Σάββατο, 8 Φεβρουαρίου 2014

«Μεσευρώπη» και μειονότητες - Ηλία Ηλιόπουλου


Επιστροφή στο μέλλον


Αντιδρών στις άθλιες μεθοδεύσεις του οιονεί Διευθυντηρίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, διά των οποίων επιχειρείται να παρεμποδισθεί η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών χρησι­μοποίησε προ καιρού, προκειμένου να επικρίνει τους σχεδιασμούς του Γερμανού ομολόγου του Κλάους Κίνκελ τον όρο «Μitteleuropa».
Γιατί, άραγε, προέκρινε τη χρήση του προαναφερθέντος όρου ο κ. Πάγκαλος; Γιατί επανέφερε στο προσκήνιο μία λέξη σαφώς φορτισμένη ιστορικώς και δηλούσα κάτι περισσότερο από ένα απλό γεωγραφικό ορισμό;
Μπορεί κανείς να συμφωνεί ή να διαφωνεί με τις κατά καιρούς απόψεις του πολυπράγμονος επί των Εξωτερικών υπουργού μας, αλλά ουδείς αμφι­σβητεί την πλούσια εγκυκλοπαιδική του μόρφωση.
Αρα, κάτι ήξερε ομιλών περί «Μitteleuropa», αξί­ζει δε να διερωτηθούμε τι είναι αυτό.

«Αρχή σοφίας ονομάτων επίστασις» κατά τους αρχαίους ημών προγόνους (αλήθεια την οποία φαίνεται να λησμονεί πάντως ο κ. Πάγκαλος -παρασυρόμενος από την «αντιεθνικιστική» οχλαγωγία του «μετώπου λογικής»- όταν αναφέρεται στο ζήτημα της ονομασίας των Σκοπίων, και θα εκπλαγεί δυσάρεστα μία ημέρα των ημερών, όταν θα κληθεί, τελεσιγραφικώς, από τον οιονδήποτε Κίνκελ να αναγνωρίσει υπό τη δαμόκλειο σπάθη «ανθρωπιστικής επεμβάσεως», την αυτονομία της «μακεδονικής μειονότητος» εν Ελλάδι αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία).
Ας αρχίσουμε, λοιπόν, εκ του ονόματος.
«Μitteleuropa» (Μεσευρώπη) σημαίνει, κατ' αρχάς, την Κεντρική Ευρώπη, το σύνολο των χωρών εκείνων οι οποίες μέχρι το 1918 ανήκαν στην Αυστροουγγρική μοναρχία, ως επί το πλείστον (εξαιρούμενης της Πολωνίας και των Βαλτικών χωρών), αργότερα δε, κατά τις δεκαετίες του 1920 και του 1930, ευρίσκοντο μεταξύ Γερμανίας και Ρωσίας (ΕΣΣΔ). Πρό­κειται δηλονότι για την περιοχή που εκτείνεται από της Πολωνίας και της Τσεχίας έως της Βαλτικής προς Ανατολάς και έως της Κροατίας και της Τρανσυλβανίας προς Νότον.

Τα ονόματα όμως, και δη εκείνα των γεωγραφικών επικρατειών, κάθε άλλο παρά αθώες λεξούλες είναι, που τις χρησιμοποιούν απλώς για να συνεν­νοούνται τα παιδάκια στο νηπιαγωγείο, όπως θεωρούν ορισμένοι «αντιεθνικιστές» των αθηναϊκών media. Αντιθέτως, τέτοια ονόματα είναι φορτία βομ­βών, και δη πολλών μεγατόνων, βομ­βών που είναι σε θέση να τινάξουν στον αέρα περιφερειακές ισορροπίες, status quo και τα συναφή. Διότι έκα­στον των ονομάτων αυτών αντιστοιχεί σε ένα (γεω-)πολιτικό σχέδιο.
