Δευτέρα, 13 Ιανουαρίου 2014

Κρούσοβο: Η ελληνική βλαχόφωνη πόλη


Αν έχεις μνήμη θα θυμάσαι
πως τούτη η καρβουνόσκονη 
διηθείται και σταλάζει
μέσα στη καρδιά μας.

Άρης Αλεξάνδρου
Ποιήματα (1941-1974)

«Ακρόπολη του Ελληνισμού» χαρακτήριζαν Έλληνες και ξένοι το Κρούσοβο, ένα ορεινό βλαχοχώρι στα βουνά Μπούσεβα, βόρεια του Μοναστηριού, που δεσπόζει στον κάμπο του βυζαντινού Πριλάπου (Περλεπέ), του σημερινού Πρίλεπ.

Η σημερινή πόλη του κράτους των Σκοπίων με το ίδιο όνομα διασώζει στο ιστορικό της κέντρο αρκετά από τα αρχοντικά που έχτισαν οι Ελληνόβλαχοι του Κρουσόβου, με τις γνώριμες προσόψεις, τα τριγωνικά αετώματα στα μπαλκόνια, τα ψηλά παράθυρα με τις περίτεχνες ξύλινες κορνίζες και τα σαχνισιά. 
Αρκετά τριώροφα αρχοντικά που σώθηκαν από τη μεγάλη καταστροφή του 1903 διατηρούν χρονολογίες και ονόματα στην ελληνική γλώσσα. Στο αέτωμα ενός σπιτιού διαβάζουμε μέσα σε ζωγραφισμένο στεφάνι «Δ. Κριάστα 1882». Οι ελληνόγλωσσες επιγραφές στα σπίτια την Ελληνοβλάχων δεν γράφονταν για να ταυτίζουν το σπίτι με τον ιδιοκτήτη τους, αλλά για να προβάλλονται τα φρονήματα και η εθνική τους καταγωγή, σε μια περίοδο που οι Έλληνες του Κρουσόβου έπρεπε να αντιπαλέψουν με τους Τούρκους, τους Βούλγαρους και τη ρουμανική προπαγάνδα. 
Ήταν και η ελληνική περηφάνεια και η υστεροφημία των ενοίκων τους, καθώς η ελληνική, ως το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, ήταν η γλώσσα του εμπορίου και της ανώτερης αστικής τάξης σε όλα τα Βαλκάνια, από τη Μακεδονία ως τον Δούναβη.

Αξιόλογη είναι η περιγραφή των σπιτιών του Κρουσόβου από τον Σέρβο (σσ Κρουσοβίτης στην καταγωγή) ιστορικό καθηγητή Ντούσαν Πόποβιτς (γεν. 1894) σε μετάφραση του καθηγητή Ιωάννη Παπαδριανού, που μελέτησε το έργο του:

« Όλα τα πλούτη τους [οι Κρουσοβίτες] τα απέκτησαν μακριά στην ξενιτιά, για να μπορούν αργότερα, σε γεροντική ηλικία, να τα απολαμβάνουν. Ιδιαίτερη φροντίδα κατέβαλαν για τα σπίτια όπου περνούσαν όλη τους τη ζωή. Γι' αυτό και δεν υπήρχαν φτωχικά σπίτια στο Κρούσοβο. Όλες σχεδόν οι κατοικίες είναι ευρύχωρες με πατώματα και αρκετά άνετα δωμάτια, με ωραία διαρρύθμιση και πολλά παράθυρα, πράγμα που αποδεικνύει ακόμη και σήμερα [1927] την ευημερία του Κρουσόβου. Μερικά από τα σπίτια είναι σαν μικρά ανάκτορα, διακοσμιμένα με ωραία σαλόνια και εξώστες. Επάνω στις βαριές πόρτες, που οδηγούν προς την αυλή ή στο επάνω μέρος της πρόσοψης, υπάρχουν συνήθως, σαν ένα είδος οικόσημου, μονογράμματα, που τα συγκρατούν από τις δυο πλευρές δυο πουλιά ή δυο λιοντάρια ή δυο άλογα. Συνήθως αναγράφεται και το έτος κατά το οποίο κτίστηκε το σπίτι ».

Το εντυπωσιακό σπίτι της μεγάλης οικογένειας Νιτσιώτα, κοντά στην πλατεία της πόλης, καταστράφηκε από τους βομβαρδισμούς του τουρκικού στρατού κατά των Βουλγάρων που είχαν καταλάβει το Κρούσοβο στην εξέγερση του Ίλιντεν το 1903.
Στο αρχοντικό των αδελφών Νιτσιώτα, που η φήμη λέει ότι είχε 50 δωμάτια, έμεναν οι οικογένειες των έξι αδελφών που διατηρούσαν έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς οίκους στη Βιέννη στα μέσα του 19ου αιώνα. Στο αρχοντικό συγκεντρώνονταν κάθε καλοκαίρι τα έξι αδέλφια, ο Στέργιος, ο Γιαννάκης, ο Κυριάκος, ο Θωμάς, ο Αδάμος και ο Νικόλαος για να υπολογίσουν τα κέρδη της χρονιάς και να υπογράψουν νέο οικογενειακό συμφωνητικό συνεργασίας. Μετά το 1870 ο εμπορικός οίκος των «Αυταδέλφων Νιτζιώτα» άρχισε να φθίνει εξαιτίας του ευρωπαϊκού ανταγωνισμού και των προβλημάτων που δημιουργούνταν από την έξαρση του βουλγαρικού εθνικισμού στη Μακεδονία.

