Κυριακή, 27 Απριλίου 2014

Στην εκατονταετηρίδα του Μακεδονικού Αγώνα


Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, επειδή φρονεί ότι ο Μακεδονικός Αγώνας συνιστά σωστικό σταθμό Ορθοδοξίας και Ελληνισμού απεφάσισε πρέπουσα υπόμνησή του με την συμπλήρωση Εκατονταετίας, 1904-2004, από την έναρξη της ένοπλης αντιστάσεως στη Μακεδονία. Διότι οποιαδήποτε αποδυνάμωση της πρώτης θα δεχόταν αναπόδραστα και ο δεύτερος αντίστοιχη.
Εύλογα η Εκκλησία της Ελλάδος συμμετέχει ενεργότατα στις ενδεδειγμένες εκδηλώσεις μνήμης, τιμής και ευγνωμοσύνης προς τους Μακεδονομάχους όλων των περιόδων. Ομολογουμένως η διάρκεια του. Μακεδονικού Αγώνα δεν εξαντλείται στην τετραετία 1904-1908. Η εκκίνησή του ταυτίζεται με τις αρχές του Ανατολικού Ζητήματος[1]. Η δε Ορθοδοξία τον είχε τέλεια συλλάβει σε χρόνους σκοτεινούς. Συγκεκριμένα ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Μελέτιος Πηγάς ο Α' διακήρυσσε στεντόρεια στους υπόδουλους ομογενείς του την εθνική τους καταγωγή και την ελληνικότητα των Μακεδόνων![2]
Προφητικά προϊδεάζει πράγματι τους πιστούς ο επιφανής Μελέτιος Πηγάς για την Ορθοδοξία και την Ελληνικότητα της Μακεδονίας, την οποία επί αιώνες καταπατούσαν αλλογενείς και αλλόθρησκοι, συνάμα δε αδιάλειπτα εποφθαλμιούσαν τσάροι[3] και αυτοκράτορες, Μεγάλες λεγόμενες Δυνάμεις, καθώς και νεοφανείς διεκδικητές, Ρουμάνοι και Βούλγαροι. Το δε περιεργότατο είναι ότι αξιώσεις προβάλλουν και στερούμενοι εθνικής συνειδήσεως[4] και στοιχειώδους κρατικής υποστάσεως, όπως ''οι αυστροκίνητοι και ιταλοκίνητοι πλεονάζοντες εκ των Αλβανών μουσουλμάνοι, ως και οι μειοψηφούντες περί την Σκόδραν Αλβανοί Χριστιανοί της Δυτικής Εκκλησίας''[5].

Στη Θεσσαλονίκη άλλως τε εγκαταστάθηκαν ήδη το 1773 μέλη του μοναχικού τάγματος της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, γνωστά ως Λαζαριστές[6], που ίδρυσαν στη μεν συμπρωτεύουσα την ομώνυμη Μονή στη δε πέριξ ύπαιθρο ναούς, σχολεία αρρένων και θηλέων, νοσοκομεία, φαρμακεία, άσυλα για τα ορφανά και τα έκθετα. Προφανέστατα όλα κατ' επίφαση φέρονται σαν ευαγή ιδρύματα, ενώ στην πραγματικότητα ήσαν περιφανή προπαγανδιστικά κέντρα, των οποίων πρωταρχικές επιδιώξεις ήσαν ο προσηλυτισμός των σχιματικών βουλγαροφώνων[7]. Βαθμιαία οι δραστηριότητες διευρύνονται και σε άλλες πόλεις της Μακεδονίας, Καβάλα, Κιλκίς, Μοναστήρι[8].
Στο τελευταίο η διεύρυνση συμπεριλαμβάνει και τους Βλαχόφωνους, αν και αισθητότατα διακρίνονται για την ελληνική συνείδηση, το υψηλότερο επίπεδο ζωής, τις εκπληκτικές επιδόσεις στο εμπόριο, στις τέχνες, στα γράμματα, στις επιστήμες[9] και θεωρούνται ως οι πρώτοι χριστιανοί της Ευρώπης, της Μακεδονίας, από τους χρόνους του Αποστόλου Παύλου, όπως Γάλλος πανεπιστημιακός καθηγητής[10], μάλιστα Καθολικός, διατείνεται. Εν τούτοις το τάγμα των Λαζαριστών, αν και θρησκευτική γαλλική αποστολή, πάντοτε αναφανδόν στην υπηρεσία της πολιτικής της Γαλλίας, στο Μοναστήρι επί ηγουμενίας του αββά Faverial αναπτύσσει διαδοχικά διασυνδέσεις με τους εκπροσώπους της παντοδύναμης Αυστροουγγαρίας και όργανα της κρατικά αρτιπαγούς Ρουμανίας, η οποία εξελίχθηκε επικινδυνωδέστερη για τον Ελληνισμό, μολονότι του οφείλει την εθνωνυμία[11] και τη γλώσσα[12].

