Παρασκευή 30 Μαρτίου 2018

Η σθεναρή στάση των Ελληνοβλάχων της Πελαγονίας - Γεγονότα του 1907


Πηγή φωτο: yaunatakabara.blogspot.gr
Στο βιλαέτι του Μοναστηρίου από τα μέσα του 1907 άρχισε να ατονεί η δραστηριότητα των ελληνικών ανταρτικών σωμάτων, γεγονός που αφύπνισε την Μακεδονική Επιτροπή, η οποία με έγγραφο της (17 Οκτωβρίου 1907) προς τον Έλληνα πρωθυπουργό ζητούσε την αποστολή πολεμοφοδίων, 150 οπλιτών, εθνικών πρακτόρων και βέβαια ιερέων και δασκάλων.[172] Την ανάγκη για την ενεργοποίηση των ελληνικών σωμάτων στην περιοχή την επισήμανε και η ελληνική προξενική αρχή του Μοναστηρίου, η οποία τη θεωρούσε απαραίτητη για την αναδιοργάνωση του Μακεδονικού Κομιτάτου.[173]
Και ενώ όλα αυτά συνέβαιναν στο επίπεδο των Κομιτάτων και των Επιτροπών, ο ελληνισμός της Πελαγονίας αντιστεκόταν πεισματικά στις οργανωμένες επιθέσεις των ρουμανικών και βουλγαρικών σωμάτων. Ψυχή αυτής της αντίστασης ήταν το αδιαπέραστο ελληνικό φρόνημα των συμπαγών ελληνοβλαχικών πληθυσμών του Μοναστηρίου και των ελληνοβλαχικών κοινοτήτων της ευρύτερης περιοχής (του Μεγαρόβου, του Τιρνόβου, της Νιζόπολης, της Ρέσνας, του Κρουσόβου, της Μηλόβιστας κ.α.). Οι Ελληνόβλαχοι της Βορειοδυτικής Μακεδονίας στάθηκαν υπεράνω των αδυναμιών της ελληνικής κεντρικής εξουσίας, αγωνίστηκαν δυναμικά σε κάθε αλλόφυλη, αλλοεθνή, αλλόγλωσση και αλλόθρησκη προσηλυτιστική διείσδυση, πολέμησαν λυσσαλέα, ιδίως τη ρουμανική κίνηση[174], και διατήρησαν άσβεστη την ελληνική συνείδηση στο βορειότερο εθνολογικό όριο της Ελλάδας.

Αυτή την ελληνική συνείδηση των βλαχόφωνων πληθυσμών του ευρύτερου μακεδονικού χώρου την έχουμε αποτυπωμένη στις περίφημες ''διαμαρτυρίες των Κουτσοβλάχων'', με τις οποίες οι Ελληνόβλαχοι διαμαρτύρονταν για τις ενέργειες της ρουμανικής προπαγάνδας και για τη βίαια απογραφή αυτών ως Βλάχων. Αυτές οι αναφορές-διαμαρτυρίες σώζονται στα αρχεία του Πατριαρχείου, της μητρόπολης Θεσσαλονίκης κ.α. και δημοσιεύονται στην ''Εκκλησιαστική Αλήθεια'' των ετών 1904-1907[175] και εμφορούνται από το βαθύ εθνικό και θρησκευτικό αίσθημα των Ελληνόβλαχων, την ομολογία της εθνικής τους συνείδησης και της υπερηφάνειας τους που ανήκουν στο ελληνικό έθνος και στους κόλπους του Πατριαρχείου και την πηγαία και έντονη αγανάκτηση τους για την προπαγανδιστική διείσδυση της ρουμανικής προπαγάνδας.
Σε μια χαρακτηριστική διαμαρτυρία της 5ης Ιουνίου του 1907, που υπογράφεται από 1425 οικογενειάρχες Ελληνόβλαχους του Μοναστηρίου διαβάζουμε (σε ένα απόσπασμα της): ''Ημείς οι Κουτσόβλαχοι, πληρεστάτην έχοντες συνείδησιν της εθνικής ημών καταγωγής, ουδένα δέ συγγενικόν ή άλλον δεσμόν αναγνωρίζοντες μετά των Ρωμούνων κατοίκων της παριστρίου χώρας, στεντορεία, και αύθις, τη φωνή διακηρύττομεν και διά μυριοστήν φοράν επαναλαμβάνομεν ότι είμεθα γνήσιοι Έλληνες... Ουδείς πλούτος, ουδεμία δύναμις θ' αποσπάση ποτέ ημάς, ούτε από των αγκαλών της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, ήτις προ αμνημονεύτων χρόνων εγαλούχησε και εξέθρεψε ημάς πνευματικώς, ούτε από του ενδόξου ελληνικού Γένους.''[176] Οι Ελληνόβλαχοι του Μεγάροβου κλείνουν την ένθερμη διαμαρτυρία τους (12 Ιουλίου 1907) με μια συγκινητική και ''ενδόμηχο φωνή'' που ''βοά από τα βάθη της καρδίας'' τους: ''Εις τας φλέβας μας ρέει ακόμη αμόλυντον το προγονικόν αίμα. Εις τα δάση του Ολύμπου και της Πίνδου, του Βερμίου και του Περιστερίου, περιίπτανται αι ιεραί των πατέρων μας σκιαί περιφρορούσαι ημάς. Ημείς οι Κουτόβλαχοι ήμεθα, εσμέν και θα είμεθα Έλληνες. Τούτο το ορκιζόμεθα και το διακηρύττομεν, Παναγιώτατε, ενώπιον Θεού και ανθρώπων.''[177] Οι Ελληνόβλαχοι του Τίρνοβου στη δική τους διαμαρτυρία (10 Ιουνίου 1907) τονίζουν με αποφασιστικότητα ''ότι Έλληνες είμεθα και οφείλομεν να παραδώσωμεν τας ιεράς μας παρακαταθήκας, πίστιν και εθνικότητα, ακηράτους εις τας επιγιγνομένας γενεάς''[178], ενώ στη διαμαρτυρία τους οι Νιζοπολίτες (14 Ιουνίου 1907) διακηρύσσουν ότι ''ουδέποτε δε θα μας αλλοιώσωσι το φρόνημα και την πίστιν και εάν όλους τους ισχυρούς της γης διαθέσωσιν εναντίον μας, διότι το αίμα και η συνείδησις είναι αποκεκρυσταλλωμένα γνησίως ελληνικά'' και χαρακτηρίζονται οι ρουμανίζοντες ''ως βδελυραί μυιαί, συκοφαντούντες και ραδιουργούντες τους πάντας''.[179]

