Δευτέρα, 21 Απριλίου 2014

Οι Έλληνες της πόλης των Σκοπίων και ο Ελληνικός Εθνικός Σύλλογος Κοσσυφοπεδίου


Κεντρικός δρόμος των Σκοπίων στο μεσοπόλεμο
- Μα εγώ καθώς προχώρησα στην ενδοχώρα, είδα στην πυρκαγιά της θύμησης 
τη στάχτη μες στα μάτια.

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου
Ο δύσκολος θάνατος.

Στην ελληνική παρουσία τους τελευταίους αιώνες στα Σκόπια, στην πρωτεύουσα της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, η σημερινή περιδιάβαση. Μια πολυάριθμη ελληνική κοινότητα η οποία με τις πολεμικές περιπέτειες και τις καθεστωτικές και κρατικές αλλαγές συρρικνώθηκε και χάθηκε. Πολλοί ελληνικής καταγωγής κάτοικοι που έμειναν στα Σκόπια εξαναγκάστηκαν σε εξορίες και αλλαγές ονομάτων, άλλοι συμβιβάστηκαν με την πολιτική πραγματικότητα και σιωπούν. Η ελληνική γλώσσα με τον καιρό αντικαταστάθηκε με τη σερβική ή άλλες σλαβικές διαλέκτους. Η βλάχικη μιλιέται ως σήμερα στα Σκόπια μεταξύ ηλικιωμένων που προέρχονται από ελληνικά χωριά του Μοναστηρίου και του Κρουσόβου. Στο θάνατο, τον Απρίλιο του 1998, του πρώην προέδρου της ελληνικής δημοκρατίας Κωνσταντίνου Καραμανλή, αρκετοί κάτοικοι των Σκοπίων έγραψαν στο βιβλίο συλλυπητηρίων του εκεί διπλωματικού γραφείου στην ελληνική γλώσσα, ξαφνιάζοντας τη διπλωματική αντιπροσωπεία για την ελληνική γλωσσική παρουσία.  
Σήμερα συναντά κανείς αρκετούς δίγλωσσους ή ελληνόγλωσσους στους δρόμους των Σκοπίων. Ανάμεσα τους είναι και οι τελευταίοι μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας, σαν τον φίλο μου Βάσκο Καρατζά, τηλεγραφητή του Μάρκου Βαφειάδη στον Γράμμο, που έχουν κατηγορηθεί ή εμπλακεί σε αυτονομιστικές κινήσεις της Μακεδονίας στη διάρκεια του εμφυλίου και μετά. Τα χρόνια όμως πέρασαν και οι γέροντες, που έχουν στερηθεί παλιότερα την ελληνική ιθαγένεια, νοσταλγούν την πατρίδα και βλέπουν τα πατρικά χώματα με τα μάτια της ψυχής τους ή ατενίζουν τα πάτρια από τους μεθοριακούς σταθμούς της Νίκης και των Ευζώνων. Όσους από τους φίλους μας, ανεξάρτητα από τις περιπέτειες του παρελθόντος, δηλώνουν Έλληνες και θέλουν να αισθάνονται μέλη του εθνικού κορμού, πρέπει οι ελληνικές αρχές να τους δουν με κατανόηση και κάτω από τη σύγχρονη σκοπιά. Για όλους θα πρέπει να είναι ανθρωπιστική η συμπεριφορά της ελληνικής διοίκησης. Η Ελλάδα δεν επιτρέπεται να φοβάται κάποιους γέροντες, κατάλοιπα άλλων καιρών και καταστάσεων, συνεχίζοντας το ψυχροπολεμικό μετεμφυλιακό κλίμα. Θα είναι μόνο αμείλικτη για τους αμετανόητους ή υστερόβουλους που θα παρεξηγήσουν τη χειρονομία της λήθης, της αδελφικής αλληλεγγύης και της ανθρωπιάς. Η απαγόρευση ή η απέλαση θα είναι μόνο για όσους συνεχίσουν τυχόν την προπαγάνδα των μύθων  για τη Μακεδονία και τον δήθεν ''ξεχωριστό μακεδονικό λαό'' με σλαβικό χρώμα. Για αυτούς τους ψευδολογούντες της Ιστορίας δεν θα υπάρχει η επιείκεια και θα έχουν θέσει τον εαυτό τους, με τον τρόπο τους, εκτός ελληνικής πατρίδας. 