Αν, παραδείγματος χάριν, ο όρος «Μεσευρώπη» κατέχει μία δεσπόζου­σα θέση στην παράδοση της γερμανι­κής ιδεολογίας και εξωτερικής πολιτι­κής, από αιώνος μάλιστα και πλέον, αν εχρησιμοποιήθη κατά κόρον (και χρη­σιμοποιείται εκ νέου ευρύτατα, ως συνάγεται εκ του πλήθους των προ­σφάτων εκδόσεων), είναι διότι εσήμαινε πάντοτε (και σημαίνει και πάλι) ένα συγκεκριμένο γεωπολιτικό σχέ­διο. «Μεσευρώπη». και δη γερμανιστί, εσήμαινε (και σημαίνει) την υπό γερμανικό έλεγχο Κεντροανατολική Ευρώπη. Η δημιουργία ενός οικονομικώς, πολιτικώς και αμυντικώς ηνωμένου ηπειρωτικού ευρω­παϊκού χώρου υπό γερμανική ηγεμονία αυτό υπήρξε το πρόγραμμα το οποίο εμπεριεκλείετο στη λέξη «Μεσευρώπη».
Πρόκειται για τη λυθία λίθο της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής από της εμφανίσεως της Γερμανίας στο ιστορικό προσκήνιο, κατά το 10ο αιώνα, κυρίως όμως από της γερμανικής ενοποιήσεως του 1871. Ο λόγος έγκειται στην κατίσχυση, στο χώρο της γερμανικής εθνικής ιδεολογίας, της ιδέας της Αυτοκρατορίας («Reich») έναντι εκείνης του έθνους-κράτους δυτικού τύπου και στη συνακόλουθη τάση της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής προς υπέρβασιν των εθνικών ορίων και σχη­ματισμό μεγαλυτέρων ηπειρωτικών χώρων («Raum»). Όπως σημειώνει ο Βόλφγκανγκ Μίχαλ στην εισαγωγή του προ διετίας εκδοθέντος βιβλίου του «Η Γερμανία και ο επόμενος πόλεμος»·, «το έθνος-κράτος δεν έχει παράδοση στη Γερμανία, το αληθινό πάθος των Γερμανών είναι αντιθέτως η απαίτηση για κάτι περισσότερο από ένα "φυσιολογικό" εθνικό κράτος: για ένα Ράιχ της Μεσευρώπης».
Το πάθος κατέστη πρόγραμμα, όταν η ιδρυθείσα το 1871 υπό του Βίσμαρκ Γερμανική Αυτοκρατορία (Deutsches Reich) ενεφανίσθη κραταιά στο προσκήνιο της διεθνούς πολιτικής. Το κρίσιμο γι’ αυτήν ερώτημα ήταν το εξής: Πώς θα μπορούσε να διεκδικήσει ρόλο παγκοσμίου δυνάμεως; Μία μόνο λύση υπήρχε για τη Γερμανία «Να εμβαθύνει και να διευρύνει την ισχύ της στην Ευρώπη. Η ανάδειξη σε παγκόσμιο δύναμη, σε υπερδύναμη, ήταν εφικτή για τη Γερμανία μόνον επί τη βάσει ενός σχηματισμού κρατών της ηπειρωτικής Ευρώ­πης υπό γερμανική ηγεσία», έγραφε το 1912 ο Πρώσος στρατηγός Φρίντριχ φον Μπερνχάρντι. Μόνον ως «Ευρώπη» θα ηδύνατο η Γερ­μανία να ανταγωνισθεί επιτυχώς τις νεοανερχόμενες παγκόσμιες δυνάμεις ΗΠΑ και Ιαπωνία.
Πώς όμως, συνακόλουθο ερώτημα θα μπορούσε να επιβληθεί έναντι των ανταγωνιστριών της ευρωπαϊκών δυνάμεων (Αγγλία Γαλλία, Ρωσία) και να εγκαθιδρύσει την ηγεμονία της στη Γηραιά Ήπειρο; Όλες οι προσπάθειές της προσέκρουαν σε μία αρχή που αποτελούσε από δεκαετιών το ιερό και απαραβίαστο γνώρισμα της ευρωπαϊκής τάξεως πραγμάτων, την αρχή της ισορροπίας των δυνά­μεων (balance of power).

