Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2016

Οι εμπορικές επαφές των Μακεδόνων και Ηπειρωτών Βλάχων με την Βενετία στο λιμάνι του Δυρραχίου


Κατά τον 18ο αι. μια σειρά ιστορικών συγκυριών μετατόπισε το εμπόριο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από τις ανατολικές στις δυτικές επαρχίες. Το εμπόριο λοιπόν συγκεντρωνόταν ολοένα και περισσότερο προς τη Μικρά Ασία και την Ευρωπαϊκή Τουρκία. Η τελευταία προσέλκυσε σημαντικό μέρος του εμπορίου που διενεργούνταν μεταξύ Δύσης και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, έτσι ώστε να αναπτυχθεί οικονομικά με ταχείς ρυθμούς.
Από τα τέλη του 16ου αι. τα συμπτώματα παρακμής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας γίνονταν αισθητά στην οικονομία της. Από νωρίτερα η Πύλη είχε αναγκαστεί να συνάψει μονομερείς εμπορικές συμφωνίες με τις χώρες της Δύσης, συμφέρουσες οικονομικά για τους Δυτικούς εμπόρους, προκειμένου να λάβει πολιτικά ανταλλάγματα. Αυτές οι προνομιακές, για τις χώρες της Δύσης, εμπορικές συνθήκες είναι γνωστές ως διομολογήσεις και οφείλονται στην παρακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η οποία επέτρεψε την οικονομική διείσδυση των ευρωπαϊκών χωρών στα εδάφη της.
Ως τα μέσα του 16ου αι. το εμπόριο της Ανατολής βρισκόταν υπό τον έλεγχο της Βενετίας. Από το β΄ όμως μισό του την κυρίαρχη θέση στο ανατολικό εμπόριο κατείχε η Γαλλία, η οποία εξασφάλισε προνομιακό εμπορικό καθεστώς με βάση τις διομολογήσεις που πέτυχε το 1535 και εξής. Ευνοϊκές διομολογήσεις πέτυχε σταδιακά η Αγγλία, η Ολλανδία και αργότερα η Αυστρία (το 1699 και το 1718). Όσο για τη Βενετία, μετά την απώλεια της Κρήτης το 1669, το εμπόριο που διεξήγε με την Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν ήταν τόσο ευνοϊκό. Ο δασμός που κατέβαλλαν οι έμποροί της ανερχόταν στο 5%, ενώ οι έμποροι των άλλων χωρών κατέβαλλαν 3%.[1]

Ωστόσο, οι εμπορικές επαφές των Ηπειρωτών και των Μακεδόνων με τη Βενετία συνεχίστηκαν καθ’ όλο τον 18ο αι. Τα εμπορεύματα φορτώνονταν σε καραβάνια και έφταναν στο λιμάνι του Δυρραχίου, από όπου διακινούνταν προς τη Βενετία και από κει στην κεντρική Ευρώπη. Οι Βαλκάνιοι πραγματευτάδες συγκέντρωναν μεγάλες ποσότητες από μαλλιά, βαμβάκι, δέρματα, κόκκινα νήματα, μετάξι, κρόκο και άλλα εμπορεύματα και τα προωθούσαν στο λιμάνι του Δυρραχίου, το οποίο ήταν η πλησιέστερη σκάλα προς τη Δύση. Από τη Βενετία εισήγαν υφάσματα, κοσμήματα, γυαλικά, καθρέφτες, πορσελάνες, ωρολόγια, χαρτί και άλλα βιομηχανικά προϊόντα. Ουσιαστικά η Οθωμανική Αυτοκρατορία εξήγε ακατέργαστα προϊόντα και εισήγε κατεργασμένα.[2] Στη διεκπεραίωση αυτού του εμπορίου απασχολούνταν εμπορικοί πράκτορες, παραγγελιοδόχοι και μεταφορείς.

