Παρασκευή, 19 Μαΐου 2017

Η συνάντηση της μεταβυζαντινής τέχνης με το μπαρόκ. Η περίπτωση των Ορθοδόξων εκκλησιών της Ουγγαρίας


Γεώργιος Χρ. Τσιγάρας
Επίκουρος Καθηγητής Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης

Είναι πλέον κοινός τόπος στην έρευνα της ιστορίας της μεταβυζαντινής τέχνης ότι στις περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας όπου κατοικούσαν Ορθόδοξοι διαμορφώθηκε μια κοινή εικαστική αντίληψη που αποτελεί συνέχεια της βυζαντινής τέχνης. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο και η μοναστική πολιτεία του Αγίου Όρους με τη σπουδαία πνευματική και πολιτιστική τους ακτινοβολία συνετέλεσαν στη διάδοση της βυζαντινής πολιτιστικής παράδοσης σε περιοχές, όχι μόνο μέσα στα όρια του κράτους των Οθωμανών, αλλά και έξω από αυτό, κυρίως στην κεντρική και ανατολική Ευρώπη. Μέσω του Οικουμενικού Πατριαρχείου και του δικτύου των μητροπόλεων, των αρχιεπισκοπών και των επισκοπών που υπάγονταν σ’ αυτό, διαμορφώθηκε το πολιτικό, εκκλησιαστικό και πολιτιστικό πλαίσιο για τη διαφύλαξη της βυζαντινής παράδοσης στην τέχνη αλλά και στην καθόλου ζωή των λαών της ΝΑ. Ευρώπης. Στα χρόνια της Οθωμανοκρατίας το κύρος και η επιρροή του Οικουμενικού Πατριαρχείου απλώνεται και έξω από τον σημερινό καθαυτό ελλαδικό γεωγραφικό χώρο και καλύπτει τις ανάγκες των Ελλήνων της Διασποράς, αλλά και των άλλων ορθοδόξων λαών της βαλκανικής χερσονήσου.
Στην παρούσα εισήγηση το ερευνητικό ενδιαφέρον επικεντρώνεται γεωγραφικά και καλλιτεχνικά στις περιοχές της Μεσευρώπης και ιδίως σε περιοχές της Αυστροουγγαρίας στις οποίες είχαν εγκατασταθεί Ορθόδοξοι έμποροι. Είναι γνωστό ότι στην κεντρική Ευρώπη έχει καταγραφεί ιδιαίτερη δραστηριότητα ορθοδόξων εμπόρων που κατάγονταν από τη δυτική Μακεδονία και τη Θεσσαλία. Είναι επίσης γεγονός ότι οι ορθόδοξοι έμποροι, οι εκτός των συνόρων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, και ιδιαίτερα αυτοί που δραστηριοποιούνταν στην κεντρική Ευρώπη ενστερνίστηκαν τις ιδέες του Διαφωτισμού και βοήθησαν στη διαμόρφωση της πνευματικής και εθνικής συνείδησης των ορθοδόξων Ελλήνων υπηκόων των Οθωμανών. Ταυτόχρονα, μετέφεραν στη νέα τους πατρίδα νοοτροπίες, ιδέες και καλλιτεχνικά στοιχεία από τον τόπο της καταγωγής τους, ενώ από την άλλη πλευρά η μεταφορά στοιχείων από τη νέα τους πατρίδα στον τόπο καταγωγής τους επέδρασε στην εξέλιξη της όψιμης μεταβυζαντινής τέχνης.