Το βρετανικής εμπνεύσεως αυτό αξίωμα παρεμπόδιζε την ανά­δειξη της Γερμανίας σε ηγέτιδα δύναμη της Ευρώπης, ο μόνος δε τρόπος ακυρώσεώς του εφαίνετο να είναι, κατά την αντίληψη της γερμανικής οικονομικής, στρατιωτικής και ιδεολογικής ελίτ, η δημι­ουργία ενός Ενιαίου Ευρωπαϊκού Χώρου μεταξύ της Γαλλίας και της Ρωσίας, η δημιουργία ενός «Reich Μitteleuropa», το οποίο, μετά τη στρατιωτική συντριβή της Γαλλίας, θα μετεξελίσσετο σε «Reich Europa» και, διά της ειδικής σχέσεως με τη σύμμαχο Οθωμανική Αυτοκρατορία θα αποτελούσε την πραγματοποίηση του προγράμμα­τος «Βερολίνο-Βαγδάτη».
Η πατρότης της ιδέας της συμπήξεως ενός Ενιαίου Οικονομικού Χώρου της ηπειρωτικής Ευρώπης, υπό γερμανική ηγεμονία, ιδέας που απετέλεσε (και αποτελεί και σήμερα - όρα «Ευρωπαϊκή Ενωση») το θεμέλιο της ευρωπαϊκής πολιτικής της Γερμανίας, ανήκει στον περίφημο οικονομολόγο Φρειδερίκο Λιστ. Ο μέγας θεωρητικός της αυταρκείας υπήρξε, ως γνωστόν, ο ιθύνων νους της επιτυχούς Τελωνειακής, Νομισματικής και Οικονομικής Ενώσεως των γερμανικών κρατών, η οποία εγκαινιάστηκε στο πρώτο ήμισυ του προηγουμένου αιώνος και ολοκληρώθηκε διά της πολιτικής ενοποιήσεως και της ιδρύσεως του Γερμανικού Ράιχ από τον 'Οθωνα φον Βίσμαρκ το 1871 (ειρήσθω εν παρόδω: Ο καγκελάριος Χέλμουτ Κολ έχει ομολογήσει ότι η οικονομική και πολιτική ενοποίηση των γερμανικών κρατών, κατά το 19ο αι.. αποτελεί το πρότυπό του κατά την επιδίωξή του προς οικονομική και πολιτική ενοποίηση των ευρωπαϊκών κρατών, είναι δε τοις πάσι γνωστή η εναντίον του μομφή εκ μέρους των Άγγλων και Γάλλων «ευρωσκεπτικιστών» ότι θέλει, πάση θυσία, να περάσει στην ιστορία ως «ο Βίσμαρκ του 20ού αιώνος».

Ο ίδιος ο όρος «Μεσευρώπη» χρησιμοποιείται, το πρώτον, από τον Πολ ντε Λαγκάρντ, όταν ο τελευταίος επεχείρησε να θεμελιώσει τη διεκδίκηση επί της Τεργέστης και επί των εκβολών του Δουνάβεως ως μίνιμουμ μας «γερμανικής εξόδου στη Μεσόγειο». Δημοφιλέ­στατος στη Γερμανία αλλά και πασίγνωστος διεθνώς, ως δηλωτικός του ιμπεριαλιστικού προγράμματος του γερμανικού κεφαλαίου, κατέ­στη, εν τούτοις, ο προαναφερθείς όρος το 1915, όταν ο πολύς Φρίντριχ Νάουμαν εξέ­δωσε το μνημειώδες βιβλίο του υπό τον αυτόν τίτλο «Μitteleuropa».
