Παρασκευή, 17 Ιανουαρίου 2014

Διαχρονικές Μαρτυρίες για την ελληνικότητα των Βλάχων - Αντ. Μπουσμπούκη


Ομιλία του καθηγητή γλωσσολογίας 
κ. Αντ. Μπουσμπούκη στο 
Χατζηγιάννειο Λάρισας, 23-11-2013. 
Οργάνωση: «Σύνδεσμος Σαμαριναίων Λάρισας και Περιχώρων» και ΠΑΣΒ

Από τη διαχρονική παρουσία των Βλάχων μέσα στο χώρο του ελληνισμού, η αποψινή ομιλία θα ξεδιπλώσει το τετράπτυχο: ιστορικές πηγές, λαϊκή τέχνη, θρησκευτική ορολογία και τέταρτον καθημερινή ζωή. Κι ενώ θα έπρεπε να παρουσιάσω πρώτα τις ιστορικές μαρτυρίες, ωστόσο, θα ξεκινήσω με τη λαϊκή κουλτούρα των Βλάχων, πάντα σε σχέση με τον τοπικό αρχαίο πολιτισμό, καθώς αυτό θα επιτρέψει να φανούν με τρόπο χειροπιαστό οι εντόπιες εθνολογικές ρίζες των Αρμάνων-Βλάχων, που πάνε βαθιά στα χώματα της Πίνδου και φτάνουν μέχρι τους προϊστορικούς χρόνους.

Την πίστη μας αυτή, μεταξύ των άλλων, ενισχύουν και τα ευρήματα με τις διαπιστώσεις του άγγλου ιστορικού  και ελληνιστή Nicolas Hammond, που ερεύνησε πιθαμή προς πιθαμή τη γη της Ηπείρου και της Μακεδονίας. Έτσι, όταν ήθελε να συνδέσει, μέσα από ομοιότητες, στοιχεία του παρελθόντος με στοιχεία από τον ζωντανό μέχρι πριν μερικές γενεές λαϊκό πολιτισμό των δυο παραπάνω περιοχών, κατέληγε κυρίως στην κουλτούρα των Αρμάνων-Βλάχων.
Ο Nicolas Hammond είναι εκείνος που υπέδειξε στον Μανώλη Ανδρόνικο τη Βεργίνα ως τη θέση, όπου βρισκόταν η αρχαία πρωτεύουσα των πρώτων Μακεδόνων, οι Αιγές, και που μας καταθέτει στα έργα του τ’ ακόλουθα: «…το ανοιχτό κύπελλο, που εισάγεται στη Μακεδονία κατά τον 8ο π.Χ. αιώνα κι έχει επίπεδα προεκτεινόμενο χείλος και 2 ή 4 διατρήσεις διαμέσου του χείλους, έγινε τότε της μόδας. Και οι δυο αυτές μορφές κυπέλλου με 2 ή 4 τρύπες φαίνεται ότι αντιγράφουν ξύλινα κύπελλα, τέτοια που ακόμη και σήμερα κατασκευάζονται από τους Βλάχους βοσκούς της Βορείου Ελλάδος» (1).
Σε άλλο σημείο παρατηρεί πως οι γυναικείες μορφές των επιτύμβιων στηλών της αρχαίας Μακεδονίας απεικονίζονται με ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες, ιδίως όσον αφορά τον τύπο εκείνο ενδύματος των γυναικών, που φορούσαν βαριά μάλλινα ρούχα και κάπες, όμοια με τις οποίες είναι η σημερινή βλάχικη κάπα (2).

Για τα κατάλοιπα της παλαιολιθικής και νεολιθικής εποχής ο ίδιος πάντα ιστορικός γράφει: «Αυτό ήταν επίσης το πλουσιότερο  και το ισχυρότερο (ενν. στα προϊστορικά χρόνια) κέντρο του πολιτισμού στη περιοχή, η οποία τώρα ονομάζεται Κεντρική Αλβανία και Μακεδονία. Πρόσφατα το πιο σπουδαίο κέντρο ανάλογο με το προϊστορικό  εκείνο κέντρο, κοντά στη λίμνη Malik, είναι αυτό της βλάχικης πόλης, της Μοσχόπολης» (3)
Και μια που γίνεται λόγος για προϊστορικούς χρόνους και μάλιστα για παλαιολιθική και νεολιθική εποχή, να σας πληροφορήσω ότι φέτος τον Σεπτέμβρη σε ξενοδοχείο της Σμίξης ο Σύλλογος Αβδελλιωτών ‘Η Βασιλίτσα’ και Η Πανελλήνια Ομοσπονδία Πολιτιστικών Συλλόγων Βλάχων οργάνωσαν επιστημονικό συνέδριο με θέμα «Τα Βλαχοχώρια της γρεβενιώτικης Πίνδου». Μεταξύ των ομιλητών, ο καθηγητής αρχαιολογίας στο Α.Π.Θ. κύριος Νικόλαος Ευστρατίου παρουσίασε θέμα σχετικό με δικές του ανασκαφικές έρευνες στη περιοχή της Σαμαρίνας. Στο χώρο αυτό έχει εντοπίσει λίθινα εργαλεία προϊστορικών κυνηγών, καθώς και ίχνη από τους πρώτους κατοίκους της Ευρώπης, του αρχάνθρωπους του Νεάντερταλ. Όπως είπε ο κύριος Ευστρατίου, η Σαμαρίνα, και η Πίνδος γενικά, είναι ο μόνος ορεινός όγκος από όλη την Ευρώπη, όπου σε τόσο μεγάλο υψόμετρο βρέθηκαν ίχνη παρουσίας των πρωτόγονων ανθρώπων του Νεάντερνταλ.