Την περίοδο αυτή η εξακτίνωση της εικαστικής γλώσσας του Βυζαντίου, εκτός από τη διατήρηση της καλλιτεχνικής αυτής παράδοσης, δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την καθιέρωση μιας κοινής εικαστικής γλώσσας στους ορθοδόξους λαούς της Ανατολής με κέντρο βέβαια την Κωνσταντινούπολη. Σταθμό στη συζήτηση για τη διακίνηση των έργων τέχνης και την καλλιτεχνική ενοποίηση του βαλκανικού χώρου και της Μεσευρώπης αποτελεί η υπογραφή των συνθηκών του Κάρλοβιτς (1699), του Πασσάροβιτς (1718) και αργότερα του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774) με τις οποίες προσφέρεται στους Ορθοδόξους το απαραίτητο πολιτικό πλαίσιο για την ανάπτυξη του εμπορίου και των κάθε λογής ανταλλαγών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τα ευρωπαϊκά χριστιανικά κράτη. Τα πολιτικά αυτά γεγονότα ομαλοποιούν τη ζωή των Ορθοδόξων, ευνοούν το εμπόριο και την οικονομική τους ανάκαμψη και παράλληλα διαπιστώνονται ευεργετικές συνέπειες στην ανάπτυξη της τέχνης. 
Στην καλλιτεχνική ενοποίηση συνέβαλαν οι ζωγράφοι που περιφερόμενοι διέδωσαν τη μεταβυζαντινή ζωγραφική και έξω από τα όρια του κράτους των Οθωμανών. Οι δρόμοι που ακολουθούσαν οι ζωγράφοι για την Μεσευρώπη κατευθύνονταν βόρεια και ανατολικά και η δεύτερη ήταν θαλάσσια και κατευθύνονταν στα δυτικά και κατέληγαν στις ελληνικές κοινότητες της Μεσευρώπης. Τα καραβάνια, ακολουθώντας τους δρόμους του βαμβακιού, διακινούσαν εμπορεύματα και έργα τέχνης, ταυτόχρονα δε μετέφεραν πλήθος πληροφοριών, νέες ιδέες, νοοτροπίες και καλλιτεχνικές αντιλήψεις, συχνά μάλιστα μετέφεραν και τα ίδια τα εργαστήρια των ζωγράφων.
Είναι αναγκαίο να επισημανθεί ότι στις παραδουνάβιες περιοχές της Μεσευρώπης η καλλιτεχνική ενοποίηση των Ορθοδόξων κινείται επάνω σε δύο άξονες: Στον πρώτο άξονα εντοπίζεται η διάδοση της εικαστικής γλώσσας των κρητικών ζωγράφων του 16ου και 17ου αιώνα, καθώς και ζωγράφων της βορειοδυτικής Ελλάδας στις περιοχές αυτές, λόγω βεβαίως της εγκατάστασης εκεί Ορθοδόξων, κυρίως των Ελλήνων βλαχικής καταγωγής, εμπόρων. Στον δεύτερο άξονα ανιχνεύεται μια κοινή εικαστική γλώσσα μεταξύ των Ορθοδόξων υπηκόων κυρίως της Αυστροουγγαρίας, η οποία προσδιορίζεται από τη συνάντηση της μεταβυζαντινής τέχνης με το μπαρόκ και απαντά από το β΄ μισό του 18ου μέχρι και τον 19ο αιώνα στο σύνολο σχεδόν των Ορθοδόξων ναών της Αυστρίας και της Ουγγαρίας αλλά και άλλων περιοχών.
Είναι σημαντικό να επισημανθεί πως την επιτυχημένη δραστηριότητα των Ορθοδόξων εμπόρων στις περιοχές της Αυστροουγγαρίας, και ιδιαίτερα αυτών από την Ήπειρο και τη δυτική Μακεδονία, δηλώνουν οι τοιχογραφίες και οι φορητές εικόνες, αλλά και τα έργα αργυροχρυσοχοΐας που καταγράφονται στους ναούς των Κοινοτήτων στην Αυστροουγγαρία. Οι έμποροι και τα έργα τέχνης ακολουθούν τη βόρεια διαδρομή, μέσω της Μακεδονίας. Χάρη στις μελέτες Ούγγρων ιστορικών και ιστορικών της τέχνης γνωρίζουμε σήμερα ότι εικόνες κρητικής τέχνης που χρονολογούνται τον 17ο αιώνα φυλάσσονται σε ναούς Ελληνικών Κοινοτήτων της Ουγγαρίας, ενώ έργα Μοσχοπολιτών ζωγράφων εντοπίζονται στην Ουγγαρία, όπως οι τοιχογραφίες του παρεκκλησίου του Τιμίου Προδρόμου (1771) στο Ráckeve, οε φορητές εικόνες στον μονόκλιτο μπαρόκ τεχνοτροπίας ναό του Αγίου Γεωργίου (1780) στο Karcag, στον ναό της Γέννησης της Θεοτόκου στο Hódmezövásárhely, στον ναό του Αγίου Νικολάου στο Vác (β΄ μισό του 18ου αι.) και στον ναό του Αγίου Ναούμ στο Gyöngyös. Από τον τελευταίο ναό αναφέρεται η πιθανώς αγιορείτικης προέλευσης εικόνα του Χριστού παντοκράτορα και η εικόνα της Έγερσης του Λαζάρου (1780, έργο του ζωγράφου Μητροφάνη από την Αχρίδα).
