Πέμπτη, 18 Δεκεμβρίου 2014

Oι Έλληνες στη Διασπορά: Αυστρία - Μαρία Α. Στασινοπούλου


Βιέννη
Μαρία Α. Στασινοπούλου

Σε μια ιστορική επισκόπηση της ελληνικής παρουσίας στην Αυστρία θα πρέπει να διακρίνουμε μεταξύ των εδαφικών ορίων της Αυστρίας ώς το 1918 και της Αυστριακής Δημοκρατίας, που ιδρύθηκε μετά την κατάρρευση της Αυτοκρατορίας των Αψβούργων. Εδώ επικεντρώνουμε το ενδιαφέρον μας στην παρουσία Ελλήνων στις περιοχές που εντάχθηκαν στην Αυστριακή Δημοκρατία μετά το 1918 και κατεξοχήν στη Βιέννη. Η εγκατάσταση και δράση Ελλήνων στις άλλες περιοχές της Αυτοκρατορίας των Αψβούργων, όπως για παράδειγμα στην Ουγγαρία (κυρίως Πέστη, Μίσκολτς, Κέτσκεμετ) και στην Ιταλία (Τεργέστη), αλλά και στην Τσεχία, τη Σλοβακία και την πρώην Γιουγκοσλαβία, από τις οποίες, άλλωστε, περνούσαν συνήθως μέχρι να εγκατασταθούν οριστικά και οι Έλληνες της Βιέννης, αποτελούν αντικείμενο άλλων ενοτήτων της έκδοσης αυτής.
Όταν τον 18ο αιώνα οι χριστιανοί ορθόδοξοι έμποροι από τις ευρωπαϊκές επαρχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας άρχισαν να φθάνουν στα αψβουργικά εδάφη, εισάγοντας, κατά κύριο λόγο, πρώτες ύλες (αργότερα όμως μέχρι και τεχνολογική γνώση για τη βαφή νημάτων), η Βιέννη ήταν μια από τις σημαντικότερες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, κέντρο πολιτικό και πολιτισμικό. Αν και υπήρχε σποραδική παρουσία Ελλήνων και νωρίτερα, καταλυτική στιγμή στην ιστορία της εγκατάστασης ελληνορθόδοξων εμπόρων στη Βιέννη αποτέλεσε η υπογραφή των συνθηκών του Κάρλοβιτς (1699) και του Πασάροβιτς (1718), με τις οποίες επικυρώνεται το πέρασμα από την τακτική πολεμική αναμέτρηση στη συστηματική οικονομική συναλλαγή μεταξύ της Αψβουργικής και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι πάροικοι αρχικά εγκαθίστανται για σύντομα χρονικά διαστήματα και επιστρέφουν συχνά στον τόπο προέλευσης ή σε ενδιάμεσους σταθμούς, για να ελέγχουν το επιχειρηματικό τους δίκτυο. Η σταδιακή, όμως, μεταστροφή της οικονομικής πολιτικής της Αυστρίας, η οποία αρχίζει να ευνοεί φορολογικά εμπόρους με μόνιμη εγκατάσταση στα εδάφη της, οδηγεί στη δημιουργία μιας δεύτερης ομάδας παροίκων, με αυστριακή υπηκοότητα. Αυτό οδήγησε και στην ιδιαιτερότητα της ίδρυσης και διατήρησης δύο κοινοτήτων με αντίστοιχους ναούς, του Αγίου Γεωργίου (των οθωμανών υπηκόων, περί το 1723) και της Αγίας Τριάδας (των αυστριακών υπηκόων, περί το 1787).