Καθώς φεύγουμε από τη λίθινη εποχή του πινδικού χώρου, ο ειρμός/συνειρμός θα μας πάει στην εποχή του Χρυσού της Μακεδονίας. Εδώ, πριν από την εμφάνιση κι επικράτηση των Μακεδόνων, ο βασιλιάς των εντόπιων κατοίκων, των Φρυγών, ο μυθικός Μίδας, είχε τη φήμη του πολύχρυσου ηγεμόνα. Πράγματι, άγγλος γεωλόγος,μετά από επιτόπια έρευνα, έγραψε ότι στην προϊστορική Μακεδονία επιφανειακή φλέβα χρυσού ξεκινούσε από τα Πιέρια και έφθανε μέχρι την Αβδέλλα της Πίνδου. Έτσι, πάνω στην εμπειρία επεξεργασίας του χρυσού από μέρους των Φρυγών στηρίχθηκε αργότερα η ανάπτυξη της χρυσοχοϊκής τέχνης των Μακεδόνων. Αυτό δεν το μαρτυρούν  μόνο τα ευρήματα των τάφων της Βεργίνας αλλά προπάντων εκείνα από τη Σίνδο της Θεσ/νίκης, που και αρχαιότερά τους είναι και με την πιο λεπτουργική επεξεργασία είναι δουλεμένα. Μοναδικά έργα χρυσοχοϊκής δεξιοτεχνίας παγκοσμίως.
Αλλά, δεκαετίες πριν από την ανεύρεση των πιο πάνω χρυσών αριστουργημάτων και στηριζόμενος σε άλλα χρυσά αρχαιολογικά ευρήματα από τον χώρο της Β. Μακεδονίας, ο ακαδημαϊκός Αντώνης Κεραμόπουλος συνέδεσε διαχρονικά την επίδοση των Αρμάνων στη χρυσοχοϊκή τέχνη με εκείνη των αρχαίων Μακεδόνων, καθώς οι Βλάχοι των Καλαριτών, του Μετσόβου, της Μοσχόπολης, του Νυμφαίου και άλλων σημείων ανέδειξαν μοναδικούς τεχνίτες στην καλλιτεχνική επεξεργασία τόσο του χρυσού όσο και του ασημιού.
Σχετικά είναι και τα όσα ο ίδιος άκουσα να λέει ο σοφός πανεπιστημιακός δάσκαλος Νίκος Μουτσόπουλος. «Κατάγομαι -είπε- από ορεινό χωριό της Μεσσηνίας - Αρκαδίας. Στο χωριό-μου ασκούνταν έντονα η αργυροχρυσοχοϊκή τέχνη. Έτσι, όταν η περιέργεια με κέντρισε να βρω από πού μας είχε έρθει αυτή η τέχνη, δεν μπόρεσα να εντοπίσω άλλα σημεία παράμονάχα τα γνωστά παραδοσιακά βλαχοχώρια, που ανέδειξαν τεχνίτες σπουδαίους σαντον Γιώργη Διαμαντή Μπάφα, τον Θανάση Τσιμούρη, τον Σωτήρη Μπούλγκαρη και άλλους».  Κατά τον ίδιο, «οι Καλαριτινοί, ειδικά,στάθηκαν οι καλύτεροι αργυροχρυσοχόοι του κόσμου».