Το Κρούσοβο ως τα τέλη του 18ου αιώνα ήταν ένα μικρό χωριό ποιμένων για ξεκαλοκαιριό των κοπαδιών τους που κατέβαιναν τον χειμώνα στην κεντρική Μακεδονία και τη Θεσσαλία. Σύντομα όμως, από το 1770, εξελίχθηκε σε αξιόλογο αστικό κέντρο, με τον ερχομό πολλών οικογενειών από διάφορα βλαχοχώρια της Μακεδονίας που καταπιέζονταν οικονομικά και βασανίζονταν από ληστρικές επιδρομές άτακτων ομάδων και από Τουρκαλβανούς τοπάρχες. Το Κρούσοβο θεωρήθηκε ασφαλές καταφύγιο και γι αυτό κατέφυγαν εκεί φυγάδες από τα χωριά Γράμμοστα, Μοσχόπολη, Νικολίτσα και Ληνοτόπι κοντά στην Καστοριά, το οποίο έβγαλε πολλούς αγιογράφους που στα έργα τους, στη Μακεδονία, την Ήπειρο και την Κεντρική Ελλάδα, σημείωναν με καμάρι τον τόπο της καταγωγής τους. Το Ληνοτόπι ως οικισμός και τοπωνύμιο είναι χαμένο σήμερα, προκαλώντας εντύπωση και νοσταλγία μόνο στους ειδικούς μελετητές της μεταβυζαντινής ζωγραφικής. 

Οι οικογενειακές κομπανίες ζωγράφων από το Ληνοτόπι εμφανίζονται ήδη από τα μέσα του 16ου αιώνα σε πολλές εκκλησίες και  αρχοντικά της Ηπείρου, της Μακεδονίας και της Ρούμελης. Το πιο γνωστό έργο ζωγράφου από το Ληνοτόπι είναι στα Παλατίτσια Ημαθίας, γειτονικό χωριό της διάσημης Βεργίνας. Ο ζωγράφος Νικόλαος «εκ χώρας Λινοτόπι», όπως σημειώνει στην επιγραφή, ζωγράφισε σε λαϊκότροπο ύφος την εκκλησία του Αγίου Δημητρίου του χωριού. Τον επόμενο αιώνα, τον 17ο, κομπανίες ζωγράφων από το Ληνοτόπι που υπογράφουν με τα μικρά τους ονόματα, Κωνσταντίνος, Γεώργιος, Μιχαήλ, εντοπίζονται στη Ρούμελη και τη Θεσσαλία. Η τέχνη τους είναι απλοϊκή και λαϊκή, αν και, όπως φαίνεται από τη θεματολογία, αντιγράφουν παραστάσεις από ανθίβολα, ένα είδος πατρόν, από μεγάλους ζωγράφους, όπως τον Φράγκο Κατελάνο και τον Θεοφάνη. Ένας ζωγράφος Νικόλαος από το Ληνοτόπι ζωγραφίζει το 1630 και την εκκλησία του Αγίου Νικολάου στην Καστοριά. Βγαίνουμε λίγο από το θέμα μας αλλά μας δόθηκε η αφορμή από τη μετοικεσία των Ληνοτοπιτών στο Κρούσοβο να μιλήσουμε και για τα ιστορικά χωριά της Μακεδονίας που χάθηκαν από προσώπου γης, μέσα στις καταλυτικές ανακατατάξεις των τελευταίων αιώνων της τουρκοκρατίας. Οι Ληνοτοπίτες, που είχαν ιδρύσει εκκλησίες και σχολεία στο χωριό τους, όπως και στα άλλα βλαχοχώρια, σκόρπισαν, πέρα από το Κρούσοβο, σε πολλές πόλεις. Στις αρχές του 19ου αιώνα ένας μετανάστης από το Ληνοτόπι, ο Κων. Μπέλλιος (1772-1838), εξελίσσεται σε σημαντικό οικονομικό παράγοντα της Αυστρίας και παίρνει τον τίτλο του βαρόνου από τον αυτοκράτορα.
Με αφορμή το καλλιτεχνικό δυναμικό από το Ληνοτόπι, αξίζει να σημειώσουμε πως όλα σχεδόν τα βλαχοχώρια, οι Καλλαρύτες, το Συρράκο, η Νέβεσκα, η Μοσχόπολη, η Σαμαρίνα, έβγαλαν σημαντικούς καλλιτέχνες, κυρίως αγιογράφους, χρυσοχόους και ταγιαδόρους (ξυλογλύπτες). Είναι κι αυτό, πέρα από την οικονομική και εμπορική δραστηριότητα, ένδειξη της υψηλής καλλιέργειας και παιδείας και της ελληνικής καλλιτεχνικής παράδοσης που είχαν οι Βλάχοι της Μακεδονίας και της Ηπείρου.

