Κυριακή, 3 Φεβρουαρίου 2013

Ο Ελληνισμός της Πελαγονίας


Τα τελευταία χρόνια άρχισε να γίνεται γνωστό στην ελληνική κοινή γνώμη, έστω και σε περιορισμένη κλίμακα, ότι στο νότιο τμήμα της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας (FYROM) υπάρχει ελληνική μειονότητα. Η μειονότητα αυτή στα μέσα του 19ου αιώνα ήταν πλειονότητα σε μιά εδαφική λωρίδα βόρεια των ελληνικών συνόρων, στην περιοχή που περιλαμβάνει την Αχρίδα, το Μοναστήρι, την Γευγελή και την Στρώμνιτσα, με όρια προς Βορράν το Κρούσοβο και τον Πρίλαπο (τουρκ. Περλεπέ, σλαβ. Πρίλεπ). 
Εκεί ακριβώς βρίσκονται και τα όρια της ιστορικής και γεωγραφικής Μακεδονίας [1], διότι γεωγραφική Μακεδονία, ως όρος ανεξάρτητος και διάφορος από την ιστορική, δεν υφίσταται. Την διαφοροποίηση των όρων "γεωγραφική" και "ιστορική" Μακεδονία επέβαλαν οι Βούλγαροι εθνικιστές μετά το βουλγαρικό εκκλησιαστικό σχίσμα του 1870, θεωρώντας ως γεωγραφική Μακεδονία το σύνολο των εδαφών που μέχρι το 1912 ανήκαν στα βιλαέτια Μοναστηρίου και Θεσσαλονίκης καθώς και στο νότιο τμήμα του βιλαετίου Κοσόβου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, κατά τρόπο ώστε η δική τους Μακεδονία να συμπεριλαμβάνει όσο το δυνατό μεγαλύτερες εκτάσεις στο εσωτερικό της Βαλκανικής Χερσονήσου, οι οποίες κατοικούντο από Σλάβους, για να αποδείξουν έτσι την υπεροχή του σλαβικού (κατ' αυτούς βουλγαρικού) πληθυσμού, έναντι του ελληνικού στο σύνολο του μακεδονικού χώρου. Έτσι οι Βούλγαροι έβαλαν την Μακεδονία στην κλίνη του Προκρούστη,  προεκτείνοντας τα όριά της βόρεια των Σκοπίων για να εξυπηρετήσουν τις επιδιώξεις τους και προετοίμασαν το έδαφος για την επινόηση από τον Τίτο του "μακεδονικού" έθνους το 1944. 
Η περιοχή του Μοναστηρίου είναι γνωστή, από την ρωμαϊκή περίοδο μέχρι και σήμερα, με το όνομα Πελαγονία. Κατά την αρχαία (κλασική) εποχή περιλάμβανε τις επαρχίες Πελαγονίας (σημ. περιοχή Πριλάπου - Μοριχόβου), Λυγκηστίδας (σημ. περιοχή Μοναστηρίου - Φλώρινας) και Δερριόπου ή Δευριοπίας (σημ. περιοχή Κρουσόβου) του μακεδονικού βασιλείου [2]. 
Από την περιοχή αυτή της Βόρειας Μακεδονίας, που σήμερα αποτελεί τμήμα της ΠΓΔΜ, κατάγονταν οι στρατηγοί του Μ. Αλεξάνδρου Λεοννάτος, Πείθων (σατράπης της Μηδίας) και Εύδαμος (διοικητής της Ινδίας) [3], ενώ σημαντικότερη πόλη ήταν η Ηράκλεια της Λυγκηστίδας, τα ερείπια της οποίας σώζονται νότια του Μοναστηρίου. 

Οι βλαχόφωνοι της Πελαγονίας 

Κατά τα μέσα του 19ου αιώνα οι χριστιανοί της Πελαγονίας διακρίνονταν σε δύο γλωσσικές ομάδες: τους σλαβόφωνους, οι οποίοι ήταν κυρίως γεωργοκτηνοτρόφοι και τους βλαχόφωνους που προέρχονταν από την περιοχή της Μοσχόπολης της Βορείου Ηπείρου, απ' όπου είχαν μεταναστεύσει μαζικά κατά τον 18ο αιώνα, εξαιτίας των αλβανικών καταπιέσεων [4].
Η παιδεία, η εκκλησία και η κουλτούρα στην βόρεια αυτή μακεδονική ζώνη ήταν σε ελληνικά χέρια και η εθνική συνείδηση, όταν υπήρχε, ήταν ελληνική. Στο σύνολό τους οι χριστιανοί κάτοικοι είχαν το βλέμμα στραμμένο προς τον ελληνισμό και το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Ειδικότερα, οι βλαχόφωνοι είχαν παρουσιάσει σημαντική οικονομική και πνευματική ανάπτυξη, ασκώντας τις  τέχνες, τις επιστήμες και το εμπόριο και διατηρώντας σημαντικούς εμπορικούς οίκους στην Κεντρική Ευρώπη αλλά και στα άλλα κέντρα δράσης του ελληνισμού στην Μεσόγειο (Κωνσταντινούπολη, Αλεξάνδρεια κ.α.) [5]. 
Η δημιουργία βουλγαρικής εθνικής συνείδησης στην Πελαγονία, όπως και γενικότερα στον χώρο της Μακεδονίας, άρχισε με ρωσική πρωτοβουλία και οργάνωση, από το  1846 [6] και εντάθηκε μετά το 1870, οπότε η βουλγαρική Εκκλησία (Εξαρχία) αποσπάστηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο.
Ο σλαβόφωνος πληθυσμός διχάστηκε: άλλοι παρέμειναν πιστοί στο Πατριαρχείο και στην ελληνική ιδέα και άλλοι θεώρησαν εαυτούς Βουλγάρους και προσχώρησαν στην Εξαρχία.
Οι βλαχόφωνοι, όμως, παρέμειναν στο σύνολό τους φανατικοί Έλληνες, παρά την ύπαρξη και δράση ισχυρής ρουμανικής προπαγάνδας, η οποία συνεπικουρούμενη από τον ρωσοκίνητο βουλγαρικό εθνικισμό και το οθωμανικό κράτος, προσπαθούσε να προσεταιρισθεί τους Βλάχους του Μοναστηρίου, του Κρουσόβου και της Αχρίδας [7]. 
Την προσήλωση των Βλάχων της Πελαγονίας στον ελληνισμό επισημαίνει και ο Σκοπιανός ιστορικός Krste Bitoski, ο  οποίος αναφέρει ότι: 
"Αυτοί οι Βλάχοι, κατά πλειοψηφία φανατικοί Γκραικομάνοι, βαθμιαία καθίστανται η κύρια δύναμη στο πλευρό της Μητροπόλεως Πελαγονίας για την προώθηση της Μεγάλης Ελληνικής Ιδέας. Οι ναοί και τα σχολεία της πόλης του Μοναστηρίου ήταν κατά τα μέσα του 19ου αιώνα σε ελληνικά χέρια...".[8] 
Παρόμοια είναι και η μαρτυρία του Γάλλου δημοσιογράφου Michel Paillares, ο οποίος περιηγήθηκε την Μακεδονία το 1904: 
"Στο Μοναστήρι, ρουμανικό κέντρο δράσης, όλοι οι Κουτσόβλαχοι είναι Έλληνες ως τα βάθη της καρδιάς τους, με ελληνικές παραδόσεις και ιδανικά. Στέλνουν πάνω από δύο χιλιάδες παιδιά στα σχολεία του ελληνισμού, που τα πλουτίζουν με τις εισφορές τους. Αυτοί βρίσκονται επικεφαλής του πιο σκληρού και αμείλικτου αγώνα εναντίον της Βουλγαρίας και Ρουμανίας. Δημιούργησαν μιά μυστική επιτροπή που είναι ο τρόμος των κομιτατζήδων. Ούτε ο μητροπολίτης ούτε ο Έλληνας πρόξενος μπορούν να μετριάσουν τον έξαλλο πατριωτισμό τους...". [9]