Αλλά η βλάχικη λαϊκή τέχνη σχετίζεται διαχρονικά -φρονώ- και με τα μοτίβα της αρχαιοελληνικής κλασικής όσο και της υστερότερης ελληνιστικής κι ελληνορωμαϊκής περιόδου.
Έτσι, σε πολύ παλιά μαξιλάρια εντοπίζονται μοτίβα, όπως είναι ο διπλούς πέλεκυς,ο δρακοντόμορφος ποταμοθεός Αχελώος και το κηρύκειο του Ερμή. Τα δυο τελευταία, ο φιδόμορφος Αχελώος και το κηρύκειο του Ερμή, απ’ότι έχω ερευνήσει, δεν υπάρχουν στην υφαντική λαϊκή τέχνη των άλλων Ελλήνων. Τον Αχελώο, ως δράκοντα με δώδεκα φτερά, τον έχουμε από το Μέτσοβο, όπου το αυστηρά γεωμετρικό αυτό σχέδιο το ονομάζουν arpile alu Aspropotamu.
Όσο για το κηρύκειο του Ερμή, πολύ σχηματοποιημένο, το έχουμε σε περισσότερα υφαντά τοπικής αρμάνικης τέχνης. Παντού εμφανίζει μια γραμμική λεπτομέρεια, που συμβολίζει την έννοια της γονιμότητας. Τον ίδιο τύπο κηρύκειου βλέπουμε  και σε αρχαία αγγεία, ενώ προσωπικά τον εντόπισα και σε ταφική ανάγλυφη στήλη με τον ψυχοπομπό Ερμή στο αρχαιολογικό μουσείο της Βέροιας ( 4 ).
Αναφορικά με το διπλό τσεκούρι, τον αρχαίο διπλούν πέλεκυ, αυτό είναι το πιο συχνό μοτίβο σε υφαντά των Αρμάνων, πριν από την οριστική επικράτηση των υφαντών με τα μεγάλα χρωματιστά λουλούδια,που εκτόπισαν για πάντα τα αρχαία σύμβολα.
Θα μπορούσα ν’αναφερθώ και σε άλλα στοιχεία το λαϊκού βίου των Αρμάνων-Βλάχων, όπως -για παράδειγμα- τον τρανό λαϊκοθρησκευτικό χορό (corlu ali hoarî), την ενδυμασία και το τραγούδι, για τα οποία έγραψε ο Τάκης Παπαχατζής και τα οποία, κατά τον ίδιο, ανάγονται σε αρχαία ελληνικά πρότυπα ( 5 ).
Αλλά και ο αστέρας των Μακεδόνων δεν έλειπε από την κουλτούρα των Αρμάνων. Και όπως στο φέσι των γυναικών της Νάουσας ήταν κεντημένος ο οκτάκτινος αστέρας της αρχαίας Μακεδονίας, παρόμοια σε ζωγραφικό πίνακα είδα στο φέσι Μετσοβίτη γέροντα το ίδιο αστέρι. Ο πίνακας έφερε χρονολογία τεσσάρων ή πέντε ετών πριν από τις ανακαλύψεις του Ανδρόνικου στη Βεργίνα. Οκτάκτινο αστέρι κεντούσαν και οι Φουρκιώτισσες στο μπούστο τους. Το αστέρι των Μακεδόνων πρωτοεμφανίζεται στην αρχαία πόλη, τη Λεβαία της Άνω Μακεδονίας, την οποία ο Nicolas Hammond χαρακτήρισε προϊστορική Σαμαρίνα, καθώς ήταν ορεινή και κτηνοτροφική.
Στο Μέτσοβο, το κέντρο του λαϊκού βλάχικου πολιτισμού, κατά τον Hammond και πάλι, ο ελβετός μουσικολόγος Samuel Baud-Bovi κατέγραψε μουσικό σκοπό, που τελικά βρήκε ότι ο ρυθμός του ήταν ίδιος με δωρικό παιάνα στο θεό Απόλλωνα σ’επιγραφή από το μαντείο των Δελφών.
Και στο χώρο της μυθολογίας η μνήμη των παλαιών Αρμάνων έχει συντηρήσει στοιχεία της αρχαιοελληνικής κληρονομιάς. Έτσι, ο Μεγαλέξανδρος παριστάνεται σε μύθο από το Μέτσοβο ως κριάρι  την ημέρα και ως ωραίος νέος τη νύχτα, στοιχείο που έχει σχέση με τον Αλέξανδρο ως γιο του Άμμωνα Δία, του υψίστου θεού με κέρατα κριαριού, με τα οποία παρίσταναν και τον Αλέξανδρο, όπως τον βλέπουμε σε νομίσματα της ελληνιστικής εποχής.
Άλλος βλάχικος μύθος σχετίζεται με την αρχαία επιτραγία Αφροδίτη, που στη Μακεδονία την παρίσταναν καβάλα σε τράγο,γιαυτό και την έλεγαν επιτραγία. Σε αρμάνικο μύθο η θεά Αφροδίτη παρουσιάζεται την ημέρα ως γίδα, ενώ τη νύχτα παίρνει τη μορφή τέλειας γυναικείας καλλονής,που την ερωτεύεται ο γιος του βασιλιά, τον οποίο τελικά τον παίρνει μαζί της στον ουρανό και μεταμορφώνονται: η γυναίκα στο αστέρι Αυγερινός και ο αγαπημένος της στον Αποσπερίτη, δυο φάσεις, η πρωϊνή και η βραδινή, του ίδιου άστρου, του πλανήτη Αφροδίτη… Και οι δύο αυτοί μύθοι έχουν λεπτομέρειες που συνδέουν τους Αρμάνους μυθολόγους με τη βαθειά σκέψη των αρχαίων σοφών μυθολόγων…
Σύμβολο, ζωντανό μέχρι πριν μερικές γενεές, ήταν και τα «αυτιά», που οι Γραμμουστιάνοι τα έραβαν στους ώμους από την κάπα τους. Το ενδυματολογικό  αυτόστοιχείο θύμιζε τ’αυτιά γίδας. Γιαυτό οι Γραμουστιάνοι άκουγαν από τους άλλους Αρμάνους το προσωνύμιο/παρατσούκλι Τσhίποι, δηλ. «Γίδες», καθώς τσίπα ονομάζουν τη γίδα με μικρά όρθια αυτιά. Η γίδα, ή αίγα στη Κρήτη, ήταν τοτεμικό/προγονικό ζώο για τους αρχαίους Μακεδόνες. Και ήταν προγονικό ζώο, γιατί ακολουθώντας τις αίγες ο μυθικός γενάρχης τους, ο Κάρανος, από τις πηγές του Αλιάκμονα, από την αφετηρία του, στον Γράμο, όπου και η Γράμουστα, έφτασε και σταμάτησε στη δεξιά όχθη του ποταμού, στη θέση της σημερινής Βεργίνας, όπου έχτισε τις Αιγές, την πρωτεύουσα του βασιλείου του.
Να σημειωθεί ότι ο τύπος κεφαλόδεσμου και φορεσιάς ανάμεσα στις γυναίκες των Γραμουστιάνων και τις γυναίκες των Καλάς, απογόνων των στρατιωτών του Μεγαλέξανδρου στο ΒΔ Πακιστάν, παρουσιάζουν πολλές ομοιότητες.
Από τα πιο πάνω πολιτισμικά στοιχεία, θα μπορούσε κάποιος να υποστηρίξει -πολύ βάσιμα- ότι οι Αρμάνοι/Βλάχοι στον εθνολαογραφικό τους πυρήνα εμπεριέχουν κληρονομημένα στοιχεία του αρχαιοελληνικού παρελθόντος.