Στο Κρούσοβο λοιπόν εγκαταστάθηκαν από τα μέσα του 18ου αιώνα φυγάδες από τη Μοσχόπολη, το Ληνοτόπι, τη Νικολίτσα, τη Γράμμοστα, το Βυθικούκι και αργότερα από άλλα μέρη, από την Κλεισούρα και τη Σαμαρίνα, κι έτσι έφτασε στα χρόνια της ακμής του, πριν από το σχίσμα της βουλγαρικής εξαρχίας, τους 18000 κατοίκους.
Η αναστάτωση στη περιοχή από την δράση των Βουλγάρων εθνικιστών και η οικονομική κρίση που προκλήθηκε στο εμπόριο από τον ανταγωνισμό των ευρωπαϊκών οίκων και την ανάπτυξη του νέου επαναστατικού μεταφορικού μέσου, του σιδηροδρόμου, στη Βαλκανική ανάγκασαν πολλούς Έλληνες του Κρουσόβου να μεταναστεύσουν σε άλλες πόλεις της Τουρκίας, στην Ευρώπη και σε μακρινές χώρες. Έτσι, πολλοί Κρουσοβίτες, κυρίως έμποροι, εκτός από το Μοναστήρι, τη Θεσσαλονίκη, τα Γιάννενα και τις Σέρρες, μετανάστευσαν σε πόλεις της Σερβίας, της Ρουμανίας και της Αυστρίας, αλλά και στη Ρωσία, την Ιταλία, την Αμερική, την Αφρική και την Αυστραλία. 

Το Κρούσοβο έπεσε θύμα της οργανωμένης ένοπλης επιχείρησης των Βουλγάρων στο χώρο της Μακεδονίας, γνωστής ως επανάσταση του Ίλιντεν, που εκδηλώθηκε στις 20 Ιουλίου 1903 στη γιορτή του Προφήτη Ηλία (Ίλιντεν στα βουλγαρικά). Ένοπλα σώματα με επικεφαλής Βούλγαρους αρχηγούς, ηγετικά στελέχη της ΕΜΕΟ, με σύνθημα «Η Μακεδονία στους Μακεδόνες», εκμεταλλευόμενοι την απέχθεια των αυτόχθονων κατοίκων, Ελλήνων, Βλάχων, Βουλγάρων, Σέρβων, Μαυροβούνιων, Αλβανών, ακόμα και Τούρκων κατά του τουρκικού ζυγού κήρυξαν επανάσταση κατά της οθωμανικής διοίκησης. Η εξέγερση πέτυχε στη Βορειοδυτική Μακεδονία, αλλά καταπνίγηκε στο αίμα από τον τουρκικό στρατό και σώματα ατάκτων, που έβαλαν αδιακρίτως εναντίον όλων των κατοίκων, που τους θεώρησαν συλλήβδην υπαίτιους της εξέγερσης. Ο απολογισμός ήταν θλιβερός, ιδιαίτερα για τον ελληνικό πληθυσμό, καθώς ολόκληρα χριστιανικά χωριά αποδεκατίστηκαν από τον τουρκικό στρατό.
Οι επαναστάτες Βούλγαροι με επικεφαλής τον Νικόλα Κλάρεφ κατέλαβαν το Κρούσοβο στις αρχές του Αυγούστου του 1903, έκαψαν το διοικητήριο και κατέλυσαν τις τουρκικές αρχές. Με σύνθημα την «ελευθερία και ισοτιμία μεταξύ των μακεδονικών εθνοτήτων», το επιτελείο των επαναστατών της πόλης οργάνωσε προσωρινή επαναστατική κυβέρνηση, τη «Δημοκρατία του Κρουσόβου», που διατηρήθηκε μόλις δέκα μέρες, προκαλώντας την έντονη στρατιωτική επέμβαση των Τούρκων. Οι επαναστάτες δεν βιαιοπράγησαν κατά των κατοίκων, αλλά επέβαλαν βαρύτατη φορολογία και εξανάγκασαν την πλειονότητα των Κρουσοβιτών, που κατά τα 2/3 ήταν βλαχόφωνοι Έλληνες, σε δυσβάσταχτες εισφορές.
Ο τουρκικός στρατός, που έσπευσε να καταδιώξει τους επαναστάτες, βομβάρδισε το Κρούσοβο προκαλώντας πυρκαγιά και ανεπανόρθωτες καταστροφές στα σπίτια της πόλης. Με την είσοδο τους στην πόλη οι Τούρκοι και μεγάλος αριθμός βασιβουζούκων, ατάκτων μουσουλμανικών σωμάτων που ακολουθούσαν τον τουρκικό στρατό, προχώρησαν σε πρωτοφανή έκτροπα, που προσομοιάζουν με τις καταστροφές της Χίου και της Σμύρνης. 
Τούρκοι στρατιώτες, ως άτακτες ομάδες, και βασιβουζούκοι επί μέρες έσφαζαν, βίαζαν, λεηλατούσαν και έκαιγαν τα σπίτια των άμοιρων Ελλήνων κατοίκων του Κρουσόβου.

