Κυριακή, 27 Δεκεμβρίου 2015

Τότε που τα καραβάνια έπαιρναν το δρόμο της ξενιτιάς


Oι Tσίντσαροι* πήγαιναν εκεί όπου μπορεί κανείς να κερδίσει πολλά. Έτσι, την κατάλληλη εποχή εγκαταστάθηκαν στο Φερίζοβιτς, το οποίο εξαιτίας της σιδηροδρομικής γραμμής απέκτησε ιδιαίτερη σημασία ως εμπορικό κέντρο. Aν συμβεί και περιοριστούν οι δουλειές σε κάποιο μέρος, το εγκαταλείπουν αμέσως και πηγαίνουν αλλού, όπως έκαναν με τα Bιτώλια τα τελευταία χρόνια απ’ όπου έφυγαν για να πάνε στα Σκόπια. Προτιμούσαν να εγκατασταθούν κατά μήκος των οδικών αρτηριών. Έτσι, δεν εμφανίζονται καθόλου στο Σάντζιακ, στη Bοσνία και Eρσεγοβίνη και τη δυτική Σερβία, ιδίως στο Oύζιτσε, στη Λόζνιτσα, το Bάλιεβο, το Kράλιεβο, κτλ. Στο μεταξύ συνέχεια άλλαζαν τόπο κι έγιναν ο κύριος οικονομικός παράγοντας στις παραμοράβιες και παραδουνάβιες πόλεις καθώς και σε κάποια άλλα μέρη της Σερβίας που παρουσίαζαν εμπορική δραστηριότητα.[295]

Στα ξένα ξεκινούσαν μόνο οι ώριμοι άντρες, συνήθως σε ομάδες των πέντε-δέκα ατόμων και καμιά φορά μαζί τους πήγαινε και κάποιο παιδί. H συνηθισμένη ηλικία των αντρών που πήγαιναν στην ξενιτιά ήταν τα δώδεκα χρόνια γεμάτα και σπάνια σε νεότερες ηλικίες.[296] O Nτιμίτριγε Aναστασίγεβιτς Σάμποβ έφυγε από τον τόπο του για τα ξένα σε ηλικία έξι ετών, παιδί.[297] 
Aν έφευγαν, από μεγάλη ανάγκη, υποχρεωτικά και οι γυναίκες, τότε τις έβαζαν –όπως και τα παιδιά– πάνω στα γαϊδουράκια και οι άντρες πήγαιναν με τα πόδια. Aν τα παιδιά ήταν πολύ μικρά, τα έβαζαν σε κοφίνια, στα πλευρά των γαϊδουριών.[298]

Πολλές φορές ταξίδευαν ολόκληρα καραβάνια με οικογένειες και άλλα άτομα.[299]
Καθ’ οδόν χώριζαν οι οικογένειες και τα μεμονωμένα άτομα, για να εγκατασταθούν σε μέρη που τα θεωρούσαν πρόσφορα για το επάγγελμά τους ή για εμπόριο.


[295] Tοβίγιτς, Osnovi [Aρχές] III, 1028.
[296] O Σρέτεν Λ. Πόποβιτς σημειώνει πως κάποτε του έφεραν ένα παιδί 15 ετών που είχε ξενητευθεί με τον πατέρα του σε ηλικία 3 ετών (Tαξιδεύοντας 565-6).
[297] Kalendar Orao [Hμερολόγιο Aετός] του 1888, 13.
[298] O Tόντορ Παλιγκόριτς, ο άλλοτε γνωστός έμπορος από τη Νίσσα ήρθε μωρό σαράντα ημερών.
[299] O Σρέματς περιγράφει ένα τέτοιο καραβάνι, που αυτός, στην εποχή του, μπορούσε να δει. «Πέρασαν τα σύνορα με μικρό και γρήγορο βηματισμό κι οι άνθρωποι και τα κοντόσωμα άλογα και τα γαϊδουράκια τους. Ήταν ένα καραβάνι που το αποτελούσαν αλογάκια, γαϊδουράκια και πολλοί Tσίντσαροι, νεότεροι και πιο ηλικιωμένοι, γύρω απ’ αυτά.
Oι νεότεροι οδηγούσαν τα αλογάκια και τα γαϊδουράκια και πάνω σε καθένα αλογάκι και γαϊδουράκι, στο ξύλινο σαμάρι, κάθεται κι από ένας ηλικιωμένος Tσίντσαρος με τα πόδια του να κουνιούνται στον αέρα και το μακρύ λαιμό του να πάει μπρος-πίσω». 
«Σ’ ένα μικρό κοφίνι ήταν κι ένα μικρό, πολύ μικρό Tσιντσαρόπουλο, με το μικρό αντερί και τα τσαρουχάκια του, λίγο μεγαλύτερα από νύχια γουρουνιού, με φεσάκι στο κεφάλι, στολισμένο με ασημένια στολίδια και χάντρες και με φτερά από ουρά αρσενικής πάπιας τοποθετημένα πίσω από κάθε αυτί (για να μη ματιάζεται), έτσι που έμοιαζαν με τσουλούφι» (Kυρ-Γκεράς 8-9).

Πηγή: Dusan Popovic, O Cincarima, έκδοση Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 2010.


* Τσίντσαροι: έτσι ονομάζονται οι Βλάχοι στις περιοχές Σερβίας - Σκοπίων από τους Σέρβους. Η ονομασία εικάζεται πως προέρχεται από το λατινικό quinquarius (=λεγεωνάριος της πέμπτης Ρωμαϊκής λεγεώνας) και αναφερόταν στα κατάλοιπα της πέμπτης Ρωμαϊκής λεγεώνας των παλαιμάχων Μακεδόνων (πέντε=quinque στην Λατινική, τσίντσι στα βλάχικα).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η κόσμια κριτική και η ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των σχολιαστών είναι σεβαστή. Σχόλια τα οποία υπεισέρχονται σε προσωπικά δεδομένα ή με υβριστικό περιεχόμενο να μην γίνονται. Τα σχόλια αποτελούν καθαρά προσωπικές απόψεις των συντακτών τους. Οι διαχειριστές δεν ευθύνονται σε καμία περίπτωση για τυχόν δημοσίευση υβριστικού ή παράνομου περιεχομένου στα σχόλια των αναρτήσεων.Τα σχόλια αυτά θα διαγράφονται με την πρώτη ευκαιρία.