Σάββατο, 21 Μαΐου 2016

Θεόδωρος Αναστασίου Καβαλιώτης ή Καβαλλιώτης (1718; - 1789)


~ 'Φωτο: Εξώφυλλο τής «Πρωτοπειρίας» πού βρίσκεται στην 'Αλβανία. Πηγή: Ε. Κεκρίδης, Θεόδωρος Αναστασίου Καβαλλιώτης (1718;-1789) Ο διδάσκαλος του Γένους, σ. 149.

Βιογραφικά 
Χαρακτηρίζεται ως «εκ των ολίγων διδασκάλων του γένους»[562]. 
Φέρεται να γεννήθηκε στην Καβάλα, εξ ου και το προσωνύμιο Καβαλιώτης. Παρ’ όλο που η συγκεκριμένη πληροφορία δεν θεωρείται αυθεντική, το αποδιδόμενο στον λόγιο «πατριδωνύμιο» τον συνδέει αναμφισβήτητα με την πόλη της Καβάλας[563], όπου υπάρχει και οδός επονομαζομένη «Θεόδωρου Καβαλιώτου». 
Το Αναστασίου θεωρείται βέβαιο ότι είναι το πατρώνυμό του, λαμβάνοντας υπ’ όψη το γεγονός ότι «το πατρώνυμο συνοδεύει πάντα το ονοματεπώνυμο του λογίου και κληροδοτείται στον εγγονό (γιό του), σύμφωνα με την ελληνορθόδοξη συνήθεια ο εγγονός να παίρνει το όνομα του πάππου του (από πατέρα)»[564]. 
Γενικά για τη ζωή και το έργο του δεν υπάρχουν αξιόπιστες πηγές, γεγονός που οδήγησε, εκτός από την παραπάνω αναφερόμενη παρερμηνεία του προσωνυμίου και σε άλλου είδους παρανοήσεις. Έρευνες τον παρουσιάζουν ως αλβανό ή και ως ρουμάνο. Οι ερμηνευτικές όμως προσεγγίσεις που προβάλλονται για την τεκμηρίωσή τους δεν θεωρούνται επιστημονικά αποδεκτές και αποδίδονται μάλλον σε εθνικιστικού τύπου διεκδικήσεις δεδομένου ότι και το όνομα και το πατρώνυμό του είναι καθαρά ελληνικά ενώ επιπλέον ο Καβαλιώτης γνώριζε να γράφει και να μιλά άπταιστα ελληνικά και στις δύο μορφές της γλώσσας που χρησιμοποιούνταν την εποχή εκείνη[565]. 

Ζώντας στη Μοσχόπολη, πόλη σε πνευματική άνθηση στις αρχές του 18ου αιώνα[566], είχε τη δυνατότητα να αναπτύξει τις διανοητικές του ικανότητες φοιτώντας στη σχολή εγκύκλιας παιδείας που λειτουργούσε εκεί ήδη από τον 17ο αιώνα[567]. Μαθητής του Ευγενίου Βούλγαρη στα Ιωάννινα όπου εστάλη με υποτροφία του σωματείου των χαλκέων της Μοσχοπόλεως, τον ακολουθεί στην Κοζάνη για τη συμπλήρωση των σπουδών του. 

Το όνομα του Θεοδώρου Καβαλιώτου συνδέθηκε στενά με την Σχολή της Μοσχοπόλεως τη γνωστή με την ονομασία «Νέα Ακαδημία». Η Σχολή λειτουργούσε από τις αρχές του 18ου αιώνα. Το 1744 συμπληρώθηκε η λειτουργία της με μία ανώτερη βαθμίδα και μετονομάστηκε σε «Νέα Ακαδημία» ή «Ελληνικόν Φροντιστήριον»[568]. Σε αυτήν αναφέρεται ότι διδάσκονταν η λογική, η φυσική, η μεταφυσική και η θεολογία, τα μαθηματικά, η αρχαία ελληνική, η λατινική και στοιχεία ποιητικής σε επίπεδο που χαρακτηρίστηκε ακαδημαϊκό με βάση τα χρησιμοποιούμενα διδακτικά εγχειρίδια. Η Φυσική είχε την θέση της στην Ακαδημία, την οποία προσδιόριζε η άποψη που επικρατούσε την εποχή εκείνη γι’ αυτή, άποψη μετριόφρονα σε σχέση με την αποφθεγματική Φυσική του 19ου αιώνα[569]. 
Στη σχολή αυτή αναλαμβάνει διδακτικό έργο ο Θεόδωρος Καβαλιώτης μετά την επιστροφή του στη Μοσχόπολη από τις σπουδές του, ενώ διετέλεσε και Διευθυντής της περισσότερο από μία εικοσαετία (1748- 1769)[570] περίοδο κατά την οποία αποτελεί τον ηγετικό της νου και τη «μεταβάλει σε προπύργιο αντιστάσεως κατά της οθωμανικής τυραννίας και της ετερόδοξης προπαγάνδας». Είχε πλήθος μαθητών[571], οι οποίοι «φώτισαν όχι μόνο τους βαλκανικούς λαούς άλλα συνέβαλαν στη θεμελίωση του νεότερου ευρωπαϊκού πολιτισμού»[572]. 