Πέμπτη 29 Μαρτίου 2018

Ναούμ Στ. Σήμτζας - Μηλόβιστα Πελαγονίας


Η Μονή Λαζαριστών στο sirok sokak του Μοναστηρίου
Εγώ δέ ενεθυμήθην την κατά Απρίλιον του 1892 δολοφονίαν του Έλληνος προκρίτου της Μηλοβίστης Ναούμ Στ. Σήμτζα, γενομένης εντός του ναού του χωρίου, τον φονέα του οποίου απέκρυψεν ο καθολικός ιερεύς Φαβεριάλ εν τη στέγη του παρακειμένου καθολικού παρεκκλησίου (Chapele) και κατόπιν εφυγάδευσεν εις Βουκουρέστιον. Ο Φαβεριάλ ήτο αχώριστος φίλος του Μαργαρίτου, κατάπτυστος ξυνωρίς. Οι δυο ούτοι συνέταξαν, εν έτει 1888, την περιβόητον εγκύκλιον προς τους Αλβανούς*. Και τι δεν έγραφον εν αυτή. Τον Όμηρον, τον Μέγαν Αλέξανδρον και τον Αριστοτέλην έλεγον ότι ήσαν Αλβανοί. Τους Έλληνας και το Οικουμενικόν Πατριαρχείον ύβριζον δεινότατα, τους δέ Τούρκους ποταπώς εκολάκευον. Εν τέλει της εγκυκλίου εκείνης προσεκάλουν τους Αλβανούς να ενωθώσι μετά των καταπτύστων Ρουμούνων εις κοινοπραξίαν. Αλλά δεν εννοώ, λέγει ο γέρων του Ολύμπου, διατί αυτοί οι καθολικοί ιερείς τόσα βυσσοδομούσι καθ' Ελλήνων, ενώ οι Έλληνες ανέχονται ακόμη εν μέσαις Αθήναις καθολικόν αρχιεπίσκοπον παρανόμως εις το πλευρόν του Έλληνος Μητροπολίτου. Αλλά μήπως, λέγω, δεν παρεχώρησαν οι Έλληνες εις τους καθολικούς εκκλησίαν εν μέσαις Αθήναις, παρά την Πύλην της αγοράς, ενώ οι εν Παρισίοις καθολικοί ηρνήθησαν να παραχωρήσωσι ναϊδριον εις τους Έλληνας -ζητηθέν πρό της ιδρύσεως του νυν περικαλλεστάτου Ελληνικού ναού.- Εις τους Ρουμούνους όμως, επί τη ελπίδι να προσελκύσωσιν εις τον Ουνιτισμόν, προ πολλού είχον παραχωρήσει ναόν επί της αριστεράς όχθης του Σηκουάνα. Εις τον Φαβεριάλ έδειξα σαφώς την επαύριον του φόνου του προκρίτου της Μηλοβίστης, ότι αι μιαραί του χείρες εβάφησαν εν τω αίματι του αθώου εκείνου. Έκτοτε ο Λαζαριστής ούτος απέφευγε τον χαιρετισμόν μου. Εν τούτοις ημέραν τινά, εισερχόμενος εις το βιβλιοπωλείον του κ. Α. Ζάλλη, συνήντησα τον Φαβεριάλ, καθ' ήν στιγμήν παρετήρει εις τον βιβλιοπώλην ότι κακώς έπραξεν να φέρη τα έργα του Βολταίρου. Παρεμβαίνω εις την συζήτησιν και απαντώ ότι εγώ επαρήγγειλα τα βιβλία του Βολταίρου του οποίου την εφυϊαν και φιλαλήθειαν εκτιμώ και θαυμάζω. Γνώριζε, απαντά ο Φαβεριάλ, ότι τον Βολταίρον κατηράσθη ο Θεός και διά τούτο επί δέκα και πλέον έτη έπασχε βασανιζόμενος εν τη κλίνη και ότι επί τέλους έπιε και τα ούρα του. Αυτά, λέγω, είνε φήμαι προσεγγίζουσαι τη συκοφαντία. Είνε μερικά πράγματα τα οποία δεν σας συμφέρουσι να γράφωνται, καθώς λ. χ. εκείνο όπερ γράφει ο Βολταίρος ότι παντού τας γραφάς ηρεύνησεν ουδαμού όμως απήντησεν την λέξιν Πάπας. Ο Βολταίρος θέλει την συνείδησιν των ανθρώπων ελευθέραν, ουδέ επιδοκιμάζει την βία επιβολήν της θρησκείας. Προκειμένου όμως περι του Χριστιανισμού ο Βολταίρος φρονεί ότι ο Χριστός μίαν θρησκείαν εδημιούργησε, κι αυτή είνε η Ελληνική ορθόδοξος θρησκεία. Οι τελευταίοι ούτοι λόγοι ηρέθισαν σφόδρα τον Λαζαριστήν, το βλέμμα του εξήστραψεν εξ οργής, η όψις ηλλοιώθη, το πρόσωπο του εγένετο κάτωχρον και εν τη φρικώδει εκείνη μορφή του απεσταλμένου του Πάπα διέγωσα τον... διάβολον.  Περιερχόμεθα την πόλιν του Μοναστηρίου, ής θαυμάζομεν το Ελληνικόν νοσοκομείον, τα Ελληνικά εκπαιδευτήρια, το λαμπρόν Διοικητήριον, πρό του οποίου ρέει ησύχως ο Δραγόρης ποταμός.