Και από την λαϊκή κουλτούρα, περνάμε τώρα στις μαρτυρίες ιστορικών πηγών, απ’όπου πληροφορούμαστε τη διαχρονική παρουσία των Αρμάνων/Βλάχων στον τόπο των προγόνων τους.
Οι παλιοί Μακεδόνες ανδρώθηκαν, όπως μας πληροφορεί ο πατέρας της ιστορίας Ηρόδοτος, στον χώρο της Πίνδου. Το βασίλειό τους ήταν μόνιμα εκτεθειμένο σε ληστρικές καταδρομές των Ιλλυριών, των Τριβαλλών κι αργότερα των Γαλατών. Αυτό τους ανάγκασε εξαρχής να οργανώσουν καλά την άμυνά τους. Η άμυνα, βέβαια, προαπαιτεί οχυρωμένες θέσεις κι εξασκημένους υπηκόους, ετοιμοπόλεμους ανα πάσα στιγμή για την αντιμετώπιση κάθε εχθρικής προσβολής. Έτσι, γίνονται το μεγάλο αμυντικό ανάχωμα για τους νότιους Έλληνες, που χάρη στους Μακεδόνες βρίσκουν τον χρόνο,εξασφαλισμένοι από τον βορρά, να επιδοθούν απερίσπαστοι στην ανάπτυξη του πολιτισμού όσο και στην διεξαγωγή πολυετών καταστρεπτικών μεταξύ τους εμφύλιων πολέμων.

Οι Ρωμαίοι γνώριζαν καλά την αμυντική αξία της Μακεδονίας για την προστασία της Νότιας Ελλάδας. Γιαυτό, με την πρώτη τους νίκη σε βάρος των Μακεδόνων στη θέση Κυνός Κεφαλαί της Θεσσαλίας το 197 π.Χ., από προνοητικότητα στους ηττημένους Μακεδόνες τον όρο να διαλύσουν τον πολεμικό τους στόλο όχι όμως και τον στρατό ξηράς. Και τούτο γιατί με τη διάλυση του στρατού των Μακεδόνων θα δημιουργούνταν αμυντικό κενό απέναντι  στις αλλεπάλληλες, την εποχή εκείνη, επιδρομές των βαρβαρικών φύλων. Η κατάσταση αυτή θα κλόνιζε την κυριαρχία των Ρωμαίων στο νότιο ελλαδικό χώρο και θα τους ανάγκαζε ν’αναλάβουν οι ίδιοι ένα τόσο ανεπιθύμητο ακόμη γι’αυτούς  δαπανηρό αμυντικό βάρος.
Με τη δεύτερη, όμως, ήττα στη μάχη της Πύδνας, σήμερα Κίτρος της Πιερίας, το 168 π. Χ. και την αναπόφευκτη πια διάλυση του στρατού των Μακεδόνων, η χώρα φάνηκε εκτεθειμένη και ανυπεράσπιστη απέναντι στις εχθρικές και ληστικές διαθέσεις των βόρειων γειτόνων της. Τότε ζήτησαν οι Μακεδόνες από τον στρατηγό των Ρωμαίων, τον Παύλο Αιμίλιο, την εγκατάσταση φρουρών στις επικίνδυνες διαβάσεις των συνόρων, κι εκείνος, κατά τον ιστορικό Τίτο Λίβιο (45.29) «regionibus quae adfines barbaris essent (excepta tertia omnes errant), permissit ut praesidia armata haberent», δηλ. «στις χώρες που συνόρευαν με τους βαρβάρους (εκτός από την τρίτη μακεδονική χώρα  όλες συνόρευαν με βαρβάρους), επέτρεψε ο στρατηγός να έχουν ένοπλες  φρουρές». Να, οι πρώτοι armati της ρωμαϊκής περιόδου, οι πρώτοι ένοπλοι φρουροί, οι αρματωμένοι και αργότερα οι αρματωλοί.

Στο σημείο αυτό ανοίγω παρένθεση για να σχολιάσω τη λέξη αρματολός της νεοελληνικής. Οι συνάδελφοι γλωσσολόγοι παράγουν  τη λέξη αρματολός από τα άρματα και αμαρτωλός με την ανάμειξή τους/ κατά συμφυρμό, όπως λέγεται, ενώ άλλοι από το αρματολόγος, όπως λέμε αρχαιολόγος, καρδιολόγος κ.τ.ό. αρματολόγος> αρματολόος>αρματολός. Αγνοούν ή κάνουν ότι δεν γνωρίζουν την προέλευσή της από τον παραπάνω αμυντικό αρματολικό θεσμό, που εγκαινιάστηκε αμέσως μετά τη ρωμαϊκή κατάκτηση  της Μακεδονίας και ότι οι φορείς του λατινικού ιδιώματος κι ένοπλοι φρουροί, οι πρώιμοι Αρμάνοι-Βλάχοι, τον αρματωμένο τον έλεγαν armatu,που είναι μετοχή παρελθόντος του ρήματος armare «οπλίζω οπλοφορώ, το οποίο  με την πρόσληψη  του άρθρου -lu στο τέλος της λέξης γίνεται armatulu. H ελληνική, λοιπόν, το παρέλαβε μαζί με το άρθρο ως αρματουλός ή πιο καθαρολογικά αρματωλός και το ξανάδωσε στα βλάχικα,ως αντιδάνειο, με τη μορφή aramatulolu. Άλλωστε, οι αρματωλοί εμφανίζονται σε περιοχές των βλαχοφώνων Ελλήνων ή κοντά σε αυτές, ενώ η λέξη και ο θεσμός ως φύλακα του χωριού κατά τη χειμερινή περίοδο υφίσταται μέχρι και σήμερα σε βλαχοχώρια ερημωμένα κατά την κρύα περίοδο.
Την πληροφορία του Τίτου Λίβιου επαναλαμβάνει και ο Διόδωρος(31.8.9) λέγοντάς μας ότι οι Ρωμαίοι «κατέστησαν, δηλ. εγκατέστησαν, στρατιώτας».
Οι ένοπλοι αυτοί Μακεδόνες εντάσσονται, ασφαλώς, στο ρωμαϊκό στρατιωτικό μηχανισμό και αναλαμβάνουν αργότερα ευρύτερο, όπως θα δούμε, ρόλο από αυτό των τοπικών φρουρών, φτάνοντας μέχρι την προσωπική φρουρά των αυτοκρατόρων, όπου οι Μακεδόνες  υπηρέτησαν και ως πραιτωριανοί. Να σημειωθεί ότι οι πραιτωριανοί προέρχονται από την Ιταλία ή από εκλατινισμένες γλωσσικά επαρχίες.
Και ιδού τώρα πως ο Τίτος Λίβιος (XLX, XXX) περιγράφει  τη Δυτική Μακεδονία, μια από τις 4 επαρχίες, στις οποίες διαιρέθηκε η χώρα των Μακεδόνων: «Την τετάρτη περιοχή κατοικούν οι Εορδαίοι, οι Λυγκέσται και οι Πελαγόνες. Προσηρτημένη σ’αυτούς είναι η Ατιντανία, η Τυμφαϊς και η Ελιμιώτις. Ολόκληρη αυτή η χώρα (η Δ. Μακεδονία) είναι ψυχρή, τραχιά και δύσκολη στην καλλιέργεια, έχει ακόμα ήθη όμοια με τη γη της. Οι βάρβαροι  γείτονες καθιστούν τους κατοίκους αγριότερους, άλλοτε μεν εξασκώντας αυτούς στον πόλεμο, άλλοτε πάλι αναμειγνύοντας τα ήθη των με τα δικά τους κατά τη διάρκεια της ειρήνης».
Παρέθεσα το παραπάνω κείμενο ως ενδεικτικό του χαρακτήρα των κατοίκων και της φύσης της χώρας τους, που στάθηκε η κοιτίδα του πιο συμπαγούς λατινόφωνου πληθυσμού στη νότια Βαλκανική.