Τα Σκόπια έχουν ιστορία αιώνων με έντονη παρουσία από την αρχαία πόλη Σκοποί και τη ρωμαϊκή Σκούπι, στα περίχωρα της οποίας γεννήθηκε ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Ιουστινιανός. Παρουσία Ελλήνων στα Σκόπια έδειξαν κατά την παλαιοχριστιανική και βυζαντινή εποχή έρευνες των βυζαντινολόγων Γεωργίου Σωτηρίου, Ανδρέα Ξυγγόπουλου και του Γάλλου Αντρέ Γκραμπάρ. Ερείπια εκκλησιών του 12ου αιώνα και των χρόνων της τουρκοκρατίας με ελληνικές επιγραφές επιβεβαιώνουν την έντονη παρουσία του ελληνικού στοιχείου και της ελληνοκεντρικής ορθοδοξίας που παραδίδεται από τις ιστορικές πηγές. Η περιοχή είναι σεισμογενής και δυο φορές στην ιστορία της η πόλη των Σκοπίων καταστράφηκε ολοσχερώς, το 520 μ.χ και το 1963. Και στις δυο περιπτώσεις οικοδομήθηκε και συνέχισε να είναι εμπορικό και πολιτιστικό κέντρο της περιοχής. Οι δείκτες του ωρολογιού στα ερείπια του παλιού σιδηροδρομικού σταθμού της πόλης δείχνουν την τελευταία οδυνηρή περιπέτεια: 5 και 17' στις 27 Ιουλίου 1963. Δίπλα ακριβώς από τα σιδηροδρομικά χαλάσματα του Εγκέλαδου έγινε και η απόπειρα δολοφονίας κατά του προέδρου των Σκοπίων Κίρο Γκλιγκόροφ στις 3 Οκτωβρίου 1995. 
Η πόλη, που ανήκε στο βυζαντινό κράτος, καταλήφθηκε από τον τσάρο των Βουλγάρων Σαμουήλ (979-1014) και επανεντάχθηκε στο Βυζάντιο μετά τη συντριβή του Σαμουήλ από τον Βασίλειο Β' Βουλγαροκτόνο. Ανεξαρτητοποιήθηκε στα χρόνια των σταυροφοριών και περιήλθε στο κράτος του Σέρβου κράλη Μιλούτιν από το 1282 ως την κατάκτηση της πόλης από τους Τούρκους το 1392, που την ονόμασαν Ουσκούπ. Στον Α' Βαλκανικό Πόλεμο καταλήφθηκε από το σερβικό στρατό, ανακαταλήφθηκε στη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου από το βουλγαρικό στρατό, που εξόρισε αρκετούς Έλληνες κατοίκους της, και ξαναδόθηκε στη Σερβία το 1918 μετά την απελευθέρωση της από τον Γάλλο στρατηγό Ζουινό Γαμβέτα.

''Παράδεισο των παραδεισένιων πόλεων'' ονομάζει τα Σκόπια ο Τούρκος περιηγητής παραμυθάς Εβλιγιά Τσελεμπή, που πέρασε από την πόλη του Βαρδάρη το 1660. Γράφει στον έπαινο της πόλης:
''Ο όμορφος μεγάλος Βαρδάρης κυλά μέσα απ' αυτήν. Δεξιά κι αριστερά από τον ποταμό αυτόν, υπάρχει μια ευρύχωρη, επίπεδη ανοιχτωσιά με λιβάδια, κήπους, αμπέλια και περιβόλια. Η πόλη βρίσκεται στις δροσερές και όμορφες πλαγιές ενός χλοερού τόπου, στην πλευρά προς τα δυτικά του ποταμού Βαρδάρη, επάνω στις πλαγιές, όπου βρίσκεται το κάστρο, στολισμένη με χιλιάδες πέτρινα, περίεργα σπίτια και κοσμημένη με περίτεχνα οικοδομήματα. Είναι μια μεγάλη πολυάνθρωπη πόλη που στέκει σαν κόσμημα''. 
''Οι περισσότεροι κάτοικοί της'' παρατηρεί ο Εβλιγιά Τσελεμπή ''μιλούν ένα ιδιαίτερο ιδίωμα με λέξεις ανάμεσα στην ελληνική και την αλβανική γλώσσα''.