Τρίτη 27 Μαρτίου 2018

Φωνή της Ηπείρου, 9/10/1892: Σκηναί εν Περιβολίω - Οι Ρωμούνοι εν Ιωαννίνοις



Φωνή της Ηπείρου
9/10/1892
Εφημερίδα ''Φωνή της Ηπείρου''
9/10/1892, Έτος Α', Αρ. 4, σελ. 2

Εξ Ιωαννίνων
29 Σεπτεμβρίου 1892
(Τακτική ανταπόκρισις)

Σκηναί εν Περιβολίω

Εις Περιβόλιον, βλαχικόν χωρίον του Πίνδου, όπου έστησαν σχολείον οι Ρωμούνοι και κατώρθωσαν να χωρήσωσι και τους κατοίκους του εις οπαδούς των και εις αντιθέτους, είχον από πέρυσιν αρπάξει και τον ναόν του Αγίου Γεωργίου ούτοι, τον εκράτουν δε κεκλεισμένον και ούτε τους αντιθέτους άφιναν να λειτουργηθώσιν εντός αυτού, ούτε αυτοί ελειτουργούντο, διά τον φόβον μήπως οι αντίθετοι, πολλαπλάσιοι όντες, ορμήσωσι και τον ανακτήσωσιν. Οι αντίθετοι υπεχώρησαν πέρυσι και άφησαν να τοις αρπαχθή ο ναός, ίνα μη περιαγάγωσι την κοινότητα των εις περιπλοκάς και κακά αποτελέσματα εξερεθισμών και διότι ήλπιζον ότι οι άθλιοι ρουμουνισταί ήθελον σωφρωνισθή και ανοίξει τον ναόν. Ενθυμείσθε, ότι πέρυσι τον Ιούλιον εγένοντο σοβαραί σκηναί εν Περιβολίω εν αις εκινδύνευσε να δολοφονηθή υπό των ρωμούνων και ο Μητροπολίτης Γρεββενών. Επανειλημμένως οι φιλήσυχοι κάτοικοι εζήτησαν το άνοιγμα του ναού παρά των ρουμουνιστών. Εστάθη όμως αδύνατον. Οι ρουμουνισταί επέμενον εις την κακοήθειάν των και εφοβέριζον μάλιστα, ότι τώρα όπου έλαβον και την άδειαν παρά του Πατριαρχείου να τελώσι τας ιερουργείας των εν τοις ναοίς ρουμουνιστί, ήθελον εκβάλει και από την οικίαν του και αποπέμψει του χωρίου πάντα μη αποδεχόμενον τας αρχάς των.

Οι φιλήσυχοι και ευσεβείς Περιβολίωται τότε συλλογισθέντες, ότι ήθελον καταντήσει να ακούσωσιν ελευθέρως τελουμένην την ιερουργίαν εν τω ναώ των ρωμουνιστί υπό του καθολικού ιερέως των ρωμούνων Παπαδημητρίου*, και λαβόντες υπό σοβαράν έποψιν τους περί αδείας φοβερισμούς τούτων, δεν αντέσχον πλέον και εξαφθέντες την 8 τρεχ.7βρίου, επειδή τας κλειδάς των θυρών του Αγ. Γεωργίου εκράτουν οι ρωμούνοι, ανεβίβασαν τας γυναίκας των επί της στέγης του ναού, αίτινες αποστεγάσασαι μέρος τι, κατήλθον εντός αυτού και ήνοιξαν τας θύρας εις τους ιερείς. Καθ' όλον δε το διάστημα της λειτουργίας αι γυναίκες με χονδράς σχίζας εις τας χείρας παρά τας θύρας του ναού ιστάμεναι, εφώναζον και ηπείλουν δια φόνου πάντα τολμήσοντα να πλησιάση ρωμούνον. Τοιουτοτρόπως οι κάτοικοι ανέκτησαν τον ναόν. Ουδείς δε εκ των ρωμουνιστών ετόλμησε να δώση αφορμήν έριδος, διότι τότε οι φιλήσυχοι κάτοικοι, γυναίκες και άνδρες, ήθελον επιτεθή κατ' αυτών λυσσωδώς και τις οίδε ποίας συνεπείας θα είχεν η συμπλοκή. Επειδή δε επικρατεί παρ' αυτοίς έθιμον όπως την ημέραν ταύτην μετά την λειτουργίαν, την ιεράν σημαίαν του ναού των, την απεικονίζουσαν τον Τροπαιοφόρον Γεώργιον και ζυγίζουσαν περί τας 35 οκάδας, περιαγάγη προς βοήθειάν του θριαμβευτικώς περί το χωρίον, όστις εκ των κατοίκων συνεισφέρη περισσότερον χρηματικόν ποσόν εις την πλειοδοσίαν εις ην εκτίθεται αύτη προς ώφελος του ναού, οι αντίθετοι δεν άφισαν κανέναν εκ των ρωμούνων να πλειοδοτήση υπέρ αυτής.

H Νεολαία Παγκόσμιας Αμφικτιονίας Βλάχων στο Forum «Hellenic Youth in Action»



To διήμερο 31 Μαρτίου-1η Απριλίου και στο πλαίσιο των Ολυμπίων 2016-2018, θα πραγματοποιηθεί στο Ζάππειο Μέγαρο στην Αθήνα, το Φόρουμ «Hellenic Youth in Action» των απανταχού νέων Ελλήνων.

Το παρών στις εκδηλώσεις αναμένεται να δώσει και 
η Νεολαία Παγκόσμιας Αμφικτιονίας Βλάχων

Με προσκεκλημένους 350 νέους Έλληνες, από όλο τον κόσμο, το Φόρουμ θα αποτελέσει μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να αναδειχθεί η σχέση των απόδημων Ελλήνων με την ιστορική τους πατρίδα και παράλληλα να συνεργαστούν οι απανταχού νέοι Έλληνες με σκοπό την επίτευξη και την υλοποίηση κοινών στόχων και επιδιώξεων με επίκεντρο όλων των ενεργειών την Ελλάδα.