«Το πυρ και οι λεηλασίαι των βασιβοζούκων εξηκολούθησαν καθ όλην την νύκτα», θυμάται ο αυτόπτης μάρτυρας Νικόλαος Μπάλλας, που έγραψε τις τραγικές μνήμες στο βιβλίο του για την ιστορία του Κρουσόβου. «Θραύοντες τας θύρας των οικιών και των καταστημάτων διήρπαζον, έκαιον και εβασάνιζον και απέσπων παρ' αυτών χρήματα, φλωρία και τιμαλφή κοσμήματα. Λαμβάνοντες αγρίως τα νήπια ως σφάγια ηπείλουν ότι θα τα σφάξωσιν, αν μη έδιδον πλούσια λύτρα».
Ο Κρουσοβίτης δάσκαλος, που πέθανε πρόσφυγας το 1932 στη Θεσσαλονίκη, περιγράφει με μελανά χρώματα το «σπαραξικάρδιον θέαμα» του καμένου Κρουσόβου, τις καταστροφές και τις ατιμώσεις σε βάρος των Ελλήνων, με την επισήμανση, όπως επιβεβαίωσαν και οι διεθνείς εμπειρογνώμονες που έκαναν αυτοψία στη κατεστραμμένη πόλη, ότι κανένα από τα βουλγαρικά σπίτια του Κρουσόβου δεν καταστράφηκε. Συνολικά κάηκαν και λεηλατήθηκαν 400 περίπου σπίτια και 200 καταστήματα και αποθήκες, η εκκλησία του Αγίου Νικολάου, πολλοί Έλληνες σκοτώθηκαν και μεγάλος ήταν ο αριθμός των ατιμασμένων γυναικών και των προσφύγων, όπως αναφέρονται σε αναφορές προς τις τουρκικές αρχές, την ελληνική κυβέρνηση και το Οικουμενικό Πατριαρχείο. 

Η καταστροφή του Κρουσόβου προκάλεσε έντονες διαμαρτυρίες και ανησυχία στην ελληνική κυβέρνηση, κινητοποιήσεις των Ελλήνων σε πολλές μακεδονικές πόλεις και συγκίνησε ποιητές και καλλιτέχνες. Σε πολύστιχο ποίημα του για το Κρούσοβο, που δημοσιεύτηκε το 1905, ο Γιώργος Στρατήγης έγραψε ανάμεσα στα άλλα:

Κρούσοβο, αχ! Κρούσοβο
καψαλισμένο!
Όταν σου κάψανε
τα σπίτια σου όλα
οι Τούρκοι οι άπιστοι
και το ναό σου,
Άγιε Νικόλα,
γιατί στο θρήνο 
τόσων Έλλήνων
στο τόσο κλάμα,
γιατί δεν βγήκες
να κάνεις θάμα;
Έρημο Κρούσοβο
ωσάν τ' αγρίμια
Τούρκοι και Βούλγαροι
σκορπούν ατίμια,
φωτιά, σφαγή.
Ατιμασμένες 
κλαίνε παρθένες
και φεύγουν όλοι
πετρέλαιο, βόλι
φρίκη, σφαγή!
Μην κλαις, οι φλόγες σου
στη γη έχουν μείνει
κι ανάψαν μέσα μας 
μίσους καμίνι
κι από τις σπίθες σου
η Ελευθερία
σ έγραψε ολόχρυσο
στην Ιστορία...

Τη μοίρα της ελληνικής πόλης υμνεί και διεκτραγωδεί και ο Μοναστηριώτης ποιητής Πέτρος Κυριαζής. Στη συλλογή του «οι βόγγοι του Μοναστηριού», που κυκλοφόρησε στη Θεσσαλονίκη το 1924, γράφει για το «Κρούσοβον»:

Με των Μουσών ετράφηκες το γάλα
μ' ελληνική ετράφηκες πνοή.
Αισθήματα στα στήθη σου μεγάλα
σου έπλεκαν πανώρια τη ζωή.

Της Ειμαρμένης όμως το ψαλίδι
σου έκοψε των πόθων τα φτερά,
σου πήρε κάθε φτερωτό στολίδι
και τα κειμήλια τα ιερά!

