Δευτέρα, 2 Ιουλίου 2012

Παρουσίαση του τετράτομου του κ. Αχ. Λαζάρου από τον κ. Αντ. Μπουσμπούκη


Αντώνης Μπουσμπούκης
Ομότιμος καθηγητής στο Α.Π.Θ.
Γλωσσολόγος


Η ομιλία πραγματοποιήθηκε στο ‘Χατζηγιάννειο’ της Λάρισας στις 21-1-2012 με την ευκαιρία της παρουσίασης του τετράτομου του Δρ. Αχ. Λαζάρου.

Στις 21-1-2012 ημέρα Σάββατο παρουσιάστηκε το τετράτομο βιβλίο του Δρ. Αχιλλέα Λαζάρου, με τίτλο: «Ελληνισμός και Λαοί της Νοτιοανατολικής Ευρώπης» στο Χατζηγιάννειο Πνευματικό κέντρο της Λάρισας. Κύριος ομιλητής ήταν ο συμπολίτης μας κ Αντώνης Μπουσμπούκης, ομότιμος καθηγητής του ΑΠΘ και γλωσσολόγος. Θεωρούμε ότι επιβάλλεται να αντιγράψουμε αυτούσια την ομιλία με τον απαράμιλλο γραπτό λόγο που διακρίνει τον συντοπίτη μας και η οποία έχει ως εξής :
«Ο Αχιλλέας Λαζάρου είναι ο στρατευμένος ερευνητής στον χώρο της Ν.Α. Ευρώπης, της αλλιώς Βαλκανικής Χερσονήσου ή Χερσονήσου του Αίμου, που κατά τους πρώτους αιώνες της μεσαιωνικής περιόδου ονομαζόταν απλά Ευρώπη, όπως σε πολλά σημεία των εργασιών του αποδεικνύει ο ακαταπόνητος Αχιλλέας.
Την Ευρώπη-Βαλκανική κατοικούσαν κατά την ίδια εποχή, αρχές του Μεσαίωνα, πληθυσμός ελληνικής κατά πλειοψηφία καταγωγής. Ο πληθυσμός αυτός μιλούσε  λαϊκό λατινογενές ιδίωμα, όμως, ρίζωσε τελικά στον προφορικό λόγο, την καθημερινή γλώσσα μόνον εκείνων που είχαν άμεσες, ιδιαίτερες σχέσεις με τη λατινόφωνη αρχικά Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, το γνωστό μας Βυζάντιο, που το πραγματικό του όνομα ήταν Ρωμανία ή Αρμανία, όπως την έλεγε ο λαός και την οποία ονομασία Αρμανία μας την έκανε γνωστή ο Αχιλλέας Λαζάρου.
Οι λατινόφωνοι της εποχής αυτής είναι οι παραγγελιοδόχοι, που εφοδιάζουν το κράτος με ό,τι χρειάζεται ο στρατός το δημόσιο για να λειτουργήσουν. Είναι οι στρατιώτες και οι οροφύλακες. Είναι οι αγωγιάτες, που διακινούν αγαθά και ανθρώπους. Είναι οι δημοσιεύοντες Έλληνες του Ιωάννου Λυδού, που έζησε και κατέγραψε την εθνολογική κατάσταση της Ευρώπης-Βαλκανικής, όπως εμφανίζονταν την εποχή του Ιουστινιανού, δηλ. στο πρώτο μισό του 6ου μ.Χ. αιώνα. Κι ενώ η περίοδος του Ιουστινιανού και οι επόμενοι αιώνες θεωρούνται σκοτεινοί για την τύχη του ελληνισμού της μητροπολιτικής Ελλάδος, καθώς η χώρα είχε πλημμυρήσει από Σλάβους, όπως πιστεύουν οι πιο απαισιόδοξοι, έρχεται σαν από μηχανής θεός η στέρεη  πληροφορία του Ιωάννη Λυδού και ρίχνει φως, αρκετό φως, που μας επιτρέπει να δούμε και να παρηγορηθούμε, καθώς διαπιστώνουμε ότι το εντόπιο ελληνικό στοιχείο εξακολουθούσε να ζει όχι ως πληθυσμιακό υπόλειμμα αλλά ως πληθυσμιακή πλειονότητα στις προγονικές του εστίες, έστω και εκλατινισμένο κατά ένα μέρος του.
