Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2012

Οι φορεσιές της Σαμαρίνας και άλλων χωριών της Πίνδου



Λεπτομερής περιγραφή με σπάνιες πληροφορίες και φωτογραφίες στο ομότιτλο  καλαίσθητο και χρήσιμο βιβλίο της εκπαιδευτικού Χάϊδως Αγορογιάννη – Βουτσά, με το οποίο διασώζεται και αναδεικνύεται μια σημαντική πτυχή της ελληνοβλάχικης παράδοσης και πολιτιστικής κληρονομιάς στα χωριά της Πίνδου.


Του Δημήτρη Στεργίου *

Το βιβλίο της κυρίας  Χάϊδως Αγορογιάννη –Βουτσά, «Οι φορεσιές της Σαμαρίνας και άλλων χωριών της Πίνδου», το οποίο είχε την ευγενή καλοσύνη να μου προσφέρει,  μπορεί να χαρακτηρισθεί ως μία «σωστική» προσπάθεια στο χώρο έρευνας της  ελληνοβλάχικης παράδοσης και του ελληνοβλάχικου πολιτισμού, όπως πολλές άλλες, που έχουν πραγματοποιηθεί  σε άλλες περιοχές της χώρας μας από «ερασιτέχνες» ερευνητές ή μελετητές. Διότι, η συγγραφεύς, χωρίς να έχει ειδικές γνώσεις ενδυματολόγου, από αγάπη για την ιδιαίτερη πατρίδα της και τον τόπο καταγωγής της και το μεράκι και το πάθος της για τη  διάσωση αρκετών στοιχείων των παραδοσιακών  φορεσιών που έχουν εξαφανισθεί,  όπως τονίζει η ίδια στην εισαγωγή της, παρωθήθηκε να κάνει πολύωρες μελέτες, να κρατά σημειώσεις, να συγκεντρώνει πληροφορίες και περιγραφές από ηλικιωμένους, να προστρέχει σε γνήσιες πηγές και να προσφέρει ένα βιβλίο με εκπληκτικές πληροφορίες, αλλά και εκπλήξεις.
Η συγγραφεύς είναι συνταξιούχος  εκπαιδευτικός της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης και κατοικεί στα Γρεβενά. Κατάγεται από τη Σαμαρίνα και από την Αετομηλίτσα (Ντένισκο). Η μητέρα του πατέρα της καταγόταν από την Αετομηλίτσα και, όπως υπογράμμισε σε τηλεφωνική επικοινωνία,  «αισθάνομαι υπερήφανη που κατάγομαι από τα υψηλότερα βουνά της Ελλάδας».

Το βιβλίο αυτό είναι το πρώτο, αλλά, όπως προκύπτει από την τηλεφωνική επικοινωνία, ετοιμάζεται και για το δεύτερο, αφού έχει συγκεντρώσει πολύτιμο υλικό (πληροφορίες, στοιχεία και φωτογραφίες), αλλά πού να βρει χρόνο μια δραστήρια ερευνήτρια με  τα εγγόνια!
Στο εξαίρετο και καλαίσθητο αυτό βιβλίο της, η συγγραφέας παρουσιάζει εν συντομία την ιστορία της Σαμαρίνας και γενικά τις φορεσιές της, περιγράφοντας στη συνέχεια με λεπτομέρειες τη γυναικεία  και την ανδρική φορεσιά, τις φορεσιές των γειτονικών και άλλων χωριών. Επίσης, στο βιβλίο παρατίθενται σχέδια, ένα κατατοπιστικό γλωσσάρι και, φυσικά, η πλούσια βιβλιογραφία.
Στον γράφοντα, ως Ελληνόβλαχο, το βιβλίο αυτό για το οποίο διέθεσα πολλές ώρες μελετώντας του, σημειώνοντας  και ανατρέχοντας στις δικές μου πηγές,  επεφύλαξε πολλές εκπλήξεις, από τις οποίες οι κυριότερες είναι οι εξής:

Πρώτον, η συγγραφεύς  παρουσιάζει όλα τα «κομμάτια» κάθε φορεσιάς στην ελληνική γλώσσα και στον ελληνοβλάχικο λόγο. Από τη σύγκριση της ονοματολογίας των «κομματιών»  αυτών με τα αντίστοιχα των Ελληνοβλάχων της Ακαρνανίας προκύπτει ότι είναι σχεδόν ίδια και έχουν την ίδια ονομασία!
Δεύτερον, η λεπτομερής περιγραφή των ενδυμασιών συνοδεύεται από παραπομπή σε πλούσιες πηγές με σημαντικές πληροφορίες  για την προέλευση της ονομασίας και για τις αντίστοιχες φορεσιές σε άλλες περιοχές της χώρας μας και όχι μόνο.
Τρίτον,  η παρουσίαση των άλλων εξαρτημάτων της φορεσιάς της Σαμαρίνας, όπως των παπουτσιών, των κοσμημάτων, των νομισμάτων παραπέμπουν , όσον αφορά τουλάχιστον στις γυναικείες ενδυμασίες εκπλήσσει για τις εντυπωσιακές περιγραφές και αντίστοιχες φωτογραφίες.
Τέταρτον, από το γλωσσάρι και τις παραπομπές σε σημειώσεις εμπλουτίσθηκε ο δικός μου ελληνοβλάχικος λόγος και με πολλές άλλες λέξεις. Για παράδειγμα, μικρός άκουγα τη μητέρα μου να λέει ότι «σήμερα τα πλυμένα ρούχα έγιναν τριντιλίνα» ή ότι «μοσχομυρίζουν τριντιλίνα». Η κυρία Αγορογιάννη – Βουτσά μου σταμάτησε την αγωνιώδη αναζήτηση της σημασίας και ετυμολογίας της λέξης αυτής, αναφέροντας  τα εξής: «Τιντιλίνα λέγεται το φυτό τριγωνέλλα (Trigonella foerum graecum) γνωστό ως γαικόχορτο, μοσχοσίταρο, τσμένι και τήλι. Είναι μονοετές με ωχρόλευκα άνθη και ρομβοειδή, καταστανοκίντρινα σπέρματα. Τα κονιοποιημένα  σπέρματά του αποτελούν συστατικό του μπαχαραικού κάρυ. Είναι εξαίρετο κτηνοτροφικό φυτό, καλλιεργείται από τα αρχαιότατα χρόνια για το αρωματικό αιθέριο έλαιο, χρήσιμο στη μυρεψική (κατασκευή μύρων). Χρησιμοποιείται για αρωματισμό ντουλαπιών και προφύλαξη των ρούχων από σκώρο και άλλα μαλλοφάγα έντομα.» ‘Όταν τρίψεις μ΄ αυτό το σώμα, το δέρμα γίνεται όμορφο χωρίς ελαττώματα». Αρχαία αιγυπτιακή συνταγή για αλοιφή με τριγωνέλλα, περίπου 1500 π.Χ.». Ομολογώ ότι, παρά τις επίμονες έρευνες, δεν γνώριζα τις λεπτομέρειες αυτές για την «τιντιλίνα» ή της «τριντιλίνα» ή «γκριντιλίνα» της μητέρας μου. Νόμιζα (έτσι το είχα καταχωρίσει στο αρχείο μου) ότι παραγόταν από την ελληνοβλάχικη λέξη «γκρέντινα» ή «γκρέντινα» = χαλάζι. Τώρα, μετά την πληροφορία αυτή της κυρίας Αγορογιάννη – Βουτσά, την οποία και ευχαριστώ, η εκδοχή αυτή … πετάχτηκε!
Πέμπτον, μια άλλη έκπληξη μου επεφύλαξε και το «Γλωσσάρι», όπου  το πρόβατο εμφανίζεται ως «μήλον». Με εξέπληξε διότι στον ελληνοβλάχικο λόγο το πρόβατο είναι «όϊα» όπως και στα ομηρικά έπη. Ποτέ δεν φανταζόμουνα ότι θα είναι και «μήλον», όπως και πάλι στα ομηρικά έπη! Στην Παλαιομάνινα, η ομηρική αυτή λέξη διασώζεται στο τοπωνύμιο «Μήλα», το οποίο ήταν ανέκαθεν μια μεγάλη έκταση βοσκής των προβάτων!
Έκτον, από τις περιγραφές και τις  αντίστοιχες φωτογραφίες των γυναικείων ενδυμασιών επιβεβαιώνεται και ο δικός μου χαρακτηρισμός της γυναικείας ενδυμασίας της Παλαιομάνινας ως αρχαϊκής, στα βιβλία μου, αλλά και των Γκούσταβ  Βάϊγκαντ και  Φραγκίσκου Πουκεβίλ.
Σημειώνεται ότι ο Βάϊγκαντ είχε επισκεφτεί την Ακαρνανία και, φυσικά, την Παλαιομάνινα, το 1890 και ο Φραγκίσκος Πουκεβίλ την περίοδο 1805 – 1815 είχε επισκεφτεί την Αιτωλία και την Ακαρνανία.