Ο πολυτάλαντος, δυναμικός και διορατι­κός θεολόγος, ιερεύς, ιδεολόγος και πολιτικός, ο εξυμνούμενος ως πατριάρχης του γερμανικού Φιλελευθερισμού (και άρα πολιτικός πατέρας του πρώην ηγέτη των Γερμανών φιλελευθέρων Κλάους Κίνκελ), εξεπόνησε το ιμπεριαλιστικό πρόγραμμα του γερμανικού κεφαλαίου -ακριβέστερα: της ομάδος των λεγομένων «Νέων Βιομηχα­νιών» υπό τον Ζίμενς. Το σχέδιο, το οποίο περιγράφεται εκτενώς στο μνημειώδες έργο του Ράινχαρντ Όπιτς υπό τον τίτλο «Περί Ευρώπης στρατηγικές του γερμανι­κού κεφαλαίου» προέβλεπε τα εξής:
α) έναν ενοποιημένο κεντροευρωπαϊκό χώρο (Μεσευρώπη) ως βάση της γερμανικής οικονομικής επεκτάσεως,
β) εκμετάλλευση της Νοτιοανατολικής Ευρώπης διά μιας τελωνειακής ενώσεως με τη Μεσευρώπη,
γ) τη στενότατη δυνατή πολιτική και οικονομική σύνδεση της οθωμανικής Τουρκίας με το γερμανοκρατούμενο Ενιαίο Χώρο. και δι’ αυτής
δ) την πρόσβαση στα πετρελαϊκά κοιτάσματα της Μοσούλης (Κουρδιστάν) και στον Περσικό Κόλπο, με αποτέλεσμα
ε) την πλαγιοκόπηση του ανταγωνιστικού δυτικού (βρετανικού) ιμπεριαλισμού, συνάμα δε και τη στρατηγική περικύκλωση της Ρωσίας.
Συγκεκριμένα βήματα πρακτικής εφαρμογής του σχεδίου ήταν η σύμπηξη του Ενιαίου Οικονομικού και Αμυντικού Χώρου από της Φλάνδρας και του Σλέσβιχ μέχρι της Κροατίας και της Βαλτικής, άμα τη εκρήξει του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, η συμμαχία με την Τουρκα και η κατασκευή της σιδηροδρομικής γραμμής Βερολίνου Βαγδάτης. τη χρηματοδότηση της οποίας ανέλαβε ο διαδεχθείς τον Ζίμενς στη διοίκηση της Γερμανικής Τραπέζης (Deutsche Bank) 'Αρθουρ φον Γκβίνερ. Αντιλαμβανόμεθα, επομένως, ότι το βιβλίο του Φρίντρα Νάουμαν δεν απηχούσε απλώς τις απόψεις ενός συγγραφέως. Αν κατέστη «μπεστ σέλερ» στο γερμανοαυστριακό χώρο, είναι διότι απετέλεσε την εκλαϊκευμένη κατάθεση του ηγεμονικού γερμανικού σχεδίου.

Πράγματι, διά της δημιουργίας του Ενιαίου Χώρου της ηπειρωτικής Ευρώπης η Γερμανία επετύγχανε πλέον τους κάτωθι αναφερομένους παγίους στρατηγικούς στόχους της:
α) την κατίσχυση επί της Μεγάλης Βρετανίας, διά της defacto εξουδετερώσεως (μέσω της ευρωπαϊκής ενοποιήσεως) της αρχής ισορροπίας των δυνάμεων εν Ευρώπη, άρα 
β) την επιβολή της ηγεμονίας της στη Γηραιά Ήπειρο, συνεπώς
γ) τη δημιουργία της αφετηρίας για τη προσεχή «τελική αναμέτρηση» με τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία, τη δημιουργία δηλαδή των αναγκαίων όρων για να καταστεί «Παγκόσμιος Δύναμις» (weltmacht), και συγχρόνως
δ) τη στρατηγική περικύκλωση της Ρωσίας, απαραίτητο σιτοβολώνα (Ουκρανία) και αναντικατάστατη ενεργειακή πηγή (Σιβηρία, Κασπία) της γερμανικής Ευρώπης κατά την αναμέτρηση με τις ΗΠΑ.
Ως προς το τελευταίο, είναι άκρως επίκαιρη (λόγω της προς Ανατολάς επεκτάσεως του ΝΑΤΟ) η υπενθύμιση ότι η Γερμανία επεξέτεινε τη στρατιωτική παρουσία της, διά μεν της Δυαδικής Συμμαχίας (Zweibund) μετά της Αυστοουγγαρίας έως των δυτικών συνόρων της Ρωσίας, ενώ η συμμαχία με την Οθωμανική Αυτοκρατορία (περιλαμβάνουσα τότε και τη Συρία, την Παλαιστίνη και το Ιράκ) της επέτρεψε να φθάσει έως του μαλακού υπογαστρίου της Τσαρικής Αυτοκρατορίας.