Σχετικά με τη σπουδαιότητα και τη στρατιωτική οργάνωση της Δυτ. Μακεδονίας ο βαθύς γνώστης των μερών αυτών ιστορικός N. Hammond (6) γράφει: «Οι Ρωμαίοι δημιούργησαν την 4η τετραρχία σε αναφορά προς τις υπηρεσίες του παρελθόντος, αλλά κυρίως με αντικειμενικό σκοπό τη στρατιωτική άμυνα, αφού εγκατέστησαν στρατιώτες στα εξωτερικά σύνορα».
Για την άμυνα του δυτικού μετώπου της Τετραρχίας, η Ρώμη  κατέλαβε επίκαιρα σημεία στα βόρεια της λίμνης Αχρίδας, από όπου αργότερα χαράχτηκε η Εγνατία οδός.
Κατά την εποχή του γεωγράφου Στράβωνα (αρχές 1ου μ.Χ.αιώνα), οι ρωμαϊκές επαρχίες διαιρέθηκαν σε αυτοκρατορικές, και σε επαρχίες του ρωμαϊκού λαού, δηλ. αυτές όπου δε γινόταν στρατολόγηση, αλλά πλήρωναν φόρους. Αυτοκρατορική κηρυσσόταν, κατά τον Στράβωνα (17.3.25), όποια είχε ανάγκη από στρατιωτική φύλαξη. Τέτοιες ήταν περιοχές υπανάπτυκτες, που συνόρευαν με ανυπότακτους πληθυσμούς, ή φτωχές και με πενιχρές καλλιέργειες, των οποίων οι κάτοικοι από αιτία τη φτώχεια έτειναν προς τη ληστεία και την απείθια, ενώ στο λαό της Ρώμης ανήκαν όσες περιοχές δεν είχαν ανάγκη φρούρησης και ήταν εύκολες στη διοίκηση.
Στη συνέχεια ο αρχαίος γεωγράφος  μας απαριθμεί τις επαρχίες, όπου γινόταν στρατολόγηση. Από την περιοχή της Ν. Ιλλυρίας, της Β. Ηπείρου και της Δ.Μακεδονίας προέρχονταν η 6η και η 5η λεγεώνα, η 7η προερχόταν από την Αχαΐα, μέχρι τη Θεσσαλία, την Αιτωλία, την Ακαρνανία και από την Αν. Ήπειρο.
Από την πέμπτη, ακριβώς, στρατηγική επαρχία προέρχονταν και οι στρατιώτες της 5ης λεγεώνας, που, όπως μας λέγει δυο αιώνες αργότερα ο Δίων Κάσσιος (LV.23) είχαν την επιτήρηση της Δακίας, της σημερινής Ρουμανίας, η οποία κάπου 280 χρόνια μετά την υποταγή της Μακεδονίας έπεσε στα χέρια των Ρωμαίων. Η χρονική αυτή διαφορά των τριών περίπου αιώνων, από την κατάκτηση της Μακεδονίας έως την κατάκτηση της Δακίας, μας επιτρέπει να σκεφτούμε ποιοι πρωτολάλησαν  τη λατινική φωνή, οι τότε Δυτικομακεδόνες ή οι πρόγονοι  των Ρουμάνων;

