Πέμπτη, 19 Μαΐου 2016

Οι Βλάχοι του Δυρραχίου και των Τιράνων


Ο παλιός Ι. Ναός του Αγ. Προκοπίου στα Τίρανα
Οι πρώτοι χριστιανοί που ήρθαν στα Τίρανα μετά τον εξισλαμισμό της Αλβανίας ήταν οι Βλάχοι, οι οποίοι ήρθαν από το νότο τον 18ο αιώνα. 
Οι Βλάχοι για να κρατήσουν ζωντανή την πίστη και τις παραδόσεις τους έχτισαν την εκκλησία του Αγίου Προκοπίου το 1780, ο οποίος έγινε προστάτης της βλάχικης κοινότητας των Τιράνων. Το 1939, ο ναός αυτός κατεδαφίστηκε με απόφαση της αλβανικής κυβέρνησης σύμφωνα με το σχέδιο της πολεοδομίας των Τιράνων, όμως δόθηκαν σαν αποζημίωση 2,5 εκατομμύρια αλβανικά φράγκα στην ενορία και έτσι οι Βλάχοι έχτισαν άλλο ναό εκεί που σήμερα είναι η τεχνητή λίμνη των Τιράνων! 
Επίσης ο συγγραφέας αναφέρει ότι, και την εκκλησία του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου (που αργότερα κατεδαφίστηκε) την έχτισαν οι Βλάχοι. Αυτό δείχνει ότι στα Τίρανα υπήρχαν μόνο μουσουλμάνοι. Οι μοναδικοί χριστιανοί ήταν οι Βλάχοι!!

[Πηγή: Spiro Vasil Mëhilli, Tirana 1920-1944]

Έμπρακτη στοργή για τους αλύτρωτους Έλληνες εκδηλώνουν και οι μεγάλοι εθνικοί ευεργέτες με ευνόητη προτίμηση στον τομέα της παιδείας: ''Τα Ζωγράφεια Διδασκαλεία από τη μια μεριά και τα περίφημα σχολεία του Αργυροκάστρου, της Κορυτσάς, της Μοσχοπόλεως, της Χειμάρρας, της Πρεμετής, του Λαμπόβου, της Πολύτσανης, της Σωπικής, της Δρόβιανης, του Δελβίνου κ.τ.λ συνολικά 360, ανδρωμένα με τις γενναίες επιχορηγήσεις των μεγάλων ευεργετών Αδελφών Ζάππα, Αρσάκη, Σίνα, Ζωγράφου, Μπάγκα, Δούκα και άλλων, με τους 25.000 μαθητές τους, φέρανε μια πραγματική άνθηση της παιδείας και των γραμμάτων στην περιοχή, δημιούργησαν μια ακτινοβολία έξω και πέρα απ' αυτή, και άφησαν μιά λαμπρή παράδοση παιδείας, μοναδική για ένα τόσο μικρό τόπο σε τέτοια εποχή''[41]. 

Δυρράχιο
Ο δε αντιπρύτανις του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Γ. Πλουμίδης προσκομίζει καταπληκτική πληροφορία: 
''Ως υπόδειγμα καλού σχολείου αναφέρεται εκείνο της Ελληνικής Κοινότητας Δυρραχίου. Εκεί τα 2.400 μέλη της κοινότητας (το 1/3 του πληθυσμού) συντηρούσαν λύκειο με 140 μαθητές και παρθεναγωγείο με 100 μαθήτριες''[42]. Το Δυρράχιο άλλως τε ένα αιώνα μετά την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους, κατά τον V. Berard, ''παραμένει κουτσοβλαχικό λιμάνι..''[43].

Οι προηγούμενες περικοπές των δυο πανεπιστημιακών καθηγητών, Πλουμίδη - Berard, επιβεβαιώνονται με αρχειακές πηγές, κατά τις οποίες και οι Βλάχοι των Τιράνων, επικείμενης της Απογραφής του 1905 [από τον Χιλμή Πασά], δηλώνουν άφοβα και κατηγορηματικά στον Ρουμάνο διπλωμάτη Burileanu, που καταφθάνει από τη Ρώμη προς αποτροπή τους από την εδραία απόφαση να επαναλάβουν για μια ακόμη φορά ότι δεν ανήκουν στη Ρουμανία αλλά στην Ελλάδα! 