Θέλω συγχαρώ την κυρία Αγορογιάννη – Βουτσά για τη συγγραφική αυτή προσφορά με την ευχάριστη επισήμανση ότι και οι ερασιτέχνες ερευνητές αποδεικνύονται πολύ χρήσιμοι στην προσπάθεια διάσωσης, ανάδειξης και αξιοποίησης της πολιτιστικής κληρονομιάς και παράδοσης, διότι έχουν το δυνατό μεράκι και το φλογερό πάθος εκπλήρωσης ενός ιερού χρέους προς τους προγόνους μας.
Επίσης, θα ήθελα να μου επιτρέψει να συμπληρώσω αυτό το σημείωμα με την παράθεση, ως ένα πενιχρό αντίδωρο,  μερικών στοιχείων για τις ενδυμασίες της Παλαιομάνινας, όπως τις περιγράφουν οι Βάϊγκαντ και Πουκεβίλ και οι γονείς μου.

Αρχαϊκή η γυναικεία ενδυμασία της Παλαιομάνινας
 
Συγκεκριμένα, ο Βάϊγκαντ αναφέρει τα εξής για την ενδυμασία της Βλάχας της Παλαιομάνινας:
«Η ενδυμασία των γυναικών είναι αρχαϊκή και μοιάζει με αυτήν των Φαρσεριωτών. Φοράνε και αυτές ένα φέσι («τσουπάρε») με την «τσιτσεροάνα», ένα άσπρο μαντίλι που τυλίγεται γύρω από αυτό, και το γαλάζιο σεγκούνι με άσπρες ρίγες. Η διαφορά είναι η λεγόμενη τσίπα, ένα πανί που είναι πιο φαρδύ από τους ώμους και που καλύπτει το πιο πάνω μέρος του μπράτσου. Γι΄ αυτό οι Αρωμούνοι που ντύνονται έτσι στη Βόρεια Πίνδο λέγονται «Τσίπανοι». Όμως εδώ δεν άκουσα να χρησιμοποιούν αυτό τα όνομα μεταξύ τους. Αυτοί οι ίδιοι αυτοαποκαλούνται στη διάλεκτό τους Αρμάνοι (Αρμάν), ενώ οι Έλληνες γύρω τους λένε Καραγκούνηδες…»
(Από του βιβλίο του Gustav Weigand «Οι Αρωμούνοι» (Βλάχοι) (Τόμος Α΄, σελίδες 226 – 227). Πρωτοκυκλοφόρησε στη Λειψία το 1895 και στα ελληνικά το 1984. Εκδοτικός Οίκος Αδελφών Κυριακίδη. Έκδοση του Φιλολογικού, Ιστορικού και Λογοτεχνικού Συλλόγου Τρικάλων.
Επίσης, στον ίδιο τόμο του βιβλίου του (σελίδες 291 – 295) ο Βάϊγκαντ αφιερώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο για την ενδυμασία των Βλάχων, που έχει ως εξής:

«Δεν υπάρχει πια μια γενική ομοιόμορφη εθνική ενδυμασία. Το ντύσιμο διαφέρει ανάλογα με την περιοχή και τη φυλή, αλλά πάλι μπορούμε να μιλάμε για μια αρωμουνική ενδυμασία, όταν μιλάμε για τον κτηνοτροφικό πληθυσμό. Παρατηρείται ένα αρκετά ομοιόμορφο ντύσιμο, που μας δείχνει ότι υπήρχε μια ενιαία ενδυμασία, η οποία διέφερε από αυτή των άλλων εθνών. Αυτοί που μένουν περισσότερο καιρό μακριά από την πατρίδα ως έμποροι, δέχονται, λόγω της εργασίας τους, και την ξένη ενδυμασία, την οποία κρατάνε ακόμα και όταν γυρίζουν πάλι στην πατρίδα τους. Οι ανώτεροι έμποροι βάζουν φράγκικα ρούχα.
Όλα τα ρούχα που φοράει ο Αρωμούνος βοσκός στο κορμί του, εκτός από το κάλυμμα του κεφαλιού τους, κατασκευάζονται στο σπίτι. Οι γυναίκες και ακόμα και τα μικρά κορίτσια, όταν δεν έχουν τίποτ΄ άλλο να κάνουν, δουλεύουν με τη ρόκα και γνέθουν την κλωστή. Το πουκάμισο (kameasa) σπάνια είναι μόνο από καθαρό λινό, συνήθως ανακατεύεται με βαμβάκι. Στους άντρες φτάνει μέχρι τα γόνατα, στις γυναίκες ακόμα πιο χαμηλά. Πάνω τελειώνει με έναν γιακά, που μερικές φορές στολίζεται από ένα κέντημα (kukot). Οι άντρες που περνούν πολύ καιρό στο εξωτερικό, συνήθως φοράνε ένα μάλλινο πουκάμισο (fanela, φαρσεριώτικα faneaua) κάτω από αυτό.
Πάνω από το πουκάμισο φοράνε μια εσωτερική φανέλα (τσιαμαντάνι) από μαλλί ή βαμβάκι ή ένα γιλέκο με συνδεμένα κομμάτια στο στήθος, που πολλές φορές είναι στολισμένα με κεντήματα. Πάνω από αυτό βάζουν τη σεγκούνα (τσιπούνι ή σιγκούνι), ένα ανοιχτό πανωφόρι χωρίς μανίκια, που φτάνει ως τα γόνατα και που στους Φαρσεριώτες είναι πάντα άσπρο. Σε ορισμένες περιοχές η σεγκούνα είναι και μαύρη και στολισμένη με κόκκινη, γαλάζια ή μαύρη λωρίδα. Αυτό το ρούχο δεν το φοράνε μόνο οι άντρες, αλλά και οι γυναίκες, όμως σε αυτές έχει σχεδόν πάντα σκούρο χρώμα. Όταν είναι σε μορφή ζακέτας και έχει και μανίκια, το λένε kundus ή skurtu. Αυτά τα ενδύματα συγκρατιούνται από ένα μεγάλο ζωνάρι (bran) από κόκκινο, άσπρο ή γαλάζιο ύφασμα, καμιά φορά και από μετάξι. Πάνω από αυτό βρίσκεται συνήθως μια δερμάτινη ζώνη με θήκες (σελάχι), όπου φυλάνε το μαχαίρι, το πιστόλι και κάτι τέτοια. Ανοιχτά μανίκια, που κρέμονται στη σεγκούνα από τον ώμο, λέγονται ντουλουμίτς, ενώ η μαύρη σεγκούνα με ζωνάρι και μανίκια λέγεται ντουλαμάς.
Οι γυναίκες γενικά φοράνε φούστες (φουστάνια) κάτω από τη σεγκούνα, συνήθως από μαύρο ύφασμα, μόνο στους Φαρσεριώτες είναι βαθύ γαλάζιο με άσπρες πλάγιες γραμμές. Πάνω από τη φούστα έχουν μια πολύχρωμη μάλλινη ποδιά (poala ή pudiao), που δεν στερεώνεται όμως από το ζωνάρι στη μέση, αλλά ένα χέρι πιο κάτω από ένα ειδικό ζωνάρι (tsika) με μια φαρδιά, καλλιτεχνικά επεξεργασμένη, ασημένια αγκράφα (tsuprek).
Πάνω από όλα ο άντρας φοράει ένα βαρύ μάλλινο πανωφόρι (σάρικα), στενό στη μέση, στο κάτω μέρος μακρύ και τσαλακωμένο. Το ένδυμα αυτό μπροστά είναι ανοιχτό, δεν είναι όμως τόσο μακρύ, όπως η σεγκούνα. Έχει μαύρο χρώμα, μόνο στους Φαρσεριώτες είναι άσπρο, με μακριούς μάλλινους φλόκους στην εσωτερική πλευρά. Τα μανίκια ή είναι ανοιχτά κομμένα και κρέμονται χαλαρά προς τα πίσω (ταλαγάνια) ή τελειώνουν σε ένα είδος γιακά (καπότα, μαλλιότο). Αυτό το πανωφόρι είναι αρκετά βαρύ, κυμαίνεται από 4 με 6 κιλά. Το ίδιο βάρος έχει και το πανωφόρι των βοσκών, που φτιάχνεται από μαλλιά γίδας (tambare) και χρησιμοποιείται ειδικά, όταν πρέπει να διανυχτερεύουν έξω.