H κηδεία του Θεόδωρου Μόδη στο Μοναστήρι της Πελαγονίας το 1903

Η εποχή του Μακεδονικού Αγώνα 

Ισχυρή παρουσία είχε ο βλαχόφωνος ελληνισμός, εκτός από το Μοναστήρι, στις πόλεις Σκόπια, Βελεσσά, Αχρίδα, στην κωμόπολη Κρούσοβο και στα χωριά του βουνού Περιστέρι (δυτικά του Μοναστηρίου), Μεγάροβο, Τύρνοβο, Νιζόπολη, Γκόπεσι, Μπούκοβο, Μηλόβιστα κ.ά.
Οι σλαβόφωνοι κάτοικοι που παρέμειναν πιστοί στο Πατριαρχείο και διατήρησαν ελληνική εθνική συνείδηση βρίσκονταν κατά μήκος των ελληνικών συνόρων στις περιοχές Μοναστηρίου Γευγελής και Στρώμνιτσας. Εναντίον αυτών των σλαβοφώνων στράφηκε κυρίως η βουλγαρική προπαγάνδα και στρατιωτική δράση κατά την διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα (1870-1908), η οποία τους ονόμασε "Γκραικομάνους", δηλαδή μανιακούς Έλληνες. Ιδιαίτερα σθεναρή ήταν η στάση των χωρικών της περιοχής Μοριχόβου, ορεινής περιοχής βόρεια του βουνού Βόρας  (Καϊμακτσαλάν). Παρ' όλο που οι Μοριχοβίτες ήταν αποκλειστικά σλαβόφωνοι, προτίμησαν να υποστούν μύρια όσα δεινά από τις βουλγαρικές συμμορίες κομιτατζήδων, παρά να απαρνηθούν τον ελληνισμό.
Στο Μορίχοβο έδρασαν κατά την διάρκεια της ένοπλης φάσης του Μακεδονικού Αγώνα (1904-1908) ο μετέπειτα πρωθυπουργός Γ. Κονδύλης, ο δημοσιογράφος Δ. Λαμπράκης και πολλοί Κρητικοί οπλαρχηγοί [10]. 

Η μακροχρόνια, συστηματική, μεθοδική και οργανωμένη δράση της βουλγαρικής προπαγάνδας, καθώς και η στρατιωτική δράση των ενόπλων Βουλγάρων κομιτατζήδων είχαν σημαντικά αποτελέσματα στον γεωγραφικό χώρο της σημερινής ΠΓΔΜ. Οι Βούλγαροι, με υπομονή και επιμονή, παρά το αντίθετο λαϊκό αίσθημα που συναντούσαν στις εστίες του ελληνισμού, χάρη στην συμπαράσταση των Ρώσων, αλλά και των άλλων Δυνάμεων (κυρίως της Αγγλίας), όπως και του Πάπα, και κυρίως με τα άφθονα χρήματα της Σόφιας για δημιουργία σχολείων και εξαγορά συνειδήσεων, κατόρθωσαν να περιορίσουν ουσιαστικά το ελληνικό στοιχείο εκεί όπου άλλοτε κυριαρχούσε. 
Στα Σκόπια, μετά την Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (1878), συγκεντρώθηκαν σε κείμενο διαμαρτυρίας κατά των Μεγάλων Δυνάμεων 10.000 ελληνικές υπογραφές. Η ελληνική κοινότητα διατηρούσε δύο εκκλησίες, ημιγυμνάσιο, παρθεναγωγείο, δημοτικό σχολείο με περισσότερους από 850 μαθητές [11]. Ήδη στα τέλη του 19ου αιώνα οι Έλληνες κάτοικοι της πόλης των Σκοπίων περιορίστηκαν σε 2.000-3.000. Το 1892, οι ελληνικές εκκλησιαστικές Αρχές στα Σκόπια και την Αχρίδα καταργήθηκαν με σουλτανικό φιρμάνι και αντικαταστάθηκαν με βουλγαρικές. Το ίδο συνέβη στα Βελεσσά, το 1894. Το 1896, οι Σέρβοι κατέλαβαν το μεγάλο ελληνικό ναό των Σκοπίων. Έτσι ο ελληνισμός στην πόλη αυτή είχε ουσιαστικά εκμηδενισθεί μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα. 