[Πηγή: Αχ. Λαζάρου, Ελληνισμός και Λαοί Νοτιοανατολικής Ευρώπης, Τόμος Α', Αθήνα 2009, σελ. 59-60]

Δυρράχιο, φωτο: Γ. Ροδινός
Η καθηγήτρια του πανεπιστημίου Ιωαννίνων Ελευθερία Νικολαϊδου, σύμφωνα με αρχειακές πηγές, αποκαλύπτει:
''Σε λίγους μήνες και με προοπτική ότι κατά τις αρχές του 1906 θα διενεργόταν από την τουρκική κυβέρνηση γενική απογραφή του πληθυσμού, κατά την οποία οι Ρουμάνοι επιδίωκαν να πετύχουν καταγραφή του βλαχόφωνου στοιχείου με το χαρακτηρισμό του ως Βλαχ μιλιέτ, η κατάσταση έγινε πιο απειλητική. Η ρουμανική κυβέρνηση διέταξε τον ακόλουθο της Πρεσβείας της στη Ρώμη Burileanu να επισκεφθή τους βλαχόφωνους πληθυσμούς της περιοχής Δυρραχίου για να πετύχη τη συμμετοχή τους στη ρουμανική κίνηση. Η τουρκική κυβέρνηση του επέτρεψε την ελεύθερη διακίνηση και οι τοπικές αρχές του εξασφάλισαν όλες τις διευκολύνσεις. Από το Δυρράχιο έφτασε εκεί στις 4.10.1905, πήγε στα Τίρανα, όπου χωρίς τήρηση προσχημάτων αγωνίστηκε να προσηλυτίση τους βλαχόφωνους. Οι βλαχόφωνοι των Τιράνων, πιστοί στην ελληνική ιδέα, με σθένος απάντησαν ότι τίποτα το κοινό δεν σενέδεε τη Ρουμανία μ αυτούς, οίτινες στερρώς εχόμενοι των πατρώων, δεν θα επιτρέψωσι σκάνδαλα και ζιζάνια και ότι αι υποσχέσεις αυτού περί ιδρύσεως σχολής με πολλάς γλώσσας, και Εκκλησίας μεγαλοπρεπούς και προστασίας ισχυράς υπό την αιγίδα της Ρουμανίας, σκοπούσης, ως είπε, να συστήσει και Προξενείον εν Δυρραχίω δεν δύνανται να μειώσωσι την απεριόριστον αγάπην των προς την Ελλάδα. Πρόσθεσαν επίσης πως κάθε απόπειρα δελεασμού τους με χρήματα ή άλλα μέσα θα ναυαγούσε, όπως είχε γίνει στο παρελθόν. Ακόμη και αυτή η βία αν χρησιμοποιόταν από τους βέηδες της περιοχής, όπως είχε γίνει πριν πέντε χρόνια, ύστερα από συμφωνία των βέηδων με τη ρουμανική κυβέρνηση δεν θα απέδιδε''[44]. Ο Ρουμάνος ακόλουθος απογοητευμένος από τα αποτελέσματα των προσπαθειών του στα Τίρανα ξαναγύρισε στο Δυρράχιο...''[149].