Έχοντας αδιανόητη δυνατότητα διαθέσεως δελεαστικών κονδυλίων για φιλοδωρήματα και χρησιμοποιώντας αδίστακτα πληρωμένα όργανα, η Ρουμανία ενωρίτερα επέτυχε να ''διαφθείρη εις άκρον τον αρχιερέα Γεννάδιον [μητροπολίτην Γρεβενών], δι' αμοιβής 5000 φλορίων και ούτω απέστειλεν αυτόν εις περιοδείαν κατά την επαρχίαν του προς υποστήριξιν του Ρουμανισμού, όπερ και εγένετο. Κατόπιν πάλιν εις αμοιβήν των κόπων του αρχιερέως και των υπηρεσιών προς τον Ρουμανισμόν, τω απεστάλη και αδαμαντοκόλλητος ταμβακοθήκη, ήν κατέσχε το Πατριαρχείον, ως και την αλληλογραφία του. Είτα δε μεγάλης αξίας Σταυρόν του στήθους, τον οποίον ο Αρχιερεύς εκείνος μεγαλαυχών δια τας εθνικάς προδοσίας του εφόρει καθ' απάσας τας επισήμους εορτάς, και τον οποίον μετά τον θάνατόν του απέστειλε εις τα Πατριαρχεία. Συνεννοηθείς μετά του ρηθέντος Αρχιερέως κατά το αυτό έτος 1870 ο ρηθείς Απ. Μαργαρίτης [το παμμέγιστο και πανούργο όργανο της ρουμανικής προπαγάνδας], ίνα εισαγάγη και εις τα εν Γρεβενοίς ελληνικά σχολεία ως υποχρεωτικήν την Ρουμανικήν γλώσσαν, συνεφωνήθη ως διδάσκαλος της Γαλλικής, Ελληνικής και Ρουμανικής, καθήμενος και τρεφόμενος εν τη Μητροπόλει, τον οποίον οι τότε διδάσκαλοι δεν παραδέχθησαν και απέβαλον της σχολής...''. Την πληροφορία ανευρίσκει στα Αρχεία του Υπουργείου Εξωτερικών της Ελλάδος η καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Ελευθερία Ι. Νικολαϊδου και την καταχωρίζει στον Α' τόμο της σχετικά πρόσφατης συγγραφής της, την οποία επιγράφει Η ρουμανική προπαγάνδα στο βιλαέτι Ιωαννίνων και στα βλαχόφωνα χωριά της Πίνδου (μέσα 19ου αι. -1900)[13].
Άλλος μητροπολίτης, ο από Δεβρών και Βελισσού Άνθιμος ''αποσκίρτησε φανερά από τον ελληνισμό και την ορθοδοξία και έγινε τυφλό όργανο της Ρουμανικής ανθελληνικής προπαγάνδας. Έγινε αρχιερέας των Ρουνάνων και ανέλαβε τη Ρουμανική Εξαρχεία στην Κωνσταντινούπολη με μισθό 40 χρυσά εικοσόφραγκα το μήνα. Οι Ρουμάνοι του πρόσφεραν όλες τις ανέσεις (του παραχώρησαν ακόμα και πολυτελέστατη οικία), αλλά γνωρίζοντας τον άστατο χαρακτήρα του, έβαλαν φρουρούς να τον παρακολουθούν μη τυχόν ξαναρχίσει συνεννοήσεις και επαφές με το Ελληνορθόδοξο στοιχείο. Για να δικαιολογήσουν την παρουσία φρουρών προφασίστηκαν ότι το κάνουν για την ασφάλεια του. Η παρακολούθηση όμως ήταν τόσο οφθαλμοφανής και προκλητική, ώστε έκανε τον Άνθιμο να αγανακτήσει και να καταληφθεί από τύψεις και από αισθήματα ενοχής και μεταμέλειας. Πικρά μετανοιωμένος πήγε στο Πατριαρχείο και ζήτησε γονατιστός συγχώρεση από τον Πατριάρχη. Ο Πατριάρχης του έδωσε άφεση αμαρτιών και του πρόσφερε αρκετή οικονομική ενίσχυση για να μπορεί να ζήσει με αξιοπρέπεια. Οι τύψεις όμως τον κατέτρωγαν και το Σεπτέμβριο του 1904 πέθανε περιφρονημένος από κάθε πλευρά''[14].
