Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2016

Οι απαρχές του βλαχικού ζητήματος στις ουγγρικές χώρες


Budapest - Βουδαπέστη, 1850
Προσεγγίσεις του εθνολογικού προβλήματος των Ελληνοβλάχων ή Μακεδονοβλάχων ή Κουτσοβλάχων
α) Οι απαρχές του βλαχικού ζητήματος στις ουγγρικές χώρες

Η προσπάθεια του νεωτερικού ρουμανικού κράτους να αποκτήσει εθνική ιστορία με βάθος στο χρόνο και εύρος στο χώρο δημιουργεί ένα τεχνητό ιστοριογραφικό πρόβλημα, το οποίο αφορά στην εθνολογική προέλευση των Βλάχων συνολικά, τόσο των Ελλήνων Βλάχων με τις ονομασίες που προαναφέρθηκαν όσο και των λοιπών βλάχικων ομάδων στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, δηλαδή στη σημερινή Σερβία και Κροατία. Το βασικό επιχείρημα πάνω στο οποίο αναπτύσσεται η θεωρία αυτή, αρχικά από τους Ρουμάνους εθνικιστές της Τρανσυλβανίας, είναι η αυθαίρετη από μέρους τους παραδοχή ότι όλοι οι βλαχόφωνοι πληθυσμοί στη νοτιοανατολική Ευρώπη είναι Ρουμάνοι εξαιτίας της κοινής λατινογενούς καταγωγής των βλάχικων διαλέκτων σ' αυτό το χώρο. Μ' αυτή την έννοια για τους Ρουμάνους εθνικιστές το όνομα Βλάχος θεωρείται ταυτόσημο του νεωτερικού όρου Ρουμάνος (ο όρος εμφανίζεται μόλις στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα) όποτε και όπου απαντούσε στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Η άποψη αυτή αντανακλά το ιδεολογικό πλαίσιο και το πολιτικό πρόγραμμα του νεωτερικού ρουμανικού έθνους. Αντίστοιχη ρητορική κατά τον 19ο αιώνα μεταφέρεται εντέχνως από τη ρουμανική ιστοριογραφία της περιόδου στο χώρο της για να συσσωρεύσει χιλιάδες σελίδες αναφορικά με την καταγωγή των Βλάχων.