Την πληροφορία του Ι. Λυδού, που ήταν σύγχρονος-αυτόπτης μάρτυρας θα έλεγα- με ό,τι μας καταθέτει και που λύνει το πρόβλημα για την καταγωγή των Αρμάνων-Βλάχων, των λατινοφώνων Ελλήνων, αγνοούσε προφανώς ο Θεσσαλός ιστορικός  Κ. Κούμας. Διαισθανόταν, ωστόσο, την αλήθεια της πληροφορίας του Λυδού. Τη διαισθανόταν μέσα από την πραγματικότητα που είχε μπροστά του. Έτσι, θα γράψει ότι: «…οι Βλάχοι συμπεριφέρνονται αδελφικώς προς τους γραικούς, ως Γραικοί και δεν δείχνουν ούτε εκείνοι ούτε ούτοι καμμίαν εθνικής διαφοράν προς αλλήλους, καθώς και τω όντι είναι αμφότεροι οι λαοί μιας πατρίδος τέκνα και των αυτών προγόνων απόγονοι»
Με βάση τα δυο πιο πάνω δεδομένα, δηλ. την αδιάψευστη μαρτυρία του Λυδού για την ελληνικότητα των Αρμάνων-Βλάχων και την ελληνική πολιτισμική κληρονομιά, που κοινού μοιράζονται ελληνόφωνοι και βλαχόφωνοι, όπως σημειώνει ο Κούμας, ο Αχιλλέας Λαζάρου ξεκίνησε τον διαχρονικό διάπλου στον χωροχρόνο της Νοτιο-Ανατολικής Ευρώπης, όπου-τονίζω- δεν τον απασχολεί μόνον η περίπτωση των Ελληνο-Βλάχων, αλλά και ολόκληρου του ελληνισμού. Έτσι, η Β. Βαλκανική, η εντεύθεν και η εκείθεν του αρχαίου Ιστρου και σήμερα Δούναβη, η Αν. Βαλκανική, που βρέχεται από τον Εύξεινο Πόντο, την αλλιώς Μαύρη Θάλασσα, η Δυτ. Βαλκανική με την Αδριατική θάλασσα και η Ν. Βαλκανική μ’επίκεντρο την Ελλάδα, είναι οι χώροι, αλλά όχι οι μοναδικοί, όπου το πνεύμα του φιλέρευνου Αχιλλέα Λαζάρου έκανε τις ιστορικές κι εθνογλωσσικές ‘ανασκαφές, για να μας αποκαλύψει έναν διάσπαρτο ελληνισμό, που τον σκέπασε η λησμονιά με την σκόνη των περασμένων εποχών και που δεν τόλμησε το ελλαδίτικο πνεύμα των ιστορικών μας να διερευνήσει μέχρι τώρα παρά μόνο αποσπασματικά. Και ο Αχιλλέας Λαζάρου δεν άνοιξε απλά τον δρόμο για την ιχνηλάτηση της παρουσίας του ελληνικού στοιχείου στον χώρο της βαλκανικής ενδοχώρας και την περιφέρειά της, αλλά σχεδόν ολοκλήρωσε το έργο του. Η αξία της εθνο-ϊστορικής διερεύνησης της Ν.Α. Ευρώπης έχει βαρύνουσα σημασία για τον σύγχρονο ελληνισμό, καθώς τα σημερινά κρατικά σχήματα της βαλκανικής καλλιεργούν ακόμη και τώρα, σ’εποχή παγκοσμιοποίησης, αλυτρωτικές βλέψεις, διεκδικώντας όχι μόνο περιοχές της Ελλάδος αλλά ένδοξες σελίδες της ιστορίας της και του πολιτισμού της. Ναι! Έτσι, για παράδειγμα, λέγεται από κύκλους γειτονικής μας χώρας και υποστηρίζεται ότι η ελληνοβλάχικη Μοσχόπολη, η κορωνίδα του πολιτισμού στα χρόνια της Οθωμανικής κυριαρχίας, είχε και λίγους βλάχους… Άκου πράματα!
Σ’αυτήν -και όχι μόνο- την απροκάλυπτη επιθετική πρόκληση σε βάρος της ιστορικής αλήθειας ο εύτολμος Αχιλλέας επιχείρησε την αντεπίθεση. Βγήκε από τα ελλαδίτικα χαρακώματα της παθητικότητας κι έψαξε και -τύχη αγαθή και με πολύ μόχθο- το τόλμημά του στέφθηκε με επιτυχία, ως δικαίωση μιας ολόκληρης ζωής.
Την επιτυχία ο Λαζάρου την στηρίξει σ’επιστημονικά επιχειρήματα, θεμελιωμένα σε βιβλιογραφικά σημειώματα, πολλά και ξεκάθαρα, τα οποία σας διαβεβαιώ πως δεν του αμφισβητούν μήτε όσοι, για δικούς των λόγους, επέλεξαν στάση αντιπαράθεσης προς τις θέσεις του Αχιλλέα Λαζάρου.Πλούσια τα ελέη της θεματογραφίας, που διαπραγματεύεται στ’άρθρα  και τις εργασίες του ο Λαζάρου κι ακόμα πιο πλούσια τα βιβλιογραφικά, όπως προείπα, στοιχεία. Και είναι τόσα τα στοιχεία της βιβλιογραφικής υποδομής του έργου του, που ο συγγραφέας μπορεί να είναι σίγουρος ότι τ’αφήνει ως πολύτιμη κληρονομιά και αστείρευτη πηγή άντλησης πληροφοριών στις γενεές ερευνητών, που θα ακολουθήσουν και θα ψάξουν για να αναδείξουν και πάλι τις διαστάσεις του μεγάλου κάποτε ελληνισμού, μεγάλου έξω από τον ελλαδικό κράτος, του οποίου τα βόρεια σύνορα στην αρχή της ίδρυσής του έφθαναν μέχρι την Λαμία. Το ελεύθερο αυτό κομμάτι του ελληνισμού χαρακτηρίστηκε από τον θεμελιωτή της μεγάλης για την εποχή του ελληνικής ιδέας, τον συρακιώτη Ιωάννη Κωλέττη ως το πιο φτωχό και καθυστερημένο τμήμα του ελληνισμού, καθώς έξω από τα όριά του ανθούσε και ήκμαζε ο μεγάλος ελληνισμός της Θεσσαλονίκης, του Μοναστηρίου, της Ανδριανουπόλεως, της Σμύρνης, της Τραπεζούντας, της Οδησσού, του Βουκουρεστίου, της Τεργέστης, της Αλεξάνδρειας και άλλων σημείων της εγγύς Ανατολής και της Κεντρικής Ευρώπης.