Αχρίδα  

Χαρακτηριστικότερη περίπτωση αποτελεί η υποχώρηση του ελληνικού στοιχείου στην ιστορική πόλη της Αχρίδας. Η Αχρίδα είναι κτισμένη στην θέση της αρχαίας πόλης Λύχνου ή Λυχνιδού, στο βορειοανατολικό άκρο της ομώνυμης λίμνης.
Κατά την μεσαιωνική περίοδο ήταν εστία του βλαχόφωνου ελληνισμού και από τον 11ο αιώνα έδρα ομώνυμης Αρχιεπισκοπής. Ακόμα και ο Constantin Jirecek, Τσέχος καθηγητής της Ιστορίας και υπουργός Παιδείας του βουλγαρικού κράτους κατά το β' μισό του 19ου αιώνα, ομολογεί ότι "η Αχρίδα ήταν από τον 12ο αιώνα προμαχώνας του ελληνισμού στη Μακεδονία" (das Bollwerk des Hellenismus είναι ο ακριβής όρος που χρησιμοποιεί) [12], ενώ ο Γερμανός Hermann Wendel την ονομάζει "ακρόπολη του  ελληνισμού" [13].
Στα μέσα του 19ου αιώνα η Αχρίδα ήταν μεγάλο εμπορικό κέντρο με 25.000 κατοίκους, από τους οποίους 8.000 χριστιανοί, βλαχόφωνοι, σλαβόφωνοι και ελληνόφωνοι, όλοι με ελληνική εθνική συνείδηση και παιδεία. Από την Αχρίδα καταγόταν ο Αναστάσιος Πηχεών, βασικός πρωταγωνιστής των επαναστατικών κινημάτων της Βορειοδυτικής Μακεδονίας κατά τον 19ο αιώνα [14] και ο Μαργαρίτης Δήμιτσας, κορυφαίος ιστορικογεωγράφος της αρχαίας Μακεδονίας, εκπαιδευτικός και συγγραφέας, ο οποίος με τις έρευνές του την ίδια περίοδο κατέδειξε την ιστορική συνέχεια του ελληνισμού στην Μακεδονία [15].


Το αρχοντικό της οικογένειας Ρόμπη στην Αχρίδα
Σήμερα χρησιμοποιείται ως αρχαιολογικό μουσείο.

Από το 1870 η βουλγαρική προπαγάνδα περιόρισε το ελληνικό στοιχείο, το οποίο (και για οικονομικούς λόγους) μετανάστευσε στο εξωτερικό ή προσχώρησε στον βουλγαρισμό, κατά τρόπον, ώστε το 1890 να έχουν απομείνει μόνο 20-30 ελληνικές οικογένειες [16].
Ενδεικτικές της ακμής του ελληνισμού της Αχρίδας στα μέσα στου 19ου αιώνα και της προϊούσας κατάπτωσης μέχρι το τέλος του ίδιου αιώνα, είναι οι μαρτυρίες ξένων επιστημόνων της ίδιας εποχής. Ο Ρώσος καθηγητής Πανεπιστημίου και πρωτεργάτης της δημιουργίας βουλγαρικής εθνικής συνείδησης στην περιοχή της Αχρίδας, Victor Grigorovic γράφει ότι το 1845 στην Αχρίδα κυριαρχούσε η ελληνική γλώσσα, η βουλγαρική ομιλείτο μόνο σε στενό οικογενειακό κύκλο, ενώ δεν υπήρχε ούτε ένας που να μπορούσε να διαβάσει σλαβική γραφή [17]. Κατά την επίσκεψή του στην Αχρίδα, ο Grigorovic μετέπεισε τους Ελληνοδιδασκάλους αδελφούς Μηλαδυνίδη (μετέπειτα Μιλαντίνωφ) να γίνουν απόστολοι του βουλγαρισμού. Μάλιστα ο ένας από αυτούς, πριν προσχωρήσει στις περί πανσλαβισμού ιδέες των Ρώσων, είχε μεταφράσει με τους μαθητές του τον Πλούταρχο στην νεοελληνική γλώσσα, ενώ στην αλληλογραφία του χρησιμοποιούσε την αρχαϊζουσα της εποχής. Το παράδειγμα αυτό του προσηλυτισμού στο βουλγαρικό κομιτάτο έξυπνων, καλλιεργημένων και εξεχόντων διγλώσσων Ελλήνων δεν είναι το μοναδικό στον βορειοελλαδικό χώρο. Παρόμοια ήταν η περίπτωση του ποιητή Γρηγόριου Σταυρίδη από την Στρούγκα της Αχρίδας, ο οποίος, ενώ κέρδισε βραβείο στον Ράλλειο ποιητικό διαγωνισμό στην Αθήνα το 1860 με το ποίημά του "Ο Αρματολός", εν τούτοις λίγο αργότερα μεταμορφώθηκε σε φανατικό Βούλγαρο, με το όνομα Παρλίτσεφ (ή Πιρλίτσεφ). 
Χαρακτηριστικότερα όμως για τη μεταστροφή των Ελλήνων σε Βουλγάρους κάτω από την πίεση της βουλγαρικής προπαγάνδας και καταπίεσης, στην περιοχή της Αχρίδας, είναι τα όσα διηγείται ο Γάλλος συγγραφέας και καθηγητής Πανεπιστημίου Victor Berard, ο οποίος περιηγήθηκε την Βορειοδυτική Μακεδονία το 1890 [18] : "Το 1850 οι Έλληνες της Αχρίδας ήταν πάμπλουτοι...το σχολείο ήταν ελληνικό...οι νέοι πήγαιναν για σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Ποιός μιλούσε τότε για Βουλγαρία; Πριν τριάντα χρόνια ακόμη, η Αχρίδα είχε 200-300 ελληνικά σπίτια...οι Έλληνες εκτοπίστηκαν σιγά-σιγά από τους Βουλγάρους...". Ο ίδιος συγγραφέας  γράφει επίσης ότι ένας ξενοδόχος από την Ρέσνα (πόλη μεταξύ Μοναστηρίου και Αχρίδας) τού εξομολογήθηκε σε καθαρά ελληνικά: "Οι πατεράδες μας ήσαν Έλληνες και κανείς δεν έλεγε τότε τα περί Βουλγάρων. Γινάμενοι Βούλγαροι κερδίσαμε, ο Τούρκος μας σέβεται και η Ευρώπη μας υποστηρίζει. Αν πρέπει να είμαστε Σέρβοι, καμιά αντίρρηση. Για τώρα όμως είναι καλύτερα Βούλγαροι".[19]
Η τελευταία αφήγηση περιγράφει σε λίγα απλά λόγια όλη την ουσία του μακεδονικού ζητήματος: Πολλοί σλαβόφωνοι της Βόρειας Μακεδονίας (του τμήματος εκείνου που ανήκει σήμερα στη ΠΓΔΜ), για να γλιτώσουν τις καταπιέσεις έγιναν Βούλγαροι, έχοντας πάντα ρευστή εθνική συνείδηση, πράγμα που απέδειξαν το 1944, αλλάζοντας την βουλγαρική με την  "μακεδονική" εθνικότητα και που γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο είναι πολύ εύκολο να την ξαναλλάξουν και πάλι με την βουλγαρική. Προσφέρει επίσης η αφήγηση αυτή του 1890, πειστικά επιχειρήματα σε όσους υποστηρίζουν ότι η Ιστορία επαναλαμβάνεται: Μετά από εκατό χρόνια οι Σλάβοι των Σκοπίων μεταμφιεζόμενοι σε "Μακεδόνες" βγήκαν κερδισμένοι ("ο Τούρκος τους σέβεται και η Ευρώπη (τώρα προστίθεται και η Αμερική) τους υποστηρίζει", κατά την ίδια ακριβώς έκφραση του ξενοδόχου της Ρέσνας του 1890. 