Το Φόρουμ διοργανώνεται από τις εξής εννέα οργανώσεις: Παγκόσμια Συντονιστική Επιτροπή Ποντιακής Νεολαίας, Νεολαία Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Αποδήμων Κυπρίων, Νεολαία Παγκόσμιας Συνομοσπονδίας Θεσσαλών, Νεολαία Παγκόσμιου Συμβουλίου Ηπειρωτών, Νεολαία Παγκόσμιου Συμβουλίου Κρητών, Νεολαία Παγκόσμιας Αμφικτιονίας Βλάχων, Νεολαία Παναρκαδικού Παγκόσμιου Συμβουλίου, Νεολαία Παμμακεδονικής Ομοσπονδίας ΗΠΑ, Νεολαία Ομοσπονδίας Θρακικών Συλλόγων Ευρώπης. Ενώ το παρών θα δώσουν, μεταξύ άλλων και η νεολαία των χωρών Μαύρης Θάλασσας και Κεντρικής Ασίας.

Κυριακή 11 Μαρτίου 2018

Λατινοφωνία Ελλήνων - Εκπληκτικά ευρήματα στην «έπαυλη του Αλέξανδρου» στο Αμύνταιο Φλώρινας


Λατινοφωνία Ελλήνων - Γένεση Βλάχων (Αρμάνων)

Τα ευρήματα από τις ανασκαφές στη βίλα του Αμυνταίου παρουσιάστηκαν την Παρασκευή στην 31η επιστημονική συνάντηση για το αρχαιολογικό έργο στη Μακεδονία και τη Θράκη. Οι ψηφιδωτές μυθολογικές παραστάσεις με επιγραφές και αγάλματα θεοτήτων στην «έπαυλη του Αλέξανδρου», που βρέθηκε στο Αμύνταιο, έκλεψαν την παράσταση.

Η «έπαυλη του Αλεξάνδρου» αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα και πολυτελέστατα ιδιωτικά ρωμαϊκά συγκροτήματα πλούσιων εκλατινισμένων Ελλήνων μιας ακμάζουσας πόλης.

Η ανακάλυψη έγινε το περασμένο καλοκαίρι στο Αμύνταιο Φλώρινας και εντυπωσιάζουν τα εξαιρετικά έργα τέχνης, γλυπτά και ψηφιδωτά του 3ου αιώνα μ.Χ., που διασώζονται σε άριστη κατάσταση. Περίτεχνα ψηφιδωτά δάπεδα σε συνολική επιφάνεια 360 τ.μ. με ποικίλες θεματικές παραστάσεις από την ελληνική μυθολογία και αγάλματα θεοτήτων κοσμούσαν την «Αίθουσα της Ευρώπης», την «Αίθουσα των Νηρηίδων», την «Αίθουσα του Θηριομάχου» και άλλους έξι από τους συνολικά 96 χώρους της βίλας. Μικρά και μεγάλα δωμάτια, λουτρά, διάδρομοι ή στοές και εσωτερικές αυλές συνθέτουν το μεγαλοπρεπές συγκρότημα (5 στρεμμάτων) όπου οι ένοικοι μαζί με τους καλεσμένους τους περνούσαν τον χρόνο τους.

Οι ιδιοκτήτες τους, «πλούσιοι αξιωματούχοι της ρωμαϊκής διοίκησης, λάτρεις της ελληνικής παιδείας και του αρχαιοελληνικού πολιτισμού, ανάμεσά τους ο Αλέξανδρος και η Μεμμία (τα ονόματά τους διασώζει επιγραφή), έζησαν περίπου στα μέσα του 3ου μ.Χ. αιώνα σε μια πόλη (250 στρεμμάτων) που άκμασε εν καιρώ ειρήνης στο πεδινό Λεκανοπέδιο του Αμυνταίου, πάνω στον εμπορική αρχαία Εγνατία Οδό», εξήγησε ο επικεφαλής της ανασκαφής της Εφορείας Αρχαιοτήτων Πόλης, αρχαιολόγος Πανίκος Χρυσοστόμου.

Παρασκευή 23 Φεβρουαρίου 2018

Αλκιβιάδης Σκαντέλης, εργολάβος και ξενοδόχος


Η υπογραφή του Αλκιβιάδη Σκαντέλη σε
συμβολαιογραφικό έγγραφο © ΓΑΚ/ΑΝΛ,
Αρχείο Ιωαννίδη, αρ. 930/1882
Ελάχιστα είναι γνωστά για τον Αλκιβιάδη Σκαντέλη (ή Σκανδέλη) που δραστηριοποιήθηκε στη Λάρισα την τελευταία εικοσιπενταετία του 19ου αιώνα.

Καταγόμενος από τα Βιτώλια (Μοναστήρι) της Μακεδονίας, εγκαταστάθηκε μαζί με τη σύζυγό του Δομινίκη (Δόμνα) στη Λάρισα (1875), ως εργολάβος σε έργα οδοποιίας του Τουρκικού Δημοσίου. Παράλληλα ανέλαβε την εκτέλεση ιδιωτικών έργων που του είχαν αναθέσει ο Οθωμανός κτηματίας Γιουσούφ αγάς Σκούρας και οι αδελφοί Γρηγόριος και Λάζαρος Χατζηλαζάρου. Με τον Λάζαρο είχε συστήσει ομόρρυθμη εργοληπτική εταιρεία, την οποία διατήρησε μέχρι τον θάνατο του τελευταίου (1882).

Μετά από την απελευθέρωση της Λάρισας (1881), διέθεσε τα χρήματα που είχε αποκτήσει, για την αγορά ακινήτων στο εμπορικό κέντρο της πόλης. Συγκεκριμένα αγόρασε δύο κατοικίες, την μία στη συνοικία Παράσχου (Αγίου Νικολάου) και την άλλη στην οδό Ραμαζάν Ατίκ 2 (νότια της κεντρικής πλατείας), δύο οικόπεδα στη συνοικία Παράσχου εκτάσεως 277 τ/μ. [1]. και 356 τ/μ. καθώς επίσης και το συγκρότημα ενός πανδοχείου (χάνι) το οποίο βρισκόταν στη θέση Τσούγκαρι της συνοικίας του Τρανού Μαχαλά (Αγίου Αχιλλίου) «επί της ανατολικής πλευράς της οδού Γεφύρας Πηνειού» [2].