Η ιστορική εμπειρία μας έδειξε ότι είναι στα πεπρωμένα του τόπου αυτού η ιδέα για την ενότητα του ευρύτερου ελληνισμού να προβάλλεται από τους βόρειους Έλληνες, από τους Μακεδόνες κατά την αρχαιότητα και τους Αρμάνους-Βλάχους στα νεώτερα χρόνια, ενώ ένα τέκνο της θεσσαλικής γης, ο Ρήγας Βελεστινλής, το φωτεινό τούτο μετέωρο, συνέλαβε το όραμα ενός ευρύτερου ελληνισμού, που θα περιελάμβανε και τους βαλκανικούς λαούς με κοινό συνδετικό στοιχείο την ελληνική γλώσσα και παιδεία, χωρίς όμως την απάλειψη των τοπικών ιδιαιτεροτήτων. Θα τονίσει αξιολογικά ο ιστορικός από τους Καλαρίτες Σπυρίδων Λάμπρος, όπως το παραθέτει ο Λαζάρου στον Γ΄ τόμο: «Η χάρτα του Ρήγα είναι πολύ ευρυτέρα του χάρτου των Σπαρτιατών και του Δημοσθένους» (σελ. 93). Στην ίδια γραμμή πλεύσης βρίσκεται και το τετράτομο έργο του Αχιλλέα Λαζάρου υπό τον τίτλο ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ και ΛΑΟΙ  Ν.Α. ΕΥΡΩΠΗΣ και με  υπότιτλο ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΕΣ και ΔΙΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ. 
Το έργο του  αριθμεί περίπου τις 3.000 σελίδες, καθώς είναι καρπός πολυετούς και πολύμοχθης  προσπάθειας. Σκόρπιο αρχικά το υλικό του σε αυτοτελείς εργασίες, ή με τη μορφή άρθρων σ’επιστημονικά περιοδικά, συγκεντρώθηκε στους τέσσερις αυτούς τόμους και είδαν το φως της δημοσιότητας με την οικονομική στήριξη των καταστημάτων ΔΟΥΚΑΣ, το έτος 2010 στην Αθήνα.    Στην απέραντη επικράτεια που απλώνει το σύγγραμμά του Αχιλλέα Λαζάρου από τον ένα στον άλλο τόμο, δεν υπάρχουν άρθρα, που ν’αξιολογούνται ως μειωμένου ενδιαφέροντος. Έτσι ο μεγάλος όγκος τους μου επιβάλλει να επιλέξω και να παρουσιάσω μόνο κάποια από τα πολλά σημεία που με άγγιξαν ιδιαίτερα.   
Στην αρχή, του Α΄ τόμου διαβάζουμε: «Ο ελληνισμός εμφανίζεται  στη παραδουνάβια και υπερδουνάβια χώρα διαχρονικά και όχι αποκλειστικά στη διάρκεια της τουρκοκρατίας. Ιχνηλατείται από την απώτατη αρχαιότητα με την εκστρατεία των Αργοναυτών και τις Κρητομυκηναϊκές ναυτιλιακές επιδόσεις, την ίδρυση ελληνικών αποικιών στα παράλια του Ευξείνου Πόντου και των εκβολών του Δουνάβεως, την εγκατάσταση  ελληνικών εμπορείων στις όχθες του Δουνάβεως και των παραποτάμων του, ώστε να ονομάζεται «ελληνικός» (σελ.25).
Στο σημείο αυτό κάνω μια παρένθεση για χάρη της ελληνικής παρουσίας, της διαχρονικής εννοώ, στο Δούναβη: «Είναι να θαυμάζει κανείς τους Μοσχοπολίτες, που, αν και κόσμος στεργιανός αυτοί, αρμάτωναν μέχρι και είκοσι πλεούμενα και σαν μικροί Ωνάσηδες είχαν το εμπόριό του στα χέρα τους». Αυτά μου εξομολογήθηκε ο συνάδελφος ιστορικός Γιάννης Παπαδριανός. 