Οι ΄Ελληνες στην Αυστρία –και ειδικότερα στη Βιέννη– δεν έφτασαν ποτέ τους αριθμούς των αντίστοιχων εγκαταστάσεων στην Ουγγαρία. Οι αφηγηματικές πηγές αναφέρουν μέχρι και 4.000 “Έλληνες” (Griechen), δηλαδή Ελληνορθοδόξους (σε ορισμένες πηγές, μάλιστα, συμπεριλαμβάνονται και οι Ελληνοκαθολικοί). O αριθμός δεν επαληθεύεται από τις στατιστικές πηγές και, πάντως, δεν αναφέρεται μόνο στους Έλληνες με τη στενότερη εθνοτική ερμηνεία. Στη Βιέννη υπήρχε, όμως, εντυπωσιακή συγκέντρωση επιχειρήσεων και κεφαλαίων, σε συνδυασμό με ποικιλία επενδύσεων και τραπεζοχρηματιστικών δραστηριοτήτων. Στην αρχή πρόκειται για θεσσαλικές και μακεδονοβλαχικές οικογένειες (για παράδειγμα οι Αμπελακιώτες Μαύροι/Σβαρτς και Δροσινοί, οι Βλατσιώτες και Σερραίοι Δούμπα, οι Μοσχοπολίτες και στη συνέχεια οι από τη Νις ορμώμενοι Σίνα), ενώ ήδη από τα τέλη του 18ου αιώνα εμφανίζονται και χιώτικες επιχειρήσεις (Αργέντη-Ράλλη, αργότερα Σκαναβή-Γαλάτη). Οι περιορισμένες νέες αφίξεις, μετά το 1830, προέρχονται από όλα τα σημεία του ελλαδικού και οθωμανικού χώρου.
Η Βιέννη ξεχωρίζει, βέβαια, και ως το κύριο εκδοτικό κέντρο του ελληνικού βιβλίου στις τελευταίες δεκαετίες του 18ου και τις πρώτες του 19ου αιώνα (ώς την ίδρυση του ελληνικού κράτους·, ελληνικά βιβλία που εκδόθηκαν στη Βιέννη την εποχή του νεοελληνικού Διαφωτισμού στην ιστοσελίδα: http://efessos.lib.uoa.gr/hellinomnimon/main.htm). Άλλωστε, στην αυστριακή πρωτεύουσα έζησαν, την περίοδο εκείνη, για μικρότερα ή μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα, πολλοί λόγιοι. Αν και έχουν μελετηθεί πολλά επιμέρους κεφάλαια, εξακολουθεί να αποτελεί σήμερα ερευνητικό desideratum η συστηματική συγκριτική μελέτη των λογίων και των ελληνικών εκδοτικών δραστηριοτήτων στη Βιέννη, την Πέστη και την Τεργέστη στην καμπή του 18ου προς τον 19ο αιώνα. Μετά την ανατύπωση του Λογίου Ερμού και τη δημουργία corpus και την ανατύπωση της Εφημερίδος (χάρη στις προσπάθειες του Λέανδρου Βρανούση), θα ήταν ευχής έργο να ανατυπωθούν και τα υπόλοιπα βιεννέζικα έντυπα της εποχής, δηλαδή Ειδήσεις διά τα Ανατολικά Μέρη και κυρίως Καλλιόπη και Ελληνικός και Φιλολογικός Τηλέγραφος (πίνακας ανατυπώσεων παλαιών εφημερίδων και εντύπων στην ιστοσελίδα www.fhw.gr/projects/migration/15-19/gr/v3/vienna.html). Ιδιαίτερο κεφάλαιο, όχι πάντα συμβατό με το μάλλον συντηρητικό κλίμα των παροικιακών θεσμικών οργάνων, αποτέλεσε η δράση του Ρήγα Βελεστινλή, που συνεργαζόταν στη Βιέννη με τους τυπογράφους Μαρκίδες-Πούλιου.