Στο επίκεντρο της γερμανικής στρατηγικής ευρίσκετο, όπως και σήμερα η περιλάλητος «Εκατονταετής Ένοπλος Αδελφότης Γερμανίας-Τουρκίας» (100jahrige deutsch-turkische Waffenbruderschaft) διαχρονικό σύμβολο της οποίας ήταν και είναι η από κοινού οχύρωση και υπεράσπιση των Στενών. «Το Γερμανικό Ράιχ μετέτρεψε την Οθωμανική Αυτοκρατορία σε δορυφόρο του», παρατηρούσε την εποχή εκείνη η κορυφαία Γερμανίδα επαναστάτρια Ρόζα Λούξεμπουργκ, αναλύουσα συγχρόνως τις επιδιώξεις των γερμανικών ελίτ.
Οι Γερμανοί στρατηγοί, μέλη των Στρατιωτικών Αποστολών στον Βόσπορο, ήταν οι απόλυτοι κύριοι του οσμανικού κράτους. Γερμανοί προϊσταντο των τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων, του Γενικού Επιτε­λείου Στρατού, των μεγάλων σχηματισμών (εξ ου και το εντόνως αντιγερμανικό συναίσθημα του νεοτέρου αξιωματικού Μουσταφά Χεμάλ, αφετηρία της προσεγγίσεώς του με το αγγλικό επιτελείο, όπως έχει παρατηρήσει ο Νεοκλής Σαρρής). Ως ευφυώς παρατηρεί ο Μίχαλ, «στο δεσποτικό καθεστώς του Αβδούλ Χαμίτ Β’ το γερμανι­κό Γενικό Επιτελείο είχε επιτέλους βρει τη μορφή του πολιτεύματος, την οποία ανέκαθεν ονειρευόταν: την πρωσική δικτατορία των στρατηγών-πασάδων»!
Οι γερμανικές εταιρείες εφόδιαζαν με τεράστιες ποσότητες πολεμικού υλικού τον «μεγάλο ασθενή επί του Βοσπόρου» (ακριβώς όπως και σήμερα).
Και, «ακριβώς όπως και σήμερα, οι Τούρκοι χρησιμοποίησαν το γερμανικό εξοπλισμό προς εξόντωσιν των μειονοτήτων τους, την εποχή εκείνη των Αρμενίων» (Μίχαλ). Πράγμάτι, τα θύματα των μεγάλων σφαγών των ετών 1895-96 ανήλθαν σε 200.000. Ο υφυπουργός Ζίμερμαν εξηγούσε ότι «πιο πάνω από τους Αρμενίους, όσο και αν οικτίρουμε, από καθαρώς ανθρωπιστικής απόψεως, τη μοίρα τους, τίθεται για μας η κάλυψη της νοτιοανατολικής πτέρυγος» (σας θυμίζει τίποτε αυτό το τελευταίο;).

Δεν ήταν όμως μόνον οι Αρμένιοι (και αργότερα οι Έλληνες του Ευξείνου Πόντου) που πλήρωσαν με αίμα το λογαριασμό της Μεσευρώπης. Εξ ίσου βαρύ φόρο αίματος εκλήθησαν να πληρώσουν, στην άλλη, στη βαλκανική, εσχατιά της Οθωμανικής Αυτόκρατορίας, οι Σέρβοι.
Η Σερβία υπήρξε η αχίλλειος πτέρνα του προγράμματος «Βερολίνο-Βαγδάτη». «Σαν ωρολογιακή βόμβα ευρίσκετο η μικρή αυτή χώρα επάνω στη σιδηροδρομική γραμμή και απειλούσε ολόκλη­ρο το σχέδιο», γράφει ο Μίχαλ και καταλήγει:
«Και έτσι έλαχε στη μικρή αυτή βαλκανική χώρα να κείται ακρι­βώς στο σημείο τομής των συμφερόντων δύο Δυνάμεων με αυτοκρατορικές φιλοδοξίες, στο σημείο όπου τα γερμανικά σχέδια διασταυ­ρώνονται με τα ρωσικά. Η Σερβία είναι το σταυροδρόμι της Βαλκανι­κής, με όλη την κυριολεξία («Παρένθεση: Εν προκειμένω, αξίζει να τονισθεί ότι ο προαναφερθείς συγγραφεύς θεωρεί ότι αυτή ακριβώς η θέση της Σερβίας, και όχι τάχα ο «εθνικισμός» της, υπήρξε ο λόγος και για τον αδυσώπητο πόλεμο της Βοσνίας. Κλείνει η παρένθεση).