Ο Λαζάρου σημειώνει ότι τα πλοία της εταιρείας του Σίνα στο Δούναβη υπερέβαιναν τα 50. Στο ίδιο άρθρο, υπό τον τίτλο «Τα ελληνικά πλοία στο Δούναβη- φορείς και υπέρμαχοι του πολιτισμού» σταχυολογούνται ως εξής: «Όταν το 1913 ο Ελευθέριος Βενιζέλος επισκέφθηκε τη Βραΐλα της Ρουμανίας, αντίκρυσε στο λιμάνι της τη γαλανόλευκη να κυματίζει σε περισσότερα από 300 πλοία, είπε με συγκίνηση και θαυμασμό: «Ποτέ μου στον Πειραιά δεν είδα τόσες  ελληνικές σημαίες». Και το άρθρο κλείνει  με τη συμβουλή του στρατηγού Κεκαυμένου προς τον αυτοκράτορα: «Τον στόλο ν’αγωνίζεσαι πάντα να είναι σε ακμή και να μην του λείπει τίποτα, γιατί ο στόλος είναι η δόξα της Ρωμανίας, δηλ. του Βυζαντίου». 
Για την τύχη των κατοίκων της Δυτ. Βαλκανικής, των Ιλλυριών, με βάση ιστορικές πηγές, σημειώνει : «Μετά […] την ολοκληρωτική υποταγή στους Ρωμαίους, οι Ιλλυριοί χάνονται στη ρωμαϊκή χοάνη. […]. Η ελληνική Ιλλυρία, όπως χαρακτηριστικά αποκαλείται από ξένους το νότιο τμήμα, η Δαλματία και η Ιστρία γνωρίζουν την χρυσή εποχή τους με συνακόλουθη την επικράτηση της γλώσσας, των ηθών κι εθίμων και της θρησκείας των Ρωμαίων» (σελ. 289). Έτσι, θεωρεί τη χρήση του ονόματος Ιλλυρικόν, που δήλωνε τη διοικητική περιοχή, όπου αρχικά ανήκε όλο το δυτικό τμήμα της χερσονήσου του Αίμου, ως απλή ανάμνηση των κάποτε Ιλλυριών και όχι την ιστορική τους παρουσία με πλήρη τα πολιτισμικά εθνικά τους στοιχεία. Ο Λαζάρου αποδεικνύει τεκμηριωμένα ότι η χρήση Ιλλυρικόν ήταν γεωγραφική  και ότι δεν είχε εθνικό χαρακτήρα. Ωστόσο, δεν είναι απόλυτος στις απόψεις του. Έτσι, στην πληροφορία του Στράβωνα ότι το έθνος των Ιλλυριών εξέλειπε ολοσχερώς, θα παρατηρήσει: «Αλλά οι λαοί δεν εκλείπουν εύκολα», υπονοώντας ασφαλώς την τρομαχτική συρρίκνωσή τους, όχι όμως την εξαφάνισή τους. 
Αλλού, θα μιλήσει για τον ελληνισμό της Αδριατικής και τον αποικισμό της μέσα από έργα Ιταλών ερευνητών, που γράφουν για την Grecita adriatica, τον αδριατικό ελληνισμό. Στο σημείο, όμως, αυτό ο Λαζάρου βλέπει την ελληνική επίδραση στα νότια κυρίως παράλια της Αδριατικής και τον αποκλεισμό του από την ενδοχώρα. Αντίθετα, σημειώνει, έγινε με την ακτή του Ευξείνου Πόντου και την θρακική ενδοχώρα, όπου ο ελληνισμός βρήκε προσφορότερο έδαφος.
Στα νότια της Ιλλυρίας ο σ συγγραφέας, με βάση τον Γενούσο ποταμό, σήμερα Σκούμπη, την Εγνατία οδό και με ιστορικές πηγές, κυρίως τον αρχαίο γεωγράφο Στράβωνα, χαράσσει-όχι αυθαίρετα- τα όρια ανάμεσα στον κόσμο των Ιλλυριών και των Ελλήνων. Όσο για την Εγνατία οδό, μας πληροφορεί ότι, παρά το ρωμαϊκό-της όνομα, είναι αρχαιότερη από την παρουσία των Ρωμαίων στη Χερσόνησό μας.