Μοναστήρι - Κρούσοβο 

Ο ελληνισμός μπορεί να μειώθηκε μέχρις εξαφανίσεως στο νοτιοδυτικό άκρο της ΠΓΔΜ (Αχρίδα) και στο βόρειο (Σκόπια), παρέμεινε όμως ισχυρός καθ' όλην την διάρκεια του 20ού αιώνα στην περιοχή της Πελαγονίας με βασικά προπύργια το Μοναστήρι και το Κρούσοβο

Στο Μοναστήρι από το 1870 μέχρι το 1912 οργίαζαν ποικίλες εθνικές προπαγάνδες: βουλγαρική, σερβική, ρουμανική. Επίσης δρούσαν Γάλλοι Λαζαριστές, Παπικοί Ουνίτες, Ιησουίτες, Ιταλοί και Αυστριακοί πρόξενοι, όλοι φιλοβούλγαροι και όλοι επιστήμονες του ανθελληνισμού. Όμως, οι βλαχόφωνοι Έλληνες του Μοναστηρίου παρουσίασαν πρωτοφανή οικονομική, πνευματική και πολιτιστική ανάπτυξη κατά τον 19ο αιώνα, η οποία τους επέτρεψε να χρηματοδοτήσουν εκκλησίες, σχολεία κάθε είδους, συλλόγους και επιτροπές αγώνα, με τα οποία μπόρεσαν να αντέξουν στις ξένες πιέσεις για στροφή προς την βουλγαρική και ρουμανική εθνική συνείδηση. 
Πλειοψηφώντας στον χριστιανικό πληθυσμό έναντι των βουλγαριζόντων, διατήρησαν την οικονομική και πολιτιστική τους υπεροχή μέχρι το 1912. Ενδεικτικό της οικονομικής ακμής του μοναστηριώτικου ελληνισμού είναι το γεγονός ότι η ελληνική κοινότητα Μοναστηρίου εξέδωσε και δικό της νόμισμα [20], ενώ χαρακτηριστικό του εθνικού αυτοπροσδιορισμού της ίδιας κοινότητας είναι το υπόμνημα που απηύθυναν προς τις Μεγάλες Δυνάμεις το 1903, το οποίο κατέληγε: "...λαλούμεν ελληνιστί, βουλγαριστί, βλαχιστί, αλβανιστί, αλλ' ουδέν ήττον εσμέν άπαντες Έλληνες και ουδενί επιτρέπομεν ν' αμφισβητεί προς ημάς τούτο".[21] 
Στο Κρούσοβο, ορεινή βλαχόφωνη κωμόπολη βόρεια του Μοναστηρίου, ο ελληνισμός είχε ανέκαθεν συντριπτική πλειοψηφία. Οι Κρουσοβίτες ασχολήθηκαν με το εμπόριο [22] και ανέπτυξαν την Παιδεία σε τέτοιο βαθμό ώστε ανέδειξαν πέντε καθηγητές των Πανεπιστημίων Αθηνών και Θεσσαλονίκης [23], μεταξύ των οποίων και ο Αλέξανδρος Σβώλος. Αποκορύφωμα της εθνικής προσφοράς του Κρουσόβου υπήρξε το ολοκαύτωμα του 1903, κατά την ψευδοεπανάσταση του Ήλιντεν, που ήταν μια κλασική προβοκάτσια των Βουλγάρων κομιτατζήδων για να εκθέσουν τους οικισμούς - προπύργια του ελληνισμού στα τουρκικά αντίποινα. Οι Τούρκοι λεηλάτησαν και έκαψαν το Κρούσοβο, εκτός από την βουλγαρική συνοικία που έμεινε άθικτη [24]. Η καταστροφή του Κρουσόβου αποτέλεσε το έναυσμα για την εθνική αφύπνιση στην Αθήνα και την κινητοποίηση  επιτροπών ιδιωτών αλλά και του κράτους, με αποτέλεσμα την αποστολή στρατιωτικής βοήθειας προς τους αγωνιζόμενους Μακεδόνες και την έναρξη της ένοπλης φάσης του Μακεδονικού Αγώνα (1904-1908).


Παραδοσιακό αρχοντικό στο Κρούσοβο

Η στάση του ελληνικού κράτους 1850-1912 

Αξίζει να τονιστεί η στάση και η πολιτική του ελληνικού κράτους για τον ελληνισμό της Πελαγονίας στο διάστημα 1850-1904: Πλήρης αδιαφορία. Οι ελληνικές κυβερνήσεις περί άλλων μεριμνούσαν και ετύρβαζαν. Απασχολημένες με τα "εθνικά σπορ" της ομφαλοσκόπησης, του κομματισμού και της ρουσφετολογίας, ενδιαφέρονταν, απ' όλα τα εξωτερικά θέματα, μόνο για το Κρητικό Ζήτημα. Την Κρήτη όμως κανένας δεν διεκδικούσε από το οθωμανικό κράτος, ενώ την Μακεδονία εποφθαλμιούσαν Βούλγαροι και Σέρβοι, οι οποίοι εργάζονταν συστηματικά για τον σκοπό αυτό. 
Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια του τότε πρύτανη του Πανεπιστημίου Αθηνών Νεοκλή Καζάζη με τα οποία στηλίτευε την αδιαφορία της Αθήνας για το Μακεδονικό: "...η πρωτεύουσα του ελευθέρου και του αλυτρώτου ελληνισμού, η νέα Βαβυλών διεσκέδαζε κατατριβομένη εις συγκρούσεις πολιτικάς και κοινωνικήν ευθυμίαν. Προς τας επικρεμαμένας μεγάλας συμφοράς του ελληνισμού ελάχιστοι παρείχον προσοχήν (και ούτοι εχλευάζοντο, αν μη κατεφρονούντο. Το πολύ των κατοίκων συνεζήτει μετ' αδιαφορίας περί των δυναμένων να συμβώσι... θα καταστεί η Μακεδονία βουλγαρική. Εκ τούτου τι θέλομεν απολέσει ημείς οι κοσμοπολίται της πρωτευούσης του ελευθέρου κράτους;" [25], ενώ ο ίδιος σε άλλο σημείο τόνιζε: "Αίσχος εις λαόν διασκεδάζοντα, μίαν μόνην απόλαυσιν αισθανόμενον, τον παρασιτισμόν εις βάρος του δημοσίου ταμείου!".
Αν δεν υπήρχε η αντίσταση των ντόπιων Μακεδόνων στον σλαβισμό, με την συμπαράσταση ορισμένων ιδιωτών από την Αθήνα (Νοτιοελλαδιτών και αποδήμων Μακεδόνων), η Μακεδονία θα είχε χαθεί για την Ελλάδα από τα τέλη του 19ου αιώνα, πριν καλά-καλά το αντιληφθεί το επίσημο κράτος, όπως ακριβώς έγινε με την Ανατολική Ρωμυλία το 1906. 