~ Φωτο: Η παλιά γέφυρα των Σκοπίων, από την οποία περνούσαν οι Έλληνες πραματευτάδες που κατευθύνονταν στη Σερβία και την Κεντρική Ευρώπη (από το Κοσμική μεσαιωνική αρχιτεκτονική στα Βαλκάνια 1300-1500 και η διατήρηση της, έκδοση Αίμος, Θεσσαλονίκη 1997).

Τα Σκόπια, το Σκούπι των Βυζαντινών, τα Uskub των Τούρκων, ήταν από το 17ο αιώνα σημαντικό διαμετακομιστικό και εμπορικό κέντρο στον εμπορικό δρόμο ανάμεσα στη Θεσσαλονίκη και το Βελιγράδι. Έγινε όμως και το κέντρο ανταγωνισμών μεταξύ Σέρβων και Βουλγάρων, στη διαβόητη ως σήμερα περιφέρεια του Κόσοβο, του Κοσσυφοπεδίου. Οι Σέρβοι ήταν συναισθηματικά δεμένοι με τα Σκόπια, καθώς υπήρξαν η πρωτεύουσα του Σέρβου κράλη Στέφανου Δουσάν, του αναμορφωτή του σερβικού έθνους, το 14ο αιώνα. Οι Βούλγαροι διεκδικούσαν την περιοχή και στα χρόνια του βουλγαρικού εθνικισμού είχαν εντάξει και την περιοχή των Σκοπίων μαζί με τη Μακεδονία στις επεκτατικές βλέψεις τους. Το 19ο αιώνα τα Σκόπια, θα λέγαμε, ήταν μια πολυεθνική πόλη με κυρίαρχο πληθυσμιακό στοιχείο τους Τούρκους, και ακολουθούσαν οι Αλβανοί, οι Βούλγαροι, οι Έλληνες, οι Σέρβοι και λίγοι Ρουμάνοι ή ρουμανίζοντες, ιδίως την περίοδο της ρουμανικής προπαγάνδας που συμπίπτει με το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. 
Σύμφωνα με την τουρκική απογραφή του 1904, οι Έλληνες στο βιλαέτι του Κοσσυφοπεδίου (περιφέρεια του Κόσοβο) έφταναν τους 170.000. Οι πιο πολλοί κατοικούσαν στα Σκόπια, ενώ πολυάριθμες ελληνικές κοινότητες δραστηριοποιούνταν και σε άλλες πόλεις του Κόσοβο, όπως τα Βελεσά (Βέλες), την Πρισρένη, το Κουμάνοβο και το Ιστίπ. 
Οι περισσότεροι Έλληνες της περιοχής του Κοσσυφοπεδίου, κυρίως έμποροι, κατοικούσαν στα Σκόπια. Οι πιο πολλοί κατάγονταν από βλαχόφωνα χωριά της περιοχής του Μοναστηρίου και κυρίως από το Κρούσοβο, που αποτελούσαν και την υπέρτερη ομάδα του ελληνικού στοιχείου στην πόλη. 
Η πρόοδος και η πολιτιστική ανάπτυξη των Ελλήνων διαπιστώνεται και από το γεγονός ότι ο μοναδικός εκπαιδευτικός φορέας στα Σκόπια το 1830 ήταν το ελληνικό σχολείο. Τα ελληνικά σχολεία αναπτύχθηκαν στο τέλος του 19ου αιώνα, και ιδίως στις αρχές του 20ού, μετά την επανάσταση των Νεοτούρκων, όταν δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για εθνική συσπείρωση και ανάκαμψη.

