Τρίτη, 4 Οκτωβρίου 2016

Παλαιομανιώτισσα Ριμένα - Κ. Κέκου


Η μητέρα της κ. Κ. Κέκου
Γράφει η Κ. Κέκου

Τα παιδικά μου χρόνια τα έζησα σε ένα σπίτι, στο οποίο συγκατοικούσαμε έξι γυναίκες, δηλαδή οι τρεις αδελφές μου, η μητέρα μου και η γιαγιά μας, η μάια. Υπήρχε φυσικά και ο πατέρας ο οποίος όμως, αφού δούλεψε μακριά μας επτά χρόνια στην Γερμανία, όταν γύρισε ασχολήθηκε κυρίως με εξωτερικές δουλειές στα χωράφια. Έβλεπα τον ίσκιο του συνέχεια και παντού αλλά τον ίδιο σπανιότερα. Στο σπίτι μας επίσης πολύ τακτικά είχαμε επισκέψεις από την αδελφή της μητέρας μου την Τέτα, και τις δυο της κόρες. Έτσι πολύ συχνά μαζευόμασταν όλες μαζί γύρω από την μητριαρχική φιγούρα της μάιας, είτε στην αυλή το καλοκαίρι είτε στο τζάκι το χειμώνα, κάνοντας τις περισσότερες παιδικές μου αναμνήσεις να είναι συνυφασμένες έντονα με τη γυναικεία παρουσία στις δεκαετίες κυρίως του '70 και '80, ως παιδί και ως έφηβη.
Σε αυτές τις μνήμες σημαντικό ρόλο παίζουν θυμάμαι οι συνάξεις των γυναικών, συνήθως τις Κυριακές το απόγευμα (ημέρα υποχρεωτικής θρησκευτικής αργίας) με τα σκαμνάκια μας στις αυλές με τα γεράνια και τους βασιλικούς ανάμεσα στις αυτοσχέδιες τενεκεδένιες και ασβεστωμένες γλάστρες. Κάθε φορά μπορεί να ήταν διαφορετικές αυλές, αλλά τα πρόσωπα ίδια, με πρωταγωνιστικό ρόλο να παίζουν οι γιαγιάδες με καλό αφηγηματικό λόγο, που γνώριζαν ιστορίες ανθρώπων και παλιά «αμαρτήματα» από γενιές πίσω, σαν διηγήσεις βιβλίων, τα δικά μας παραμύθια. Αυτές οι ηλικιωμένες γυναίκες είχαν και άλλους ρόλους. Μπορεί να μην ακολουθούσαν στα χωράφια τους γιους ή τις νύφες, όμως μαγείρευαν, κρατούσαν τα μωρά, τα παιδιά των παιδιών του όταν αναγκάζονταν να γίνουν μετανάστες στη Γερμανία και φυσικά είχαν επιφορτιστεί με το δασκάλεμά τους. «Ντρόμι σώμα ντρόμι μίντια / κοιμάται το σώμα κοιμάται και το μυαλό» φώναζε η ηλικιωμένη γειτόνισσα κάτω από το παράθυρό μου που είχε επιφορτιστεί με το ξύπνημα όλης της οικογένειας. 
Είχα λοιπόν την τύχη ως μικρότερη (νίκα) στην οικογένεια, να ακούω συχνά τη φράση «σαν πολλές δεν ήμαστε βγες καμιά βόλτα» που με στελνε στα σοκάκια του χωριού ή ακόμα καλύτερα μακριά από τις δουλειές των χωραφιών. Και όταν με παίρνανε που και που στην αγορά του Αγρινίου η μάνα μου δήλωνε με συγκατάβαση σε όποιον τη ρωτούσε για την οικογένειά της «αχ να ζήσεις, δεν μου έδωσε ο Θεός παιδιά, ας είναι, έχω όμως τέσσερα κορίτσια!». Αν και απείχε φυσικά από τη ψύχωση της «Φραγκογιαννούς» είχε όμως την πεποίθηση ότι ήταν άτυχη γιατί απέτυχε να γίνει «αγορομάνα». Προσωπικά ως παιδί δεν με ένοιαζε γιατί μου αρκούσε, που όταν γύριζε κατάκοπη από τα χωράφια με αναζητούσε για να με πάρει αγκαλιά, να με προλάβει δηλαδή πριν με πάρει ο ύπνος. Ήμουν στα αλήθεια τυχερή καθώς ήμουν και η μικρότερη και το κυριότερο, χωρίς αδελφό για να αποσπά ανισομερώς της αγάπη της. 