Στις τελευταίες δεκαετίες του περασμένου αιώνα στο Κρούσοβο, που θεωρούνταν το προκεχωρημένο φυλάκιο των Ελλήνων στη Βόρεια Μακεδονία, εντάθηκαν οι προπαγάνδες των Βουλγάρων και ιδίως των Ρουμάνων, που επιχειρούσαν να προσηλυτίσουν τους Βλάχους στο ρουμανικό έθνος. Οι Ρουμάνοι στηριζόμενοι στη γλωσσική συγγένεια με τους Βλάχους, επιχείρησαν με πακτωλό χρημάτων και την ανοχή των τουρκικών αρχών να δημιουργήσουν ρουμανικά σχολεία σε πόλεις και χωριά της Βορειοδυτικής Μακεδονίας. Η πολιτική αυτή των Ρουμάνων εντασσόταν, στις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα και ειδικότερα στην πρώτη δεκαπενταετία του 20ου αιώνα, στην ευρύτερη τακτική βαλκανικών λαών και μεγάλων δυνάμεων να διεκδικήσουν εδαφικά τμήματα ή λαούς της υπό κατάρρευση Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στην Νοτιοανατολική Ευρώπη. Η ρουμανική προπαγάνδα στους Βλάχους της Μακεδονίας κορυφώθηκε με τις μεγάλες εδαφικές απώλειες που είχε η Ρουμανία μετά το συνέδριο του Βερολίνου το 1878, χάνοντας τις περιοχές της Τρανσυλβανίας, της Βεσσαραβίας και της Μπουκοβίνας.
Όργανο της ρουμανικής προπαγάνδας στη Μακεδονία, με κέντρο το Μοναστήρι, ήταν ο Έλληνας Απόστολος Μαργαρίτης (1832-1903), δάσκαλος στο επάγγελμα, που καταγόταν από την Κλεισούρα Καστοριάς και κατ' άλλους από την Αβδέλλα Γρεβενών. Ο Μαργαρίτης, που ήταν απόφοιτος της Ζωσιμαίας Σχολής των Ιωαννίνων, διορίστηκε για ένα διάστημα γενικός επιθεωρητής των ρουμανικών σχολείων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στην Κωνσταντινούπολη. Με τα χρήματα που έφταναν από την κυβέρνηση του Βουκουρεστίου, την εύνοια των τουρκικών αρχών, τις σκοπιμότητες των μεγάλων δυνάμεων και προπαντός με την ελαφρότητα της ελληνικής κυβέρνησης στην αντιμετώπιση των ξένων επιρροών στο χώρο του αλύτρωτου ελληνισμού, κατά τις δεκαετίες του 1870 και 1880 η ρουμανική προπαγάνδα απέδωσε καρπούς. Σε όλη σχεδόν την Βορειοδυτική Μακεδονία ιδρύθηκαν σχολεία στα οποία φοιτούσε μικρός σχετικά αριθμός Βλάχων που είχαν επηρεαστεί από τα συνθήματα και τις οικονομικές προσφορές προς τους φτωχούς στην πλειονότητα γονείς των μαθητών, με υποτροφίες και συσσίτια. 
Οι στατιστικές της εκπαίδευσης στο βιλαέτι (γενική περιφέρεια) του Μοναστηριού, που συμπίπτει σχεδόν με τη σημερινή Δυτική Μακεδονία και το κράτος των Σκοπίων, είναι αποκαλυπτικές για την αύξηση των ρουμανικών σχολείων σε ανύπαρκτο ρουμανικό πληθυσμό και σε χώρους όπου δεν μιλιέται η ρουμανική γλώσσα!
Το 1882 λειτουργούσαν στο βιλαέτι 16 ρουμανικά σχολεία με 902 μαθητές. Δέκα χρόνια αργότερα ο αριθμός των σχολείων παρέμεινε ο ίδιος, αλλά οι μαθητές έφτασαν στους 1500, ενώ το 1903 τα σχολεία τριπλασιάστηκαν (48) και ο αριθμός των μαθητών ξεπέρασε τους 3260. Οι λίγοι αρχικά δάσκαλοι των ρουμανικών σχολείων έφτασαν στην πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα τους 120. Βέβαια οι αριθμοί των ελληνικών σχολείων είναι εντυπωσιακοί. Το 1900 υπήρχαν στην ίδια περιφέρεια 481 σχολεία όλων των βαθμίδων με 27700 μαθητές και μαθήτριες και ακολουθούσαν οι Βούλγαροι με 273 σχολεία και 15200 μαθητές.
Η ρουμανική προπαγάνδα στη Μακεδονία όμως απέτυχε. Έπεισε μικρό αριθμό Βλάχων, η πλειονότητα τους έκλεισε τ αυτιά στις σειρήνες και πολέμησε με μανία τα στελέχη της. Την αποτυχία της επιχείρησης του ρουμανικού προσηλυτισμού επισημαίνουν και Ρουμάνοι αρμόδιοι, όπως ο υπεύθυνος της ρουμανικής προπαγάνδας Λαζαρέσκου Λεκάντα σε υπόμνημα του το 1901 προς τη ρουμανική κυβέρνηση:
«Για την εξάπλωση της εθνικής [ρουμανικής] μόρφωσης έχουμε αρκετά σχολεία, δασκάλους, καθηγητές, ιερείς, αλλά δεν έχουμε ρουμανικό πληθυσμό. Το ρουμανικό έθνος στην περιοχή δεν είναι τίποτε άλλο παρά μισθοδοτούμενοι και επιχορηγούμενοι από διάφορες πηγές. Άμα παύσει η μισθοδοσία, διαλύεται και το ρουμανικό αίσθημα. Σε χωριά όπου ο πληθυσμός αποτελείται αποκλειστικά από Βλάχους, ενώ στο ελληνικό σχολείο δημιουργείται αδιαχώρητο, το ρουμανικό στερείται μαθητών. Ο Βλάχος συνεισφέρει στο ελληνικό σχολείο και αφήνει μετά θάνατον την περιουσία του για την εξάπλωση της ελληνικής παιδείας...» επισήμανε ο ρουμάνος αξιωματούχος.
Ο πρωτεργάτης της ρουμανικής προπαγάνδας στις περιοχές όπου ζούσαν Βλάχοι, δηλαδή στη Μακεδονία, την Ήπειρο και τη Θεσσαλία, εκτός από τις κατηγορίες των Ελλήνων και των Βλάχων για προδοτικό και πρακτορικό ρόλο, έπεσε σε δυσμένεια από την επίσημη ρουμανική εξωτερική πολιτική και αποπέμφθηκε. Εγκατέλειψε με εντολή της ρουμανικής κυβέρνησης την ανώτατη εκπαιδευτική θέση και έζησε στο Μοναστήρι ως τη δολοφονία του από αγνώστους δράστες. Ο τάφος του Μαργαρίτη διατηρείται στο παλιό νεκροταφείο του Μοναστηριού. 
Μας πήγε μακριά η ρουμανική προπαγάνδα στη Μακεδονία, αλλά νομίζω πως έπρεπε να δοθεί, πάλι σε συνοπτικά πλαίσια, η πολιτική κατάσταση που προκάλεσε έντονα προβλήματα στον τοπικό ελληνικό πληθυσμό, διπλωματικές συγκρούσεις ανάμεσα στην ελληνική και ρουμανική κυβέρνηση, με αφορμή την προπαγάνδα για τους Βλάχους, και έχει συνέχεια με μικρότερη ένταση ως τις μέρες μας. Αναβίωσε και στα χρόνια της γερμανικής κατοχής, όταν ένας συνεχιστής του Μαργαρίτη, ο Αλκιβιάδης Διαμαντής από τη Σαμαρίνα, ένας δοσίλογος και πράκτορας Ιταλών και Ρουμάνων, προπαγάνδιζε για την ίδρυση «Ρουμανικών Κοινοτήτων των Βαλκανίων» στην Ελλάδα. 
Ρουμανικοί κύκλοι και νοσταλγοί του «μεγάλου ρουμανικού έθνους» στα Βαλκάνια και σήμερα ακόμη προκαλούν την ιστορία και το παρελθόν, με θύματα μερικούς Έλληνες φοιτητές βλαχικής καταγωγής που φοιτούν στα πανεπιστήμια της Ρουμανίας. Προσφέρουν υποτροφίες και ποικίλες διευκολύνσεις με την απλή δήλωση τους ότι είναι «Ρουμανόβλαχοι», ότι δηλαδή έχουν την ίδια εθνολογική ταυτότητα με τους Ρουμάνους...