Μετά τα μέσα του 19ου αιώνα επήλθε –εξαιτίας των διεθνών οικονομικών μεταβολών, της ανάπτυξης της ατμοπλοΐας και της εξάπλωσης του σιδηροδρομικού δικτύου στα Βαλκάνια– σταδιακή δημογραφική συρρίκνωση των Ελλήνων της Βιέννης. Ωστόσο μέλη των μεγάλων οικογενειών, από τις οποίες μερικές είχαν ανταμειφθεί για τις οικονομικές υπηρεσίες τους με τίτλους ευγενείας, εξακολούθησαν να συμμετέχουν με ποικίλους τρόπους στον αυστριακό πολιτικό, οικονομικό, επιστημονικό και πολιτιστικό βίο. Γνωστά παραδείγματα αποτελούν ο Γεώργιος Σίνας (Georg Sina), με ευρεία επενδυτική δραστηριότητα σε έργα υποδομής, όπως η σιδηροδρομική γραμμή από τη Βιέννη προς το Νότο (αντίστοιχης σημασίας με την “ουγγρική” του επένδυση, τη Γέφυρα των Αλυσίδων στη Βουδαπέστη), ο Θεόδωρος Καραγιάννης (Theodor von Karajan), μεταξύ άλλων πρόεδρος της Αυστριακής Ακαδημίας των Επιστημών, ο Νικόλαος Δούμπας (Nicolaus Dumba), βουλευτής, μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Αυστριακού Ταμιευτηρίου και μαικήνας των τεχνών στη Βιέννη, ο Κωνσταντίνος Δούμπας (Constantin Theodor Dumba) ο τελευταίος πρέσβης της αυτοκρατορίας στις ΗΠΑ και αργότερα αντιπρόσωπος της Αυστρίας στην Κοινωνία των Εθνών, ο νευρολόγος Κωνσταντίνος Οικονόμος (Constantin von Economo), γνωστός για τις μελέτες του σχετικά με την εγκεφαλίτιδα, ο ιμπρεσιονιστής ζωγράφος του Γκρατς Κωνσταντίνος Δαμιανός (Constantin Damiano) κ.ά. Δεν υπάρχει ακόμα συστηματική μελέτη για τους λιγότερο επιφανείς παροίκους δεύτερης και τρίτης γενιάς, φαίνεται, πάντως, ότι αρκετοί υπηρέτησαν στο αυστριακό δημόσιο.

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι οικογένειες με επιφανή μέλη και στην Ελλάδα και στην Αυστρία. Αναφέρω ενδεικτικά τους Χρηστομάνους. Ο γεννημένος στην αυστριακή πρωτεύουσα Αναστάσιος έγινε καθηγητής της Χημείας και Πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών, ο γιος του, Κωνσταντίνος, σπούδασε στη Βιέννη ιστορία, υπήρξε δάσκαλος ελληνικών της αυτοκράτειρας Ελισάβετ (προκαλώντας σκάνδαλο με τα περίφημα Φύλλα Ημερολογίου) και έκανε καριέρα στο αθηναϊκό θέατρο, ενώ ο Θεόδωρος Χρηστομάνος, εξάδελφος του Αναστασίου, εγκαταστάθηκε στο Τιρόλο, όπου πρωτοστάτησε ως μέλος της τοπικής βουλής στην τουριστική αξιοποίηση των Δολομιτών. Αλλά και ο υπουργός Δικαιοσύνης και καθηγητής του Εκκλησιαστικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Μιχαήλ Ποτλής (Michael Botly) είχε γεννηθεί και μεγαλώσει στη Βιέννη, όπου και επέστρεψε με τά την έξωση του Όθωνα, ενώ από ελληνική οικογένεια της Βιέννης καταγόταν και ο σκηνοθέτης Θωμάς Οικονόμου, γιος του ζωγράφου Αριστείδη Οικονόμου.
Στη Βιέννη υπάρχουν αρκετοί “τόποι μνήμης” από τον 19ο αιώνα: το κτίριο της Εταιρείας Φίλων της Μουσικής (Gesellschaft der Musikfreunde in Wien, Wiener Musikverein), της οποίας αντιπρόεδρος διετέλεσε ο Νικόλαος Δούμπας, βρίσκεται στην Dumbastrasse και το αρχοντικό του ίδιου στο Parkring 4 (μικρό μέρος της εσωτερικής διακόσμησης, που δημοπρατήθηκε το 1937, φυλάσσεται στο Μουσείο της Πόλης της Βιέννης, Wien Museum Karlsplatz, ενώ σώζεται και σε απεικονίσεις του Rudolf von Alt) και τα κτίρια των ναών των ελληνικών κοινοτήτων του Αγίου Γεωργίου στη Griechengasse και της Αγίας Τριάδας στο Fleischmarkt, καθώς και το κτίριο όπου στεγαζόταν το τυπογραφείο των Μαρκίδων-Πούλιου στη Rotenturmstrasse. Τέλος, σημαντικά είναι και τα μνημεία στο “ελληνικό τμήμα” του παλιού νεκροταφείου της πόλης St. Marx (που έχουν υποστεί σημαντικές φθορές και θα πρέπει να αποκατασταθούν πριν καταστραφούν οριστικά) και στο Κεντρικό Νεκροταφείο. Έξω από τη Βιέννη διατηρείται ακόμη ένας πύργος για περιπατητές, δωρεά του Σίμωνος Σίνα (Hoher Lindkogel, 1856), και το αρχοντικό της οικογένειας (και στη συνέχεια ενός κλάδου της οικογένειας Υψηλάντη) στο Rappoltenkirchen, στην ταχυδρομική οδό από τη Βιέννη στο Λιντς, κάστρο του 14ου αιώνα, που προσάρμοσε για τις ανάγκες του Σίνα ο Θεόφιλος Χάνσεν. Το κτίριο και οι οικογενειακοί τάφοι υπέστησαν μεγάλες φθορές το 1945, πρόσφατα όμως ξεκίνησε με πρωτοβουλία του νέου ιδιοκτήτη η ανακαίνισή τους.

