοί που απλώνονταν στα σύνορα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από τα βρετανικά νησιά μέχρι τον Δούναβη αποκαλούσαν τους υπηκόους του ρωμαϊκού κράτους Valah. Στην Χερσόνησο του Αίμου έγινε  Vlah και στους Βυζαντινούς Βλάχος. 

Τι ήσαν λοιπόν οι Βλάχοι;
Αυτοί που μιλούσαν λατινικά. Η άποψη αυτή είναι πλέον η κρατούσα. 
Η Αρωμουνική γλώσσα: 
Μετά από τόσους αιώνες ρωμαϊκής επικράτησης είναι αυταπόδεικτο να συνετέλεσαν στη διάδοση της λατινικής γλώσσας στους κατακτηθέντες λαούς οι κατά καιρούς ενταχθέντες στον ρωμαϊκό στρατό, οι δημιουργηθείσες αποικίες, η διείσδυση λόγω της ανάπτυξης από την κατασκευή στρατιωτικών και εμπορικών δρόμων, οι υπηρετήσαντες σε Ρωμαίους αυθέντες, η πολιτισμική υπεροχή έναντι των κατακτηθέντων.
Ειδικά στην Ελλάδα δεν υπήρξε δυνατή η ταχεία και ολική υποχώρηση της ελληνικής. Στις πόλεις, στην Πελοπόννησο και την Κεντρική Ελλάδα, στα νησιά εξακολούθησε να επικρατεί ο ελληνικός τρόπος ζωής. 
Στην Ήπειρο και τη Μακεδονία δεν ίσχυσε το ίδιο. Δοκιμάστηκε η ελληνική γλώσσα. Η αδιάλειπτη ρωμαϊκή επιστασία, η μόνιμη και πολυάριθμη στρατιωτική δύναμη, η στρατολογία εντοπίων και επί πλέον η Εγνατία και οι καταλήγοντες σ΄ αυτή δρόμοι αποτέλεσαν τις αιτίες να δημιουργηθούν πιο στενές σχέσεις των κατοίκων αυτών των περιοχών με τους Ρωμαίους. 
Ο C. Tagliavini κατατάσσει σε τέσσερις ομάδες τις ρωμανικές (λατινογενείς) γλώσσες που διαμορφώθηκαν με την πάροδο τόσων αιώνων (Βαλκανο-ρωμανική, ιταλο-ρωμανική, Γαλλο-ρωμανική, Ιβηρο-ρωμανική) και διαιρεί τη Ρουμανική σε τέσσερις διαλέκτους α) Δακορουμανική β) Αρωμουνική γ) Μεγλενιτική δ) Ιστρορρουμανική. 
Ο Ι. Coteanu πρώτα διακρίνει ανατολική και δυτική Λατινική και τονίζει ότι από την πρώτη προήλθαν τρεις γλώσσες η Δαλματική, η Ρουμανική και η Αρωμουνική.
Η σχέση μεταξύ Αρωμουνικής και Ρουμανικής έχει διχάσει τους ρωμανιστές-βαλκανιολόγους. Οι μεν, μεταξύ των οποίων οι περισσότεροι Ρουμάνοι, θεωρούν ότι υπάρχει ομοιότητα, γενετική συγγένεια μεταξύ των δυο γλωσσών. Μαζί και ο Χαλκοκονδύλης που έγραψε: οι Αρωμούνοι της Πίνδου και οι Δάκες του Δουνάβεως ομιλούν την ίδια γλώσσα. 
Είναι δύο ανεξάρτητες γλώσσες τονίζουν οι άλλοι, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι Ρουμάνοι Α. Xenopol, Ν.Jorga, Α. Graur, Ι. Coteanu. Την ανεξαρτησία των δύο γλωσσών στις ημέρες μας υποστηρίζει με θέρμη ο ρωμανιστής-βαλκανιολόγος Αχιλλέας Λαζάρου. Αναλύοντας τη δομή της Αρωμουνικής (κουτσοβλαχικής) εξηγεί τη γένεσή της σε υπόστρωμα ελληνικό. Με βάση τον χρόνο κατάκτησης των ελληνικών χωρών (3ος-2ος π.Χ. αι.) και των γετοδακικών (2ος μ.Χ.) υποστηρίζει ότι η Αρωμουνική προηγήθηκε της Ρουμανικής. Το ελληνικό περιβάλλον στο οποίο γεννήθηκε η Αρωμουνική δεν την ευνόησε να διαμορφωθεί σε γλώσσα ανεξάρτητη. Οι Γέτες και οι Δάκες ενστερνίστηκαν τη νέα γλώσσα, την διέσωσαν μέχρι το 16° αι. προφορικά και μετά τη μεταχειρίστηκαν και ως γραπτή. Η ελληνική επίδραση είναι ισχυρή σε όλη τη δομή της Αρωμουνικής (φωνολογική, μορφολογική, συντακτική, λεξικολογική) με αποτέλεσμα την ουσιαστική διαφοροποίησή της από την Ρουμανική.  Με τις πάρα πάνω θέσεις φαίνεται να συμφωνεί και ο καθηγητής Γ. Μπαμπινιώτης «Οι Βλάχοι μίλησαν την Αρωμουνική με έντονη την επίδραση και της αρχαίας Ελληνικής (στα Βλάχικα σώζονται λέξεις ελληνικές,όπως urma <οδμή ή udare <ούθαρ, «μαστός, στήθος» κ.ά. που δεν διατηρήθηκαν στην Κοινή Ελληνική), ενώ η γλώσσα των Ρουμάνων έχει επηρεασθεί από τη Γετοδακική». 