Ανασύρω μνήμες ποτισμένες με την αγωνία της μάνας μου μεταξύ του μαζέματος καπνού, βαμβακιού στο Βάλτο, ελιάς και σπιτικών δουλειών, της φροντίδας του κατάκοιτου παππού μας, να παίρνει 2-3 ασπιρίνες την ημέρα. Έτσι προλάβαινε επιπλέον στην ταράτσα του σπιτιού μας να υφάνει στον αργαλειό λίγα εκατοστά από το φύλλο της 5η 6ης 12ης ούτε που κράτησα λογαριασμό, φλοκάτης και τη μάια να τη συνοδεύει γνέθοντας ή ξαίνοντας μαλλί. Και όταν ερχόταν ο χειμώνας με λίγα κάρβουνα στο φαράσι για τα ξυλιασμένα πόδια, να προλάβει μήπως και έρθουν οι γαμπροί νωρίς και βρουν οι πεθερές τα κορίτσια της χωρίς προικιά, κλέβοντας έτσι ώρες ολόκληρες από την ξεκούραση. Για γράμματα ούτε που το φανταζόταν καθώς σήμαινε έξοδα και φασαρίες ενώ το σπίτι ήθελε χέρια και βοήθεια. Άλλωστε τα κορίτσια που έφευγαν από το σπίτι τους από μικρές ξελογιάζονταν και «ντρόπιαζαν» τα σπίτια τους εάν δεν είχαν έναν αδελφό να τις προσέχει.
Τη σκυτάλη στη συνέχεια την έπαιρνε η πρωτότοκη κόρη η οποία σαν μεγαλύτερη έπρεπε να βοηθά στο ζύμωμα του ψωμιού (10 καρβέλια και βάλε), στο πλύσιμο των ρούχων, στο καθάρισμα του σπιτιού και φυσικά στα καπνά δηλαδή στο φύτεμα, στο μάζεμα και στο ξεβεντάκισμα, στα βαμβάκια, στις ελιές στο σκάλισμα και όπου αλλού πήγαιναν οι γονείς, πριν ακόμα τελειώσει το Δημοτικό. Μια μικρομάνα ήταν η μεγάλη μου αδελφή σιωπηλή, εργατική και στοργική που μόνο και μόνο για αυτό έχει ακόμα τον απεριόριστο θαυμασμό μου. Αισθάνομαι που και που ενοχές γιατί θεωρώ ότι τα παιδικά της χρόνια ήταν κλεμμένα και ας λένε ότι έτσι συνέβαινε σε όλα τα σπίτια των κοριτσιών. 
Η μόνη ψυχαγωγία για μας, που δεν περνούσαμε από τα καφενείο ούτε από μακριά, ήταν την Κυριακή που η μεγαλύτερη βόλτα ήταν μέχρι την εκκλησία του χωριού φορώντας τα καλά μας και ξανά πίσω στο σπίτι προσέχοντας να είμαστε σοβαρές. Γεγονότα σημαντικά ήταν και οι γάμοι που καθώς δεν μας δίνονταν πολλές ευκαιρίες για διασκέδαση πηγαίναμε ακάλεστες και παρακολουθούσαμε το γλέντι όρθιες, τουλάχιστον μέχρι να χορέψει η νύφη. Η νύφη από μόνη της ήταν μια απόμακρη, αινιγματική και σιωπηλή φιγούρα καθώς καθόταν, υπομονετικά σχεδόν στωικά στημένη και ντυμένη με το νυφικό ώρες ολόκληρες από το πρωί της Κυριακής του γάμου μέχρι την ώρα του μυστηρίου (τα στέφανα) για να μαζέψει από το χωριό τα χρήματα-κεράσματα του γάμου. Θυμάμαι νύφες πολλές μα από όλα μου έκανε εντύπωση το κλάμα τους την ώρα που τους λέγανε ότι ήρθε η στιγμή να φύγουν για την εκκλησία και να αφήσουν το πατρικό τους. Τις κόβανε από τις ρίζες τους μα γρήγορα ήταν εκπαιδευμένες να κάνουν άλλες αλλού. Εκ των υστέρων κατανοώ αυτό το κλάμα και ιδιοτελώς σκεπτόμενη χαίρομαι που το πατρικό μου σπίτι, χώρος γεννήσεων και θανάτων τουλάχιστον 5 γενεών, έμεινε τελικά σε μένα γιατί δεν υπάρχει αδελφός να το δικαιούται.