Είναι αξιοσημείωτο ότι τα ελληνικά σχολεία στην Πελαγονία, όπως και σε ολόκληρη την οθωμανική επικράτεια, ήταν ιδιωτικά, συντηρούμενα από τις χρηματοδοτήσεις των ελληνικών κοινοτήτων και από κληροδοτήματα ευεργετών, χωρίς το ελληνικό κράτος να πληρώσει ούτε δραχμή γι' αυτά. Οι σλαβόφωνες και βλαχόφωνες οικογένειες με ελληνική εθνική συνείδηση προτιμούσαν να πληρώνουν για να φοιτούν τα παιδιά τους στα ελληνικά σχολεία, παρά να τα στέλνουν στα αντίστοιχα βουλγαρικά και ρουμανικά, παρ' όλο που στα τελευταία η φοίτηση ήταν δωρεάν, επειδή αυτά χρηματοδοτούντο πλουσιοπάροχα από τις βουλγαρικές και ρουμανικές 
κυβερνήσεις. 

Από το 1904 ως το 1908 ανταρτικά σώματα εθελοντών προερχόμενα από το ελεύθερο ελληνικό κράτος (κυρίως Κρητικοί) έδρασαν και στην Πελαγονία, στηρίζοντας έτσι τον αγώνα των ντόπιων ελληνικών ανταρτικών σωμάτων εναντίον των Βουλγάρων κομιτατζήδων και του τουρκικού στρατού. 

Γενικά στον χώρο της ΠΓΔΜ και για την χρονική περίοδο από τα μέσα του 19ου αιώνα ως το 1912, η έκβαση της διαμάχης μεταξύ Ελλήνων, Βουλγάρων και Σέρβων για το ζήτημα της επιρροής στους σλαβόφωνους κατοίκους, ήταν ευνοϊκή για τους Βουλγάρους, οι οποίοι κατόρθωσαν όχι μόνο να επικρατήσουν στο θέμα της αναζήτησης εθνικής ταυτότητας των σλαβοφώνων, εις βάρος των Σέρβων και των Ελλήνων, αλλά και να περιορίσουν ουσιαστικά την ελληνική παρουσία. Εξαίρεση αποτέλεσε, όπως παραπάνω τονίστηκε, η περί το Μοναστήρι περιοχή της Πελαγονίας, όπου ο βλαχόφωνος πληθυσμός στην ολότητά του και ο σλαβόφωνος στην πλειονότητά του, διατήρησαν την ελληνική εθνική συνείδηση και παιδεία.


Παλιό ελληνικό αρχοντικό στην πόλη του Μοναστηρίου 

Η περίοδος 1912-1945 

Μετά την απελευθέρωση από τον οθωμανικό ζυγό το 1912 και την υπαγωγή της περιοχής στο νεοσύστατο Βασίλειο Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων, που αργότερα ονομάστηκε Γιουγκοσλαβία, η κατάσταση του ελληνισμού στον χώρο της ΠΓΔΜ άλλαξε προς το χειρότερο. Οι Σέρβοι έκλεισαν τα ελληνικά σχολεία και τις ελληνικές εκκλησίες και απαγόρευσαν την χρήση της ελληνικής γλώσσας και οποιαδήποτε εκδήλωση εθνικής συνείδησης, πλην της σερβικής.
Μεγάλο μέρος του ελληνικού πληθυσμού της Πελαγονίας μετανάστευσε στο ελληνικό έδαφος, κυρίως στην Φλώρινα και στην Θεσσαλονίκη, ενώ οι Σέρβοι μετέφεραν Βόσνιους και Κροάτες στην  Πελαγονία με στόχο την εθνολογική αλλοίωση της περιοχής [26].
Παρόμοια ήταν η πολιτική του γιουγκοσλαβικού κράτους και για τη βουλγαρική πλειοψηφία του σλαβικού πληθυσμού στον χώρο της ΠΓΔΜ (τότε Vardarska Banovina): Έκλεισαν τα βουλγαρικά σχολεία, διώχθηκαν οι Βούλγαροι δάσκαλοι και ιερείς και απαγορεύτηκε η κυκλοφορία του βουλγαρικού Τύπου [27].
Γενικά το γιουγκοσλαβικό κράτος με ποικίλες πιέσεις προσπάθηκε επί σχεδόν τριάντα χρόνια (1913-1941) να πείσει τους Βουλγάρους, Αλβανούς και Έλληνες κατοίκους της σημερινής ΠΓΔΜ ότι είναι "Παλαιοί Σέρβοι" (Stari Srbji), οι οποίοι είχαν χάσει την εθνική τους ταυτότητα [28].  Παράλληλα, κατά την διάρκεια της βουλγαρικής κατοχής στους δύο Παγκοσμίους Πολέμους (1916-18 και 1941-44), οι βουλγαρικές κατοχικές δυνάμεις επιδόθηκαν και πάλι σε προσπάθεια εκβουλγαρισμού του ελληνικού στοιχείου.
Χαρακτηριστικές των αλλεπάλληλων σερβικών και βουλγαρικών καταπιέσεων επί των ελληνικών πληθυσμών της Πελαγονίας, υπήρξαν οι διαδοχικές αλλαγές των ελληνικών επωνύμων: ο Παναγιωτίδης, λ.χ. μετονομάστηκε από τους Σέρβους το 1913 σε Παναγιώτοβιτς, από τους Βουλγάρους το 1916 Παναγιώτωφ, από τους Σέρβους το 1919 πάλι Παναγιώτοβιτς, από τους Βουλγάρους το 1941 Παναγιώτωφ και τέλος από τους (Σλαβο-) "Μακεδόνες" του Τίτο το 1945 Παναγιωτόφσκυ. Η κατάληξη των ελληνικών επωνύμων σε -σκυ υιοθετήθηκε από το ομόσπονδο κράτος των Σκοπίων, ως μιά ουδέτερη, σλαβικού χαρακτήρα, κατάληξη, εφ' όσον η κατάληξη -ωφ θύμιζε Βουλγαρία και η κατάληξη -ιτς Σερβία. Μέχρι και σήμερα τα επώνυμα των ελληνικής καταγωγής κατοίκων της ΠΓΔΜ φέρουν την κατάληξη -σκυ, με πρώτο συνθετικό το παλιό ελληνικό επώνυμο. 