Κατά την καθηγήτρια Νικολαϊδου, ''Υποψήφιος έξαρχος των Κουτσοβλάχων ήταν κι ο μητροπολίτης Δυρραχίου Βησσαρίων (1867-1899), με πολύ ισχυρότερη επιρροή στους κύκλους των Πατριαρχείων και την τουρκική κυβέρνηση, απ' ότι ο Άνθιμος...''[15]. Σε προγενέστερο σύγγραμμά της, επιγραφόμενο Ξένες προπαγάνδες και εθνική αλβανική κίνηση στις μητροπολιτικές επαρχίες Δυρραχίου και Βελεγράδων, κατά τα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα, καταχωρίζει και μαρτυρίες: ''Ο Πρόξενος Μοναστηρίου, από την πολύωρη συνομιλία που είχε με το Βησσαρίωνα κατά τη μετάβαση του τελευταίου στο Μοναστήρι το 1896, είχε πειστή απόλυτα ότι αφεύκτως προσεφέρθη να υπηρετήση την Ρουμανικήν προπαγάνδαν και ότι κακά βουλεύεται ευμενώς διακείμενος προς τους Ρουμάνους... αναμενόταν η επίσημη προσχώρηση του Βησσαρίωνα στη ρουμανική προπαγάνδα και η ανακήρυξή του με τη συνδρομή των Τούρκων σε Έξαρχο των ανά την Μακεδονίαν, την Ήπειρον και την αλβανίαν ρουμανιζόντων, με πρόθεση να διορίση παντού επιτρόπους...''[16].
Αν και ο Δυρραχίου διέψευδε και δήθεν αγανακτούσε για όσα διέπραξε ο Άνθιμος, η φιλορουμανίζουσα στάση του και οι συνεννοήσεις του με τη ρουμανική προπαγάνδα διαπιστώθηκαν και από τους μητροπολίτες Μοναστηρίου, Καστοριάς και Κορυτσάς, ώστε να μετριάζονται οι επιφυλάξεις για υπερβάλλοντα ζήλο των διπλωματών, των προξένων, κατά των οποίων άλλως τε αντίστοιχες αποκαλύψεις, συνήθως για χρηματισμό ή παράβλεψη γενικά των εθνικών δικαίων, υποτονθορύζονταν επίσης.

Όμως θα ήταν βεβιασμένη οποιαδήποτε υποτίμηση των ιδιαζουσών δυσκολιών, οι οποίες προ πολλού ανεφύησαν στην περιφέρεια Δυρραχίου και στον ευρύτερο χώρο. Διότι προηγείται της ρουμανικής προπαγάνδας η δράση των καθολικών ταγμάτων, μεταξύ των οποίων και Λαζαριστές. Αυτά δε καθοδηγούμενα από το Βατικανό και ενισχυόμενα από τα καθολικά κράτη κατέστησαν η μεγαλύτερη απειλή και ο χειρότερος κίνδυνος για την Ορθοδοξία και τον Ελληνισμό, εναντίον των οποίων στρεφόταν οι προσηλυτιστικές και λοιπές παντοειδείς δραστηριότητές τους. Αποδεδειγμένα η Καθολική Εκκλησία εξασφάλισε την επιρροή της βόρεια του Δυρραχίου, επειδή δεν υπήρξε αντίδραση εκ μέρους της Ορθοδοξίας[17]. Έπειτα πάσχιζε για ευνοϊκή περίσταση επεκτάσεως της και κάτω του Δυρραχίου[18], στην προαιώνια Βόρειο Ήπειρο, σύμφωνα με αδιαμφισβήτητες μαρτυρίες του πατέρα της Γεωγραφίας Στράβωνος[19], του Βυζαντινού χρονογράφου Προκοπίου[20], για δε τον 19ο αιώνα του Ιταλού καθολικού ιστορικού και δημοσιογράφου Canini, κατά τον οποίο διατηρείται ακόμη η υπεροχή του ελληνικού στοιχείου[21].