Στο περιβάλλον που μεγάλωσα ανακάλυψα σχετικά γρήγορα τον κώδικα που ανέτρεφε το φύλο μου και από τον οποίο δύσκολα κανείς ξέφευγε. Πρώτα από όλα υπήρχε ο λόγος του άντρα του ή μεγάλων αδελφών οι οποίοι εάν θέλανε μπορούσαν να σπουδάσουν ή να οδηγήσουν αγροτικό ή τρακτέρ και άρα να είναι και χρήσιμοι. Το δεύτερο ήταν ότι ο καλός ο γάμος βασιζόταν στον χαρακτήρα και στη συμπεριφορά των κοριτσιών, η οποία διαφυλασσόταν αυστηρά και αμείλικτα πρώτα από όλα από τις ίδιες τις μανάδες τους. Επίσης ήταν γεγονός ότι από τη στιγμή που ο γονιός θεωρούσε ότι το παιδί του, ακόμα και τα αγόρι, μπορούσε να βοηθήσει όσο μικρό και αν ήταν τον έπαιρνε μαζί στη δουλειά στα χωράφια, στα ζώα, στα δέντρα παντού. Με απογοήτευση θυμάμαι ακόμα αλλά και με απορία όταν η γιαγιά μιας συμμαθήτριας μου έκλεισε κατάμουτρα την πόρτα όταν τέλειωσα την έκτη Δημοτικού και πήγα για το συνηθισμένο πέρασμα από τα σπίτια των φιλενάδων μου λέγοντας «το κορίτσι μας το έχουμε για παντρειά και όχι για τα σοκάκια!». Στο θέμα του γάμου και οι δυο γονείς μας εύχονταν να πέσουμε σε «καλά χέρια» γιατί φυσικά δεν θα μπορούσαμε να γυρίσουμε σε καμιά περίπτωση πίσω, κάτι που και εμείς θεωρούσαμε αυτονόητο πως δεν θα γίνει ποτέ!
Ένα άλλο κεφάλαιο της γυναικείας παρουσίας ήταν οι γυναίκες των παλαιότερων γενιών από τη δική μου, που ήταν στην πλειοψηφία τους μαντιλοφορούσες, κομμάτι σήμερα που συνδυάζεται με πένθος ή με αναχρονιστικότητα, σήμα κατατεθέν όμως τότε της καραγκούνας" γυναίκας στο Ξηρόμερο. Όμως για τις περισσότερες μαντιλοφορούσες (που είναι λίγες πια) το μαντήλι και από κάτω η μακριά πλεξίδα, που έκαναν ώρα να την πλέξουν, ήταν ένα σύμβολο του εαυτού τους. Αυτό το συνειδητοποίησα όταν προσπάθησα στην ανωνυμία και την ανεξαρτησία της Αθήνας να πείσω τη μάνα μου να βγάλει τη μαντίλα αλλά γύρισε και μου είπε απλά πως δεν έπρεπε να ντρέπομαι για κείνη. Και τότε για πρώτη φορά είδα τον εαυτό της από τη δική της ματιά και κατάλαβα ότι αυτό με το οποίο μεγάλωσε ήταν ο κόσμος της, μιας άλλης εποχής βέβαια που αργοπεθαίνει, άλλα ήταν κομμάτι του εαυτού της που κάποτε της επιβλήθηκε, αλλά για κείνη πια ήταν η ταυτότητά της που έμαθε με το καιρό να αγαπά.