Μετά την καταστροφή της Μοσχοπόλεως το 1769, την εγκαταλείπει ακολουθώντας το μεταναστευτικό ρεύμα προς την κεντρική Ευρώπη, όπου και εκδίδει το έργο του «Πρωτοπειρία». Το 1773 επιστρέφει στην πατρίδα του και αποτελεί ηγετική μορφή στην προσπάθεια ανασυγκροτήσεως της πνευματικής ζωής. 
Είναι χαρακτηριστική η αναφορά στο τέλος της ζωής του Θεοδώρου Καβαλιώτου στη Μοσχόπολη: «Εδώ θα περάσει τα τελευταία χρόνια της ζωής του, συνεχίζοντας την άσκηση του ιεροδιδακτικού και του συγγραφικού του έργου, τιμώμενος από όλους»[573]. Σημειώνεται απλά από χρονικογράφο στον κώδικα του ναού της Παναγίας: «Το 1789 Αυγουστου 11, ημέραν Δευτέραν επλήρωσε το κοινόν χρέος ο Ιεροδιδάσκαλος και Ιεροκήρυξ Πρωτοπαππάς Θεόδωρος Αναστασίου Καβαλλιώτης. Αιωνία η μνήμη, τρις»[574]. 

Ο επιστήμονας 
Το συγγραφικό έργο του Θεοδώρου Καβαλιώτου αποτελείται από[575]:
α) έργα φιλοσοφικά, κυρίως εκπαιδευτικά βοηθήματα σε επίπεδο ανώτερο της εγκύκλιας παιδείας, σε μορφή τριλογίας (1750-1755): 
1. «Λογική πραγματεία» 
2. «Φυσική πραγματεία» 
3. «Μεταφυσική» 
β) έργα φιλολογικά. 
1. Εισαγωγή γραμματικής (1760, 1764) 
2. Πρωτοπειρία (1770). Θεωρείται το σημαντικότερο έργο του. Περιλαμβάνει το τρίγλωσσο (ελληνικό-βλαχικό-αλβανικό) λεξικό. 
Είναι αξιοπρόσεκτη η αναφορά στη φιλολογική του δράση: «Γνήσιο τέκνο της εποχής του είχε συνειδητοποιήσει ότι ο βαθύς καημός για το φωτισμό του γένους και ο ασυμβίβαστος αγώνας για την αναγέννηση της παιδείας, θα παρέμεναν απλές προθέσεις χωρίς τη σωστή χρήση του γλωσσικού οργάνου. Μόνο αυτή παρείχε τα εχέγγυα μιας πνευματικής αφυπνίσεως και έφερνε στο ιστορικό προσκήνιο τη ρωμαλέα σκέψη των αρχαίων φιλοσόφων, αλλά έδινε και τη δυνατότητα προσεγγίσεως του ιαματικού λόγου της Εκκλησίας»[576]. 
γ) Επίσης αναφέρονται ως δικά του έργα η επιμέλεια του κειμένου μιας Οκτωήχου και η συγγραφή «Ιστορίας της Ακαδημίας της Μοσχοπόλεως», πού δεν σώζεται, ορισμένα έπη σε ομηρική διάλεκτο και «Ποιητική». 

~ Φωτο: Σχέδια πνευματικής μηχανής και βαρομέτρου από τη «Φυσική πραγματεία». Χειρόγραφο Σιατίστης. Πηγή: Ε. Κεκρίδης, Θεόδωρος Αναστασίου Καβαλλιώτης (1718;-1789) Ο διδάσκαλος του Γένους, σ. 127. 