Για τον χώρο του βορειοδυτικού ελληνισμού και με αφορμή την παθητική στάση της Ελλάδος απέναντι στις ξένες προπαγάνδες, θα σας διαβάσω δύο παραγράφους, μια του καθηγητή Νεοκλή Καζάζη, ιστορικού, και μια του Αχιλλέα Λαζάρου. Η χρονική απόσταση μεταξύ τους είναι άνω των εκατό ετών. Η επικαιρότητά τους, όμως, είναι ολόφρεσκη, καθώς επιλέον η δεύτερη συμπληρώνει την πρώτη. Βροντοφωνάζει ο πανεπιστημιακός δάσκαλος Νεοκλής Καζάζης το 1903 στο ακροατήριο του: «Τι επράξαμεν ημείς, κατά το της εποχής εκείνης διαρρεύσαν χρονικό διάστημα; Εγκαταλείψαμεν την Ηπειρον, επί της οποίας έχομεν ανεγνωρισμένα, απαράγραπτα δικαιώματα. Και σήμερον αμφισβητούν αυτήν Ιταλοί, Αυστριακοί, Ρωμούνοι, Αλβανοί!... Αίσχος εις λαόν διασκεδάζοντα, μια μόνον απόλαυσιν αισθανόμενον, τον παρασιτισμόν εις βάρος του δημοσίου ταμείου…».
Και ο ακτιβιστής του ελληνισμού Αχιλλέας Λαζάρου συμπληρώνει στα παραπάνω: «Φαντάζεται ο καθένας τι θα έλεγε σήμερα ο νεοκλής Καζάζης, όταν αμφισβητούν την Βόρειον Ηπειρον και Έλληνες, οι οποίοι υπό την επήρειαν της κομματικής σκοτοδίνης και της κομματικής εμπάθειας λησμονούν ότι παραμένει το λίκνο των Ελλήνων και την αστείρευτη πηγή των εθνικών εξορμήσεων. Το δε χειρότερο είναι ότι η επίσημη Ελλάδα ψηφίζει στην Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ εναντίον των βορειοηπειρωτών» (τ. Β, σελ. 64). 
Για τον ίδιο χώρο   ο Λαζάρου θα γράψει την εργασία Καταγωγή κι επίτομη ιστορία των Βλάχων της Αλβανίας. Εδώ ανατρέχει στις απαρχές των ρωμαϊκών κατακτήσεων και καταγράφει τη διαχρονική παρουσία του ελληνισμού στην σημερινή Αλβανία. Την παρουσία τούτη αποδεικνύει στηριζόμενος σε αρχαιολογικές και ιστορικές πηγές. Προβάλλει στη συνέχεια ιστορικές μαρτυρίες και βάσιμα επιχειρήματα για να ερμηνεύσει την εξάπλωση του εκρωμαϊσμού στην επικράτεια των Ιλλυριών και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο εκλατινισμός «ευδοκιμεί όπου προηγείται παρουσία Ελλήνων και συνακόλουθη ελληνική επίδραση. […] Στο ρεύμα του εκρωμαϊσμού - σημειώνει - δεν ανθίστανται οι Έλληνες συγκάτοικοι των Ιλλυριών ή οπουδήποτε είναι εγκατεστημένοι. Δεν είναι διόλου νοητό να αποφεύγουν τον εκσυγχρονισμό τους, που συνίσταται στην προσαρμογή στη νέα τάξη, με πρώτιστο μέλημα τη λατινομάθεια, εφόδιο απαραίτητο για τη συνέχιση των εργασιών τους, ιδίως  στη ζώνη της Βαλκανικής, στην οποία η λατινική επικρατεί» (τ. Β΄ σελ. 77).
Ωστόσο ο Λαζάρου διευκρινίζει ότι οι Έλληνες δεν υφίστανται, πέρα από την χρήση της λατινικής γλώσσας, τον πλήρη εκρωμαϊσμό, όπως είναι η επικράτηση ηθών και εθίμων, παραδόσεων και γενικά του πολιτισμού των Ρωμαίων. Αυτό, όμως, θα συμβεί δυστυχώς στον ελληνισμό της Διασποράς, όπως της Βόρειας Αδριατικής, της Ν. Ιταλίας, της Μασσαλίας, της Ισπανίας και της Β. Αφρικής, που,  νοσταλγός του κάποτε ελληνικού μεγαλείου ο Αχιλλέας, δεν παραλείπει να μας  θυμίσει την εποχή της ακμής τους με τίτλους που υιοθέτησαν ξένοι ερευνητές για τους αντίστοιχους χώρους: την Graecia Magna, την Μεγάλη Ελλάδα της Ν. Ιταλίας, την Gallia greca της  Μασσαλιώτιδας, την Hispania graeca, την Africa graeca, ενώ προβάλλει την ονομασία Graecia για ολόκληρο το ιλλυρικό, που δεν είναι  επίσης δική του αλλά του Ισίδωρου της Σεβίλλης (560-636 μ.Χ.), ο οποίος έβλεπε μια Graecia-Ελλάδα κάτω από ρωμαϊκό επίστρωμα, μια πραγματικότητα που ο επίσκοπος αυτός είχε μπροστά του. Για τον χώρο της κεντρικής σημερινής Αλβανίας ο συγγραφέας παραθέτει  την μαρτυρία του αυτοκράτορα Κων/νου Πορφυρογέννητου που καταγράφει στο έργο του  περί Θεμάτων τους κατοίκους του Δυρραχίου ως Ρωμάνους, δηλ. εκλατινισμένους βυζαντινούς  υπηκόους, καθώς οι ελληνόφωνοι  την ίδια και όχι μόνο εποχή ονομάζονται Ρωμαίοι και αργότερα Ρωμιοί.