Ενδεικτικό έγγραφο στο οποίο καταχωρίζονται οι εμπορικές επαφές των Ελλήνων Οθωμανών υπηκόων με τη Βενετία είναι η επιστολή που έστειλε στις 8 Φεβρουαρίου 1699 ο πρόξενος της Γαλλίας στο Δυρράχιο στον Υπουργό των Ναυτικών, η οποία δίνει αξιόλογες ειδήσεις για το εμπόριο που διενεργούνταν μεταξύ Βαλκανικής χερσονήσου και Βενετίας. Γράφει λοιπόν ότι υπάρχουν εκατό έμποροι, «Τούρκοι ή Έλληνες», εγκατεστημένοι στη Βλαχία, στη Σκόδρα, στο Ελβασάν, στη Μοσχόπολη, στη Σιάτιστα, στα Ιωάννινα και στη Θεσσαλονίκη, οι οποίοι διενεργούν το παραπάνω εμπόριο.[3]
Σταδιακά όμως παρατηρείται κάμψη του βενετσιάνικου εμπορίου και μείωση της εμπορικής κίνησης του λιμανιού του Δυρραχίου. Κυρίως μετά το 1760 οι έμποροι θα εγκαταλείψουν το εμπόριο με τη Βενετία και θα στραφούν προς τη Βιέννη για να αποφύγουν τους βαριούς φόρους που είχε επιβάλει η Ενετική Δημοκρατία.[4] Η νέα πραγματικότητα που είχε δημιουργηθεί δεν ήταν άσχετη με τις πολιτικές και οικονομικές ανακατατάξεις στον χώρο της Ευρώπης. Ήδη η Ενετική Δημοκρατία βρισκόταν σε παρακμή, ενώ η αυτοκρατορία των Αψβούργων είχε αναδυθεί σε κυρίαρχη δύναμη του ευρύτερου χώρου. Τη νέα πραγματικότητα που είχε δημιουργηθεί επιβεβαιώνουν οι προξενικές εκθέσεις.
Σύμφωνα λοιπόν με έκθεση του Βενετού πρόξενου στο Δυρράχιο, με ημερομηνία 1 Σεπτεμβρίου 1744, «…τα μαλλιά ήρχισαν να λείπουν εφέτος, διότι ήλλαξαν τον προορισμόν των. 500 περίπου χιλιάδες οκάδες πλυμένων μαλλιών εφορτώθησαν διά την επικράτειαν του βασιλέως της Ουγγαρίας, όπου κατασκευάζουν ρούχα διά τον στρατόν, και εν μέρος εστάλη εις την πανήγυριν της Λειψίας. Δύο Έλληνες έμποροι εκ Σιατίστης, ως και άλλοι δύο εξ Ιωαννίνων, έλαβον την εξουσιοδότησιν εκ της Ουγγαρίας να αγοράσουν μαλλιά εις οιανδήποτε τιμήν και ως εκ τούτου διάφοροι έμποροι, που τα προόριζαν διά την Βενετίαν, τα επώλησαν εις τους ανωτέρω με πολύ καλήν τιμήν…».[5]
Στις 8 Ιουλίου 1745 ο Βενετός πρόξενος του Δυρραχίου επισήμανε εκ νέου τη δυσάρεστη τροπή που είχε λάβει το βενετικό εμπόριο. Έγραφε ότι «εφέτος καθυστερούν αι φορτώσεις μαλλιών, τα οποία άλλοτε ήρχοντο ενωρίτερα εις τον λιμένα. Αυτή η βραδύτης προδίδει την κατάπτωσιν του εμπορίου τούτου. Το αίτιον δέον να αποδοθή εις το γεγονός, ότι πολλοί έμποροι εργάζονται ήδη με την Ουγγαρίαν, αποστέλλοντες εκεί τα μαλλιά και τα άλλα εμπορεύματά των, εις την πώλησιν των οποίων επιτυγχάνουν εκεί καλλιτέρας τιμάς από τας της Βενετίας. Μερικά δε ποσά μαλλιών, κηρού και δερμάτων, εγκατέλειψαν το Δυρράχιον και κατευθύνονται προς τον λιμένα της Θεσσαλονίκης· άλλαι δε μικραί μερίδες νημάτων, μετάξης και βάμβακος, αποστέλλονται εις Σαγιάδα· τέλος διά ξηράς διέρχεται ποσόν τι εμπορευμάτων των εκ Βοσνίας εμπόρων, οι οποίοι τα αγοράζουν εις την Μακεδονίαν…».[6]
Άλλη προξενική έκθεση, με ημερομηνία 2 Φεβρουαρίου 1761, αναφέρει: «Προ καιρού 16-18 πλοία εφόρτωνον κατ’ έτος μεγάλα ποσά. Τώρα κατέπεσεν η κίνησις. Μόλις φεύγουν 2500 δέματα μαλλιών και 600-700 δέματα δερμάτων και κηρού. Το μεγαλείτερον μέρος κατευθύνεται προς την Θεσσαλονίκην. Εξ αιτίας, άλλως τε, των ναυαγίων, που συνέβησαν κατά το πρόσφατον παρελθόν, πολλοί Έλληνες έμποροι εκ Μοσχοπόλεως, Σιατίστης, Αχρίδος και Μαλοβίστας, κατεστράφησαν. Τώρα οι περισσότεροι εξ αυτών πηγαίνουν διά ξηράς εις Βελιγράδιον και Γερμανίαν και συναλλάσσονται με τα μέρη εκείνα, εγκαταλείψαντες οριστικώς το Δυρράχιον…».[7] Ασφαλώς η οικονομική και πολιτική ύφεση της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας είχε επιπτώσεις και στους Έλληνες πάροικους της πόλης.

Πηγή: Στέφανος Τσιόδουλος, Η κοσμική ζωγραφική στη βόρεια Ελλάδα (18ος-19ος αιώνας). Ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο , σελ. 1-3, βλ. εδώ.

Σχετικές αναρτήσεις:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η κόσμια κριτική και η ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των σχολιαστών είναι σεβαστή. Σχόλια τα οποία υπεισέρχονται σε προσωπικά δεδομένα ή με υβριστικό περιεχόμενο να μην γίνονται. Τα σχόλια αποτελούν καθαρά προσωπικές απόψεις των συντακτών τους. Οι διαχειριστές δεν ευθύνονται σε καμία περίπτωση για τυχόν δημοσίευση υβριστικού ή παράνομου περιεχομένου στα σχόλια των αναρτήσεων.Τα σχόλια αυτά θα διαγράφονται με την πρώτη ευκαιρία.