Η «Φυσική πραγματεία» του φέρει τον ακριβή τίτλο: «Φυσική πραγματεία ξυντεθείσα παρά του σοφολογιωτάτου διδασκάλου κυρίου Θεοδώρου Αναστασίου Καββαλιώτου του εκ Μοσχοπόλεως καί παρ' αυτού εκδοθείσα εν τη της ιδίας πατρίδος νεωστί ιδρυ(ν)θείση σχολή»[577]. 
Στο προοίμιο υπερασπίζεται την άποψη ότι η Φυσική θεωρείται βασικός κλάδος της Φιλοσοφίας και δεν νοείται ολοκληρωμένος κύκλος σπουδών χωρίς τη μελέτη της «Ουδέν των εν τω μετά σώματος βίω άλλο και είναι και λέγεσθαι αγαθόν δίκαιον αν είη, ὀρθώς τε και μάλα σαφώς της κρίσεως γενομένης ότι μη το της φιλοσοφίας αύτη γαρ εστί και μόνη το θειότατον άμα πάντων και σωστικότατον. Δια ταύτης άνθρωποι επί του ακρότατου των εφετών αφικούντες και της έσχατης ευδαιμονίας εγκρατείς υπάρχουσιν όντες, θείας φύσεως κατά το δυνατόν και κλήσεως μετασχείν κληρωσάμενοι»[578]. Η Φυσική θεωρείται επιστήμη με μεθοδολογία έρευνας τη λογική και τις μαθηματικές σχέσεις και αντικείμενο έρευνας τη φυσική πραγματικότητα με στόχο την υπηρεσία του ανθρώπου[579].
 
Η στάση του Ορθόδοξου πιστού απέναντι στις Φυσικές Επιστήμες διαγράφονται στη «Φυσική» με σαφήνεια: 
α) Η επιστημονική γνώση οδηγός προς το Θεό: 
Κατ’ αρχήν, όπως αναφέρεται στο απόσπασμα του προοιμίου της Φυσικής που παρατέθηκε παραπάνω, η γνώση της φύσεως οδηγεί όποιον τη μελετά στον Θεό, το ακρότατο των εφετών, όπου μετέχει, κατά τό δυνατόν, θείας φύσεως και βρίσκει την εσχάτη ευδαιμονία. 
β) Κριτική αποδοχή ή απόρριψη των διαφόρων ιδεών και απόψεων. Απαραίτητη προϋπόθεση για την ορθή κρίση η σταθερή πίστη. «Εν γαρ ακραδάντω της πίστεως θεμελίω στερεωθέντας, χάριτι Θεού, μη πάντας απλώς τους φιλοσόφους παραδέχεσθαι, μηδ' αεί, αλλά τους λόγοις αναγκαίοις επί ταις αποδείξεσι χρωμένους και ηνίκα μη απάδοντας εαυτούς παρέχονται τη καθολική εκκλησία τους δέ πιθανώ λόγω παρασύροντας επί το ψεύδος, και παρά ταύτην κανόνα ακριβή και στάθμην της φιλοσοφίας ούσαν φρονούντας και μισείν ως απατεώνας και παντί σθένει πολεμείν ως λυμεώνας»[580]. 
Οι παραπάνω θέσεις του μπορούν να παρομοιαστούν με τις θέσεις του δασκάλου του Ευγενίου Βούλγαρη, παρ’ όλο που η παιδεία του περιελάμβανε και δασκάλους οπαδούς του αριστοτελισμού και άλλους με νεωτεριστικές αντιλήψεις[581]. Διαχωρίζεται το επιστημονικό πεδίο, στο οποίο λειτουργούν οι κανόνες του ορθού λόγου και οι αρχές της επιστήμης, από τη σφαίρα των δογμάτων της πίστεως, όπου δεν είναι δυνατόν να εισχωρήσει η ανθρώπινη διάνοια. Εφ΄ όσον γίνονται σεβαστά τα όρια του κάθε πεδίου και αναγνωρίζονται συγχρόνως και τα όρια της ανθρωπίνης διανοήσεως δεν υπάρχει καμία σύγκρουση ανάμεσά τους[582]. Τις ίδιες θέσεις αποδέχονται και οι περισσότεροι από τους λογίους των μέσων του 18ου αιώνα, οι οποίοι δεν δέχονται άκριτα τις καινούργιες ιδέες αλλά προσπαθούν να συνδυάσουν επιστήμη και φιλοσοφία με την πίστη και τη θεολογία[583]. 

~ Φωτο: Η πρώτη σελίδα της «Λογικής πραγματείας». Πηγή: Ε. Κεκρίδης, Θεόδωρος Αναστασίου Καβαλλιώτης (1718;-1789) Ο διδάσκαλος του Γέ- νους, σ. 37.