Η σημερινή κατάσταση 

Το επίσημο ελληνικό κράτος, πιστό στην πατροπαράδοτη έλλειψη οποιασδήποτε εξωτερικής πολιτικής για τις ελληνικές μειονότητες στις γειτονικές χώρες (Β.Ήπειρος, Κων/πολη, Ίμβρος - Τένεδος), αδιαφόρησε πλήρως και για την προσπάθεια αφελληνισμού της Πελαγονίας από τους Σέρβους στο διάστημα 1913-1941, όπως είχε κάνει και κατά την εποχή της πρώιμης φάσης του Μακεδονικού Αγώνα (1870-1904) και όπως έμελλε να κάνει απέναντι στην προσπάθεια οριστικής εξαφάνισης του ελληνισμού της Πελαγονίας από το ομόσπονδο κράτος των Σκοπίων από το 1945 μέχρι και σήμερα.
Αποτέλεσμα της μακροχρόνιας και συστηματικής σλαβικής προπαγάνδας και καταπίεσης, ήταν η προοδευτική προσχώρηση των σλαβοφώνων Ελλήνων της Πελαγονίας (που είχαν αγωνιστεί για την ελληνικότητά τους κατά το Μακεδονικό Αγώνα 1870-1912) στην "μακεδονική" εθνότητα. Όμως η πολύχρονη πλύση εγκεφάλου που υπέστησαν οι κάτοικοι της ΠΓΔΜ για εμπέδωση της "μακεδονικής εθνότητας" δεν πέρασε στους βλαχόφωνους κατοίκους της Πελαγονίας. Το μεγαλύτερο μέρος των Βλάχων του Μοναστηρίου και του Κρουσόβου μιλούν ακόμη τα ελληνικά και διατηρούν την ελληνική εθνική συνείδηση, ακόμη και όταν φοβούνται να την εκδηλώσουν ανοιχτά (κυρίως από το 1990 και εντεύθεν).
Οι κυβερνήσεις της ανεξάρτητης πλέον ΠΓΔΜ, γνωρίζοντας το γεγονός αυτό, αποδύθηκαν πρόσφατα σε μιά προσπάθεια προσεταιρισμού των βλαχοφώνων, χρησιμοποιώντας την παλιά μέθοδο της ρουμανοποίησης: Ισχυρίζονται ότι οι Βλάχοι της ΠΓΔΜ δεν είναι Έλληνες αλλά ιδιαίτερη εθνότητα, συγγενής προς την ρουμανική, γι' αυτό και ενθαρρύνουν την δημιουργία βλαχικών πολιτιστικών σωματείων, με στόχο την απόσπασή τους από την προσήλωση προς τον ελληνισμό. 

Οι στατιστικές του κράτους των Σκοπίων δεν αναφέρουν ελληνική μειονότητα. Παραδέχονται βέβαια πως υπάρχει βλαχική μειονότητα, στην οποία καταλογίζουν λίγες χιλιάδες μόνον κατοίκους της ΠΓΔΜ [29]. Είναι πολύ πιθανό ότι οι Έλληνες στο γειτονικό κράτος ανέρχονται σε περισσότερους από 100.000, χωρίς να είναι δυνατή ακριβής εκτίμηση. Ελάχιστοι απ' όσους έχουν ελληνική καταγωγή τολμούν να εκδηλωθούν ανοιχτά, επειδή υπάρχει ένας απέραντος φόβος και η βεβαιότητα ότι το ελληνικό κράτος δεν πρόκειται να τους προστατεύσει. 

Αψευδείς μάρτυρες της ιστορικής παρουσίας του ελληνισμού στον χώρο της Πελαγονίας είναι τα σωζόμενα αρχιτεκτονικά μνημεία, κοσμικά και εκκλησιαστικά. Στην Αχρίδα, το αρχοντικό Ρόμπη (σήμερα Αρχαιολογικό Μουσείο) είναι το κόσμημα της παραδοσιακής συνοικίας της πόλης. Χτίστηκε από την οικογένεια Ρόμπη, ένα μέρος της οποίας προσχώρησε αργότερα στον βουλγαρισμό και μετονομάστηκε σε Robev και ένα μέρος παρέμεινε πιστό στον ελληνισμό. Απόγονοι του τελευταίου κλάδου ζουν σήμερα στην Φλώρινα.
Στο Κρούσοβο, σώζονται επίσης ορισμένα από τα παλιά ελληνικά αρχοντικά της εποχής της ακμής του 19ου αιώνα [30].
Η παρουσία του ελληνισμού είναι εντονότερη στο Μοναστήρι, όπου σώζονται πολλά νεοκλασικά κτίρια του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα.
Μεγαλύτερη ιστορική σημασία έχουν τα εκκλησιαστικά μνημεία, τα οποία, γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο, υφίστανται συστηματική παραχάραξη κατά τα τελευταία χρόνια. Σύμφωνα με καταγγελίες που έχουν δει το φως της δημοσιότητας και στον ελληνικό Τύπο, γίνονται καταστροφές σε ελληνικά νεκροταφεία [31]. Ενδεικτικές περιπτώσεις αποτελούν επίσης η κατεδάφιση μέρους της (πρώην ελληνικής) Μονής του Οσίου Ναούμ Αχρίδας και η ανέγερση ξενοδοχείου στη θέση της, καθώς και οι μετατροπές που γίνονται στον ναό του Αγίου Δημητρίου Μοναστηρίου, πρώην ναό της πατριαρχικής ελληνικής κοινότητας (πριν το 1913) [32]. 