Επεφυλάχθη, λοιπόν, κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο (1914-18), στο ενοχλητικό αυτό για τη Μεσευρώπη έθνος «περιποίησις» ανάλο­γος εκείνης των Αρμενίων. Με τη διαφορά ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, φυσικοί αυτουργοί δεν ήσαν οι «βάρβαροι» Τούρκοι αλλά οι «πεπολιτισμένοι» Κεντροευρωπαίοι. Τα εγκλήματα και οι ωμότη­τες των γερμανικών και αυστριακών στρατευμάτων εις βάρος των Σέρβων της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, της Σερβίας και της Κράινα κατεχωρίσθησαν στη σχετική Βίβλο, την εκδοθείσα αργότερα υπό αρμοδίας Δυτικής Αποστολής. Η συμπεριφορά εκείνη των στρατιω­τών της Μεσευρώπης απεδόθη λακωνικώς με το παροιμιώδες λογο­παίγνιο αυστριακής επιθεωρήσεως της εποχής «Serbien muss sterbien» (Η Σερβία πρέπει να πεθάνει). Όλως τυχαίως(;), μετά πάροδον 76 ετών, ένας Γερμανός υπουργός Εξωτερικών εδήλωνε ενώπιον της διεθνούς κοινότητος ότι πρόθε­σή του είναι: «Serbien in die knie zwingen» (να κάνει τη Σερβία να γονατίσει).
Έτι ειδεχθέστερες θηριωδίες έλαβαν χώρα, ως γνωστόν, κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν και πάλι επεχειρήθη η «υλοποίηση» των περί Ενιαίου Ευρωπαϊκού Χώρου σχεδίων. Πρωτοστάτησαν δε οι τακτικές μονάδες της Βέρμαχτ, οι Κροάτες «Ουστάσα» (η σημαία των οποίων κυμάτισε, πανομοιότυπη, και πάλι μετά από 47 χρόνια στο Ζάγκρεμπ) και, ως, «επίτιμοι Άριοι», οι Βόσνιοι μουσουλμάνοι της «Hadjar division» των Ες-Ες (το όνομα της οποίας έφερε προσφάτως η επίλεκτη 6η Ταξιαρχία του «προέδρου» της Βοσνίας και συγγραφέως της «Islamic Declaration», κυρίου Αλία Ιζετμπέγκοβιτς - έτσι για να μην ξεχνιόμαστε!).

Αλλά ας επιστρέφουμε στην περίοδο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, η δυσμενής για τη Γερμανία έκβαση του οποίου δεν επέτρεψε την ευόδωση των περί Μεσευρώπης σχεδίων. Τούτο όμως είχε ως αποτέλεσμα μία αξιοσημείωτη και άκρως σημαντική τροποποίησή τους. Ο Νάουμαν προσήρμοσε την αρχικώς εκτεθείσα στρατηγική του στις νέες περιστάσεις, τις διαμορφωθείσες συνεπεία της Οκτω­βριανής Επαναστάσεως και της Διακηρύξεως των «14 Σημείων» του Αμερικανού προέδρου Ουίλσον, διά της οποίας ο μέγας εκείνος πολιτικός διεκήρυξε την πίστη του στην αυτοδιάθεση των λαών.
Διδαχθείσα υπό του αντιπάλου, η νέα στρατηγική προς εκπλήρωσιν του γερμανικού οράματος της Μεσευρώπης πρότασσε το δικαίω­μα αυτοδιαθέσεως των «εθνοτικών ομάδων». Εφ’ όσον απέτυχε να εκπληρώσει τον αντικειμενικό σκοπό του διά του πολέμου, ο γερμα­νικός ιμπεριαλισμός δεν είχε παρά μία και μόνη ρεαλιστική δυνατότητα εκπληρώσεως του σκοπού αυτού υπό τις νέες συνθήκες: την αλλαγή του χάρτη των ευρωπαϊκών εθνών-κρατών, όπως αυτά προέκυψαν διά των Συνθηκών του 1913 και 1918/19, διά του κατακερματι­σμού τους σε αναρίθμητα εθνάρια.