Το πανδοχείο ανήκε στην πλήρη κυριότητα της Λουτφιγέ Γιουσούφ Χανούμ, θυγατέρας του προαναφερθέντα Γιουσούφ Αγά Σκούρα και συζύγου του κτηματία Ρετζέπ πασά. Όταν τον Σεπτέμβριο του 1882 η Λουτφιγέ αναχώρησε από την Λάρισα και εγκαταστάθηκε με τον πατέρα της και τον σύζυγό της στα Σέρβια της Κοζάνης, όρισε τον Λαρισαίο εμποροκτηματία Νικόλαο Παπακώστα ως πληρεξούσιο πωλητή του πανδοχείου της. Ο Αλκιβιάδης Σκαντέλης αγόρασε το πανδοχείο στις 20 Οκτωβρίου 1882 αντί 550 χρυσών Τουρκικών λιρών (13.981 δρχ.) [3]. Το όλο συγκρότημα περιλάμβανε εντός του οικοπέδου του, μία διώροφη οικία με εννέα δωμάτια, δύο εργαστήρια, αποθήκες, στάβλους, οινοπνευματοπωλείο και διάφορους βοηθητικούς χώρους.

Την ίδια περίοδο ο Σκαντέλης ανέλαβε διάφορες εργολαβίες στην Ελασσόνα (τότε υπό οθωμανική κατοχή) και αναγκάστηκε να εγκατασταθεί εκεί προσωρινά, διορίζοντας ως πληρεξουσίους του στη Λάρισα, τους κτηματίες Γρηγόριο Χατζηλαζάρου [4] και Νικόλαο Παπακώστα [5].

Μετά την αναχώρησή του, ο Σκαντέλης ενοικίασε (μέσω του Παπακώστα) την κατοικία του στην οδό Ραμαζάν Ατίκ στη Λάρισα. Ως ενοικιαστής την περίοδο 1882-1884 αναφέρεται ο εισαγγελέας του Πρωτοδικείου της Λάρισας Δημοσθένης Καρύκης [6] ενώ μετά το 1884 η οικία ενοικιάστηκε στον ταγματάρχη (ΠΖ) Αναστάσιο Οικονομόπουλο (Βασιλικό Επίτροπο του Γ΄ Διαρκούς Στρατοδικείου Λαρίσης) για να χρησιμεύσει ως κτίριο Στρατοδικείου [7].

Τρίτη 2 Ιανουαρίου 2018

Οι Λαζαριστές και η ρουμανική προπαγάνδα


Η Μονή Λαζαριστών στο
sirok sokak του Μοναστηρίου
Από την εποχή της εγκαταστάσεως στη Θεσσαλονίκη του Γάλλου μισσιοναρίου Lepavec (1830-1857), αρχικά ως ηγουμένου των Λαζαριστών και αργότερα στα Βιτώλια[15], οι Λαζαριστές ενεργοποίησαν παλαιό παγιωμένο σχέδιο του Βατικανού με ουνιτικό προσωπείο για την εξάπλωση του καθολικισμού. Ο  Lepavec, ο οποίος φιλοδοξούσε να εκκαθολικεύσει όχι μόνο ορθόδοξους αλλά και μουσουλμάνους κατοίκους της Ευρωπαϊκής Τουρκίας, ύστερα από ελάχιστες προσηλυτιστικές επιτυχίες έδωσε σ' αυτό το παλιό σχέδιο τρεις νέες κατευθύνσεις: Δημιουργία γκραικο-ουνίας στην ελληνόφωνη Θράκη, βουλγαρο-ουνίας στη Μακεδονία και ανάπτυξη Ουνίας, υπό την εποπτεία του γνωστού Λαζαριστού των Βιτωλίων Faverial, μεταξύ των βλαχοφώνων[16].

Η συνεργασία των Λαζαριστών με τους ρουμανίζοντες χαρακτηρίσθηκε ως η πλέον ολέθρια για τα ελληνικά συμφέροντα, με σοβαρότατες επιπτώσεις για το ελληνικό στοιχείο στο μακεδονικό χώρο. Πρωτεργάτης των ρουμανιζόντων στην παροχή ανθελληνικών υπηρεσιών στους Λαζαριστές υπήρξε ο Απόστολος Μαργαρίτης[17]. Αφορμή για την στάση του αυτή αποτέλεσαν οι σε βάρος του διώξεις, οι οποίες εντάθηκαν το 1869. Αυτές οφείλονταν στο ότι, παρά την αυστηρή απαγόρευση του Μητροπολίτου Καστορίας και του Οικουμενικού Πατριάρχου Ιωακείμ του Β', συνέχιζε τη διδασκαλία της ρουμανικής γλώσσας στο Ελληνοσχολείο της Βλαχοκλεισούρας[18]. 
Ευρισκόμενος σε αδιέξοδο, ζήτησε τη βοήθεια και προστασία των Λαζαριστών των Βιτωλίων και του εκεί αυστριακού προξένου. Αυτό δημιούργησε τις προυποθέσεις για μια ουσιαστική προσέγγιση και συνεργασία μεταξύ των αντιπροσώπων της ρουμανικής προπαγάνδας και της ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας στα Βιτώλια. 