Συμπεράσματα 

Αν στην Αχρίδα και σε άλλες πόλεις της ΠΓΔΜ ο ελληνισμός έχει προ πολλού περιορισθεί σε λίγες οικογένειες, ωστόσο στο Μοναστήρι και στα άλλα βλαχόφωνα κέντρα της Πελαγονίας εξακολουθεί να υπάρχει, επιδεικνύοντας πρωτοφανή καρτερικότητα, σε πείσμα της νεοελληνικής άγνοιας και αδιαφορίας.
Η πλήρης εγκατάλειψή του από το ελληνικό κράτος μετά το 1913 υπήρξε εθνική παράλειψη, που παρόμοιά της δεν θα βρει κανείς στην ιστορία των γειτονικών λαών Σέρβων, Βουλγάρων, Αλβανών και Τούρκων, όσο και αν ψάξει. Το πατροπαράδοτο εθνικό δόγμα τού "δεν διεκδικούμε τίποτα" και η νεοελληνική ανεμελιά τού "ου φροντίς Ιπποκλείδη" βρίσκουν απόλυτη εφαρμογή στην περίπτωση αυτή, με ελάχιστες τιμητικές εξαιρέσεις παλαιότερων και σύγχρονων πολιτικών που έδειξαν ενδιαφέρον για το ζήτημα αυτό, χωρίς όμως να προκύψουν ουσιαστικά αποτελέσματα.
Πρόκειται όμως για τους ίδιους Έλληνες ομογενείς [33], οι οποίοι σε όλη την ιστορική τους πορεία στάθηκαν άξιοι της ελληνικότητάς τους, την οποία δεν εγκατέλειψαν ούτε στην σύγχρονη εποχή της πτώσης των ιδεολογιών και της παγκοσμιοποίησης. Την απέδειξαν δε, στο παρελθόν, τόσο με την οικονομική και πνευματική ανάπτυξη που  επέδειξαν, όσο και με την συμμετοχή τους στους εθνικούς αγώνες. Ουσιαστικά εφάρμοσαν στην πράξη την αρχαία ρήση "Πυθαγόρας ερωτηθείς πως δει αγνωμονούση πατρίδι προσφέρεσθαι, είπεν ως μητρί". Η ελληνική μειονότητα της Πελαγονίας (και γενικά της ΠΓΔΜ) είναι η πιο αδικημένη, η πιο λησμονημένη, η πιο αγνοημένη από όλες τις ελληνικές μειονότητες και παροικίες του εξωτερικού. Φυσικά, είναι και η πιο ανοργάνωτη.
Όπως γίνεται συνήθως στην Ελλάδα, το κενό του ενδιαφέροντος για την μειονότητα της ΠΓΔΜ προσπαθούν να καλύψουν ορισμένοι ιδιωτικοί φορείς και μεμονωμένα άτομα, με στόχο την πολιτιστική συνεργασία με ανάλογους φορείς τής εκεί μειονότητας, ενεργώντας με προσοχή και σύνεση.
Η ανάκτηση, βέβαια, των  στοιχειωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων των χιλιάδων Ελλήνων της ΠΓΔΜ αποτελεί μακρινό όνειρο. Οι ομογενείς της Πελαγονίας με πικρία διαπιστώνουν ότι το δικαίωμα του εθνικού αυτοπροσδιορισμού και οι μεγαλοστομίες περί "προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των μειονοτήτων εις βάρος της εθνικής κυριαρχίας των κρατών" ισχύουν για πολλούς άλλους, αλλά όχι γι' αυτούς.



Επίσκεψη παιδιών από την Πελαγονία στην Ελλάδα

Η ελληνική μειονότητα της Πελαγονίας θα μπορούσε να παίξει σημαίνοντα ρόλο στην επιχειρούμενη επαναπροσέγγιση Ελλάδας - ΠΓΔΜ, με δεδομένο το ενδιαφέρον των κατοίκων των παραμεθορίων προς την Ελλάδα περιοχών του γειτονικού κράτους για εισροή ελληνικών επενδύσεων και για αύξηση του τουριστικού ρεύματος από την Ελλάδα, όπως γινόταν πριν το 1991. Απομένει στους πολιτικούς και τους άλλους φορείς του ελληνικού κράτους και γενικότερα της ελληνικής κοινωνίας, να επιχειρήσουν την προσέγγιση της μειονότητας, κατά τρόπο ώστε να υπάρξει αμοιβαίο οικονομικό όφελος για τα δύο κράτη, αλλά και αποκατάσταση της ιστορικής πραγματικότητας, με σεβασμό των κανόνων του Διεθνούς Δικαίου και επίδειξη αμοιβαίας (και όχι μονόπλευρης) ειλικρινούς διάθεσης για συνεργασία. 



Παραπομπές 



[1]. Απ. Βακαλόπουλος: Ιστορία της Μακεδονίας 1354-1833, εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1988, σ.1. Το ίδιο παραδέχονται και Σλάβοι ιστορικοί όπως ο J. Cvijic: Remarques sur l' ιthnographie de Macedoine, Paris 1907, σ. 6. 


[2]. Ν.G.L. Hammond: "Ίδρυση και εδραίωση του μακεδονικού βασιλείου", στο "Μακεδονία 4000 Χρόνια Ελληνικής Ιστορίας και Πολιτισμού", Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1982, σ. 70. 

[3]. Δ. Κανατσούλης: "Η Δυτική Μακεδονία κατά τους Αρχαίους Χρόνους", Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου Αίμου, Θεσσαλονίκη 1958, σ. 13. 

[4]. Γ. Τσότσος: "Οι μετοικεσίες Βλαχοφώνων από την Βόρειο Ήπειρο στην Δυτική 
Μακεδονία", Δυτικομακεδονικά Γράμματα 7 (1996), Κοζάνη, σσ. 324-338. 

[5]. Κων. Βακαλόπουλος: Νεότερη Ιστορία της Μακεδονίας (1830-1912), εκδ. Μπαρμπουνάκη, Θεσσαλονίκη 1986, σσ. 158-167. 

[6]. Αντ. - Αιμ. Ταχιάος: Η Εθνική Αφύπνισις των Βουλγάρων και η Εμφάνισις Βουλγαρικής Εθνικής Κινήσεως εν Μακεδονία, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1974. 

[7]. Ν. Γεωργιάδης: Όσα έγραψα στο Μοναστήρι 1903-1912, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1984, σσ. 102-106. 

[8]. Κ. Βitoski: Dejnosta na Pelagoniskata Mitropolija 1878-1912, Skopje 1968, σσ. 35-43. 

[9]. M. Paillares: Η Μακεδονική Θύελλα (μετάφρ. Β. Καρδιόλακα), εκδ. Τροχαλία, Αθήνα 1994, σ. 493 (πρωτότ. τίτλος L' imbroglio Macedonien). 