Η διάθεση των αποδήμων της Μεσευρώπης να ενσωματωθούν στην κοινωνία των Αψβούργων και η προσαρμοστικότητά τους στα ήθη, τις νοοτροπίες και τα καλλιτεχνικά και ιδεολογικά ρεύματα που επικρατούσαν τον 18ο και 19ο αιώνα στις Καισαροβασιλικές περιοχές ερμηνεύουν την ανάπτυξη και την ευρεία αποδοχή μιας καλλιτεχνικής τάσης που χαρακτηρίζεται από την έντονη παρουσία της τεχνοτροπίας του μπαρόκ ή του ροκοκό και της εικονογραφίας της μεταβυζαντινής τέχνης. Οι Ορθόδοξοι έμποροι στη Μοναρχία των Αψβούργων για τον εξοπλισμό των εκκλησιών των Κοινοτήτων τους παραγγέλνουν την κατασκευή τέμπλων είτε σε αυστριακούς ταλιαδόρους είτε σε ορθοδόξους που εργάζονται στις περιοχές της Μοναρχίας. Παραγγέλνουν φορητές εικόνες σε αυστριακούς ζωγράφους, οι οποίοι εργάζονται με την καθοδήγηση του εφημερίου όσον αφορά στην εικονογραφία των σκηνών, τεχνοτροπικά όμως ακολουθούν το μπαρόκ, όπως μπορεί να συμπεράνει κανείς από τους ναούς των Ελληνορθόδοξων Κοινοτήτων στης Ουγγαρίας.
Τα τέμπλα των Ορθοδόξων ναών της Ουγγαρίας κατασκευάζονται σύμφωνα με τον ρωσοουκρανικό τύπο, είναι δηλαδή υψηλά και καλύπτουν τον χώρο του Ιερού Βήματος έως την οροφή και ο διάκοσμός τους ακολουθεί την τεχνοτροπία του «ορθοδόξου μπαρόκ», ενώ τις εικόνες φιλοτεχνούν γνωστοί ζωγράφοι της περιοχής, όπως ο Stefan Tenecki και ο αυστριακός Anton Kühlmeister.
Η νοσταλγία των Ορθοδόξων εμπόρων για τον τόπο της καταγωγής, η ανάγκη για τη διατήρηση της μνήμης και της δογματικής καθαρότητας συνυπάρχει με την ανάγκη και πολύ συχνά με την έντονη διάθεση προσαρμογής στις πολιτιστικές αντιλήψεις και στις αισθητικές προτιμήσεις των ρωμαιοκαθολικών υπηκόων των Αψβούργων, τάση που θεωρώ ότι εκδηλώνεται με σαφήνεια στην εκκλησιαστική τέχνη των Κοινοτήτων της Μεσευρώπης. Παλαιότερα, Σέρβοι ιστορικοί της τέχνης ονόμασαν την καλλιτεχνική αυτή τάση «σερβικό μπαρόκ». Βέβαια, σερβική παρουσία στις Αψβουργικές περιοχές πιστοποιείται από το 1690 και η τάση αυτή εμφανίστηκε αρχικά σε σερβικούς ναούς των παραδουνάβιων χωρών. Στη συνέχεια με το ρεύμα αυτό ασχολήθηκαν αυστριακοί καλλιτέχνες, όπως ο Anton Küchlmeister και σειρά ακόμη αυστριακών ζωγράφων της αυλής, και του έδωσαν νέα πνοή, ενώ επικράτησε και στις ελληνικές κοινότητες, σε σημείο που να ταυτίζεται με την τέχνη όλων σχεδόν των Ορθοδόξων αποδήμων στη Μοναρχία. Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι προσφορότερος είναι ο όρος «Ορθόδοξο μπαρόκ». Διαπιστώνεται, ωστόσο, ότι η ιδιαίτερη αυτή καλλιτεχνική τάση που παρατηρείται στη Μεσευρώπη δεν θα μπορούσε εύκολα να ενταχθεί στο φαινόμενο της καλλιτεχνικής ενοποίησης που καταγράφεται την εποχή αυτή στα Βαλκάνια, αφού παρουσιάζει ιδιαιτερότητες –είναι μια κοινή γλώσσα τοπική, των Ορθοδόξων της Αυστροουγγαρίας– και φαίνεται να κινείται στα όρια ή και σε ορισμένες περιπτώσεις εκτός των εικαστικών δεδομένων της εκκλησιαστικής τέχνης στα μετά την Άλωση χρόνια.