Φωτο: Η Μητρόπολη Αυστρίας, η οποία έχει στη δικαιοδοσία της και την Εξαρχία Ουγγαρίας

Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει στην Ελληνική Εθνική Σχολή, η οποία ιδρύθηκε από την κοινότητα της Αγίας Τριάδας το 1801. Από το 1804, μετά την αναγνώρισή της από τις αυστριακές αρχές, μέχρι περίπου το 1920 λειτούργησε ως δίγλωσσο αυστριακό δημοτικό σχολείο, του οποίου οι απόφοιτοι μπορούσαν να εγγραφούν σε αυστριακά σχολεία της Μέσης Εκπαίδευσης. Σήμερα λειτουργεί ως συμπληρωματικό σχολείο δημοτικής και μέσης εκπαίδευσης με βάση τα διδακτικά προγράμματα του ελληνικού Υπουργείου Παιδείας, διατηρεί όμως το δικαίωμα να διενεργεί τις επίσημα αναγνωρισμένες εξετάσεις για το μάθημα των θρησκευτικών για ελληνορθόδοξους μαθητές αυστριακών σχολείων. Δάσκαλοι της Ελληνικής Σχολής υπήρξαν τον 19ο και στα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα, μεταξύ άλλων, ο Στέφανος Δούγκας, οι αδελφοί Καπετανάκη, ο Μιχαήλ Μποϊατζής, ο Θεαγένης Λιβαδάς και ο Ευγένιος Ζωμαρίδης.
Στους ελληνικούς ναούς, εξάλλου, υπηρέτησαν σημαντικές προσωπικότητες, από τον Άνθιμο Γαζή και τον Νεόφυτο Δούκα μέχρι τον Ιωακείμ Δημητριάδη, μετέπειτα πατριάρχη Ιωακείμ τον Γ΄, και στον 20ό αιώνα τον Σωφρόνιο Ευστρατιάδη, τον Αγαθάγγελο Ξηρουχάκη και τον Γερμανό Καραβαγγέλη. ΄Ηδη με την όξυνση του λεγομένου «ρουμανικού ζητήματος», στις αρχές του 20ού αιώνα, αλλά κυρίως μετά την κατάρρευση της Αυτοκρατορίας των Αψβούργων το 1918, μετά την οποία ένα μεγάλο μέρος του ορθόδοξου ποιμνίου (Σέρβοι, Ρουμάνοι, Ούγγροι, Ουκρανοί) εντάχθηκε σε νέα εθνικά κράτη, οι παροικιακοί θεσμοί της Βιέννης βρέθηκαν, όπως και κατά τον 18ο αιώνα, αντιμέτωποι με ζητήματα υπαγωγής των ναών σε ορθόδοξες εκκλησιαστικές αρχές διαφορετικές από το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Κατά το Μεσοπόλεμο, και στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, η κατάσταση παρέμεινε ρευστή, με την υπαγωγή σε διάφορες ευρωπαϊκές μητροπόλεις, για να λυθεί το 1963 με την ίδρυση της Μητρόπολης Αυστρίας. Σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του νέου θεσμικού πλαισίου έπαιξε ο μητροπολίτης Χρυσόστομος Τσίτερ, ανηψιός του Χρυσοστόμου Σμύρνης, από το 1936 εφημέριος του ναού της Αγίας Τριάδας.

Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου έφτασαν στην Αυστρία, στο πλαίσιο των αναγκαστικών μετακινήσεων, έλληνες εργάτες, κυρίως από τα βουλγαρικά κατεχόμενα εδάφη. Έλληνες φυλακίστηκαν και έχασαν τη ζωή τους μεταξύ άλλων στα στρατόπεδα Μαουτχάουζεν και Στάιν. Από αυτούς κάποιοι έμειναν μετά το τέλος του πολέμου στην Αυστρία, είτε για οικονομικούς λόγους είτε επειδή η επιστροφή ήταν δύσκολη λόγω του Εμφυλίου, ενώ μόλις το 2000, με τη δημιουργία του Αυστριακού Ταμείου Συμφιλίωσης (Österreichischer Versöhnungsfonds), αποδόθηκε δικαιοσύνη στα θύματα με την καταβολή συμβολικής αποζημίωσης.
Στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια δημιουργήθηκαν μικρές πολιτικές οργανώσεις με ποικιλία ιδεολογικών τοποθετήσεων, που εξέδιδαν και πολυγραφημένα έντυπα (πολλά φυλάσσονται στη συλλογή πολυγραφημένων εντύπων του Τμήματος Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Βιέννης, δωρεά της Άννας Κυρίτση). Η τετραεθνής κατοχή της Αυστρίας και –μετά το 1955– το καθεστώς πολιτικής ουδετερότητας οδήγησαν έλληνες πολιτικά διωκόμενους ή ήδη πολιτικούς πρόσφυγες στην Ανατολική Ευρώπη, να ζητήσουν καταφύγιο στη Βιέννη και το Γκρατς. Ενδεικτικά αναφέρω τον μαρξιστή διανοούμενο Σεραφείμ Μάξιμο και τη σύζυγό του Πηνελόπη, συγγραφέα παιδικών και νεανικών βιβλίων, που πέρασαν στις αρχές της δεκαετίας του 1950 από την Πράγα στη Βιέννη, όπου και έζησαν μέχρι το 1962 (έτος θανάτου του Σεραφείμ Μαξίμου). Μια δεύτερη ομάδα νέων παροίκων αποτέλεσαν οι φοιτητές, ήδη από τα χρόνια του πολέμου, κυρίως όμως στο πλαίσιο της λεγόμενης «εκπαιδευτικής μετανάστευσης» από το τέλος της δεκαετίας του 1940. Ιδιαίτερα στα πολυτεχνεία του Γκρατς και της Βιέννης σπούδασαν πολλοί Έλληνες. Στο πολυτεχνείο του Γκρατς φοιτούσαν, για παράδειγμα, στο ακαδημαϊκό έτος 1960/61 1.400 Έλληνες και 50 Ελληνίδες. Η άφιξη νέων παροίκων αναζωογόνησε σταδιακά τους κοινοτικούς θεσμούς, ενώ ιδρύθηκαν φοιτητικοί, τοπικοί, πολιτιστικοί και επαγγελματικοί σύλλογοι, και το 2005 η Ομοσπονδία Ελληνικών Συλλόγων Αυστρίας. Τέλος, διμερή οργάνωση φιλίας αποτελεί ο Σύνδεσμος Αυστροελληνικής Φιλίας (Österreichisch-Griechische Liga), που ιδρύθηκε το 1965.
Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας των συνταγματαρχών αρκετοί φοιτητές παρέμειναν στην Αυστρία, ενώ πολιτικά ενεργοί έλληνες πολίτες, με δεσμούς με τη χώρα αυτή, την επέλεξαν ως καταφύγιο. Ενδεικτικά αναφέρω τον δικηγόρο Αντώνη Δροσόπουλο, γενικό γραμματέα της Σοσιαλδημοκρατικής ΄Ενωσης (με πρόεδρο τον Χαράλαμπο Πρωτοπαππά), με μεταπτυχιακές σπουδές στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Βιέννης, που με την υποστήριξη μελών του Σοσιαλιστικού Κόμματος Αυστρίας προχώρησε στην έκδοση μηνιαίας πολυγραφημένης εφημερίδας με τον τίτλο Griechenland Nachrichten, η οποία μεταξύ άλλων δημοσίευε τακτικά και δελτίο κρατουμένων στις ελληνικές φυλακές.
Αλλά και παλαιότερες οργανώσεις, όπως ο Σύλλογος Ελλήνων Δημοκρατών Αυστρίας (διάδοχη οργάνωση της μεταπολεμικής Αντιφασιστικής Οργάνωσης Ελλήνων Βιέννης/Griechisches Antifaschistisches Komitee, που είχε διαλυθεί το 1955) συντόνισαν εκδηλώσεις διαμαρτυρίας και συναντήσεις πολιτικών κατά τη διάρκεια της επταετίας.