Προ της φανερής προσηλυτιστικής επιχειρήσεως και της ανεπίτρεπτης συμπράξεως με καθολικά κράτη κατά της Ορθοδοξίας και του Ελληνισμού η Καθολική Εκκλησία είχε επιμελέστατα μεριμνήσει για την ακριβή ενημέρωσή της επί της εθνολογικής, γλωσσικής κ.λπ. καταστάσεως του Θέματος Ιλλυρικόν. Προς τούτο απέστειλε το διασημότερο στέλεχος της, ομολογουμένως πανεπιστήμονα[22], τον επίσκοπο Σεβίλλης και μετέπειτα αρχιεπίσκοπο Ισπανίας Ισίδωρο, ο οποίος παρέχει πράγματι εκπληκτικές πληροφορίες: ''...sunt autem provinciae Graeciae septem, quarum prima ab Occidente Dalmatia, inde Epirus, inde Hellas, inde Thessalia, inde Macedonia, inde Achaia, et duae in mari, Creta et Cyclades. Illyricum autem generaliter omnis Graecia est''[23]. Μετά επτά αιώνες Ισπανός επίσης, ο μοναχός Markos Jiminez de la Espada στην Graeciam του Ισιδώρου συμπεριλαμβάνει και τη Σερβία[24].

Ως προς τον χώρο της ΒΑ Βαλκανικής η επιστημονική συγκομιδή των ημερών μας διαθέτει ήδη αδιάσειστες αποδείξεις διαρκούς και δυναμικής παρουσίας Ελλήνων[25]. Πόσοι δε και ποιοί ήσαν αρχικά οι Βούλγαροι, αποκαλύπτει από το βήμα της Ακαδημίας Αθηνών ενώπιον του πρέσβεως της Βουλγαρίας στην ελληνική πρωτεύουσα N. Todorov, ο ακαδημαϊκός Διονύσιος Α. Ζακυνθηνός, αναπτύσσοντας το θέμα ''Οι Βούλγαροι από του εξελληνισμού εις τον εκσλαβισμόν''. Κυρίως τονίζει: ''Η θεωρία, η δεχόμενη ότι οι Βούλγαροι ήσαν γηγενείς και κατώκουν από αιώνων εις την χερσόνησον του Αίμου, στερείται επιστημονικής βάσεως... Ο έπηλυς Βουλγαρικός λαός έφερεν εις την πενιχράν αποσκευήν του περιωρισμένον αριθμόν Πρωτοβουλγαρικών λέξεων Τουρκικής προελεύσεως..., τας οποίας εχάραξε δια γραμμάτων του Ελληνικού αλφαβήτου. Επί διακόσια και πεντήκοντα έτη το Βουλγαρικόν Κράτος εχρησιμοποίει την Ελληνικήν, εφθέγγετο ελληνιστί. Εφθέγγετο ελληνιστί και όταν ήθελε να πολεμήση τους Ελληνας. Ότε δε βραδύτερον ενεκολπώθη μιαν άλλην γλώσσαν, αυτή η γλώσσα δεν ήτο η ιδική του... Εκτός ευαρίθμων επιγραφών, αι οποίαι εγράφησαν βουλγαριστί δι Ελληνικών γραμμάτων, τα λοιπά ευρήματα έχουν γραφή εις δημώδη Ελληνικήν γλώσσαν...''[26]. Αυτά πολύ ενωρίτερα, το 1966, κατά το πρώτο διεθνές συνέδριο σπουδών ΝΑ Ευρώπης, είχε ανακοινώσει στην πρωτεύουσα της Βουλγαρίας ενώπιον ειδικών επιστημόνων πολλών χωρών. Αναφερόμενος ο Ζακυνθηνός στις πρωτοβουλγαρικές επιγραφές και σε σπάνια επιγραφικά κείμενα, γραμμένα στην πρωτοβουλγαρική γλώσσα με γραφή ελληνική, διακήρυξε: ''έχουν γραφή από Έλληνες, Έλληνες αυτόχθονες, προσφυγες ή αιχμαλώτους, Έλληνες εντοπίους...''[27].