Ο ηγούμενος των Λαζαριστών στα Βιτώλια Faverial[19] και ο διπλωματικός εκπρόσωπος της Ρουμανίας στην Κωνσταντινούπολη συμφωνούσαν απόλυτα ότι η μοναδική δυνατότητα χειραφετήσεως των Βλάχων της Μακεδονίας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο[20] ήταν η προσχώρηση τους στην ρωμαιοκαθολική Εκκλησία με το προσωπείο της Ουνίας[21].
Ο αρχηγός της ρουμανικής προπαγάνδας Απόστολος Μαργαρίτης προκειμένου να εξουδετερώσει την αντίδραση των Μητροπολιτών στην ίδρυση ρουμανικών σχολείων, αλλά κυρίως για ιδιοτελείς οικονομικούς σκοπούς, δεν δίσταζε να υποθάλπει τις τάσεις των Λαζαριστών ιερέων και να διευκολύνει τη δραστηριότητα τους στον προσηλυτισμό στην Ουνία μαθητών που φοιτούσαν στα ρουμανικά σχολεία της Μακεδονίας[22].
Από την άλλη πλευρά οι Λαζαριστές εκδήλωναν πρόθυμα τη συμπαράσταση τους στα σχέδια του Μαργαρίτη. Για τον λόγο αυτό του παρεχώρησαν μια πτέρυγα της Μονής τους για την ίδρυση Γυμνασίου στο Μοναστήρι[23].
Ιδιαίτερα πρέπει να εξαρθεί η στενή σχέση, η οποία αναπτύχθηκε μεταξύ του ηγουμένου των Λαζαριστών Faverial και του Αποστόλου Μαργαρίτη. Οι επαφες τους τοποθετούνται γύρω στα 1870 και θα συνεχισθούν τα επόμενα χρόνια, όταν το Τάγμα των Λαζαριστών δρούσε κάτω από την  προστασία της Αυστροουγγαρίας[24].

Deák Ferenc - Φραγκίσκος Δέακ


Deák Ferenc
Πολιτικός της Ουγγαρίας, υπουργός Δικαιοσύνης. Τον αποκαλούσαν ''ο σοφός άνθρωπος του έθνους'' και ήταν συγγραφέας του Αυστρο-Ουγγρικού συμβιβασμού του 1868. Ανιψιός του Deák Peter, συνταγματάρχη των Ουσάρων και γιός του Crabor, ενώ σχετίζεται με την μακεδονική οικογένεια Peszkar (Πεσχάρου*) του Miskolc. Η καταγωγή του προερχόταν από εξουγγρισθείσα μακεδονική οικογένεια κατά τα μέσα του παρελθόντος αιώνα. Οι πρόγονοι του είχαν έρθει από την Μοσχόπολη, ήταν Ελληνόβλαχοι, και εγκαταστάθηκαν στο Μίσκολτς.
Αρχικά είχε το όνομα Peszkar και όταν πήγε σχολείο οι καθηγητές του, του έδωσαν το όνομα Deák. Το επίθετο Πεσχάρου το συναντάμε επίσης στους δωρητές για το κτίσιμο της εκκλησίας στο Μίσκολτς. 

Ο Deák είχε ιδιαίτερη φιλία με τον συμπατριώτη του Σίμωνα Σίνα. Ο ίδιος ποτέ δεν απαρνήθηκε την καταγωγή του αλλά και ποτέ δεν την επιβεβαίωσε επίσημα. Ο επίσκοπος Olteanu, ο οποίος ηταν προστατευόμενος του Deák, δήλωσε πολλές φορές ενώπιον φίλων ότι η όψη και οι τρόποι του Deák προδίδουν την Ελληνοβλάχικη καταγωγή του. Περίπου το 1860, ο εκδότης Alexandru είχε γράψει στην εφημερίδα του την ''Ομοσπονδία'' ότι ο Deák Ferenc έλκει την καταγωγή του από Ελληνόβλαχους.

Πηγή: Βασίλειος Σταματόπουλος-Σπύρος Καπαρέλης-Στέλιος Παπαγεωργίου, Οι ελληνικές οικογένειες κατά τον 17ο-19ο αιώνα στην Μεγάλη Ουγγαρία

Πέμπτη 21 Δεκεμβρίου 2017

Aromanian Anthroponymy


Thessaloniki, ancient roman ruins
~ Για ελληνικά:

The appearance of Aromanians [1], Latin-speaking ones, Vlachs [2], known more widely as Koutsovlachs [3], in north Greece territories dates back to the Roman conquest. This fact has been recognized by distinguished and special Romanian scientists such as Vasile Pârvan, Radu Vulpe, Gheorghe Brătianu [6], Take Papahagi [7], Emile Petrovici [8], Şextil Puşcariu [9] and Dumitru Maniu [10] eventually great Th. Capidan [11] has recognized it, too. Latey, not only Aromanians’ indigenousness but their greekness have been proved after interdisciplinary converging elements, too [12]. Competent Greek scientists have already accepted (the theory) of direct or indirect linguistic enlatinization of Greek people, while a similar possibility was earlier excluded because of the superiority of Greek culture over the Roman one [14]. It is well known that Romans, before being rulers of Greek territories, had sought to establish friendly relations with Greek cities and federations [15]. When they conquered Greece [16], not having the necessary manpower to govern the new countries, they first addressed to the ruling class of Greeks to use it for the state administration, the army and other levels of state and social life. At the same time they used every Greek element [17]. Besides, Greeks of all classes did not mean to abandon their numerous activities, in particular commerce [18], exploitation of transport means [19], execution of public works, etc. The social rise of Greek urban (mainly) class in Roman Empire was indeed significant, given the fact that Greeks became senators, others occupied the office of Roman Supreme and many of them became senior military and imperial administrative officers [20]. At the same time, Greeks of lower classes, people of mountains and lowlands, were the inexhaustible source of the manning of roman legions [21], where they distinguished themselves or at least they secured better living conditions.

