Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2011

Κόλιντα μπάμπω = Κάλαντα στη γιαγιά, το έθιμο της φωτιάς των Χριστουγέννων στην Β. Ελλάδα!



Τα χριστουγεννιάτικα ήθη και έθιμα αναβίωσαν και φέτος σε πόλεις και χωριά της Βόρειας Ελλάδας για να υποδεχτούν οι πιστοί τη γέννηση του Θεανθρώπου και την έλευση του νέου χρόνου.  Ακόμα και σήμερα, κόντρα στους καιρούς κάποιοι κρατάνε ζωντανές τις παραδόσεις και τις ματαφέρουν από γενιά σε γενιά !
Στην Φλώρινα, την Πέλλα, την Σιάτιστα Κοζάνης, το Κιλκίς και σε πολλές ακόμη περιοχές, οι κάτοικοι υποδέχονται τη γέννηση του Χριστού ανάβοντας μεγάλες φωτιές (το έθιμο του ''κόλιντε μπάμπω'') στις 12 τα μεσάνυχτα, που συμβολίζουν τη φωτιά που άναψαν οι ποιμένες της Βηθλεέμ για να ζεσταθεί ο νεογέννητος Χριστός. Φωτιές ανάβουν επίσης και το βράδυ της παραμονής της Πρωτοχρονιάς για να υποδεχθούν με χαρά το νέο έτος (το έθιμο του ''σούρβα''). 

Δυστυχώς όμως, η δράση του καθεστώτος Γκρούεφσκυ μέσω των εδώ πρακτορίσκων του Ουράνιου τόξου στρέφεται στην λαογραφία και στα τοπικά έθιμα...
Σε ρεπορτάζ στο δελτίο ειδήσεων των 22:00 της ΕΤ 3, ανήμερα των Χριστουγέννων, κάποιος δήλωσε ευθαρσώς πώς η ετυμολογία της λέξης "Κόλιντε", του εθίμου με τις φωτιές που παρουσίασαν, είναι στα "μακεδονίτικα"...(!!!) και ότι σημαίνει ''σφάζουν γιαγιά'', από το σλαβικό ρήμα ''κόλιατι= σφάζω'' ως ανάμνηση δήθεν της σφαγής του Ηρώδη και παραμύθια της χαλιμάς !!!!!
Η παραπληροφόρηση σε όλο της το μεγαλείο !!!!!!! Δεν είναι λίγοι αυτοί που αναμεταδίδουν την ίδια λανθασμένη άποψη από άγνοια ή σκοπιμότητα...

Προς αποκατάσταση της αλήθειας, όσον αφορά την ετυμολογία της λέξης παραθέτουμε τα παρακάτω:

‎''Κόλιντα μπάμπω'' σημαίνει ''Κάλαντα στη γιαγιά''... 
συγκεκριμένα, η λέξη Κάλαντα (Κόλιντα) προέρχεται από τη λατινική «calenda», που διαμορφώθηκε από το ελληνικό ρήμα καλώ, ενώ η λέξη  μπάμπω προέρχεται από το βάβω = γιαγιά (αρχαίο ελληνικό ουσιαστικό). 
Πιστεύεται ότι η ιστορία τους προχωρεί πολύ βαθιά στο παρελθόν και συνδέεται με την Αρχαία Ελλάδα. Βρήκαν, μάλιστα, αρχαία γραπτά κομμάτια παρόμοια με τα σημερινά κάλαντα (Ειρεσιώνη στην αρχαιότητα). 
Το έθιμο υπήρχε στην Ελλάδα πριν από τη Ρώμη. Τα παιδιά κρατούσαν ένα κλαδί ελιάς ή δάφνης, στολισμένο με καρπούς και άσπρο μαλλί (είναι η δωρική λέξη ειρεσιώνη= έριο = μαλλί), γύριζαν και τραγουδούσαν και τους έδιναν δώρα. Στη συνέχεια το έθιμο καθιερώθηκε και στη Ρώμη. Τα παιδιά της εποχής εκείνης κρατούσαν ομοίωμα καραβιού που παρίστανε τον ερχομό του θεού Διόνυσου. Άλλοτε κρατούσαν κλαδί ελιάς ή δάφνης στο οποίο κρεμούσαν κόκκινες και άσπρες κλωστές. Στις κλωστές έδεναν τις προσφορές των νοικοκύρηδων.