Όμως η Βουλγαρία της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου 1878, δημιούργημα των εργαστηρίων της τσαρικής επεκτατικής πολιτικής, επιλέχθηκε για την ανατροπή της εως τότε εθνολογικής και δημογραφικής καταστάσεως της περιοχής, σαφέστατα δε για την παραλλαγή προγενεστέρων και ιδίως πολιτισμικά ανώτερων πληθυσμών. Σε μια ημέρα αναδύθηκε ως χώρα, της οποίας οι κάτοικοι αριθμούσαν 4.500.000, ενώ Βούλγαροι ήσαν μόλις 600.000[28]. Οι υπόλοιποι, πολυαριθμότεροι, αποτελούσαν κράμα εξισλαμισμένων, ''Τούρκων'', Ελλήνων κ.α. Σχετικά με τους ''Τούρκους'', ο Ελβετός ανθρωπολόγος και εθνολόγος Eugene Pittard[29] διευκρινίζει ότι, υπ' αυτήν τη λέξη, βρίσκονται εντόπιοι βαλκανικοί πληθυσμοί εξισλαμισμένοι από ποικίλα αίτια. Τα ίδια σχεδόν υποστηρίζουν και οι σύγχρονοι μας τουρκολόγοι B. J. Slot[30] και N. Beldiceanu[31].
Για την επίτευξη του εκβουλγαρισμού καταρτίζονται ποικίλα, κατά περιπτώσεις, και πολλαπλά προγράμματα ''διαφωτίσεως''. Μάλιστα επιστρατεύονται -με το αζημίωτο- και ξένοι ειδικοί, όπως ο G. Weigand, ο οποίος και στην ώριμη ηλικία, όταν πλέον και ο ίδιος δεν δεχόταν τη γλώσσα ως μοναδικό κριτήριο εθνότητας, συνέχιζε την άσκηση προπαγάνδας. Το ειδικό δημοσίευμα του, κατά τον ακαδημαϊκό και καθηγητή της Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Γεώργιο Χατζιδάκι, ''είναι προπαγανδιστικόν και παντάπασιν ανάξιον πίστεως'', ο δε συγγραφέας του ''κατάλληλον όργανον της Βουλγαρικής προπαγάνδας'', ενώ ο Νόταρης τον χαρακτηρίζει σκληρότερα: ''τυφλό όργανο του Βουλγαρικού σωβινισμού''[32].

Εξ' ίσου ''επιστημονικές'' υπηρεσίες παράλληλα προσφέρει ο Weigand και στη Ρουμανία, όπου οι χρηματοδοτήσεις του από ρουμανικές κυβερνήσεις καταντούν κοινό μυστικό, αφού δημοσιεύονται και στις ρουμανικές εγκυκλοπαίδειες![33] Δεν παραμελεί και τις επικοινωνίες του με τους Λαζαριστές. Μικρή περικοπή από σύγγραμμα του πείθει αρκετά: ''Συζητώντας με τον ηλικιωμένο ιερέα [τον αββά Faverial], που μένει εδώ και χρόνια στο Μοναστήρι και που νοιάζεται πάρα πολύ για την υποστήριξη του ρουμανικού σχολείου, πέρασε πολύ γρήγορα ο χρόνος. Με ιδιαίερη εμπάθεια μιλούσε για τους ''maudits Grecs'' (καταραμένους Έλληνες), που οι Λαζαριστές είναι οι αδιόρθωτοι αντίπαλοι τους, όσο και να ξετρελλαίνεται ο γαλλικός λαός για την Ελλάδα''[34]. Πάντως καθιστά ολοφάνερο τον αχαλίνωτο θρησκευτικό φανατισμό του καθολικού κληρικού, Γάλλου, αντιπαραβάλλοντάς τον με τον έντονο φιλελληνισμό του γαλλικού λαού.