Για να αποδείξει την ελληνική καταγωγή αυτών των μεσαιωνικών Αρβανιτόβλαχων, των Ρωμάνων του Κων. Πορφυρογέννητου, του θέματος Δυρραχίου, ο Αχιλλέας επικαλείται την μαρτυρία του Προκοπίου, κάπου τέσσερις αιώνες αρχαιότερη από αυτή του Πορφυρογέννητου. Μας λέγει, λοιπόν, ο Προκόπιος ότι τον 6ο μ.Χ. αιώνα οι κάτοικοι της περιοχής είναι Έλληνες κι ονομάζονται Ηπειρώτες και ότι η παρουσία τους φτάνει μέχρι το λιμάνι του Δυρραχίου, που αρχαιοπρεπώς αποκαλεί Επίδαμνον.
 «Πάντως – σημειώνει  αμέσως παρακάτω ο συγγραφέας – πλησιέστερα προς τα ιστορικά όρια του Ελληνισμού (εδώ εννοεί τη γραμμή που χαράσσει ο βόρειος κλάδος της Εγνατίας και ο Γενούσος ποταμός) η ύπαρξη Ελλήνων διαπιστώνεται  πυκνή, έντονη, φωτεινή, διαχρονική, αδιάλειπτη. Το σπουδαιότερο είναι ότι ομολογείται και από Ιταλούς, όπως ο Canini,  ο οποίος απερίφραστα διακηρύσσει ότι, αν και στερούνται οποιασδήποτε αρωγής, συνεχίζουν να υπάρχουν και να υπερέχουν» (τ.Β΄ σελ. 80)
«Ως προς την ελληνικότητα του εντεύθεν της Εγνατίας χώρου αφθονούν - σημειώνει - τα αδιάσειστα στοιχεία, τεκμήρια που παραθέτουν στις συγγραφές τους  διακεκριμένοι επιστήμονες.  Και να μην φανεί υπερβολική έκφραση παραθέτει ονόματα μεγάλων, όπως του Hammond, Papazoglou, Masson, Cabanes και άλλων. Στην ίδια ελληνική περιοχή ο Λαζάρου εντοπίζει και ύπαρξη λατινοφώνων ελληνικού υποστρώματος. Γράφει σχετικά: «Παράλληλα την κατά στενότερες ή πλατύτερες ζώνες και μικρότερες ή μεγαλύτερες νησίδες εμφάνιση της λατινοφωνίας ή ακριβέστερα διγλωσσίας καταδεικνύουν επιγραφές, ανθρωπωνύμια και τοπωνύμια. Τα τελευταία, δηλ. τα τοπωνυμία, μόνο μεταξύ Αώου και μάτι υπολογίζεται σε 65% επί του συνόλου». Και συνεχίζει: «Δεν είναι άλλωστε ο μοναδικός ελληνικός χώρος, στον οποίο το ελληνικό υπόστρωμα δεν εμποδίζει την συνύπαρξη των δύο γλωσσών, των οποίων οι χρήστες είναι κοινοί, οι ίδιοι οι άνθρωποι. Το γεγονός επισημαίνεται ήδη στην επισημότερη έκδοση από τον Bruno Helly για την Θεσσαλία, συγκεκριμένα για τις περιοχές Φερών και Περραιβίας.  Για την Μακεδονία η επισήμανση της διγλωσσίας γίνεται  από τους Pinon, Bratianu, Χατζόπουλο και άλλους». 
Σε πολλά σημεία ο συγγραφέας παραθέτει στατιστικά κατά καιρούς στοιχεία της πληθυσμιακής σύνθεσης του χώρου της Αλβανίας, κυρίως των βλαχοφώνων και της γεωγραφικής τους κατανομής. «Οι Βλάχοι -γράφει ο Λαζάρου- διαφυλάσσουν πιστότερα την ορθοδοξία και τον ελληνισμό χάρη στον ιδιάζοντα τρόπο ζωής και τις οικογενειακές παραδόσεις.
Επομένως -συμπεραίνει- δεν δανείζονται όπως ισχυρίζεται ο αλβανός ερευνητής Vlora, τη γλώσσα, τα ήθη και τα έθιμα και τα αισθήματα των Ελλήνων και δεν αυτοθεωρούνται Έλληνες, αλλά αποδεδειγμένα είναι απ’αρχής Έλληνες. Οι ίδιοι άλλωστε δηλώνουν ότι  επί πεντήκοντα έτη εδιώχθησαν (από το καθεστώς Χότζα) δια την ελληνικότητά των και ζητούν τα δικαιώματά των ως Έλληνες και ορθόδοξοι Χριστιανοί». Η δήλωση είναι πρόσφατη και δημόσια (τ. Β΄, σελ. 104)
Επέμενα, ίσως περισσότερο, στο χώρο αυτό της ΝΑ Ευρώπης, γιατί ως προπύργιο του ελληνισμού έχει τη βαρύτητά του.