Με το πολιτιστικό φαινόμενο της μεταφοράς έργων τέχνης από την Ήπειρο και την Μακεδονία προς τη Μεσευρώπη προκύπτει το ερώτημα, ποια στοιχεία από τη Μεσευρώπη μεταφέρονται στην αφετηρία των εμπόρων, στην Ήπειρο και στην κεντρική Μακεδονία. Το θέμα δεν έχει ερευνηθεί ιδιαίτερα, ωστόσο, μπορούν να αναφερθούν ορισμένα στοιχεία, όπως για παράδειγμα οι παραγγελίες κεντημένων επιταφίων σε βιεννέζικα εργαστήρια, οι παραγγελίες σε βιεννέζικα εργαστήρια για χαράξεις χάρτινων εικόνων από μονές της Ανατολής, τα μπαρόκ και ροκοκό διακοσμητικά θέματα σε κατοικίες της δυτικής Μακεδονίας και της Ηπείρου και τέλος οι διαθήκες των εμπόρων της Μεσευρώπης. 
Τέλος, θα πρέπει να επισημανθεί ότι πολλά ζητήματα παραμένουν ακόμη ανοικτά και χρειάζεται περαιτέρω έρευνα του φαινομένου. Ωστόσο, η συνάντηση της μεταβυζαντινής τέχνης με το μπαρόκ στην Αυστροουγγαρία, όπου εμπορεύονταν Δυτικομακεδόνες και Ηπειρώτες, δημιουργεί μια νέα κοινή εικαστική γλώσσα κυρίως ανάμεσα στους Έλληνες και Σέρβους υπηκόους της Μοναρχίας των Αψβούργων, η οποία αντανακλά τη διάθεσή τους για ενσωμάτωση στη νέα τους πατρίδα και ταυτόχρονα εκφράζει τις νοοτροπίες, τις ιδέες, την ευσέβεια και τις καλλιτεχνικές προτιμήσεις των Ορθοδόξων στη Μεσευρώπη.

Ομιλία του Επίκουρου Καθηγητή του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης κ. Γεωργίου Χρ. Τσιγάρα που πραγματοποιήθηκε στις 13 Μαΐου 2017 στα πλαίσια του Συνεδρίου της Παγκόσμιας Βλαχικής Αμφικτιονίας στον Άγιο Ανδρέα (Szentendre) Ουγγαρίας και ήταν αφιερωμένο στη μνήμη του Ευγένιου Δούμτσα. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η κόσμια κριτική και η ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των σχολιαστών είναι σεβαστή. Σχόλια τα οποία υπεισέρχονται σε προσωπικά δεδομένα ή με υβριστικό περιεχόμενο να μην γίνονται. Τα σχόλια αποτελούν καθαρά προσωπικές απόψεις των συντακτών τους. Οι διαχειριστές δεν ευθύνονται σε καμία περίπτωση για τυχόν δημοσίευση υβριστικού ή παράνομου περιεχομένου στα σχόλια των αναρτήσεων.Τα σχόλια αυτά θα διαγράφονται με την πρώτη ευκαιρία.