Βίωσα όμως έντονα και μια άλλη πτυχή της γυναικείας προσωπικότητας αυτή που είχε σχέση με τους θανάτους και είτε μου φέρνει την εικόνα της ηλικιωμένης γυναίκας με τη διπλή μαντήλα είτε της νεότερης που κρατούσε το πένθος για χρόνια σαν μια μορφή ακούσιας αλλά και εκούσιας πολλές φορές καταδίκης. Οι γυναίκες θρηνούσαν πάντα πολλές μαζί πάνω από το νεκρό έχοντας την «κορυφαία του χορού», που ήξερε να μοιρολογά γιατί είχε βιώσει κατάσαρκα τον πόνο με ένα αργόσυρτο πολυφωνικό και πολύ ιδιότυπο στα αυτιά μου μοιρολόγι χαρακτηριστικό του χωριού. Όσο σεμνή ήταν στη χαρές η ριμένα τόσο εκφραστική και ελεύθερη ήταν στο πένθος και στο μοιρολόγι. Εκεί που η γυναικεία φύση έστω και σε ακραία κατάσταση βρήκε διέξοδο, μια διέξοδο να εκφράσει τη λύπη της το θυμό την ατυχία αλλά και τον πόνο της. Εκεί η ριμένα του χωριού μπορούσε να είναι ο εαυτός της και να μην παρεξηγηθεί από κανέναν. Μπορούσε να ζητήσει το λόγο από το νεκρό για τα παθήματά της, να εκφράσει τον πόνο να πει δημόσια τρυφερές κουβέντες στο άντρα, στον πατέρα, στο γιο που δεν τόλμησε ίσως να εκφράσει ποτέ. Και όταν ερχόταν εκείνη η ώρα που και η μάνα έφευγε ερχόταν πάλι πίσω σε κάθε πίκρα και πόνο στα χείλη των παιδιών της σαν ψίθυρος και αναστεναγμός "Λέλε ντάντω, λέλε".
Και κει στη γωνιά των αναμνήσεων στέκουν οι οικογένειες με άντρες προβληματικούς, κοινό μυστικό στη μικρή κοινωνία που όμως έδωσαν παιδιά ώριμα, που συνέχισαν τη ζωή τους ομαλά. Αυτό συνέβαινε γιατί τις πιο πολλές φορές οι μάνες στα σπίτια αυτά, δεν στραγγίζονταν από τον προσωπικό τους μαρτύριο, αλλά σαν βουβοί κυματοθραύστες προστάτευαν στα όρια του δυνατού τα βλαστάρια τους, αποτελώντας στα μάτια μου ένα μάθημα για τη σύγχρονη «αγχωτική» και αδιέξοδη οικογένεια. 
Γράφοντας όλα τα παραπάνω δεν μπορώ να μην αναφερθώ συνειρμικά στην περιγραφή του περιηγητή O W. Leake για τις γυναίκες που αντίκρισε το Μάρτιο του 1809 κοντά στη θέση "Παλαιά Μάνη" μέσα στην πομπή από οικογένειες "Καραγκούνηδων". "Τα νήπια ήταν σε κούνιες κρεμασμένες στις πλάτες τους, με τα σώματα κυρτά από το βάρος, αλλά το βήμα τους ήταν ταχύ. Έσερναν από ένα άλογο, ή τα σχοινιά από δύο τρία και ταυτόχρονα ήταν απασχολημένες με το γνέσιμο του μαλλιού!
Αυτός λοιπόν η Ριμένα, που φώναζε τον πεθερό αφέντη, που καθόταν όρθια στο τραπέζι για να εξυπηρετεί τον άντρα, που δεν περνούσε από τα καφενεία, που κουβαλούσε μια κρυμμένη θηλυκότητα, που είχε τόσα προβλήματα και που παραλίγο να μη με αφήσει να σπουδάσω θεωρώ ότι μου έδωσε ανάμεσα σε όλα αυτά τα «αναχρονιστικά» και κάτι πολύτιμο. Αυτό το «κληροδότημα» ίσως δεν είναι μοναδικό, ήδη το αναγνώρισα και στην «Ελένη» του Γκατζογιάννη και είναι κάτι μεταξύ αξιοπρέπειας, αντοχής, υπομονής και οικογενειακής αλληλεγγύης. Είναι η πίστη ότι σε κάθε δυσκολία «έχει ο Θεός», καθώς και το χαμόγελο κάθε φορά που αντικρίζουμε τα μάτια των παιδιών μας, ό,τι καιρό και να 'χει η ψυχή μας. Τελικά νομίζω ότι θα αισθανθώ μεγάλη ικανοποίηση εάν καταφέρω και γω να ξεχωρίσω αλλά και να μεταφέρω αυτό το κομμάτι του κώδικα και στη δική μου κόρη...


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η κόσμια κριτική και η ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των σχολιαστών είναι σεβαστή. Σχόλια τα οποία υπεισέρχονται σε προσωπικά δεδομένα ή με υβριστικό περιεχόμενο να μην γίνονται. Τα σχόλια αποτελούν καθαρά προσωπικές απόψεις των συντακτών τους. Οι διαχειριστές δεν ευθύνονται σε καμία περίπτωση για τυχόν δημοσίευση υβριστικού ή παράνομου περιεχομένου στα σχόλια των αναρτήσεων.Τα σχόλια αυτά θα διαγράφονται με την πρώτη ευκαιρία.