Η Μακεδονία έγινε η στρατιωτική βάση των Ρωμαίων και από αυτήν ξεκινούσαν οι επιχειρήσεις για την κατάκτηση της βαλκανικής ενδοχώρας. Έτσι, οι Ρωμαίοι με ορεινούς Μακεδόνες και με ορεινούς Ισπανούς, καθώς και με τις περιβόητες λεγεόνες της Ταραγωνίας, τις legiones tarraconenses, συνέτριψαν τη σθεναρή αντίσταση των ορεινών επίσης Δακών. Από τότε οι Μακεδόνες φύλαγαν τους Δάκες, τους προγόνους των σημερινών Ρουμάνων. Ο Δίων Κάσσιος σε αυτό το σημείο, όπως είδαμε,  είναι ξεκάθαρος, όταν μας λέει: «Πέμπτον Μακεδονικόν εν Δακία». Και φύλαγαν οι Μακεδόνες τους Δάκες για 150 χρόνια, μέχρι που ο αυτοκράτορας Αυριλιανός το 272 μ.Χ., κάτω από τις απανωτές επιθέσεις βάρβαρων γερμανικών φύλων, έδωσε την εντολή στρατός και διοίκηση να περάσουν στην από εδώ όχθη του Δούναβη. Από τότε μέχρι  την εποχή  του Ιουστινιανού, και λίγο μετέπειτα, οι επαγγελματίες στρατιώτες από τη Δυτική Μακεδονία, οι tsintsári δηλ. οι πεμπτάριοι, της  5ης πέμπτης λεγεώνας - tsintsi είναι το 5 στα βλάχικα - αναλαμβάνουν τη φύλαξη της περιοχής ανάμεσα από το Βελιγράδι, το Βιδίνιο της ΒΔ Βουλγαρίας στο Δούναβη και τη Ναϊσό, την γενέθλια πόλη του Μεγάλου Κων/νου, στα ΝΑ της Σερβίας. Στους βετεράνους  επέτρεπαν να γυρίσουν στις προγονικές των εστίες, όπου τους παραχωρούσαν αυτοκρατορικές γαίες, ενώ οι νεώτεροι συνέχιζαν να φυλάγουν τη ΒΔ Βαλκανική, όπου μέχρι και σήμερα τους Αρμάνους-Βλάχους οι Σέρβοι αποκαλούνε Tsintsari.
Από αυτό το πήγαινε-έλα των στρατευμένων Μακεδόνων στην πέρα αρχικά και την εντεύθεν του Δουνάβεος ύστερα Δακία, την Dacia Ripensis, την Παρόχθια Δακία, προέκυψε  η συγγένεια ανάμεσα στο νεολατινικό ιδίωμα των Ρουμάνων κι εκείνο των Αρμάνων-Βλάχων.
Να σημειωθεί ότι τα ρωμανικά ιδιώματα της Πίνδου όσο και της Ρουμανίας προέρχονται, κατά τη γλωσσολογική έρευνα, από τη Ν. Ιταλία, που υποχρεωτικά περνούσαν από το νότο, δηλ. την Εγνατία οδό, προς τον βαλκανικό βορρά.

Από όλους τους υποταγμένους λαούς, τους μόνους ισάξιους με τον εαυτό τους οι Ρωμαίοι θεωρούσαν τους Μακεδόνες, ενώ τη Δυτική Μακεδονία την είχαν κηρύξει  Macedonia libera, ελεύθερη Μακεδονία, χώρα σύμμαχη κι όχι υποτελή. Το προνόμιο τούτο επέτρεψε στους κατοίκους της να μετέχουν στο στρατό και στη διοίκηση του απέραντου ρωμαϊκού κράτους.
Τα παραπάνω έρχεται να επιβεβαιώσει και η γνωστή μαρτυρία του Ι. Λυδού (7), που μας πληροφορεί ότι τον 6ο αιώνα, την εποχή του Ιουστινιανού, οι κάτοικοι της Ευρώπης, δηλ. της Βαλκανικής, αν και οι περισσότεροι  ήταν Έλληνες στη καταγωγή, μιλούσαν τη λαϊκή λατινική γλώσσα και ότι όσοι υπηρετούσαν το ρωμαϊκό δημόσιο - δημοσιεύοντας τους ονομάζει - τη μιλούσαν και ενδοοικογενειακά. Είχε γίνει - με άλλα λόγια-  η μητρική τους γλώσσα.
Ο Ι. Λυδός, ανώτατος διοικητικός υπάλληλος και σύγχρονος με ό,τι έγραψε, αποτελεί την πιο ξεκάθαρη κι αξιόπιστη ιστορική πηγή για την ελληνικότητα των Αρμάνων και τη λατινοφωνία τους.
Αλλά, έναν αιώνα πριν τη μαρτυρία του Ιωάννου Λυδού, ο ιστορικός Πρίσκος (8), το 449 μ.Χ. ακριβώς, μας περιγράφει τους αιχμαλώτους στην αυλή του Αττίλα και μας λέει ότι με όσους προέρχονταν από την βαλκανική ενδοχώρα συνεννοούνταν μόνο στα λατινικά, ενώ όσοι ήταν αρπαγμένοι από παραθαλάσσιες περιοχές μιλούσαν τόσο τα ελληνικά όσο και τα λατινικά.
Υπάρχουν και άλλες ιστορικές πηγές, που μιλούν για τους μεσαιωνικούς Αρμάνους-Βλάχους. Ωστόσο, η ανάγκη για οικονομία χρόνου στην ομιλία μας επιβάλλει το πέρασμα στους θρησκευτικούς όρους της αρμάνικης/βλάχικης γλώσσας, τους οποίους θα παρουσιάσουμε ως στοιχεία με αξία ιστορικής πληροφορίας και μόνο.