Σε όλα τα χρόνια της τουρκοκρατίας το Κρούσοβο κράτησε την ελληνική συνείδηση που διατράνωναν σε κάθε περίπτωση οι Κρουσοβίτες, αλλά και όσοι Έλληνες και ξένοι πέρασαν από την πόλη. 
Η εθνική σημασία του Κρουσόβου επισημαίνεται στη δεκαετία του 1880 από τον πρόξενο του Μοναστηρίου Γεώργιο Δοκό, που έγραφε προς την ελληνική κυβέρνηση:
«Δεν με λανθάνει η σπουδαιότης του Κρουσόβου όπερ, καίτοι ον εκ των ακροτάτων ημετέρων κέντρων, είναι εις των σπουδαιοτέρων προμαχώνων ημών, ένεκα της καλής καταστάσεως των εν αυτώ ημετέρων σχολείων, της δι' αυτών διαδόσεως των γραμμάτων και του εθνικού φρονήματος, πολλών εκ των κατοίκων της ειρημένης κωμοπόλεως τυχόντων ανωτέρας παιδεύσεως ή πλουτισάντων δια του εμπορίου εν αλλοδαπή. Πρέπει ωσαύτως να ληφθεί υπ' όψιν  ότι το Κρούσοβον είναι το κέντρο των ρουμανικών ενεργειών και αριθμεί περί τας 500 σχισματικάς βουλγαρικάς οικογενείας...»