Στο ίδιο πνεύμα είναι και οι θέσεις λε΄ και λστ΄ του Καβαλιώτη στη «Λογική Πραγματεία»: 
«Η γαρ επιστήμη και η πίστις ενεργειών αλλήλοις αντικειμένων ουκ ευμοιρούσιν, ει δε ασαφής η πίστις εστί ουκ έστι κατά θέσιν, αλλά κατ' απόφασιν»[584], καθώς και η αναφορά του που βρίσκεται γραμμένη στο περιθώριο του ίδιου έργου «Ότι η πίστις εστίν ασαφής, ως και η υπόληψις αμφιρεπής τω λόγω της αφορμής, και του μέσου, ουχί τω λόγω του αντικειμένου»[585]. 
Παίρνει θέση και στο από τότε συζητούμενο θέμα σχέσεως πίστεως και επιστήμης, έχοντας βάση την εκκλησιαστική διδασκαλία. «Θεωρούσε ως κάκιστη συνήθεια τη διχοτόμηση της αλήθειας, που επιχειρούσαν ορισμένοι φιλόσοφοι της εποχής του, ισχυριζόμενοι ότι άλλα διδάσκει η φιλοσοφία και άλλα δέχεται η πίστη. Προέτρεπε δέ αδίστακτα να αποδοκιμάζονται τέτοιες απόψεις ως παράλογες και γελοίες, γιατί και η φιλοσοφία προς τήν αλήθεια, πού είναι μία και απλή, οδηγεί»[586]. 
Χαρακτηριστικό παράδειγμα της κριτικής του στάσεως αποτελεί η θέση του για την ύλη. Παρ’ όλο που θεωρεί τον Αριστοτέλη ως «κορυφαίο πάντων», αφού εκθέσει τη διδασκαλία του για το συγκεκριμένο θέμα, αναφέρει και την αντίστοιχη του Επίκουρου, η οποία κινείται σε αντίθεση με εκείνη του Αριστοτέλη[587]. Στη συνέχεια, αφού διαπιστώσει τη διαφορά των δύο απόψεων, διατυπώνει τη δική του, η οποία απορρίπτει και τις δύο και προσπαθεί να τις συμβιβάσει με θέση που εμπνέεται από την πνευματική του στάση σε ανάλογα θέματα: «Όντως μεν ουν οι κατ’ Επίκουρον και Αριστοτέλην προς αλλήλους λογομαχούσιν, ημείς δε φιλαληθεία προσκείμενοι μηδετέρων γενώμεθα. Ασαφές γαρ και πάντη αδιάλυτον το ζήτημα, αλλ' ώσπερ ημίν σύνηθες επί τοις αγνοουμένοις νοΐ κτιστώ, είτε καθαρών, είτε των μικτών, ούτω κανταύθα ποιήσωμεν. Τοιαύτη χρώμενοι διαιρέσει. Η ύλη πάντως διαιρείται φύσει, αλλ' oυ γνώσει, διαιρείται δήλον η φύσιν έχει, το δε πέρας της διαιρέσεως γνωστόν, μόνω τω τα πάντα γινώσκοντι Θεώ»[588]. 
Αξιοπαρατήρητο είναι το γεγονός ότι μέσα από τις σελίδες της «Φυσικής» παρελαύνουν πλήθος από ονόματα φιλοσόφων και διανοητών, των οποίων οι γνώμες παρατίθενται, κάτι που καθιστά το συγκεκριμένο σύγγραμμα «μνημείο επιστημονικής πολυφωνίας» ενώ συγχρόνως φανερώνει την πολυμάθεια του συγγραφέα του[589]. 
Μελετητές του τον χαρακτηρίζουν επιφανή διδάσκαλο του Γένους και τον κατατάσσουν μαζί με τους Βούλγαρη, Μοισιόδακα και Γαζή, θεωρούν δε ότι η προσφορά του δεν ήταν μόνον προς την ελληνική παιδεία αλλά και προς τη κατεύθυνση της μορφωτικής αναγεννήσεως και των άλλων βαλκανικών λαών[590].


Η οδός Θ. Καβαλιώτου στην Καβάλα
Πηγή: Χάρτες της Google

Πηγή: Σουλτάνα Λευκοπούλου, Επιστημονική Επανάσταση και Ορθόδοξη Ανατολή -Η περίπτωση του 18ου αιώνα. ΑΠΘ, Τμήμα: Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας, Διπλωματική εργασία, Θεσ/νίκη 2015, (απόσπασμα). Για τεκμηρίωση βλ. σελ. 160-168. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η κόσμια κριτική και η ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των σχολιαστών είναι σεβαστή. Σχόλια τα οποία υπεισέρχονται σε προσωπικά δεδομένα ή με υβριστικό περιεχόμενο να μην γίνονται. Τα σχόλια αποτελούν καθαρά προσωπικές απόψεις των συντακτών τους. Οι διαχειριστές δεν ευθύνονται σε καμία περίπτωση για τυχόν δημοσίευση υβριστικού ή παράνομου περιεχομένου στα σχόλια των αναρτήσεων.Τα σχόλια αυτά θα διαγράφονται με την πρώτη ευκαιρία.