Το 1910 στα Σκόπια λειτουργούσαν ελληνικό ημιγυμνάσιο με έξι καθηγητές, αστική επτατάξια σχολή αρρένων, παρθεναγωγείο και νηπιαγωγείο με συνολικό αριθμό μαθητών χίλιους περίπου. Το καλό εκπαιδευτικό επίπεδο αλλά και η έντονη παρουσία και ακτινοβολία της ελληνικής γλώσσας στο βαλκανικό εμπόριο προσέλκυαν και πολλούς μαθητές βλαχόφωνους, σλαβόφωνους, Σέρβους και Εβραίους. 
Η ισχυρή ελληνική κοινότητα των Σκοπίων συντηρούσε τα σχολεία, επέλεγε ονομαστούς δασκάλους και καθηγητές απ' όλη την επικράτεια του ελληνισμού και επόπτευε τη λειτουργία τους. Από τα ελληνικά σχολεία των Σκοπίων πέρασαν αρκετοί σπουδαίοι δάσκαλοι, μεταξύ των οποίων ο Γεώργιος Μέξης, διευθυντής του ημιγυμνασίου, η Πηνελόπη Πολυμέρη, η Ελένη Χαλκιοπούλου, ο Νικόλαος Παραδέας και ο λόγιος αρχιμανδρίτης Γερμανός Κωνσταντινίδης.
Πλούσιοι επιχειρηματίες και προύχοντες στήριξαν την ελληνική κοινότητα των Σκοπίων στελεχώνοντας τα όργανα της, τις σχολικές εφορείες, τις εκκλησιαστικές επιτροπές, τους συλλόγους της. Οι πιο γνωστοί απ' αυτούς είναι ο Δημήτριος Ζάχος, ο Αλέξανδρος Κρέης, ο Λεωνίδας Λιώτης, ο Αθανάσιος Κωνσταντινίδης και ο Σωτήριος Σακελλαρίδης. 
Σπουδαίο ρόλο στη διατήρηση της συνεκτικότητας και της αφύπνισης του ελληνισμού έπαιξαν δυο κοινωνικοί-εθνικοί σύλλογοι. Στα χρόνια της ακμής του ελληνισμού στις κοινωνικές εκδηλώσεις της πόλης και της ελληνικής κοινότητας πρωτοστατούσε ο Μορφωτικός Πατριωτικός Σύλλογος Σκοπίων. 

~ Φωτο: Ο τάφος του Αλέξη (Γιώργου) Ζορμπά, του ομώνυμου μυθιστορηματικού ήρωα του Καζαντζάκη, στα Σκόπια. (σσ βλ. Εδώ)

Μετά την επανάσταση των Νεοτούρκων το 1908, με τις νέες συνθήκες για τις εθνικές ομάδες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, σε όλη σχεδόν τη Βαλκανική δημιουργήθηκαν, με τη συμβολή του εθνικού κέντρου, πολλοί εθνικοί σύλλογοι μέσα από τους οποίους σφυρηλατούνταν το εθνικό φρόνημα και προβαλλόταν ο ελληνισμός στις σχέσεις και συγκρούσεις με τις άλλες σύνοικες εθνότητες στον ίδιο χώρο.
Σε συνεργασία με το ελληνικό προξενείο των Σκοπίων, ιδρύθηκε το 1908 ο Ελληνικός Εθνικός Σύλλογος Κοσσυφοπεδίου, με έδρα τα Σκόπια, που εκπροσωπούσε όμως τον ελληνισμό όλου του βιλαετίου (διοικητικής περιφέρειας) του Κοσσυφοπεδίου, του οποίου ήταν πρωτεύουσα.
Από την αλληλογραφία για την ίδρυση του συλλόγου ανάμεσα στο ελληνικό προξενείο των Σκοπίων και το Υπουργείο Εξωτερικών, που δημοσίευσε η καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Ελευθερία Νικολαϊδου, η ίδρυση του συλλόγου χαρακτηριζόταν ως ''σοβαρό βήμα για τη συνειδητοποίηση της καταγωγής των Ελλήνων'', καθώς διαπιστωνόταν ότι ''η έως τότε σύνδεση τους με την ελληνική εθνότητα φαίνεται ότι ήταν κάπως χαλαρή''.
Ο Ελληνικός Εθνικός Σύλλογος Κοσσυφοπεδίου στεγάστηκε αρχικά στο ελληνικό σχολείο των Σκοπίων, με πρώτο πρόεδρο τον Ιωάννη Γούδο, και έπαιξε σημαντικό συνεκτικό ρόλο ανάμεσα στους Έλληνες του Κόσοβο, αλλά η διάρκεια του ήταν περιορισμένη, καθώς το 1912 η περιοχή ενσωματώθηκε στη Σερβία. 