Κάτοικοι οι Αρμάνοι του βορειοδυτικού ελληνικού χώρου, γύρω από τις μεγάλες οδικές αρτηρίες, την Εγνατία Οδό των Ρωμαίων, που την έλεγαν Calea tseá Marea, και τη Βασιλική Οδό του Φιλίππου των Μακεδόνων, η οποία περνούσε από την Τσhούργιακα, στα νότια της Σαμαρίνας, και οδηγούσε στο εσωτερικό της Πίνδου και που την ονομάζουν Βλαχόστρατα, είχαν άμεση -λέγω- επαφή όχι μόνο με αγωγιάτες, εμπόρους, στρατιωτικούς και ταξιδιώτες, αλλά και με ανήσυχους ανθρώπους, οι οποίοι διακινούσαν νεωτερικές για την εποχή τους ιδέες, όπως είναι οι πρώτοι κήρυκες της χριστιανικής πίστης. Θυμίζω τον απόστολο Παύλο,  που κινούνταν μέσω Εγνατίας, για να ευαγγελιστεί τα μηνύματα αγάπης του Χριστού στον χώρο της Μακεδονίας.
Από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες οι  πρώιμοι Αρμάνοι-Βλάχοι προσέλαβαν λέξεις από τη λατινική, για να εκφράζονται στο χώρο της θρησκευτικής τους λατρείας, όπως για παράδειγμα: crutse «σταυρός», από το λατιν. crux-cis, tseară «κερί» από το λατιν. cera, Stă Măria «η Παναγιά» από το λατιν.  Sancta Maria, sâmtu «άγιος» από το λατιν. sanctus, έτσι ακούμε τα: sân Medru «άγιος Δημήτριος», sân Κedru «άγιος Πέτρος» κτλ., mi cumînicu «κοινωνώ, μεταλαμβάνω» και άλλα (9).
Oι παραπάνω λατινογενείς λέξεις θεωρώ ότι εισήλθαν στη θρησκευτική ορολογία της αρμάνικης γλώσσας στους πρώτους αιώνες του χριστιανισμού, γιατί η γλωσσική επαφή της Βαλκανικής με τη λατινική μητρόπολη, την παλιά Ρώμη, διακόπηκε οριστικά όταν το 476 μ.Χ. οι γερμανοί Γότθοι την κατέβαλαν, αποδιοργανώνοντας για πάντα το Δυτικό Ρωμαϊκό κράτος.
Οι πρώιμες λατινογενείς αυτές λέξεις μαρτυρούν  και την πρώιμη προσέλευση των Αρμάνων-Βλάχων στη χριστιανική πίστη, η οποία είχε κατακτήσει αρχικά τα αστικά κέντρα, καθώς και μεγάλο μέρος του ρωμαϊκού στρατού. Την αναπτυσσόμενη τότε δυναμική τάση στο χώρο της θρησκευτικής πίστης διέγνωσε έγκαιρα και ο Μέγας Κων/νος και αποφάσισε να στρέψει τον τροχό της ιστορίας προς τη νέα κατεύθυνση, τον χριστιανισμό. Ο Κων/νος αν και φιλόδοξο άτομο, που εργάστηκε για την υστεροφημία του, δεν επέτρεπε να τον αποκαλούνε Domine Deus «Κύριε ο Θεός», όπως συνήθιζαν μέχρι τότε να προσφωνούνε τον κάθε φορά θεοποιούμενο ρωμαίο αυτοκράτορα. Έτσι, μετά την αναγνώριση της χριστιανικής πίστης, η λέξη Dominedeus προσαρμόστηκε  στα βλάχικα ως Dumnidzău και δηλώνει πλέον τον ουράνιο Θεό και Πατέρα.
Ρωμαίοι πολίτες, οι πρωτομεσαιωνικοί Βλάχοι, όπως το ίδιο ήταν και οι ελληνόφωνοι κάτοικοι του Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους, του Βυζαντίου, που ο λαός τ’ονόμαζε Ρωμανία ή Αρμανία, διατήρησαν κοντά στη νέα θρησκευτική τους λατρεία στοιχεία του παλιότερου βίου, που εμπλούτισαν την Ορθοδοξία-μας. Έτσι, η λατινική flammula «φλογίτσα» αρχικά, πήρε αργότερα τη μεταφορική σημασία «κόκκινη σημαιούλα του στρατού», ενώ με τους τύπους flámură και flámbură στ’ αρμάνικα και φλάμπουρο στα ελληνικά, πέρασε στα λαϊκοθρησκευτικά έθιμα, όπως είναι η περίπτωση του γάμου. Το φλάμπουρο εντοπίζεται απ’ την Ουγγαρία, τη Ρουμανία μέχρι τη Δυτ.Κρήτη.
Παρόμοια με το  φλάμπουρο και τα θρησκευτικά λάβαρα της ορθόδοξης λατρείας προέρχονται από τα vexilla, τις σημαίες του ρωμαϊκού στρατού.
Άλλη πτυχή της ορθόδοξης  λατρείας είναι ο επιτάφιος θρήνος ή απλά Επιτάφιος, που συντηρεί στοιχεία από το θρήνο για το θάνατο και την ανάσταση του Άδωνη, θεού της φύσης, κάθε άνοιξη και συνοδεύεται από συσσώρευση λουλουδιών. Την ωραιότερη και αρτιότερη επιτάφια παράδοση κατέγραψα στη Φούρκα της Κόνιτσας. Εδώ, μεταξύ των άλλων αρχαιότροπων λεπτομερειών, ακούγεται και η δωρική επίκληση ΜΑ ΔΑ δηλ. «Μητέρα Γη» και το Adunî «Άδωνη», ενώ στον θρήνο ακούγεται και το maatrone, που ως μάατρον στα δωρικά της Λακωνίας είχε τη σημασία «βρέφος» (10).
Το έθιμο αυτό τελούνταν κρυφά τη Μεγάλη Παρασκευή από 6 κοριτσάκια κι ένα αγόρι, όλα κάτω των 12 ετών, και σε απόμακρο σημείο της Φούρκας. Μιλάμε -πάντα- για αρχαιοελληνικές εθιμογραφικές καταβολές των Αρμάνων- Βλάχων.