Μετά το 1974, και ιδιαίτερα μετά από νομική ρύθμιση για την εγγραφή στα αυστριακά πανεπιστήμια, που προϋπέθετε τη δυνατότητα εγγραφής σε ισότιμο εκπαιδευτικό ίδρυμα, και μάλιστα στο συγκεκριμένο αντικείμενο σπουδών στη χώρα καταγωγής, ο αριθμός των ελλήνων φοιτητών στην Αυστρία μειώθηκε δραστικά. Η πρόσφατη κατάργηση του περιορισμού αυτού με απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (2005) θα σημάνει, πιθανόν, την εκ νέου αύξηση του αριθμού των ελλήνων φοιτητών των αυστριακών ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων.
Οι περισσότεροι Έλληνες ζουν και σήμερα στη Βιέννη, οι υπόλοιποι κυρίως στο Γκρατς, το Ίνσμπρουκ και το Λιντς. Μαικήνες των αυστριακών τεχνών εμφανίστηκαν και στον 20ό αιώνα, όπως για παράδειγμα ο γενικός αντιπρόσωπος της Mercedes στην Αυστρία και την Ουγγαρία Δημήτρης Ζ. Πάππας (1921 Hegyesalom/Ουγγαρία-1999 Σάλτσμπουργκ), ιδρυτής, με τον αδελφό του Γιώργο, επιχειρήσεων που απασχολούν σήμερα περί τους 8.000 εργαζομένους, και επίτιμος γενικός πρόξενος της Ελλάδας στο Σάλτσμπουργκ, που επί δεκαετίες υπήρξε από τους βασικούς χρηματοδότες του περίφημου θερινού φεστιβάλ της πόλης.
Η αυστριακή πρωτεύουσα εξακολούθησε να παίζει σημαντικό ρόλο για τους έλληνες διανοούμενους και καλλιτέχνες και στο Μεσοπόλεμο (από το σεμινάριο του Μαξ Ράινχαρτ πέρασαν, μεταξύ άλλων, ο Σωκράτης Καραντινός και ο Δημήτρης Ροντήρης), αλλά και μετά το 1945. Επειδή τα πιο πρόσφατα κεφάλαια αυτής της συνεχούς πολιτισμικής επαφής δεν έχουν επαρκώς μελετηθεί, οι αναφορές που ακολουθούν δεν μπορούν παρά να έχουν ενδεικτικό χαρακτήρα. Από την καλλιτεχνική και ιδιαίτερα τη θεατρική ζωή της Βιέννης πέρασε, ανάμεσα σε άλλους, ο σκηνογράφος Παντελής Δεσύλλας, στον οποίο το Αυστριακό Θεατρικό Μουσείο αφιέρωσε ειδική αναδρομική έκθεση το 1999, ο συγγραφέας Βασίλης Ζιώγας, που συνεργάστηκε με την λεγόμενη Wiener Gruppe και ο σκηνοθέτης Σπύρος Ευαγγελάτος, που εργάστηκε σε διάφορα αυστριακά θέατρα στη δεκαετία του 1960 και 1970. Οι συνθέτες Χαρίλαος Περπέσσας και Ανέστης Λογοθέτης έζησαν και δημιούργησαν στη Βιέννη, ενώ ήδη στις αρχές του 20ού αιώνα είχε σπουδάσει στη Βιέννη ο Μανώλης Καλομοίρης. Ο γεννημένος στο Βατούμ Ιωάννης Αβραμίδης (Joannis Avramidis) δίδαξε στη Σχολή Καλών Τεχνών της Βιέννης, εκπροσώπησε την Αυστρία σε διεθνείς εκθέσεις και βραβεύθηκε με το μεγάλο κρατικό βραβείο για το έργο του, ενώ γνωστοί αρχιτέκτονες είναι οι Ευθύμιος Βαρλάμης και Δημήτρης Μανίκας. Στο μεταίχμιο της παλαιότερης και της νεότερης παρουσίας Ελλήνων στη Βιέννη θα πρέπει να τοποθετηθεί η παρουσία του Κωνσταντίνου Παρθένη από το 1897 ώς το 1903, όταν ζωγράφισε πέντε μεγάλων διαστάσεων εικόνες για το ναό του Αγίου Γεωργίου. Εκπρόσωποι της παροικιακής δεύτερης και τρίτης γενιάς διακρίθηκαν στις τέχνες, όπως ο μαέστρος Μιλτιάδης Καρύδης (Miltiades Caridis), από ελληνική οικογένεια της Γερμανίας, και η κόρη του τενόρου της Λαϊκής Όπερας (Volksoper) της Βιέννης, Πέτρου Μπαξεβάνου, Charikleia Baxevanos (Baxi), ηθοποιός του μεταπολεμικού κινηματογράφου και θεάτρου στην Αυστρία και τη Γερμανία.