[10]. Γ. Μόδης: Ο Μακεδονικός Αγών και η Νεότερη Μακεδονική Ιστορία, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1967, σσ. 304-319. 

[11]. Μ. Χρυσανθόπουλος: Οι Έλληνες στην Βόρειο Μακεδονία: Η Πορεία του Ελληνισμού στο κράτος των Σκοπίων, εκδ. Κυρομάνος, Θεσσαλονίκη 1997, σ. 106. 

[12]. C. Jirecek: Geschichte der Bulgaren, New York 1977 (α' εκδ. Prag 1876), σ. 211. 

[13]. H. Wendel: Der Kampf der Sudslaven um Freiheit und Einheit, Frankfurt 1825, σ. 35. Σχετ. βλέπε και Χρ. Νάλτσας: Τα Ελληνοσλαυικά Σύνορα: Αι προς Βορράν Εθνικαί μας Διεκδικήσεις, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1946, σ. 60. 

[14]. Κων. Βακαλόπουλος: Ο Βόρειος Ελληνισμός κατά την Πρώιμη Φάση του Μακεδονικού Αγώνα (1878-1894): Απομνημονεύματα Αναστασίου Πηχεώνα, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου Αίμου, Θεσσαλονίκη 1983. 

[15]. Μ. Δήμιτσας: Αρχαία Γεωγραφία της Μακεδονίας, Αθήναι 1870 και Μ. Δήμιτσας: Η Μακεδονία εν Λίθοις Φθεγγομένοις και Μνημείοις Σωζομένοις, Αθήναι 1896. 

[16]. Κων. Βακαλόπουλος: Νεότερη Ιστορία της Μακεδονίας (1830-1912), εκδ. Μπαρμπουνάκη, Θεσσαλονίκη 1986, σ. 176. 

[17]. Αντ. - Αιμ. Ταχιάος, όπ. π., σ. 29. 

[18]. V. Berard: Τουρκία και Ελληνισμός: Οδοιπορικό στην Μακεδονία (μετάφρ. Μ. Λυκούδης), εκδ. Τροχαλία, Αθήνα 1987, σσ. 155-156 (πρωτότ. τίτλος: La Turquie et l' Hellenisme contemporain). 

[19]. V. Berard, όπ. π., σ. 169. 

[20]. Β. Σμυρνιού - Παπαθανασίου: Μοναστήρι: Ιστορική Περιπλάνηση στην Πάτρια Γη, εκδ. Μαίανδρος, Θεσσαλονίκη 1993, σ. 10. 

[21]. "Μηνιαία εθνική ανασκοπή: Η κατάστασις εν Μακεδονία", Ελληνισμός, έτος 6ο, φυλλ. 9ο (1903), σ. 717. 

[22]. Γ. Τσότσος: "Το Κρούσοβο, προκεχωρημένο φυλάκιο του ελληνισμού στην Βόρεια Μακεδονία", Δυτικομακεδονικά Γράμματα 4 (1993), Κοζάνη, σσ. 308-324. 

[23]. Κ. Βαβούσκος: Η Συμβολή του Ελληνισμού της Πελαγονίας εις την Ιστορίαν της Νεωτέρας Ελλάδος, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου Αίμου, Θεσσαλονίκη 1959, σ. 10. 

[24]. Ν. Μπάλλας: Ιστορία του Κρουσόβου, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου Αίμου, Θεσσαλονίκη 1962. 

[25]. Ν. Καζάζης: Η πατρίς εν κινδύνω, Αθήναις 1904, σ. 9. 

[26]. Δ. Ζάγκλης: Η Μακεδονία του Αιγαίου και οι Γιουγκοσλαύοι, Αθήνα 1975, σσ. 70-71. 

[27]. Χ. Τσιρκινίδης: Σύννεφα στην Μακεδονία... Το Μακεδονικό μέσα από τα Γαλλικά Αρχεία, εκδ. Κυριακίδη - Ερωδιός, Θεσσαλονίκη 1998, σ. 246-248. 

[28]. Δ. Ζάγκλης: όπ. π., σ. 128 κ.ε. Βλ. και Ε. Κωφός: "Ο Μακεδονικός Αγώνας στην γιουγκοσλαβική ιστοριογραφία", στο "Ο Μακεδονικός Αγώνας", Συμπόσιο, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου Αίμου - Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα, Θεσσαλονίκη 1987, σσ. 279-317. 

[29]. Μ. Χρυσανθόπουλος: όπ.π., σσ. 75-90. Για τις κρατούσες ονομασίες των βαλκανικών μειονοτήτων βλ. και V. Coufoudakis - H. Psomiades - A. Gerolymatos (ed.): Greece and the New Balkans - Challenges and Opportunities, Pella, New York 1999, σ. 219, όπου η βλαχική μειονότητα αναφέρεται ως ρουμανική. 

[30]. Γ. Τσότσος: "Ο ελληνισμός του Κρουσόβου και της Αχρίδος εκ των σωζομένων αρχιτεκτονικών μνημείων", στο Επιστημονικό Συμπόσιο Χριστιανική Μακεδονία - Πελαγονία, Θεσσαλονίκη 25-29/9/1996. 

[31]. Τα στοιχεία υπάρχουν και είναι στην διάθεση των ενδιαφερομένων. 

[32]. Ερώτηση στο Ελληνικό Κοινοβούλιο του βουλευτή κ. Ευγ. Χαϊτίδη, εφημ. "Μακεδονία" 7-5-99, "Απογευματινή" 7-5-99 και "Ελεύθερος Τύπος", 7-5-99. 

[33]. Η μοναδική ελληνική ομογένεια που δεν εκπροσωπείται στο ΣΑΕ.


Aρθρο του Γεώργιου Τσότσου στο περιοδικό NEMECIS (2001)
(Το διαβάσαμε: εδώ)



Σχετικές αναρτήσεις:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η κόσμια κριτική και η ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των σχολιαστών είναι σεβαστή. Σχόλια τα οποία υπεισέρχονται σε προσωπικά δεδομένα ή με υβριστικό περιεχόμενο να μην γίνονται. Τα σχόλια αποτελούν καθαρά προσωπικές απόψεις των συντακτών τους. Οι διαχειριστές δεν ευθύνονται σε καμία περίπτωση για τυχόν δημοσίευση υβριστικού ή παράνομου περιεχομένου στα σχόλια των αναρτήσεων.Τα σχόλια αυτά θα διαγράφονται με την πρώτη ευκαιρία.