Οι γυναίκες φοράνε, όπως και οι άντρες, μια σάρικα, μόνο που είναι πιο ελαφριά και περισσότερο στολισμένη. Όμως οι Φαρσεριώτισσες συνήθως έχουν μια κοντή, βαθιά γαλάζια ζακέτα (koatse) με πολλές διακοσμήσεις. Οι παντρεμένες γυναίκες και τα μικρά κορίτσια αυτής της φυλής φοράνε όλα τα ενδύματα εντελώς ανοιχτά πάνω από το στήθος- κάτι που δεν συνηθίζεται στους υπόλοιπους Αρωμούνους. Ένα ρούχο που το φοράνε αποκλειστικά οι Φαρσεριώτισσες είναι η τσιτσεροάνιε ή τσιτσεροάνα, ένα άσπρο μαντίλι, που το βάζουν γύρω από το κάλυμμα του κεφαλιού (tsupare). Οι άντρες συνηθίζουν να φοράνε ένα κόκκινο ή άσπρο φέσι (ή κατσιούλα, katsua), οι γυναίκες ένα κόκκινο φέσι και γύρω του ένα μαντίλι ή κοτσίδα (Ζαγόρι) ή, συνήθως, μόνο μια σκούρα μαντίλα. Στα πόδια φοράνε κάλτσες (τσουράπια, προπόδια) και μαύρα δερμάτινα παπούτσια (paputse) ή κόκκινα τσαρούχια. Οι φτωχοί κάνουν μόνοι τους ένα είδος σανδάλια από δέρμα αγελάδας…».
Η περιγραφή της γυναικείας ενδυμασίας που κάνει ο Πουκεβίλ στο βιβλίο «Ταξίδι στην Ελλάδα: Ήπειρος» (σελίδα 348) αφορά κυρίως τις Ριμένες της Πίνδου, αλλά, όπως είναι γνωστό, από εκεί κατέβαιναν στα χειμαδιά και, τελικά, παρέμειναν στην περιοχή και οι Βλάχοι (αρωμούνοι) της Ακαρνανίας. Γράφει, λοιπόν, ο Πουκεβίλ:
«Οι γυναίκες είναι προικισμένες με το φυσικό χρώμα, που το πρότυπο του μας δίνει ο Ρούμπενς στην τεχνοτροπία του, και έχουν για ομορφιά μακριά ξανθιά μαλλιά, άλυκο στόμα και τη δροσιά της υγείας. Το πυκνό μάλλινο ύφασμα που τις καλύπτει, οι ποικιλόχρωμες μακριές και χοντρές κάλτσες, που φτάνουν μέχρι πάνω από το γόνατο και μια ποδιά από κόκκινο μάλλινο ύφασμα, που μόλις φτάνει να καλύψεις τα μέλη του σώματός τους, που δεν πρέπει να φαίνονται, αποτελεί την καθημερινή συνηθισμένη ενδυμασία τους…»

Επίσης, στη σελίδα 346 του ίδιου βιβλίου ο Πουκεβίλ συμφωνεί με το χαρακτηρισμό από το Βάϊγκαντ της γυναικείας ενδυμασίας των Βλάχων της Ακαρνανίας ως αρχαϊκής, σημειώνοντας: «Γέροι και νέοι, άντρες και γυναίκες, κοπέλες ντυμένες όπως ντύνονται οι παρθένες της «Σπάρτης…» (σημείωση του ιδίου: «οι Σπαρτιάτισσες ντύνονταν με μακρούς μάλλινους χιτώνες…»).