Το τραγούδι της Ειρεσιώνης της εποχής του Ομήρου, το απαντάμε σήμερα με μικρές παραλλαγές στα κάλαντα της Θράκης:

Στο σπίτι ετούτο πού 'ρθαμε του πλουσιονοικοκύρη 
ν' ανοίξουνε οι πόρτες του να μπει ο πλούτος μέσα 
να μπει ο πλούτος κι η χαρά κι η ποθητή ειρήνη 
και να γεμίσουν τα σταμνιά μέλι, κρασί και λάδι 
κι η σκάφη του ζυμώματος με φουσκωτό ζυμάρι. 

(για περισσότερες πληροφορίες εδώ και εδώ)

Προέλευση της ονομασίας του εθίμου του ''σούρβα'' (έθιμο της φωτιάς το βράδυ της παραμονής της Πρωτοχρονιάς):
Σούρβο, το : ο καρπός της σουρβιάς< μεσαιωνικό σούρβον, το< λατινικό sorbum, i

Το φιλοδώρημα των παιδιών παλιά στα κάλαντα ήταν καρποί - κυρίως ξηροί (κάστανα, καρύδια, αμύγδαλα, σταφίδες, ξερά σύκα, ξυλοκέρατα ή χαρούπια) - μουστοκούλουρα και κολιαντίνες (μικρά στρογγυλά ψωμάκια που στη ζύμη τους δεν έβαζαν ζάχαρη ή μούστο, αλλά πάνω της στη μέση μπήγανε ελαφρά μια σταφιδωμένη ρόγα σταφυλιού από κρεμασμένη φούντα σταφυλιών) .
Φαίνεται πως στην αρχή στα κάλαντα της παραμονής της Πρωτοχρονιάς δίνονταν απαραίτητα στα παιδιά σούρβα , για να 'ναι καρπερή -καλή για τη γη- η νέα χρονιά (ευετηρική προσφορά), κι απ' αυτού του είδους το φιλοδώρημα ονομάσθηκαν σούρβα και τα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα.

Εξάλλου πρέπει να ΄χουμε υπόψη μας πως σε κάποια μέρη της Μακεδονίας και το ραβδί, με το οποίο τα παιδιά χτυπούν τις πόρτες και λένε τα σούρβα, είναι κυρίως από σουρβιά και λέγεται σουρβάκα. Από το θέμα των λέξεων "σουρβάκα" και "σούρβα" με την προσθήκη της ρηματικής κατάληξης προήρθε το ρήμα "σουρβακώ και σουρβακίζω, σουρβώ και σουρβίζω" που σημαίνει χτυπώ με τη σουρβάκα την πόρτα σπιτιού την παραμονή της πρωτοχρονιάς και λέω τα κάλαντα- σούρβα. Αντίστοιχη της σουρβάκας είναι η δική μας τζιουμάκα (ή τσουμάγκα), η λέξη προήλθε με σύντμηση από τη λέξη τζιουμπανίκα, που είναι το ραβδί του τσομπάνου. (πληροφορίες εδώ)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η κόσμια κριτική και η ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των σχολιαστών είναι σεβαστή. Σχόλια τα οποία υπεισέρχονται σε προσωπικά δεδομένα ή με υβριστικό περιεχόμενο να μην γίνονται. Τα σχόλια αποτελούν καθαρά προσωπικές απόψεις των συντακτών τους. Οι διαχειριστές δεν ευθύνονται σε καμία περίπτωση για τυχόν δημοσίευση υβριστικού ή παράνομου περιεχομένου στα σχόλια των αναρτήσεων.Τα σχόλια αυτά θα διαγράφονται με την πρώτη ευκαιρία.