Βυζαντινοί ιστορικοί και χρονογράφοι. 
Παρουσία Βλάχων στον ελληνικό χώρο αναφέρεται πρώτη φορά από τον Ι. Κεδρηνό σε περιστατικό που έγινε το 976 στη θέση Καλαί Δρυς μεταξύ Καστοριάς και Πρέσπας. Ο Δαβίδ -ένας από τους τέσσερις γιους του Σίσμαν, βοεβόδα του Τύρνοβου, αδελφός του Σαμουήλ- θανατώθηκε από τους Βλάχους της Βαλκανικής. Ήσαν, γράφει, Δάκες και Βέσσοι που πρώτα κατοικούσαν κοντά στον Δούναβη και τον Σάβα. Αγανάκτησαν οι Ρωμαίοι, τους επιτέθηκαν και τους σκόρπισαν και διεσπάρησαν στην Ήπειρο, τη Μακεδονία και την Ελλάδα. Η Αννα Κομνηνή αναφέρει το νομαδικό τους βίο και βλάχικο χωριό στη Θεσσαλία, το Εξεβάν. Ο Νικήτας Χωνιάτης περιγράφει τους Βλάχους του Αίμου, ο Κίννανος την παρουσία τους πέρα από τον Δούναβη στη Δακία και ο Χαλκοκονδύλης σχετίζει τους Βλάχους της Δακίας με εκείνους της Πίνδου. Ο ραββίνος Βενιαμίν από την Ισπανική πόλη Τουδέλα (12ος αι.) ονομάζει Βλαχιά τη χώρα βόρεια του Σπερχειού. 