Περιγραφή βασικής βλάχικης ενδυμασίας στην Ακαρνανία

ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ
- Σιαμέια (μαντίλι)
- Τσιουπάρε (κάλυμμα της κεφαλής – για επίσημη ενδυμασία)
- Φανέια ή φανέλα (φανέλα ή κορφοφανέλα)
- Κιμιάσα (πουκουμίσα )
- Σεγκούνα (σιγκούνι )
- Κότσια (γιλέκο)
- Ποδιάου (ποδιά- ελληνική λέξη)
- Μπέρο ή ζώνα (ζώνη της ποδιάς)
- Άλτιτσι (τα δύο μπροστινά τριγωνικά κομμάτια της ζώνης της ποδιάς)
- Κλεισούτσα (κόπιτσες για να κλείσει μπροστά η ποδιά – ελληνική λέξη) 
- Τσουπρέκα (αγκράφα – μπροστά στη ζώνη της ποδιάς)
- Περπόντια ή περπότς (κάλτσες – αρχαία ελληνική λέξη)
- Πιπούτσια (παπούτσια)

Συμπληρωματικά κομμάτια για ειδικές συνθήκες (κρύο, πένθος κ.λπ):
- Τσίπα (εσάρπα, ριχτή στον ώμο)
- Σαρικούσια ή σιρικούσια (κοντός μάλλινος μανδύας, η σάρικα – λατινική λέξη sarica)
-
ΑΝΔΡΙΚΗ
- Κιτσιούλα ή κατσιούλα (φέσι)
- Κιντόου ή κοντόο ή κεντόσου (πουκάμισο)
- Τσόριτσι (βρακοζώνα με μαύρες φουντωτές κορδέλες δεμένες κάτω από το γόνατο)
- Σιγκούνια (σιγκούνι)
- Ντουλμίτσιου (γιλέκο). Σε μερικές περιπτώσεις γίνεται μονοκόμματο με τη φουστανέλα (ντουλαμάς)
- Σιλέφια (σελάχι)
- Τσιρούχιε (τσαρούχια)

Συμπληρωματικά κομμάτια για ειδικές συνθήκες:
- Μαλλιότα (κοντός μάλλινος μανδύας – ελληνική λέξη). Λέγεται αλλού και Ταλαγάνι, που είναι σλάβικη λέξη!
- Κουρίτσα (μακρύς μάλλινος μανδύας)
- Ταμπάρε ή τιμπάρια (μακρύς μάλλινος μανδύας – κάπα από γιδίσιο μαλλί – κιπρίνα)

*Ο κ. Δημήτρης Στεργίου είναι δημοσιογράφος – συγγραφέας από την Παλαιομάνινα Αιτωλοακαρνανίας. Διετέλεσε διευθυντής του «Ελεύθερου Τύπου της Κυριακής», διευθυντής Σύνταξης του «Οικονομικού Ταχυδρόμου» και της «Απογευματινής» και αρθρογράφος στις εφημερίδες «Νέα» και «Βήμα» επί πολλά χρόνια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η κόσμια κριτική και η ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των σχολιαστών είναι σεβαστή. Σχόλια τα οποία υπεισέρχονται σε προσωπικά δεδομένα ή με υβριστικό περιεχόμενο να μην γίνονται. Τα σχόλια αποτελούν καθαρά προσωπικές απόψεις των συντακτών τους. Οι διαχειριστές δεν ευθύνονται σε καμία περίπτωση για τυχόν δημοσίευση υβριστικού ή παράνομου περιεχομένου στα σχόλια των αναρτήσεων.Τα σχόλια αυτά θα διαγράφονται με την πρώτη ευκαιρία.