Τα 2/3 από τους 12000 κατοίκους του Κρουσόβου ήταν Έλληνες και ακολουθούσαν οι Βουλγαροεξαρχικοί και λίγοι ρουμανίζοντες Βλάχοι. Ακόμη και μετά την καταστροφή της πόλης και την φυγή εκατοντάδων Ελλήνων προς το Μοναστήρι, την Κοριτσά, τη Θεσσαλονίκη, τα διάφορα βλαχοχώρια της Μακεδονίας και άλλες πόλεις της Ευρώπης, το ελληνικό στοιχείο παρέμεινε το πολυπληθέστερο και ακμαιότερο στο Κρούσοβο. Παρά τους κατατρεγμούς, στο μαρτυρικό Κρούσοβο έμεινε σημαντικός αριθμός Ελλήνων που ξανάστησε τα κατεστραμμένα σπίτια και καταστήματα και αποκατέστησε την εμπορική δραστηριότητα, πηγή πλούτου και ευημερίας των Κρουσοβιτών. Σύμφωνα με τουρκική στατιστική του 1905, ο ελληνικός πληθυσμός έφτανε τους 5400 με 1190 σπίτια, οι Βούλγαροι ήταν 2660 με 640 σπίτια, οι Ρουμανιστές 650 με 133 σπίτια και οι Σέρβοι και άλλοι σλαβόφωνοι 218 με 50 σπίτια.
Το πρώτο σχολείο ιδρύθηκε στο Κρούσοβο γύρω στα 1835, ενώ το πρώτο σχολικό κτήριο της κωμόπολης χτίστηκε το 1847 σε οικόπεδο του Κρουσοβίτη έμπορα Νικολάου Μιχαήλ, που ζούσε στις Σέρρες. Στη δεκαετία του 1880 λειτουργούσαν στο Κρούσοβο τέσσερα ελληνικά σχολεία με 660 συνολικά μαθητές και μαθήτριες.
Στις αρχές του αιώνα με συνδρομή των απανταχού Κρουσοβιτών χτίστηκε το νέο λαμπρό κτήριο της αστικής σχολής που έπαθε ζημιές κατά την κατάληψη της πόλης από τους Βουλγάρους και επισκευάστηκε το 1904. Στο ημικυκλικό αέτωμα του διδακτηρίου υπήρχε η επιγραφή: «Αρρεναγωγείον ελληνικής ορθοδόξου κοινότητος, συνδρομή των απανταχού ορθοδόξων Κρουσοβιτών 1904». Οι μαθητές των σχολείων ακολουθούσαν το αναλυτικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα των σχολείων του ελεύθερου κράτους και μάθαιναν τουρκικά και γαλλικά, που ήταν η επίσημη ξένη γλώσσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ενδεικτικό της καλής γνώσης της γαλλικής που παρείχε το σχολείο είναι και το γεγονός ότι ένας Κρουσοβίτης, ο Αναστάσιος Βαβούσκος, που είχε εξοριστεί στη Βουλγαρία στα χρόνια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, συνέγραψε πρόχειρο γαλλοελληνικό λεξικό με βάση τη γνώση της γαλλικής που απέκτησε στο ημιγυμνάσιο Κρουσόβου. 
Από την αστική σχολή, το παρθεναγωγείο και το ημιγυμνάσιο του Κρουσόβου αποφοίτησαν πολλοί μαθητές που συνέχισαν σπουδές στο Μοναστήρι, τα Γιάννενα, τη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα. Ανάμεσα τους υπήρξαν και διάσημα ονόματα της πολιτικής και της επιστήμης. Ένας απ' αυτούς ήταν ο Ιωάννης Πανταζίδης (1827-1900), σχολάρχης στο Κρούσοβο το 1852, διευθυντής της Εθνικής Βιβλιοθήκης στην Αθήνα και καθηγητής της ελληνικής Φιλολογίας στο εθνικό πανεπιστήμιο, καθώς και ο καθηγητής του Αστικού Δικαίου στο ίδιο πανεπιστήμιο Ιωάννης Σόντης. Μαθητής της αστικής σχολής του Κρουσόβου ήταν κι ο συνταγματολόγος, καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου, Αλέξανδρος Σβώλος, ιδρυτής του σοσιαλιστικού κόμματος. Από το Κρούσοβο κατάγονται και οι καθηγητές του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Κωνσταντίνος Βαβούσκος, πρόεδρος της Εταιρίας Μακεδονικών Σπουδών επί χρόνια, και Γεώργιος Νιτσιώτας
Στο κέντρο της πόλης δέσποζε ο μητροπολιτικός ναός του Αγίου Νικολάου, που χτίστηκε το 1831-32, επί αρχιερατείας του μητροπολίτη Πρεσπών και Αχριδών Καλλινίκου. Η εκκλησία, που κάηκε το 1903, ήταν κατάγραφη με τοιχογραφίες που φιλοτέχνησαν ο ζωγράφος Μιχαήλ και οι γιοί του Δανιήλ και Νικόλαος από τη Σαμαρίνα
Στη νότια θύρα της εκκλησίας υπήρχε κτητορική επιγραφή που σε καλά ελληνικά έγραφε:

« Οράς, ω ξένε, ναόν του Κυρίου
θαυματουργού Νικολάου του Οσίου
ον ανήγειρε Κρουσόβου κοινότης.
Ένδον είσελθε μετ' άκρας ευλαβείας
άνευ δολίου και πονηράς καρδίας.
Ει δε πονηράν κέκτησαι την καρδίαν
πόρρω άπελθε από την εκκλησίαν.
Εν έτει 1832 από γεννήσεως Χριστού των ημερών
Πρεσπών Καλλινίκου κατά μήνα Απρίλιον ».

Πέρα από την καλή κοινοτική και σχολική οργάνωση, οι Κρουσοβίτες με την βοήθεια των αποδήμων, λειτουργούσαν οργανωμένο νοσοκομείο, τη «Ζωοδόχο Πηγή», και ίδρυσαν το 1874 το φιλεκπαιδευτικό σύλλογο «Αριστοτέλης», με στόχο την αντιμετώπιση της ξένης προπαγάνδας, την Πολιτική Ελληνική Λέσχη και άλλες οργανώσεις.