Για όσους αποδέχονται αβασάνιστα την ετεροχρονισμένη πληροφορία του Κεκαυμένου για κάθοδο Βλάχων από την Β.Δ. Βαλκανική, ο Λαζάρου μ’επιχειρήματα λογικά και ιστορικά διαλύει τις ψευδαισθήσεις τους και αποδεικνύει ότι ο βυζαντινός στρατηγός του 11ου αιώνα καταφεύγει σε φαντασιώσεις για την καταγωγή και τον χαρακτήρα των Βλάχων υπό την επήρεια της πίκρας του από αδυναμία να επιβληθεί εντελώς αυθαίρετα στους Βλάχους της Θεσσαλίας. Τελευταία η δικαίωσή του έρχεται και από Ρουμάνους ιστορικούς, όπως για παράδειγμα, από τον καθηγητή Giuvara, που στο Βουκουρέστι σε ακαδημαϊκό ακροατήριο τον άκουσα να λέει ότι ο Κεκαυμένος τα περί Βλάχων και Δακών τα αντλεί από τον Δίωνα Κάσιο της εποχής του Τραϊανού, δηλ. του 2ου μ.Χ. αιώνα, και τα προσαρμόζει κατά την αρέσκειά του.
Αλλά, και το βάρος από την ονομασία Βούλγαροι, που ο Κεκαυμένος χρησιμοποίησε για τους ελληνόφωνους Θεσσαλούς, που μαζί με τους Βλάχους ξεσηκώθηκαν από αιτία τη δυσβάσταχτη φορολογία, αποτινάσσει ο Λαζάρου. Στην περίπτωση αυτή μας λέει ο τσάρος των Βουλγάρων Σαμουήλ δεν πήρε μαζί του λάφυρα  μόνο τα λείψανα του Αγίου Αχιλίου αλλά και μάζες από Θεσσαλούς αιχμαλώτους. Κάποιοι από αυτούς αργότερα επέστρεψαν στον τόπο τους, έχοντες, όμως βαπτισθεί με το εθνικό όνομα Βούλγαροι από τον εκεί τόπο παραμονής τους. Άλλωστε, και σήμερα στην επικράτεια των Σκοπίων υπάρχει πληθυσμός, του οποίου τα αισθήματα είναι ελληνικά και ο τόπος τους ονομάζεται Μορίχοβο. Η ονομασία Μορίχοβο θυμίζει τον Μοριά, τον τόπο προέλευσής τους, δηλ. τη Θεσσαλία, όπως ο απλός λαός ονόμαζε και ακόμα ονομάζει την περιοχή κάτω από την Θεσσαλία. Έτσι οι Μωραϊτες Σαρακατσάνοι δεν πρέπει να θεωρούνται όλοι ως προερχόμενοι από τον καθεαυτό Μοριά, την Πελοπόννησο.
Αλλά και τους Μουσουλμάνους της Δυτικής Θράκης θυμάται ο Αχιλλέας, για τους οποίους μας δίνει την πληροφορία του Δημητρίου Κυδώνη, που μιλάει για βιαιότατη επιβολή εξισλαμισμού του εντόπιου βυζαντινού πληθυσμού. Όσο για το άλλο σκέλος του μουσουλμανικού στοιχείου, τους Πομάκους, αποδεικνύει την εντοπιότητά τους  ως θρακικού πληθυσμού, που κάτω από τις ιδιόμορφες συνθήκες υποχρεώθηκε ν’αλλάξει γλώσσα και θρησκεία.
Στη φροντίδα του ως ερευνητής εντάσσει στον βαλκανικό χώρο και την παρουσία του ανατολικού ελληνισμού. Έτσι,  για παράδειγμα, στο Α΄ τόμο καταχωρεί το άρθρο «Kύπριοι και απανταχού ομογενείς στη διαμόρφωση της Ευρώπης». Τον συγγραφέα απασχολεί ιδιαίτερα ο εμπορικός σταθμός στη δεξιά όχθη του Δούναβη, η σερβική Vinca, που από τον 7o π.X. αιώνα είχαν κατοικίσει Κύπριοι. Εδώ οι Κύπριοι μεταλαμπαδεύουν την πολύπλοκη μεταλλουργική τεχνική, που την εμπειρία της φέρνουν από την Μεγαλόνησο. Την επιδεξιότητά τους στην επεξεργασία των μετάλλων αναγνωρίζουν οι Ρωμαίοι και τους μετεγκαθιστούν τον 6ο μ.Χ αιώνα στην αιώνια πόλη τους.