Δικαίωμα αυτοδιαθέσεως για εκάστη των «εθνοτικών ομάδων» της Κεντρικής, Ανατολικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης: ιδού το «ηθικό θεμέλιο του γερμανικού ιμπεριαλισμού» (Νάουμαν). Ο Γερμανός θεωρητικός, με τη διορατικότητά που τον διέκρινε, υπεδείκνυε, σε υπόμνημά του κατατεθέν στον καγκελάριο και στον αρχιστράτηγο το 1918, την ακολουθητέα οδό: «Μέχρι σήμερα θεμε­λιώναμε πάντοτε την αξίωσή μας για δύναμη επί της διασφαλίσεως της υπάρξεως και των ζωτικών συμφερόντων της Γερμανίας (...). Ήταν σφάλμα (...). Μία τόσον ανυπέρβλητη δύναμη (...) οφείλει να θεμελιώνεται ηθικώς ενώπιον του κόσμου (...). Πρέπει να συμπεριλάβουμε γενικότερες ανθρωπιστικές αρχές στον εθνικό σχεδίασμά μας» (η υπογράμμιση είναι του γράφοντος).
Ολίγα μόνον έτη αργότερα ξεχύθηκαν οι ιθύνοντες του υπουργείου Εξωτερικών και των διαφόρων «πανευρωπαϊκών» κινήσεων και οργανώσεων σ’ ολόκληρη την Ανατολική Ευρώπη (και όχι μόνον) προς αναζήτησιν ή και κατασχευήν και των πλέον απίθανων «μει­ονοτήτων». Ακύρωσαν τα γεωπολιτικά αποτε­λέσματα του Πρώτου Πολέμου, διέλυσαν την Τσεχοσλοβακία το 1938, εν ονόματι των μειο­νοτικών δικαιωμάτων (χωρίς να πέσει τουφεκιά!) και ευρέθησαν, το 1940, με έτοιμη μία πέμπτη φάλαγγα «μειονοτικών» σ' ολόκληρη την Ευρώπη, εκ της οποίας στρατολόγησαν εκατοντάδες χιλιάδων στις Μάχιμες Μεραρ­χίες των Ες-Ες (·«Waffen SS»), τον πρώτο «κοινό ευρωπαϊκό στρατό» της Ιστορίας!
Παρά ταύτα, έχασαν το παιχνίδι! Και η ευθύνη για την εξέλιξη αυτή βαρύνει κατά μείζονα, αν και όχι αποκλειστικό, λόγο, τον Χίτλερ, ο οποίος διά της εμμονής του να αναθεωρήσει τις Συνθήκες διά της βίας τίναξε στον αέρα τη «θαυμάσια δουλειά» που είχαν κάνει οι γερμανικές υπηρε­σίες στην Ευρώπη παίζοντας το μειονοτικό και ανθρωπιστικό «χαρτί».

Όπως όμως κατά κόρον δηλώνουν οι αρμόδιοι, «Η Γερμανία ήντλησε τα διδάγματά της εκ του πολέμου». Ένα εκ των διδαγμάτων αυτών είναι προφανώς και η αξία της καταλλήλου «ηθι­κής νομιμοποιήσεως» των στρατηγικών στόχων -ιδιαιτέρως μάλιστα την σήμερον ημέραν, όπου το παν είναι θέμα μάρκετινγκ! 'Οπερ μεταφράζεται πρακτικώς: «Μειονότητες» υπεράνω όλων! Μία, «ενωμένη Ευρώπη» με «πλήρη δικαιώματα» για τις «εθνοτικές»  και «γλωσσικές» μειονότητες. Ο σκοπός είναι φαινομενικώς τόσο· ιερός, ώστε να πέφτουν στην παγίδα και οι, κατά παλαιά μαρξιστική αλήθεια, κατ’ εξοχήν «χρήσιμοι ηλίθιοι» της ανθρώπινης Ιστορίας ήγουν οι «αριστεροί διανοούμενοι» (προς επίρρωσιν τούτου, όρα εξ τη σχετική τακτική αρθρογραφία του «Ιού» και του κ. τ. Μίχα στην «Ελευθεροτυπία», καθώς και τη δράση των αυτοκλήτων «παρατηρητών» και «προστατών» των «μειονοτικών δικαιωμάτων», Δημητράδων και Σία).