Greeks took care on time to obtain the title of Roman citizen [22] because this title offered special privileges and it favored social development and proficiency without obstacles in trade and other profitable professions. Indicatively, we give a few examples:
From the island of Kos, brothers Gaius Stertinius Xenophon (doctor and secretary of Emperor Claudius) and Tiberius Claudius Cleonimus (military officer of Roman army). From the town of Mytilene Marcus Pompeius Macrinus (roman supreme). From the town of Ephesus Tiberius Julius Celsus Polemius, supreme, his son Tiberius Julius Akylas Polemius, also supreme, who founded the famous library in his hometown. From the town of Nicomedia, the well-known writer Flavius Arrianus, provincial governor and supreme. From the city of Pergamon, the history writer Avlos Claudius Harax, commander of roman legion and supreme. From the island of Limnos the well-known writer Flavius Philostratus, whose son was called Lucius Flavius Capitoleinus. From the island of Crete, Lefkius Flavius Sulpikianus (Dorion Polyknis), senator. From the town of Sparta Gaius Julius Euriklis, cashier, mayor, general and senator. From Athens, Marcus Ulpius Eviotis, supreme, and his sons Marcus Ulpius Flavius Tisamenus and Marcus Ulpius Pupinius Maximus. Also Herod Atticus, whose full name is Tiberius Claudius Herod Atticus Marathonius. From the town of Megara Komodos Komodou. From the island Amorgos Aurelius Octavius, Aurelius Ermeus’ son. Plutarch's nephew, stoic philosopher and Marcus Aurelius’ teacher, Sextus, and others. Consequently, as Ioannis Touloumacus also writes, “from the presence of Greeks in the Senate, the administration and the army of the Empire, one would also expect cultural influences - and of course, first of all in language. All Greek officers of the Roman Empire knew latin language pretty much, some even so good as to read latin classic writers comfortably, too. In fact, Latin was known by almost all Greek intellectuals of the Roman era, from Polybius and Posidonius (during the period of liberty) to Plutarch and Philostratus, during the imperial period [23]”.

Πέμπτη 14 Δεκεμβρίου 2017

Το Λιβάδι Ολύμπου και η μακραίωνη σύνδεση του με τα Σέρβια Κοζάνης


Χτισμένο αμφιθεατρικά σε μια από τις κορυφές του Τιτάριου όρους και σε υψόμετρο 1200μ, βρίσκεται το φημισμένο μας Λιβάδι ή Βλαχολίβαδο ή και Μεγαλολίβαδο. Ο Όλυμπος, το βουνό των θεών και των θρύλων, το συνοδεύει πάντα στην ονομασία του και στο γεωγραφικό του προσδιορισμό. Σε όποιο παραθύρι ή καλντερίμι του κι αν σταθείς καταλαβαίνεις ότι βρίσκεσαι στην αγκαλιά του ψηλότερου βουνού της Ελλάδας. Έχει την αρχοντιά και την παραδοσιακή ομορφιά όλων των ορεινών βλάχικων χωριών της χώρας μας και είναι σήμερα ζωντανό και ενεργό με 2000 κατοίκους, που ασχολούνται φυσικά σχεδόν αποκλειστικά με την κτηνοτροφία και τα παράγωγα αυτής.

Το Λιβάδι Ολύμπου είναι το φυσικό όριο τριών νομών (Κοζάνης, Πιερίας, Λάρισας) και ταυτόχρονα τριών περιφερειών. Την περίοδο της Τουρκοκρατίας πληθυσμιακά, έφτασε και ξεπέρασε τους 6000 κατοίκους. Διασκορπίστηκαν οι πιο πολλοί με το πέρασμα των αιώνων κυρίως στη Κατερίνη, στη Θεσσαλονίκη και τη Λάρισα, αλλά και αρκετοί σε ξένες χώρες. Με χαρακτηριστικά γνωρίσμαατά τους την περηφάνια, το πείσμα και τη φιλοδοξία, επέτυχαν σε εμπορικούς τομείς και διέπρεψαν πάρα πολλοί στην πολιτική και τις επιστήμες. Στην γενέτειρα τους, είτε επιστρέφοντας, είτε από μακριά, δώρισαν και πρόσφεραν σπουδαία ευεργετήματα.

Σημαντικό ιστορικό γεγονός για την βλάχικη κωμόπολη, αποτελεί η έναρξη της επανάστασης του Ολύμπου, από την γυναικεία μονή της Αγίας Τριάδας το 1822. Κορυφαία δε μορφή των αγώνων κατά των Τούρκων και πρότυπο αντρείας και γενναιότητας, ο Γεωργάκης Ολύμπιος. Μέλος της Φιλικής Εταιρίας με συνεχή δράση όχι μόνο στα Πιέρια και τον Όλυμπο, αλλά σε όλα τα Βαλκάνια. Δεσπόζουν ο ανδριάντας στην είσοδο και το σπίτι -μουσείο στην κεντρική πλατεία του αγωνιστή με το ηρωικό τέλος.

Για έναν αιώνα (1822-1922),η περιοχή που περικλείεται από τον Όλυμπο τα Πιέρια και τον Τίταρο, γίνεται πεδίο μεγάλων πληθυσμιακών ανακατατάξεων και μετακινήσεων, καθώς και πολύ έντονων κοινωνικών, πολιτικών και εθνικών ζυμώσεων.

Τα Σέρβια και το Λιβάδι, είναι θα λέγαμε οι δύο πόλοι μιας απόστασης, που διαδραματίζονται οι παραπάνω αλλαγές. Η διαδρομή με ενδιάμεσους σταθμούς το Νεοχώρι την Καστανιά και την μονή του Αγίου Αντωνίου Σιάπκας, κάνει στενότερες τις σχέσεις και τις συναλλαγές των κατοίκων. Πρωτίστως οι δρόμοι αυτοί οι ορεινοί θα γίνουν εμπορικοί. Έτσι θα κυριαρχήσουν και θα κορυφωθούν μέχρι και το 1970 περίπου. Τα Σέρβια αποτελούσαν για το Λιβάδι, τον πιο κοντινό προορισμό (15χλμ είναι η πραγματική τους απόσταση), με δέλεαρ, την ελκυστική αγορά, την ετήσια εμποροζωοπανύγηρη (Νιάημερο) και το εβδομαδιαίο ΄παζάρι΄. Από το Λιβάδι έρχονται στα Σέρβια για να πουληθούν κτηνοτροφικά και βιοτεχνικά προϊόντα. Αιγοπρόβατα, γαλακτοκομικά, τομάρια ζώων, μαλλί, ταλαγάνια, χαλιά, κεντητά, εκλεκτά τσαρούχια. Κάποιοι βλάχοι επίσης προσλαμβάνονται σαν εποχιακοί τσομπάνηδες. Στα Σέρβια οι Λιβαδιώτες βρίσκουν προϊόντα, αγαθά, νεωτερικά εμπορεύματα, εργαλεία, σκεύη και είδη πολυτελείας. Τα τελευταία χρόνια, αυτοδιοικητικές κεντρικές αποφάσεις και γεωγραφικές αλλαγές, θα φέρουν το Λιβάδι πιο κοντά στην Ελασσώνα και το νομό Λάρισας, χάνοντας έτσι σιγά- σιγά τις μακραίωνες εμπορικές σχέσεις και επαφές.