Δυρράχιο, το λιμάνι γύρω στα 1900
Για το Δυρράχιο, σχεδόν σύγχρονα, ο Berard αποδίδει την αλήθεια, όταν αφηγείται: 
''Ο ελληνισμός στρατολογεί τους οπαδούς του ανάμεσα στους ορθόδοξους αυτούς Αρβανίτες και στους Κουτσόβλαχους. Η πόλη μπορεί να είναι ιταλική, το προάστιο όμως είναι ελληνικό. Σε όλα τα υπαίθρια καφενεία μιλούν ελληνικά. Πάνω από τα τεζάκια βρίσκονται τα πορτρέτα του Γεωργίου του Α' και του πρωθυπουργού του, του κ. Τρικούπη. Κάτω από τα πλατάνια μια συντροφιά φουστανελλοφόρων πίνουν και τραγουδούν με την κιθάρα ένα αργόσυρτο τραγούδι του Αρχιπελάγους...
Όλο το εμπόριο της νότιας Αλβανίας το είχαν τότε στα χέρια τους (οι Κουτσόβλαχοι). Από τη Μοσχόπολη (κοντά στην Κορυτσά), το Συρράκο, τους Καλαρρύτες, το Μέτσοβο και τη Λάρισσα, κέντρα της Άνωβλαχίας, εξακτινώνοντας στην περιοχή, μοιράζοντας τα προϊόντα της εργασίας τους -δέρματα, πετσιά, ασημικά, κάπες, μαλλί και χαλιά- είτε τα εμπορεύματα της Ευρώπης, που λάβαιναν από τους οίκους τους στο Λιβόρνο, τη Βιέννη και το Άμστερνταμ. Το Δυρράχιο ήταν το φυσικό τους λιμάνι για τις σχέσεις με τον Αγκώνα, τη Ραγούζα ή τη Βενετία. Ύστερα από την ελληνική επανάσταση οι Βλάχοι αυτοί, που αγωνίστηκαν με το πουγκί τους και το αίμα τους για την ελευθερία, μετανάστευσαν σε μεγάλο αριθμό στο νεοσύστατο ελληνικό βασίλειο....
Μολαταύτα, έναν αιώνα μετά το Δυρράχιο παραμένει κουτσοβλαχικό λιμάνι...''[150].

[Πηγή: Αχ. Λαζάρου, Ελληνισμός και Λαοί Νοτιοανατολικής Ευρώπης, Τόμος Β', Αθήνα 2009, σελ. 56-57]

Θ’ ακουστεί, ίσως, παράξενο και προκλητικό, είναι όμως διαπιστωμένο ότι η μνήμη και το στόμα των Βλάχων στάθηκαν αντίστοιχα το μεγαλύτερο αρχείο συντήρησης και διάδοσης του ελληνικού δημοτικού τραγουδιού. Τα επαγγέλματά τους ζητούν τη συντροφιά του τραγουδιού, κυρίως αυτό του αγωγιάτη και του βοσκού. Η μετακίνηση ολόκληρων μαζών από το βουνό στον κάμπο και αντίστροφα, τα απανωτά ταξίδια που κάνουν αγωγιάτες, έμποροι και τεχνίτες τόσο σε διάφορα κέντρα του ελληνικού χώρου όσο και στην περιφέρειά του τους δίνουν την ευκαιρία ν’ ακούσουν, να μάθουν και να τραγουδούν ελληνικά δημοτικά τραγούδια. Δεν τραγουδούν μόνον, αλλά και δημιουργούν ελληνικά τραγούδια. Και καθώς δεν είχαν για μητρική γλώσσα κάποιο νεοελληνικό ιδίωμα, τα ελληνικά που μιλούν είναι τόσο καθαρά, ώστε θα τα ζήλευε κι ένας ακόμη Αθηναίος, όπως παρατηρεί ο Victór Berár για Βλάχους, μάλιστα από το Δυρράχι και τη Β. Μακεδονία, που τους γνώρισε και τους άκουσε από κοντά.

[Πηγή: Η σχέση των Βλάχων με την εθνική τους γλώσσα, την ελληνική. Ομιλία του ομότιμου καθηγητή Γλωσσολογίας του ΑΠΘ κ. Αντώνη Μπουσμπούκη στην 4η συνδιάσκεψη της Παγκόσμιας Βλάχικης Αμφικτιονίας, βλ. εδώ.]