Εκτός από ιστορικά θέματα, ο Αχιλλέας καταπιάνεται και με θέματα γλωσσολογικά κι εθνογραφικά, που η επιτυχημένη τους αναγωγή στο αρχαίο παρελθόν εμπλουτίζει το απόθεμα επιχειρημάτων με αδιάψευστα για την συνεχή παρουσία του ελληνισμού στις προγονικές τους εστίες. Έτσι τα θεσσαλικά τοπωνύμια Ελασόνα και Τρίκαλα ως Ολοσών και Τρίκαλος Άρτεμη κατά την αρχαιότητα, σώζονται στα βλάχικα ως Lasun(u) και Trikol(u), αντίστοιχα. Η εθνική των Ελλήνων ενδυμασία, η φουστανέλα, επισημαίνεται πριν την ρωμαϊκή κυριαρχία και μάλιστα με φορέα -όχι βέβαια τον μοναδικό τον φιλόσοφο Κινέα από την Θεσσαλία. Πρόκειται για ενδυματολογική εξέλιξη του κοντού πτυχωτού χιτώνα Μακεδόνων και Δωριέων, που ως φορεσιά Βλάχων, Τόσκηδων Αρβανιτών και Γραικών, θα τους ξεχωρίζει αργότερα από τους πληθυσμούς που κατοικούν πάνω από τον Γενούσο ποταμό και τον βόρειο κλάδο της Εγνατίας οδού, που, κατά τον Στράβωνα, ήταν το όριο μεταξύ Ελλήνων και Ιλλυριών.
Όσο για τον πανάρχαιο κύκλιο λαϊκο-θρησκευτικό χορό, τον τσhάτσho των Σαμαριναίων, ο συγγραφέας δεν τον εξετάζει μόνο στον χώρο της Πίνδου, αλλά τον εντοπίζει μέχρι τη Νεστάνη της Αρκαδίας, όπου ανιχνεύει τις αρχαίες τοπικές του καταβολές.
Θα μπορούσα να πω άλλα τόσα κι ακόμα περισσότερα. Η απέραντη, όμως, τοιχογραφία που ξεδιπλώνουν τ’άρθρα και οι εργασίες του Λαζάρου, υποδεικνύουν ένα συμβατικό τέλος. Γιαυτό θα κλείσω με μια σύντομη αξιολόγηση για τη χρησιμότητα του έργου του, που τη βρίσκω πολυτιμότατη, καθώς σε μια εποχή απαξίωσης αρχών και ιδεωδών, όπου το όραμα του ελληνισμού βυθίζεται  ολοένα και βαθύτερα μέσα στη θολούρα της παγκοσμιοποίησης και κοντεύει να χαθεί απ’τον οπτικό μας ορίζοντα, το έργο του Αχιλλέα Λαζάρου ορθώνεται σαν τηλαυγής φάρος, που ρίχνει το δυνατό φως του σε όλες τις εσχατιές του ευρύτερου χώρου, όπου έζησε και μεγαλούργησε ο ελληνισμός. Είναι  θα έλεγα, μια μορφή εθνικής αντίστασης, μια πάλη της ΜΝΗΜΗΣ ενάντια στη ΛΗΘΗ των ισοπεδωτικών καιρών μας.
Τέλος, δεν μπορώ να μην παραθέσω τον ορισμό της Ευρώπης από τον Πωλ Βαλερί, της Ευρώπης που τόσο την απασχολούμε και που άλλο τόσο μας αποσχολεί. Διαβάζουμε, λοιπόν, στο Α΄ τόμο του έργου, που μας κληροδότησε ο Αχιλλέας Λαζάρου.
«Ευρωπαίος είναι αυτός που έχει δεχθεί τον αρχαιοελληνικό Λογισμό σαν τρόπο σκέψης, την Χριστιανική πνευματικότητα σαν τρόπο ψυχικής ανάπτυξης και την ρωμαϊκή οργανωτική νομοθεσία σαν τρόπο διαχείρισης ζωής. Κι εκεί όπου τα ονόματα Αριστοτέλης, Πλάτων, Κικέρων ή Παύλος έχουν κάποια σημασία, εκεί είναι ΕΥΡΩΠΗ». 

* Ο καθηγητής κ. Αχιλλέας Λαζάρου είναι Ρωμανολόγος - Βαλκανολόγος, Πρόεδρος της Επιτροπής Ενημέρωσης για τα Εθνικά Θέματα και Επίτιμος Πρόεδρος της Παγκόσμιας Βλάχικης Αμφικτιονίας.
(Η απόδοση σε ηλεκτρονική μορφή έγινε από τον Τσιαμήτρο Γιάννη, χοροδιδάσκαλο-εκπαιδευτικό).


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η κόσμια κριτική και η ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των σχολιαστών είναι σεβαστή. Σχόλια τα οποία υπεισέρχονται σε προσωπικά δεδομένα ή με υβριστικό περιεχόμενο να μην γίνονται. Τα σχόλια αποτελούν καθαρά προσωπικές απόψεις των συντακτών τους. Οι διαχειριστές δεν ευθύνονται σε καμία περίπτωση για τυχόν δημοσίευση υβριστικού ή παράνομου περιεχομένου στα σχόλια των αναρτήσεων.Τα σχόλια αυτά θα διαγράφονται με την πρώτη ευκαιρία.