Οι Έλληνες και γενικότερα οι χριστιανοί των Σκοπίων ανήκαν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και ως το 1870, που ιδρύθηκε η βουλγαρική Εξαρχία, όλοι οι χριστιανικοί λαοί (Έλληνες, Σέρβοι, Βούλγαροι) είχαν μια κοινότητα. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο, για να προστατεύσει το εθνικό φρόνημα από την επιρροή και τις συγκρούσεις της βουλγαρικής Εξαρχίας, προέβη με σιγίλλιο το 1903 στην ίδρυση δυο ομόδοξων κοινοτήτων, των Ελλήνων και των Σέρβων.
Η ''Ελληνική Ορθόδοξη Κοινότητα'', όπως αναφέρεται στο πατριαρχικό γράμμα με 47 άρθρα, που καθορίζει τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις της, θεωρείται ''αυτοτελής και αυτοδιοίκητος'', ενώ εποπτεύουσα αρχή είναι η ''Ιερά Μητρόπολις Σκοπείων''. Το σιγίλλιο του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ως ύψιστης πνευματικής και διοικητικής αρχής του υπόδουλου ελληνισμού, καθορίζει και τη λειτουργία των κοινοτικών καταστημάτων, των σχολείων, της δημογεροντίας, των εκκλησιαστικών επιτροπών.
Η εφαρμογή του πατριαρχικού κανονισμού και του διαχωρισμού των ομόδοξων κοινοτήτων των Σκοπίων οδήγησε στην ειρηνική συμβίωση και απάλλαξε τις δυο κοινότητες από συνεχείς έριδες, που σημειώθηκαν σε άλλες πόλεις οι οποίες δεν υπάγονταν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Η οργάνωση μάλιστα της ελληνικής κοινότητας των Σκοπίων με την πατριαρχική υπόδειξη εξασφάλισε την απρόσκοπτη λειτουργία του ελληνορθόδοξου κοινοτικού συστήματος και διέσωσε τον ελληνισμό της απομακρυσμένης περιοχής από την αφομοίωση των βουλγαροεξαρχικών, που είχαν για κύριο στόχο των σχεδίων τους τις πόλεις όπου το ελληνικό στοιχείο ήταν αριθμητικά λιγότερο από τα άλλα σύνοικα στοιχεία, Τούρκους, Σέρβους και Βούλγαρους.
Την ανάπτυξη και την ειρηνική συμβίωση που επέφερε ο πατριαρχικός κανονισμός στην ελληνική κοινότητα των Σκοπίων σταμάτησαν οι πολεμικές συνθήκες που ακολούθησαν, οι δυο βαλκανικοί πόλεμοι και ο Α' Παγκόσμιος, που υποχρέωσαν την πλειονότητα σχεδόν του ελληνισμού των Σκοπίων να εγκαταλείψει την πατρίδα του. Οι περισσότεροι Έλληνες των Σκοπίων εγκαταστάθηκαν ως πρόσφυγες στη Θεσσαλονίκη.

Μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο η ελληνική κοινότητα των Σκοπίων είχε εκατό οικογένειες, που έζησαν τις περιπέτειες των εναλλασσόμενων κατοχών από Σέρβους, Γάλλους και Βουλγάρους.
Το 1920 πέρασε σιδηροδρομικώς από τα Σκόπια ο τότε Έλληνας πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος μετά από τις συνομιλίες που είχε με τον Σέρβο πρωθυπουργό Πάσιτς στο Βελιγράδι. Οι Έλληνες των Σκοπίων υποδέχτηκαν θερμά τον Βενιζέλο στο σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης και του ζήτησαν να μεσολαβήσει στον Πάσιτς, ώστε να τους επιτρέψει τη λειτουργία μιας εκκλησίας στην ελληνορθόδοξη κοινότητα, αφού οι εκκλησίες είχαν περιέλθει μετά τη σερβική κατοχή αποκλειστικά στη σερβική Εκκλησία.
Επίσης ζήτησαν να δοθεί η άδεια στην ελληνική κοινότητα των Σκοπίων να ξανανοίξει ελληνικό σχολείο, το οποίο είχε διακόψει τη λειτουργία του στα χρόνια του πολέμου. Ο Βενιζέλος έδωσε την υπόσχεση να προωθήσει, στο πλαίσιο της ελληνοσερβικής φιλίας, τα αιτήματα τους και ζήτησε από τους συμπατριώτες του να κρατήσουν αδιατάρακτο το εθνικό φρόνημα και τους δεσμούς με την πατρίδα. Μέσα στην κρίση της εποχής, και προπαντός μετά την αποτυχία του Βενιζέλου στις εκλογές του Νοεμβρίου του 1920, και τη δίνη που επακολούθησε με τραγικό όριο τη Μικρασιατική καταστροφή, τα αιτήματα των Ελλήνων των Σκοπίων αφέθηκαν στην τύχη τους.

Ωστόσο και στη διάρκεια του Μεσοπολέμου ως τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, αν και η ελληνική κοινότητα ακολουθούσε φθίνουσα πορεία, oι Έλληνες διατήρησαν τη δύναμη τους στην οικονομική ζωή της πόλης και της περιοχής του Κόσοβο. Οι Έλληνες έμποροι των Σκοπίων είχαν στα χέρια τους το εισαγωγικό και εξαγωγικό εμπόριο της πόλης, καθώς τα Σκόπια ήταν σιδηροδρομικός κόμβος και κέντρο διαμετακομιστικού εμπορίου στα Βαλκάνια.
Οι γνωστότεροι Έλληνες έμποροι των Σκοπίων ήταν οι Κατσιγιάννης, αδερφοί Κούρτιτς, Μπιγκίνης, Σωκράτης Κορνέτης, Ελευθέριος Παλάγκας, Λίτιτς, Ε. Μυστακίδου, Λίβιτς κ.α. Οι τελευταίοι Έλληνες γιατροί ήταν οι Δρακούλης και Σταυρίδης, από τους πρώτους καθηγητές του πανεπιστημίου της πόλης. 
Μεσολάβησαν άγρια χρόνια μετά τον ελληνικό εμφύλιο, όταν οι εναπομείναντες Έλληνες των Σκοπίων τέθηκαν ή στην εχθρική λίστα ή στη γενική αδιαφορία από τις μεταπολεμικές ελληνικές κυβερνήσεις, που αγνόησαν επί χρόνια την ύπαρξη της ελληνικής μειονότητας. Στη δεκαετία του '90, με τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, τα Σκόπια μπήκαν στο στόχαστρο με την εμπλοκή του ονόματος της Μακεδονίας στο κρατικό όνομα της γειτονικής Δημοκρατίας. Η κρίση παραμένει, αλλά ο διαχρονικός ελληνισμός της πόλης μπορεί να παίξει τον ειρηνικό ρόλο του. Οι δυο λαοί με αναγκαίες και αμοιβαίες υποχωρήσεις και με κατανόηση των ιστορικών δεδομένων, χωρίς διαστρεβλώσεις και υστεροβουλίες, μπορούν να ζήσουν ειρηνικά, όπως σε παλιότερες εποχές.