Οι βιβλιοθήκες και τα αρχεία της Αυστρίας διασώζουν σημαντικά χειρόγραφα και έντυπα για την ελληνική ιστορία των νεότερων χρόνων. Ειδική μνεία πρέπει να γίνει στην ερευνητική και διδακτική δραστηριότητα στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης (Τμήμα Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών, όπου στεγάζεται και μία από τις σημαντικότερες σύγχρονες ευρωπαϊκές βιβλιοθήκες βυζαντινολογικού και νεοελληνικού ενδιαφέροντος) και τα κέντρα έρευνας της Αυστριακής Ακαδημίας Επιστημών.
Συνοψίζοντας θα πρέπει να παρατηρήσουμε, ότι την ελληνική παρουσία στην Αυστρία χαρακτηρίζουν στον 20ό αιώνα λιγότερο οικονομικές και επενδυτικές δραστηριότητες και περισσότερο μέσης διάρκειας εγκαταστάσεις για εκπαιδευτικούς και επαγγελματικούς λόγους. Σε αντίθεση με τις χώρες με μαζική ελληνική εργατική μετανάστευση μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η δημογραφική παρουσία στην Αυστρία είναι περιορισμένη (περίπου 5.500 άτομα, σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτες, στατιστικά, πληροφορίες). Η σημερινή επαγγελματική διαστρωμάτωση παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία και περιλαμβάνει εκπροσώπους των ελεύθερων επαγγελμάτων, εργαζόμενους σε τουριστικές υπηρεσίες και την εστίαση, τους απασχολούμενους σε διεθνείς οργανισμούς, ενώ αρκετοί Έλληνες σταδιοδρομούν στην αυστριακή τριτοβάθμια εκπαίδευση και την έρευνα, και ειδικότερα στον ιατρικό κλάδο. Η ένταξη στην κοινωνία υποδοχής φαίνεται να είναι πλήρης: Ελληνίδα είναι η πρόεδρος της κοινοβουλευτικής ομάδας του Κόμματος των Πρασίνων στο τοπικό κοινοβούλιο του κρατιδίου της Βιέννης, Μαρία Βασιλάκου, ελληνικής καταγωγής και ο γεννημένος στη Βιέννη και γνωστός και στην Ελλάδα από τα χρόνια του στον ΟλυμπιακόΠέτρος Περσίδης (Peter Persidis), που ξεκίνησε από την αυστριακή Vienna και ολοκλήρωσε την καριέρα του ως παίκτης της Rapid, όπου και παρέμεινε ως βοηθός προπονητή μέχρι το 2005.


Πηγή: Οι Έλληνες στη Διασπορά, 15ος-21ος αι.
Βουλή των Ελλήνων
Επιμέλεια: Ιωάννης Κ. Χασιώτης, Όλγα Κατσιαρδή-Hering, Ευρυδίκη Α. Αμπατζή
Αθήνα 2006
Βλ: Εδώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η κόσμια κριτική και η ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των σχολιαστών είναι σεβαστή. Σχόλια τα οποία υπεισέρχονται σε προσωπικά δεδομένα ή με υβριστικό περιεχόμενο να μην γίνονται. Τα σχόλια αποτελούν καθαρά προσωπικές απόψεις των συντακτών τους. Οι διαχειριστές δεν ευθύνονται σε καμία περίπτωση για τυχόν δημοσίευση υβριστικού ή παράνομου περιεχομένου στα σχόλια των αναρτήσεων.Τα σχόλια αυτά θα διαγράφονται με την πρώτη ευκαιρία.