Μια τέτοια προσέγγιση δεν μπορεί να απαντήσει στο αυτονόητο ερώτημα ποιοί είναι οι Βλάχοι. Τα ζητήματα ταυτότητας είναι πάντα πιο σύνθετα απ' ότι ο εθνικιστικός λόγος θέλει να τα εμφανίζει. Αρκεί στη συγκεκριμένη περίπτωση να υπενθυμίσει κανείς τα παραδείγματα αποκλειστικά της ελληνόφωνης-φαναριώτικης καταγωγής των οικογενειών στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες που την περίοδο της νεωτερικότητας αναπτύσσουν ρουμανική εθνική ταυτότητα (π.χ ο οίκος των Καντακουζηνών, Φιλίτη, Ηλιάδη, Πάνου, Μάξιμου κ.α). Αυτό συμβαίνει διότι η ταυτότητα δεν ορίζεται μονοσήμαντα. Εν προκειμένω, η εθνική ταυτότητα δεν ορίζεται από την όποια καταγωγή, αλλά είναι η τελευταία που γεννά τον προβληματισμό για την καταγωγή. Πρόκειται για μια σύνθετη διαδικασία. Σ' αυτήν οφείλουμε να λάβουμε υπόψη ότι καθοριστικό ρόλο παίζουν οι οικονομικοί και κοινωνικοί μετασχηματισμοί. Ο Βασίλης Νιτσιάκος (κοινωνιολόγος, ιστορικός και λαογράφος) σημειώνει: στη συνάφεια τους αρχικά ο ρόλος των εμπορικών στρωμάτων και μιας ιδιότυπης ελίτ διανοουμένων, που προκύπτει από τις παραπάνω διεργασίες, είναι καθοριστικός ως προς τη συγκρότηση κυρίως μιας ελληνικής και κατ' απόκλιση μιας άλλης εθνικής συνείδησης στα πιο πλατιά στρώματα των βλάχικων κοινωνιών στη συνέχεια. Ειδικά σε ότι αφορά στη βλάχικη Διασπορά στην Κεντροανατολική Ευρώπη παρατηρείται ότι όσο αυτή ανατροφοδοτείται με μέλη προερχόμενα από τις ιδιαίτερες πατρίδες των παροίκων στον ιστορικό ελλαδικό χώρο, ο ελληνικός εθνικός προσανατολισμός τους είναι κυρίαρχος και δεδομένος. Οι διαφοροποιήσεις και αποκλίσεις απ' αυτόν τον κανόνα παρατηρούνται όταν συντρέχουν εξωγενείς προϋποθέσεις. Μπορούμε να υποστηρίξουμε γενικά ότι, παρότι δεν αποφεύγεται μια διαμάχη κυρίως ανάμεσα στους Βλάχους λογίους της Κεντρικής Ευρώπης και των Παρίστριων χωρών σχετικά με την εθνική τους επιλογή, η μεγάλη πλειοψηφία των Μακεδονοβλάχων συντάσσεται με την επιλογή του ελληνισμού, όπως μάλιστα αυτή διατυπώνεται από τον Ρήγα Φεραίο (Βελεστινλή) κι υποστηρίζεται από τους Μοσχοπολίτες Κωνσταντίνο Ουκούτα, Θεόδωρο Καβαλιώτη και τον Δανιήλ Μοσχοπολίτη στα τέλη του 18ου αιώνα. Είναι μικρός ο αριθμός εκείνων που εκφράζουν έναν ιδιότυπο γλωσσικό ''εθνικισμό'' (Ρόζιας 1808, Μπογιατζής 1813) και υποστηρίζουν μαζί με τον εγγραμματισμό με το λατινικό αλφάβητο και την καθιέρωση ρουμάνικης γλώσσας ως κοινής. Μάλιστα, αυτή η επιλογή φαίνεται να συνδέεται αποκλειστικά με την εμφάνιση του ρουμανικού εθνικού κινήματος, που στη συνέχεια δημιουργεί το γνωστό ζήτημα της ''ρουμανικής προπαγάνδας'', παρά με μια αυτόνομη Βλάχικη εθνική κίνηση στη Νότια Βαλκανική.
Ειδικότερα για το θέμα αυτο αναφορικά με τους Βλάχους της Νότιας Βαλκανικής, γνωστούς στην Κεντροανατολική Ευρώπη κατά τον 18ο-19ο αι. κι ως Μακεδονοβλάχους, η καθηγήτρια Όλγα Κατσιαρδή, ικανή γνώστης των ιστορικών πηγών, σημειώνει εύστοχα, παρατηρώντας την εγκατάσταση τους τον 18ο αι. στην Τρανσυλβανία και την ίδρυση από μέρους τους κοινοτήτων μόνο μαζί με Γραικούς και σε καμία περίπτωση με τους γλωσσικά συγγενείς τους, τα εξής: ''Είναι μάλιστα ενδιαφέρον στο πλαίσιο της όλης συζήτησης τα τελευταία χρόνια, για τη συμβολή των ''Μακεδονοβλάχων'' της νότιας Βαλκανικής στο εμπόριο της Κεντρικής Ευρώπης και τον εξελισσόμενο προβληματισμό περί της διαμόρφωσης ταυτοτήτων, με αφορμή κυρίως την ομιλούμενη από αυτούς γλώσσα, την αρωμουνική, ότι στα πρώιμα χρόνια της εγκατάστασης τους στις πιο πάνω βλαχόφωνες, κατά τεκμήριο, πόλεις (εννοεί της Τρανσυλβανίας) και τη σύμπηξη των κομπανιών δεν τέθηκε, απ' όσο είμαι σε θέση να γνωρίζω, θέμα υποστήριξής τους από τον κατά κάποιον τρόπο ομόγλωσσο ιδιωματικά ντόπιο πληθυσμό. Οι αναδρομικές συζητήσεις περί βλαχικής συνείδησης θα εμφανίζονταν αργότερα, τον 19ο αι., και κυρίως μέσα στο πλαίσιο της ανάδειξης της πολιτικής επικαιρότητας του λεγόμενου κουτσοβλαχικού ζητήματος από το ρουμανικό κράτος και εντός των πλαισίων των εθνικισμών στα διάδοχα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εθνικά κράτη στη Νοτιοανατολική Ευρώπη''.