Λίγα χιλιόμετρα έξω από τα Σκόπια βρίσκεται το σημαντικότερο μνημείο του 12ου αιώνα, η μονή Παντελεήμονος στο Νέρεζι. Το μοναστήρι ιδρύθηκε το 1164 από τον ομώνυμο εγγονό του αυτοκράτορα Αλεξίου Κομνηνού, όπως αναφέρει η μαρμάρινη επιγραφή στο υπέρθυρο της εκκλησίας. Οι ζωγράφοι που τοιχογράφησαν το εσωτερικό του καθολικού της μονής προέρχονται από την Κωνσταντινούπολη ή τη Θεσσαλονίκη.
Οι τοιχογραφίες του Νέρεζι είναι υψηλής τέχνης και αποτελούν καλλιτεχνική τομή στη βυζαντινή ζωγραφική του 12ου αιώνα. Οι ιστορικοί της τέχνης θεωρούν ότι με το ζωγραφικό σύνολο του Νέρεζι εισάγεται, για πρώτη φορά στην ευρωπαϊκή ζωγραφική, η αρτιότερη έκφραση του πάθους και της οδύνης, με τους μορφασμούς, τις εκφραστικές χειρονομίες και την πλαστικότητα της σύνθεσης. Συγκλονιστικές είναι από τη σειρά των παθών του Χριστού οι παραστάσεις της Αποκαθήλωσης και του Ενταφιασμού. Ο Θρήνος της Παναγίας, με τον τρυφερό εναγκαλισμό και το πρόσωπό της που σφαδάζει από τον πόνο για το χαμό του γιού της, είναι το σημαντικότερο πορτρέτο της βυζαντινής τέχνης που αποτυπώνει τον ανθρώπινο πόνο του θείου δράματος.
Κοντά στα Σκόπια, σ 'ένα αντέρεισμα του Μαύρου Όρους, δίπλα στην πόλη Τσούτσερ, υψώνεται το μοναστήρι του Αγίου Νικήτα. Τις τοιχογραφίες της εκκλησίας του μοναστηριού φιλοτέχνησαν το 1313 οι Θεσσαλονικείς ζωγράφοι Μιχαήλ Αστραπάς και ο συνεργάτης του Ευτύχιος, που υπηρετούσαν καλλιτεχνικά στην αυλή του Σέρβου κράλη Μιλούτιν Β', ζωγραφίζοντας πολλά μνημεία του Κοσσυφοπεδίου και της Σερβίας. 
Οι δυο Θεσσαλονικείς καλλιτέχνες στηρίχτηκαν στην έξοχη παράδοση των βυζαντινών ζωγράφων, αλλά εμπλούτισαν τη ζωγραφική τους με νέα στοιχεία: την πλούσια χρωματική, το πάθος των μορφών και τη ρεαλιστική και μνημειακή απόδοση των συνθέσεων. Αυτά τα γνωρίσματα συγκροτούν τη λεγόμενη Μακεδονική Σχολή, συμβατικό όνομα για τη ζωγραφική του 14ου αιώνα, που δόθηκε εξαιτίας των Μακεδόνων καλλιτεχνών και της πλατιάς παρουσίας τέτοιων ζωγραφικών συνόλων στον ευρύτερο μακεδονικό χώρο.

Στα Σκόπια βρήκε αραξοβόλι ο Αλέξης Ζορμπάς, στερεότυπο του ελληνικού τυχοδιωκτισμού και της κρητικής λεβεντιάς. Εκεί στο διαχρονικό γνώριμο ελληνικό κλίμα της πόλης βρίσκεται ο τάφος του, που τον επισκέπτονται Έλληνες και ξένοι επισκέπτες, γοητευμένοι από το ομώνυμο μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη και την κινηματογραφική μεταφορά του Μιχάλη Κακογιάννη.
Σε οικείο περιβάλλον και φιλελληνικό κλίμα έπαιξε στα Σκόπια τον Ζορμπά του ο Μίκης Θεοδωράκης, με ενθουσιώδεις ακροατές που σιγοτραγουδούσαν πίνοντας ελληνικά αναψυκτικά και νοσταλγώντας την αυγουστιάτικη πανσέληνο στις παραλίες του Πλαταμώνα, της Λεπτοκαρυάς και της Ασπροβάλτας.

Πηγή: Χρίστος ΖαφείρηςΒαλκάνιος Πραματευτής, Εκδόσεις Εξάντας.

Σχετικές αναρτήσεις:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η κόσμια κριτική και η ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των σχολιαστών είναι σεβαστή. Σχόλια τα οποία υπεισέρχονται σε προσωπικά δεδομένα ή με υβριστικό περιεχόμενο να μην γίνονται. Τα σχόλια αποτελούν καθαρά προσωπικές απόψεις των συντακτών τους. Οι διαχειριστές δεν ευθύνονται σε καμία περίπτωση για τυχόν δημοσίευση υβριστικού ή παράνομου περιεχομένου στα σχόλια των αναρτήσεων.Τα σχόλια αυτά θα διαγράφονται με την πρώτη ευκαιρία.