Γύρω από το Μοναστήρι και το Κρούσοβο, που ήταν τα σημαντικότερα κέντρα της Βορεοδυτικής Μακεδονίας, υπήρχαν αρκετές ελληνικές κοινότητες κυρίως βλαχόφωνων, κωμοπόλεις και χωριά που είχαν άριστη κοινοτική οργάνωση, ελληνικά σχολεία και αξιοσημείωτη συμμετοχή με τους «πατριαρχικούς» και τα ελληνικά αντάρτικα σώματα στο Μακεδονικό Αγώνα. Οι σημαντικότερες κωμοπόλεις και χωριά ήταν το Μεγάροβο, το Τίρνοβο, η Νιζόπολη, η Μηλόβιστα και το Γκόπεσι.
Το Μεγάροβο και το Τίρνοβο, στη Βορειανατολική πλευρά του όρους Περιστέρι, του Πέλιστερ στη τοπική γλώσσα, μοιάζουν σαν συνοικίες του ίδιου οικισμού που τις χωρίζει ο παραπόταμος του Αξιού Υδραγόρας, ο Ντραγκόρ, όπως τον λένε οι σημερινοί κάτοικοι του. Ελληνικές επιγραφές υπάρχουν στις εικόνες και τα εκκλησιαστικά αντικείμενα της παλιάς εκκλησίας των Ελληνοβλάχων, του Αγίου Δημητρίου. Σ' ένα παλιό μεταλλικό εξαπτέρυγο της εκκλησίας σημειώνεται σε ανορθόγραφα ελληνικά η υστεροφημία του δωρητή: «Μνισθιτι Κίριε τον Δούλον σου Γ.Χ Ακακίου, Ιερομονάχου 1817». Γέροντες και γριές μιλούν βλάχικα και ελληνικά, ανασκαλεύοντας μνήμες από τις περιπέτειες του ελληνισμού στην πόλη και τη Βόρεια Μακεδονία. 
Όρθια και τα παλιά ελληνικά διδακτήρια, η αστική σχολή, το παρθεναγωγείο που έχτισε το 1864 με δαπάνες του ο Μεγαροβίτης επιχειρηματίας στο Βουκουρέστι Στέργιος Στυλείδης. Το Στυλείδιο Παρθεναγωγείο στις αρχές του 20ου αιώνα είχε 110 μαθήτριες, πολλές από τις οποίες μετά την συμπλήρωση των σπουδών τους στο Μοναστήρι εργάστηκαν ως δασκάλες σε ελληνικά σχολεία μικρών χωριών της Μακεδονίας και της Αλβανίας.
Νότια του Μεγάροβου ήταν η Νιζόπολη, με χίλιους περίπου βλαχόφωνους Έλληνες που ως νομάδες οι περισσότερες οικογένειες ξεχειμώνιαζαν με τα κοπάδια τους στη Θεσσαλία. Στη Νιζόπολη λειτουργούσαν αρρεναγωγείο και παρθεναγωγείο με 200 μαθητές που στεγάζονταν σε διδακτήριο, δωρεά του Νιζοπολίτη Κωνσταντίνου Μπέμπη.
Ελληνικά σχολεία διατηρούσαν και η Μηλόβιστα, το Γκόπεσι και η Ρέσνα. όλα τα ελληνικά σχολεία των χωριών αυτών, ιδιαίτερα μετά το 1879, ενισχύονταν, πέρα από τις τοπικές κοινότητες και τους απόδημους συμπατριώτες τους, από διάφορους ιδιωτικούς συλλόγους που πίστευαν ότι η εκπαίδευση διασφάλιζε την τόνωση του ελληνικού φρονήματος έναντι των άλλων εθνικών ομάδων που συμβίωναν στην περιοχή και αφυπνίζονταν από τον εθνικό λήθαργο. Ιδιαίτερο ρόλο έπαιξε ο Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος της Κωνσταντινούπολης από το 1865 και ο Σύλλογος προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων της Αθήνας από το 1869. 
Στο Κρούσοβο παρά τις εσωτερικές ιδεολογικές περιπέτειες και τις απανωτές κατοχές Τούρκων, Βουλγάρων και Σέρβων, έμειναν αρκετοί Έλληνες ως τις μέρες μας, δηλώνοντας την ελληνική τους καταγωγή. Η αναφορά μας στο Κρούσοβο, την ''ακρόπολη του ελληνισμού'' στη Βορειοδυτική Μακεδονία, αφιερώνεται στη Φανή Σίρμου, την τελευταία διευθύντρια στο παρθεναγωγείο Κρουσόβου που πέθανε στη διάρκεια της Κατοχής στη γεννέτειρα της. Η Ελληνίδα δασκάλα παρέδιδε ελληνικά σε παιδιά ελληνικής καταγωγής ως τον θάνατο της, παρά τις πιέσεις των Σέρβων που συνεργούσαν για τον άμεσο αφελληνισμό των τελευταίων ελληνικών εστιών στο κράτος τους.



Επίσης, διαβάστε:


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η κόσμια κριτική και η ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των σχολιαστών είναι σεβαστή. Σχόλια τα οποία υπεισέρχονται σε προσωπικά δεδομένα ή με υβριστικό περιεχόμενο να μην γίνονται. Τα σχόλια αποτελούν καθαρά προσωπικές απόψεις των συντακτών τους. Οι διαχειριστές δεν ευθύνονται σε καμία περίπτωση για τυχόν δημοσίευση υβριστικού ή παράνομου περιεχομένου στα σχόλια των αναρτήσεων.Τα σχόλια αυτά θα διαγράφονται με την πρώτη ευκαιρία.