Είναι ξεκάθαρο από τα παραπάνω ότι πρέπει οι περιπτώσεις μεμονωμένων οικογενειών μακεδονοβλαχικής καταγωγής (π.χ Σιαγκούνα, Γκόζντου, Ρόζια) που εμφανίζονται στις ουγγρικές χώρες στα μέσα του 19ου αι. να μετέχουν της ρουμανικής εθνικής κίνησης, να θεωρούνται αποκλίνουσες από τον μακεδονοβλαχικό κανόνα συμπεριφοράς. Αυτές έχουν κυρίως να κάνουν είτε με ατομικές επιλογές στη βάση οικονομικών συμφερόντων (ο παππούς κι ο πατέρας του Αντρέι Σιαγκούνα γίνονται ουνίτες για εμπορικούς-οικονομικούς λόγους) είτε κυρίως με επιγαμίες με ντόπιους (οι Γκόζντου, ο γιατρός Ρόζια από την πρώτη γενιά ήδη παντρεύονται ουνίτικες γυναίκες).
Την περίοδο κατά τα τέλη του 18ου αι. μέχρι τις αρχές 19ου αι., μακεδονοβλαχικής καταγωγής οικογένειες (π.χ Σιαγκούνα, Γκόζντου, Ρόζια) είτε έχουν προσχωρήσει στην Ουνία είτε στη ρουμανική εθνική κίνηση ή και τα δυο μαζί, καθώς αυτά τα δυο είναι αλληλένδετα και τα όρια τους δυσδιάκριτα τότε στην Ουγγαρία. Καθώς αυτές οι οικογένειες διατηρούν συγγενικούς δεσμούς με μέλη της ελληνορθόδοξης κοινότητας των ''Γραικών και Μακεδονοβλάχων'' της Πέστης, εκδηλώνονται αντιδράσεις από τους ελληνικής συνείδησης Μακεδονοβλάχους. 

Σ' αυτή τη συνάφεια ενδιαφέρον παρουσιάζει η αλληλογραφία του γραικοβλαχικής καταγωγής βαρονικού οίκου των Μοσχοπολιτών Σίνα, εθνικών ευεργετών της Ελλάδας, με την κοινότητα της Πέστης και με τους Μακεδονοβλάχους μέλης της. Για να αποτρέψει τυχόν επιρροή στην κοινότητα των προαναφερόμενων, ο μετέπειτα βαρόνος Γεώργιος φον Σίνα προχωρά σε ανοιχτές παρεμβάσεις προς τα μέλη της κοινότητας, αλλά και στις συγγενικές του μακεδονοβλαχικές οικογένειες (Γκίκα, Κάπρα, Μάνου, Ντέρρα). Παίρνει, επιπλέον, πρωτοβουλία για την ενίσχυση της ελληνομάθειας των Μακεδονοβλάχων στην Πέστη και στις ουγγρικές χώρες συνολικά. Αντιδρώντας για τον ίδιο λόγο, ο μεγαλέμπορος στην Πέστη Κωνσταντίνος Τακιατζής ορίζει στη διαθήκη του το 1806, ότι το γραικικό σχολείο της κοινότητας των ''Γραικών και Μακεδονοβλάχων'' θα εισπράττει το κληροδότημα του μόνο όσο αυτό παραμένει ελληνικό κι ορθόδοξο και δεν αποκτούν οιασδήποτε μορφής πρόσβαση σ' αυτό οι ουνίτικες και κατά συνέπεια οι ρουμανικού προσανατολισμού προαναφερόμενες μακεδονοβλαχικές οικογένειες. 
Στόχος αυτών των κινήσεων είναι η αντιμετώπιση της αυξανόμενης προπαγάνδας των ουνιτών και των λατινιστών, την οποία επιχειρούν οι εθνικιστές της σχολής του Αρδεάλ στους Μακεδονοβλάχους των ουγγρικών χωρών εκείνη την περίοδο (τέλη 18ου-αρχές 19ου αι.). Καθόλου τυχαία διαβάζουμε στις διαθήκες αρκετών μελών οικογενειών της πρώτης, αλλά ακόμη και της δεύτερης γενιάς παροίκων, ρητή απαγόρευση στους απογόνους τους για σύναψη γάμων με ξένους, είτε αλλόδοξους, είτε αλλογενείς. Μια τέτοια κίνηση έχει ως συνέπεια τον αποκλεισμό του παραβάτη από τη γονική κληρονομιά. Ο Αλέξανδρος Ντέρρας, αξιωματικός με βαθμό υπολοχαγού, δεν λαμβάνει μερίδιο από τη γονική περιουσία διότι, παρά τη ρητή απαγόρευση της ευγενούς μητέρας του, το γένος Μοτσόνη-Ποποβίκη, παντρεύεται μη ορθόδοξη κοπέλα, και ''πεθαίνει σχεδόν στην ψάθα'' το 1868. Από την άλλη, παρατηρούμε ότι στα πλαίσια μιας διορθόδοξης αλληλεγγύης ο βαρόνος Σίμων φον Σίνα ο νεότερος δέχεται στις αρχές της δεκαετίας του 1850 το αίτημα του ορθόδοξου πλέον Ρουμάνου μητροπολίτη Τρανσυλβανίας Αντρέι Σιαγκούνα να υποστηρίξει με υποτροφία Ρουμάνους φοιτητές της θεολογίας προκειμένου αυτοί να μεταβούν για αντίστοιχες σπουδές στο νεοϊδρυθέν τότε Πανεπιστήμιο Αθηνών, προκειμένου να βελτιωθούν. Το στοιχείο που ενδιαφέρει από την αντίστοιχη αλληλογραφία των δυο ανδρών είναι και η μνεία της απώτερης οικογενειακής τους συγγένειας, καθώς ο Σιαγκούνα προσφωνεί ''θείο'' τον βαρόνο φον Σίνα. Το παραπάνω γεγονός δεν πρέπει να μας ξενίζει, καθώς η όποια κρίση σε σχέση με τις εθνικές επιλογές, σε κοινοτικό επίπεδο, δεν συμπαρασύρει απαραίτητα και τη συνεργασία των ατόμων σε οικονομικές επιχειρήσεις ή σε πολιτικό επίπεδο, που συχνά εξακολουθούν να υφίστανται, όπως άλλωστε επιδιώκεται από τους ίδιους για πολλαπλούς λόγους (οικονομικούς, κοινωνικούς και ιδεολογικούς) και φανερώνει ιδιαίτερα η συνέχεια της πολιτικής της ενδογαμίας.