Σάββατο 9 Δεκεμβρίου 2017

Τα Βλάχικα / Αρμάνικα - Μέρος II


Επιγραφή Νεκταρίου Τέρπου
Διαβάστε: 


3. Γλωσσικές σχέσεις ελληνικών και βλάχικων

Είναι φυσιολογικό να υπάρχουν γλωσσικές σχέσεις ανάμεσα στα ελληνικά και βλάχικα γιατί, αφενός μεν όλες οι γλώσσες του κόσμου έχουν σχέσεις μεταξύ τους και αλληλοεπιδράσεις και αφετέρου ο ίδιος γεωγραφικός χώρος εξέλιξής τους το επιτρέπει. Παραθέτουμε ακολούθως απόψεις μερικών ερευνητών και ειδικών επιστημόνων:

α. Για το θέμα αυτό γράψαμε την άποψη του γλωσσολόγου Αντώνη Μπουσμπούκη στο προηγούμενο υποκεφάλαιο ‘Απόψεις διαφόρων ειδικών’. Θεωρήσαμε ότι δεν είναι δεοντολογικό να ‘σπάσουμε’ το κείμενό του.

β. Ο καθηγητής γλωσσολογίας Νίκος Α. Κατσάνης στην Εισαγωγή (σελ. κβ΄) του βιβλίου 'Οι Νομάδες των Βαλκανίων' των A. Wace & M. Thompson, εκδόσεις Κυριακίδη, Θεσ/νίκη 1989, γράφει μεταξύ άλλων τα εξής: 
«…Οι σχέσεις της ελληνικής με την κουτσοβλαχική είναι μακροχρόνιες και βαθιές. Η επίδραση της ελληνικής στην Κουτσοβλαχική είναι ισχυρότερη από κάθε άλλη βαλκανική γλώσσα σε επίπεδο φωνητικό και λεξιλογικό. Φωνήματα από την ελληνική, παραγωγικές καταλήξεις, προθήματα και πάμπολλες λέξεις έχουν διαποτίσει την ΚΒ σε υψηλό βαθμό ώστε πολλοί, κυρίως ερασιτέχνες, να θεωρήσουν την ΚΒ μη νεολατινική γλώσσα. Μια συστηματικότερη μελέτη είναι δυνατόν να αποδείξει ότι το νεολατινικό αυτό ιδίωμα επικάθεται σε ελληνόφωνους ομιλητές, οι οποίοι στη συνέχεια γίνονται δίγλωσσοι…».
Ο ίδιος καθηγητής στο βιβλίο του ‘Οι Βλάχοι’, ό.π. και στο κεφάλαιο ‘Γλωσσικές σχέσεις Ελληνικής και Κουτσοβλαχικής’ (σελ. 109-115) μας πληροφορεί ότι η επίδραση της ελληνικής στην ΚΒ είναι κυρίως λεξιλογική (25-30%) και λιγότερο φωνητική και μορφολογική. Στο επίπεδο της φωνητικής τα φαινόμενα της κώφωσης (lemnu -> limnusu «ξύλο ->ξυλάκι) και της αποκοπής (musatâ->msatâ «όμορφη») που υπάρχουν στα ελληνικά ιδιώματα, υπάρχουν και στην ΚΒ. Πρέπει να σημειωθούν τα ελληνικά φωνήματα /γ, δ, θ/ που υπάρχουν και στην ΚΒ. Όσον αφορά στο επίπεδο της μορφολογίας η υιοθέτηση ελληνικών προθημάτων συμβαίνει στην ΚΒ (cacu-zburescu «κακομιλώ»), όπως και υιοθέτηση ελληνικών καταλήξεων (cafe ->cafedzi «καφές ->καφέδες», Sarmaniotu «Σαμαρινιώτης»). 
Όσον αφορά στο λεξιλόγιο ο καθηγητής επισημαίνει ότι τα αρχαιοελληνικά δάνεια στις λατινογενείς γλώσσες της βαλκανικής (άρα και στην ΚΒ) αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας και αντιπαράθεσης. Η πλευρά της Ρουμανίας, λέει ο καθηγητής, ότι μείωσε τη σημασία τους για ευνοϊκούς για αυτή (Ρουμανία) λόγους. Εκθέτει το πρόβλημα και τα ερωτήματα (τρία) που ανακύπτουν από αυτό. Νομίζουμε ότι καταλήγει στο ότι η ύπαρξη παλιών αρχαιοελληνικών γλωσσικών καταλοίπων στους Βλάχους δεν είναι δανεισμός από τη λατινική, αλλά κατευθείαν επιβίωσή τους. Για να στηρίξει αυτή την άποψή, φέρνει αρκετά παραδείγματα (mic, proaspitṷ, tšiumă, stupṷ, sterpu, sturṷ, broască cu osu, broaticu κ.α.), τα οποία βέβαια δεν θα τα αναλύσουμε για ευνόητους λόγους (δεν είμαστε γλωσσολόγοι και ο χώρος στο πόνημα μας είναι λιγοστός). Στη σελίδα μάλιστα 114 καταλήγει στο εξής: 
«…Από τα παραδείγματα που αναφέραμε πολλές λέξεις ή μάλλον όλες μπορούσαν να προέρχονται κατευθείαν από την ελληνική, ως μητρική γλώσσα των Βλάχων και όχι από την λατινική στην οποία πολλές λέξεις δεν εμφανίζονται ούτε σε γραπτά μνημεία ούτε σε επιγραφές…».