Η νεότερη έρευνα.
Τις πληροφορίες αυτές αποδέχτηκαν χωρίς πρόσθετη έρευνα οι νεότεροι ιστορικοί και τις εκμεταλλεύτηκαν προπαγανδιστικά οι Ρουμάνοι. Κατά τον Π. Αραβαντινό (1856) «Μερίς των εν τη Μοισία Δακών απώκησεν εις τα περί την Πίνδον Ηπειρωτικά και Θεσσαλικά μέρη». Όμοια και ο Παπαρρηγόπουλος δέχεται τις πληροφορίες των βυζαντινών. Οι Ρουμάνοι προσπαθούν να επιβάλουν τις θέσεις τους με κάθε μέσον. Ο Weigand χαρακτηρίζεται και από τον Ν. Α. Βέη «ως δουλεύων μάλλον εις πολιτικός τάσεις ή εις την αφηρημένη επιστήμη». Αλλά και ο Ν. Α. Βέης υποστήριξε την ξενική καταγωγή των Αρωμούνων και επηρέασε λόγω της επιστημοσύνης του νεότερους. Ακολούθησε όμως και στην Ελλάδα διεξοδικότερη έρευνα. Ο Π. Καρολίδης απέκρουσε την καταγωγή των Βλάχων από τις χώρες πέραν του Δούναβη. Ο Α. Κεραμόπουλος τεκμηρίωσε τη θεωρία της προέλευσης των Αρωμούνων από Έλληνες οδοφύλακες εκλατινισθέντες. Συνέχισαν οι Κυριακίδης, Γ. Κόλιας, Τσοπανάκης κ.ά. Με το πρόβλημα των Βλάχων ασχολήθηκε και ο Βακαλόπουλος. Μεταξύ άλλων επέμεινε στη μαρτυρία του Ιωάννου Λυδού (6σς αιώνας) στο «Περί αρχών της Ρωμαίων πολιτείας» που πρώτος ο Σωκρ. Λιάκος είχε επισημάνει. Ο Ι. Λυδός αναφερόμενος σε ορισμένες διοικητικές μεταρρυθμίσεις του Ιωάννη Καππαδόκη κάνει τη διαπίστωση ότι οι κάτοικοι των ευρωπαϊκών επαρχιών της αυτοκρατορίας, αν και ήσαν Έλληνες οι περισσότεροι, μιλούσαν τα λατινικά, προ πάντων οι δημόσιοι υπάλληλοι. Η γενική αυτή παρατήρηση του Λυδού, λέει ο Βακαλόπουλος, ενισχύει την πιθανότητα οι κάτοικοι ορισμένων περιοχών, ιδίως απομονωμένων της υπαίθρου να είχαν χάσει τελείως τη γλώσσα τους και να μιλούσαν μόνο τα λατινικά. Και ρωτάει: Τι απέγιναν αυτοί οι λατινόφωνοι ή οι δίγλωσσοι; Εξαφανίστηκαν χωρίς ν΄ αφήσουν κανένα ίχνος; Η απάντηση συμβάλλει στη λύση του προβλήματος της καταγωγής των Βλάχων. 
Το χωρικό του Ι. Λυδού επηρέασε τους ερευνητές. Παράδειγμα ο Ρουμάνος καθηγητής του Πανεπιστημίου της Κοπεγχάγης, ο οποίος όχι μόνο δέχτηκε την εντοπιότητα των Βλάχων, αλλά υποστήριξε την ελληνικότητα των λατινοφώνων (Βλάχων) της Χερσονήσου του Αίμου γενικότερα, ενώ ο F. Ε. Peters αναγνωρίζει «Λατινικό Ελληνισμό» και «Ελληνικό Ελληνισμό». 

Η εξέλιξη και η εθνική συμβολή των Βλάχων.
Αναδείχτηκαν ως κλέφτες και αρματολοί και ως αγωνιστές του ιερού αγώνα το 1821. Διακρίθηκαν: Στη λαϊκή τέχνη, ιδιαίτερα ως χρυσοχόοι, ως έμποροι και καραγωγείς στα Βαλκάνια και πιο πέρα (δες και Train Stojanovic «Ο κατακτητής ορθόδοξος Βαλκάνιος έμπορος»), στα γράμματα, στην ποίηση, στην επιστήμη, ως πανεπιστημιακοί δάσκαλοι, γιατροί, πολιτικοί, πρωθυπουργοί και ιδιαίτερα ως εθνικοί ευεργέτες.

(Δημ. Ν. Καλλιέρης, Οι Σαρακατσάνοι της Πάρνηθας, περιοδικό Λαμπηδόνα, τ. 42,7-9/06, σσ. 21-24).  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η κόσμια κριτική και η ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των σχολιαστών είναι σεβαστή. Σχόλια τα οποία υπεισέρχονται σε προσωπικά δεδομένα ή με υβριστικό περιεχόμενο να μην γίνονται. Τα σχόλια αποτελούν καθαρά προσωπικές απόψεις των συντακτών τους. Οι διαχειριστές δεν ευθύνονται σε καμία περίπτωση για τυχόν δημοσίευση υβριστικού ή παράνομου περιεχομένου στα σχόλια των αναρτήσεων.Τα σχόλια αυτά θα διαγράφονται με την πρώτη ευκαιρία.