Τις τελευταίες δεκαετίες, λοιπόν, λαμβάνει χώρα νέα ευρωπαϊκή εξόρμηση: Κρατικά Ινστιτούτα και ιδιωτικά Ιδρύματα, «Πανευρωπαίοι» και «Φεντεραλιστές», βεβαρημένου ναζιστικού παρελθόντος «ευρωπαϊστές» και μοντέρνοι, με αριστερή επίχρωση, «διεθνιστές» αναζητούν μετά πάθους, «εθνοτικές μειονότητες». Οι προσπάθειές τους (από το Βέλγιο, τη Δανία και την Ιταλία μέχρι τη Βαλτική και τη Γιουγκοσλαβία) συνεχίζονται άοκνες και εντεινόμενες.
Για το σκοπό αυτό προφανώς δημιουργήθηκε -παρά τα τόσα «think tanks» και τις τόσες «μη κυβερνητικές» οργανώσεις «για απειλουμένους λαούς» - και νέο, αναβαθμισμένο επιτελικό κέντρο: το «Ευρωπαϊκό Κέντρο Μειονοτήτων» του Φλένσμπεργκ ιδρυθέν το 1996, δαπάναις δύο γερμανικών υπουργείων (Εξωτερικών και Εσωτερικών αφού επιτηδείως και «εν ονόματι της Ευρώπης» (όπως πάντοτε!) παρέσυραν στο παιχνίδι, ως άλλοθι, και κάποιους ανυποψίαστους Δανούς. Ο διευθυντής του «Κέντρου» διερωτάται, κατά τα γραπτά του, πότε θα διεκδικήσουν τα «δικαιώματά τους», μέχρις «ιδίας κρατικής συγκροτήσεως», οι εν Ελλάδι «μει­ονότητες» των «Μακεδόνων», των «Αρωμάνων», των «Τούρκων», των Πομάκων. των. Σαρακατσάνων (!), των Γύφτων, των Ρώμα, των Σεφαρδίμ, των «Γιουρούκων» κ.λπ. (όρα άρθρο του γράφοντος στην «ΝΕΜΕCΙΝ» τεύχος παρελθόντος Απριλίου). Εζήτησε δε να ενταθούν οι προσπάθειες υπέρ των «δικαιωμάτων» των «μειονοτήτων» στην Ανατολική και Νοτιοανατολική Ευρώπη, ου μην αλλά και στη Δυτική, π.χ στη Γαλλία (ανάγνωθι: Οξιτανοί, Βουργουνδοί, Αλσατοί κλπ.).
Προφανώς, εισερχόμεθα στην τελική φάση του σχεδίου «Μεσευρώπη» (σήμερα αποκαλουμένου «Ευρωπαϊκός Πυρήνας» και επιβάλλεται η «εντατικοποίηση» των στρατηγικών/ιδεολογικών προετοιμασιών -μην τυχόν και «την πατήσουν», όπως την τελευταία φορά! Αραγε, αυτό να εγνώριζε ο Θεόδωρος Πάγκαλος;

NEMECIS, τεύχος 26 Νοεμβρίου 1997

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η κόσμια κριτική και η ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των σχολιαστών είναι σεβαστή. Σχόλια τα οποία υπεισέρχονται σε προσωπικά δεδομένα ή με υβριστικό περιεχόμενο να μην γίνονται. Τα σχόλια αποτελούν καθαρά προσωπικές απόψεις των συντακτών τους. Οι διαχειριστές δεν ευθύνονται σε καμία περίπτωση για τυχόν δημοσίευση υβριστικού ή παράνομου περιεχομένου στα σχόλια των αναρτήσεων.Τα σχόλια αυτά θα διαγράφονται με την πρώτη ευκαιρία.