Ως προς την καθημερινή ζωή των Αρμάνων-Βλάχων, αυτή μας έδινε σε περασμένες εποχές την εικόνα όπου οι άντρες ασχολούνταν κατά βάση με τη βόσκηση των αιγοπροβάτων, την τυροκόμιση, το αγώγι ή κιρατζιλίκι, τη βιοτεχνική επεξεργασία των μαλλιών, πάντα σε συνεργασία με τις γυναίκες, την ξυλουργική, τη σαγματοποϊα (σαμαράδες), το εμπόριο και άλλα.
Οι Αρμάνες, πάλι, παρουσιάζονται ως αφέντρες στο χώρο του σπιτιού. Έχουν τη λάτρα του: το μαγείρεμα, τα λίγα ζωντανά της αυλής, τον κήπο, τον αργαλειό, το γνέσιμο, το κέντημα. Στις τελευταίες δραστηριότητες αποδεικνύονται χρυσοχέρες (cu mânj hrisusiti). Ποτέ δεν τις βλέπουμε να δουλεύουν έξω από το σπίτι. Δεν βόσκουν πρόβατα, δεν φορτώνονται ζαλίκι και δεν τραβάνε το καπίστρι από το άλογο, όπου καβαλάει ο άντρας τους.Οι σχέσεις ανάμεσα στο αντρόγυνο έχουν καθαρές διαχωριστικές γραμμές, οι ρόλοι είναι σωστά κατανεμημένοι, έτσι που δεν θα προκαλούσαν φεμινιστική παρέμβαση…
Και όταν την καθημερινότητα έσπαζε κάποια γιορτή ή κοινωνικό γεγονός, όπως π.χ. ο γάμος, τότε άντρες και γυναίκες τραγουδούσαν τα μακρόσυρτα ομαδικά τραγούδια με τη χαρακτηριστική ρινική εκφορά, ενώ στις κηδείες οι γυναίκες έπιαναν τα μοιρολόγια, κυρίως στην ελληνική, τα τόσο πονεμένα και βαθυστόχαστα εκείνα επιθανάτια τραγούδια, που σκορπούσαν ρίγη από συγκίνηση, ενώ ταυτόχρονα πρόσφεραν  στους πενθούντες εκτόνωση κι απάλυναν τη μεγάλη τους θλίψη. Κι έμοιαζαν οι μοιρολογίστρες με χορό αρχαίας τραγωδίας. Άλλωστε, τα χορικά μέρη της τραγωδίας ήταν γραμμένα στη δωρική διάλεκτο, ενώ οι Δωριείς ροβόλησαν από τη μακεδονική Πίνδο προς τα νότια…

Δε γνωρίζουμε, αλλά μπορούμε να φανταστούμε, πάνω στη βάση των ανωτέρω στοιχείων, τον εθνολαογραφικό πλούτο, που συντηρούσαν οι ελληνοβλάχικες κοινότητες στους απώτερους αιώνες, τότε που οι παραδόσεις ήταν ζωντανές, αλλά που κανείς δεν προθυμοποιούνταν  να τις καταγράψει. Τα ίδια μας λέει και ο ιστορικός και ακαδημαϊκός Νίκος Βέης, που ερεύνησε τον χώρο της Θεσσαλίας, και διαπίστωσε, από την επαφή του με τη βλάχικη λαϊκή τέχνη, ότι τα στοιχεία της μας ανάγουν σε αρχαιότερες εποχές (11).
Ιστορικές πηγές, εθνολαογραφία και θρησκευτική ορολογία -και όχι μόνο- συνθέτουν τον αστερισμό της πολύτιμης αρμάνικης κληρονομιάς.
Ο ελληνορωμαϊκός κόσμος και πολιτισμός οφείλουν πολλά στους Αρμάνους-Βλάχους, που στη βαλκανική διάσταση τους ως populus armatus ή αλλιώς cives armati, δηλ. ένοπλοι πολίτες, μετέφεραν την έδρα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας από την Ιταλία στην άκρη της Ευρώπης, στον Βόσπορο, εκεί που το Βυζάντιο  των παλαιών Μεγαρέων μεταμορφώθηκε στη Νέα Ρώμη, την πόλη του Κων/νου. Εδώ, στη δεύτερη Ρώμη, ήρθαν και συνέκλιναν τελικάσε γόνιμη σύνθεση το ρωμαϊκό δίκαιο/διοίκηση, τα ελληνικά γράμματα/παιδεία και το μήνυμα αγάπης από τα Ιεροσόλυμα, κι έτσι προέκυψε ο χιλιόχρονος βυζαντινός πολιτισμός.

Αντώνης Μπουσμπούκης, ομότιμος καθηγητής γλωσσολογίας στο Α.Π.Θ.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1. Macedonia. I, σελ.420
2. Macedonia. I, σελ. 79
3. Macedonia. I, σελ. 232
4. Βλ. Αντώνης Μπουσμπούκης, Εθνογλωσσολογικά Ανάλεκτα, σελ. 216.
5. O Problemă de romanitate sudilirică
6. Macedonia. I, σελ. 76
7. Περί των αρχών της Ρωμαίων Πολιτείας.III. 68.261
8. Πρίσκος, σελ. 190, εκδ. Βόννης.
9. Μπουσμπούκης, Σημασιολογικές μεταβολές απ’ τα λατινικά σε βλάχικα και ιταλικά ιδιώματα, σσ. 174-191
10. Αντώνης Μπουσμπούκης, Εθνογλωσσολογικά Ανάλεκτα, σελ. 82.
11. Εγκυκλοπαίδεια Ελευθερουδάκη, λήμμα Βλάχοι.

(Απόδοση ηλεκτρονικά από τον Τσιαμήτρο Γιάννη)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η κόσμια κριτική και η ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των σχολιαστών είναι σεβαστή. Σχόλια τα οποία υπεισέρχονται σε προσωπικά δεδομένα ή με υβριστικό περιεχόμενο να μην γίνονται. Τα σχόλια αποτελούν καθαρά προσωπικές απόψεις των συντακτών τους. Οι διαχειριστές δεν ευθύνονται σε καμία περίπτωση για τυχόν δημοσίευση υβριστικού ή παράνομου περιεχομένου στα σχόλια των αναρτήσεων.Τα σχόλια αυτά θα διαγράφονται με την πρώτη ευκαιρία.