Γίνεται κατανοητό από όσα εκτέθηκαν προηγουμένως ότι οι Μακεδονοβλάχοι κατανοούν τους εαυτούς τους ως εθνικά ξένους σε σχέση με τους Ουγγροβλάχους (μετέπειτα Ρουμάνους). Η απόκλιση για οικονομικούς και κοινωνικούς λόγους από αυτόν τον κανόνα οδηγεί στην επινόηση καταγωγικών μύθων προκειμένου να δικαιολογηθούν αυτές οι επιλογές. Από τα μέσα του 19ου αιώνα κι εξής, με την ίδρυση του ενιαίου ρουμανικού κράτους, η κίνηση αυτή λαμβάνει τη μορφή επίσημης πολιτικής, αναπαράγοντας τις ίδιες θεωρίες κι επεκτεινόμενη σε όλο το χώρο της Νότιας Βαλκανικής. Παρά τον πακτωλό χρημάτων και τα μέσα που διαθέτει ουσιαστικά αποτυγχάνει. Όπως διαπιστώνουν οι ίδιες οι ρουμανικές αρχές τα αποτελέσματα είναι πενιχρά κι αποδεικνύεται οτι οι ενδιαφερόμενοι αποσκοπούν κατά κύριο λόγο σε προσωπικά οικονομικά οφέλη.

Πηγή: ''Οι Μακεδονόβλαχοι (17ος-19ος αι.). Έλληνες Βλάχοι στην κεντροανατολική Ευρώπη. Η αποκατάσταση της αλήθειας'', Ανδρέας Β. Σταματόπουλος & Βασίλειος Α. Σταματόπουλος, Βουδαπέστη 2015.

Σχετικές αναρτήσεις:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η κόσμια κριτική και η ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των σχολιαστών είναι σεβαστή. Σχόλια τα οποία υπεισέρχονται σε προσωπικά δεδομένα ή με υβριστικό περιεχόμενο να μην γίνονται. Τα σχόλια αποτελούν καθαρά προσωπικές απόψεις των συντακτών τους. Οι διαχειριστές δεν ευθύνονται σε καμία περίπτωση για τυχόν δημοσίευση υβριστικού ή παράνομου περιεχομένου στα σχόλια των αναρτήσεων.Τα σχόλια αυτά θα διαγράφονται με την πρώτη ευκαιρία.