Σε άλλο σημείο της συγγραφής του, ο καθηγητής του Πανεπιστημίου της Σορβόννης V. Berard, αποκαλύπτει και τα εξής:
''Η βλάχικη συνοικία του Ελβασάν, όπως και η άλλη του Πεκίνι, σημειώνει κι αυτή ένα σταθμό στο μεγάλο εμπορικό δρόμο των Βλάχων από την Πίνδο στο Δυρράχιο. Οι Βλάχοι αυτοί έχουν δική τους εκκλησία, τη δική τους γλώσσα και τα δικά τους σχολεία... Ελληνικός ο κλήρος τους, ελληνική η λειτουργία τους.. 
Και στα δυό τους σχολεία, αρρένων και θηλέων η διδασκαλία γίνεται στα ελληνικά, οι ίδιοι μιλούν βλάχικα στην συνοικία τους και ελληνικά ή αρβανίτικα στο παζάρι. Κι αυτοί επίσης στέλνουν σπουδαστές στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Κοντολογίς έχουν ελληνική συνείδηση και δηλώνουν Έλληνες''.

Δυρράχιο - Dyrrachium (or Epidamnus)
Epirus Nova or Illyria Graeca
Ωστόσο παρά την παταγώδη αποτυχία στο εγχείρημά του ο Burileanu επανεμφανίσθηκε το 1912 προβάλλοντας τις ρουμανικές διεκδικήσεις και στο ιταλικό κοινό με ιταλόγλωσσο δημοσίευμα, επιγραφόμενο οι Ρουμάνοι της Αλβανίας. Αλλά αυτή τη φορά έχει αντιμέτωπο τον Ελληνόβλαχο Σπυρίδων Λάμπρο, ο οποίος με ιταλόγλωσσο επίσης άρθρο αντικρούει την προπαγάνδα της Ρουμανίας και των μισθωτών πρακτόρων της, στους οποίους συγκαταλέγει και τον G. Weigand ονομαστικά: 
''ο Ρουμάνος ούτος περιηγητής του οποίου αι πληροφορίαι δέον να γίνωσι δεκταί μετά πάσης επιφυλάξεως (αι προκαλέσασαι την διαμαρτυρίαν και αυτών των αλβανοφίλων της Ιταλίας) ισχυρίζεται ότι της Μοσχοπόλεως οι κάτοικοι ''ελάχιστα γνωρίζουσι την ελληνικήν, τινές δε εξαυτών αγνοούσιν αυτήν τελείως''. Ενώ όμως παραδέχεται ότι τα τοπικά άσματα είναι ελληνικά, ο ρουμάνος ιεραπόστολος ελέγχεται ως μη δυνάμενος να αποκρύψη την αλήθειαν της αναμφισβητήτως ελληνικής συνειδήσεως εν μια εκ των χωρών ένθα οι την ρουμανικήν ιδέαν εξυπηρετούντες... εφαντάσθησαν ότι ανεύρον τον Ρουμάνον... υπό την επιδερμίδα του Κουτσοβλάχου, συγκατοικούντος μετά του Έλληνος εν αγαστή αρμονία, ενίοτε δε εν αφομοιώσει αμφοτέρων των γλωσσικών ιδιωμάτων, πάντοτε όμως εν αδιασπάστω ενότητι, εν τη ειλικρινεί της ελληνικής συνειδήσεως εμμονή''. 
Παράλληλα ο Σπ. Λάμπρος έσπευσε και στην υπεύθυνη και έγκυρη ενημέρωση της ελληνικής κοινής γνώμης, καθώς και των λεγομένων αρμοδίων, δημοσιεύοντας άρθρο επιγραφόμενο Ηπειρωτικά!

[Πηγή: Αχ. Λαζάρου, Σπυρίδων Λάμπρου, π. βλ. εδώ]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η κόσμια κριτική και η ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των σχολιαστών είναι σεβαστή. Σχόλια τα οποία υπεισέρχονται σε προσωπικά δεδομένα ή με υβριστικό περιεχόμενο να μην γίνονται. Τα σχόλια αποτελούν καθαρά προσωπικές απόψεις των συντακτών τους. Οι διαχειριστές δεν ευθύνονται σε καμία περίπτωση για τυχόν δημοσίευση υβριστικού ή παράνομου περιεχομένου στα σχόλια των αναρτήσεων.Τα σχόλια αυτά θα διαγράφονται με την πρώτη ευκαιρία.