Οι Λαζαριστές δεν είχαν μείνει αδρανείς και στην απόπειρα επεκτάσεως της Ουνίας[35] στη Θεσσαλονίκη. Έσπευσαν στη Δύση για τη διενέργεια εράνων, που θα εκάλυπταν τα έξοδα ανεγέρσεως ουνιτικού ναού, του οποίου η άδεια οικοδομής εκδόθηκε με τη μεγαλύτερη δυνατή σπουδή. Αλλά η διαδικασία ολοκληρώσεως σταμάτησε. Διότι είχε προσκρούσει στην απουσία του αναγκαίου αριθμού νεοφωτίστων, οι οποίοι έπρεπε να ανέρχονται τουλάχιστον στους είκοσι πέντε. Η αποτυχία οπωσδήποτε υποδηλώνει και την αξιοθαύμαστη διαίσθηση του ορθοδόξου πληρώματος της Μακεδονίας στα τεκταινόμενα, ώστε να μη επηρεάζεται αποθαρρυντικά και από καταπτώσεις ιεραρχών, οι οποίες μόνον ως αξιολύπητες εξαιρέσεις σημαιώνονται. Ασφαλώς υπερτερούν όσοι ίστανται στο ύψος της ιερωσύνης. Αυτοί συνέβαλαν αποφασιστικά στην απελευθέρωση της Θεσσαλίας και της ενώσεως της με τη Μητέρα Ελλάδα του Δομοκού, παρά τις παντοίες δολοπλοκίες της προπαγάνδας. Η φωτισμένη παρουσία του Δωροθέου Σχολαρίου υπήρξε σωστική. Μετά μια πολύχρονη και επώδυνη εμπειρία από τους αγώνες του στη βόρεια Θράκη, ''αναδείχθηκε ένας από τους κυριότερους εμψυχωτές της εκπαιδευτικής κίνησης στη Θεσσαλία κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, προσφέροντας μάλιστα όλη την περιουσία του για την ανέγερση σχολείων. Με την πεποίθηση ότι μόνον η μόρφωση κάνει τον άνθρωπο αντάξιο του υψηλού προορισμού, όπου τον έχει τάξει ο Θεός, επεξέτεινε την ανάγκη της εκπαίδευσης και στα κορίτσια και ιδιαίτερα στον κλήρο... Μεγάλη επίσης σημασία έδινε στην εκπαίδευση των βλαχόφωνων Ελλήνων, για τους οποίους φρόντισε να ιδρυθούν σχολεία σε χωριά του Ασπροποτάμου και ιδίως στα Τρίκαλα, όπου ασκούνταν έντονη ρουμανική προπαγάνδα στους πολυάριθμους Βλάχους που παραχείμαζαν εκεί''[36].
Το 1898 ένας άσημος και ταπεινότατος ιερέας ενός αγνώστους έως τότε χωριού σε πατριωτική συνεργασία με τους τοπικούς άρχοντες και το σύνολο των ενοριτών αναπτερώνει το φρόνημα των απανταχού Ελλήνων, καταπτοημένων εξ αιτίας του Ατυχούς Πολέμου του 1897, και καταυγάζει την Οικουμένη με το Ολοκαύτωμα της Κουτσούφλιανης, παραμεθόριας Θεσσαλίας-Μακεδονίας. Ενωμένοι και αποφασισμένοι απορρίπτουν δελεαστικές προτάσεις γι' αποδοχή επανεντάξεως της στην τουρκική επικράτεια, αποκρούουν νικηφόρα τις εναντίον τους επιδρομές του τακτικού τουρκικού στρατού, τελικά δε δεν απομένει παρά να παραδώσουν στους εκπροσώπους των Μεγάλων Δυνάμεων αποκαϊδια και στάχτες του χωριού τους.
Ο ακαδημαϊκός Ζαχαρίας Παπαντωνίου εντυπωσιασμένος βαθύτατα αναφωνεί σε δημοσίευμα του, επιγραφόμενο Κάτι Μεγάλο: ''...και αν ήμην ο απαισιοδοξότερος των απαισιοδόξων δια τον δυστυχή αυτόν τόπον, μετά τας φλόγας της Κουτσούφλιανης θα εγινόμην ο αισιοδοξότερος''. Θαυμάζει αυτόν τον πατριωτισμό, που εκδηλώνεται ''εν μέσω Ελλήνων [του Εθνικού Κέντρου], εκ των οποίων πολλοί έκρυβον τα υπάρχοντα των εις τον πόλεμον [του 1897], δια να μη τους πάρη τίποτε ο νόμος της εισφοράς, Ελλήνων εκατομμυριούχων, οι οποίοι έσφιγγον σαν τον Ιουδαίον του Σαίξπηρ την σακκούλαν των, δια να μη αγοράσουν κανένα φυσέκι και καμμίαν γαλέτταν δια τους μαχομένους στρατιώτας, Ελλήνων, οι οποίοι αντί του όπλου εκράτησαν το καλαμάκι της γρανίτας και εβάρυναν τα τραπέζια των ζαχαροπλαστείων, όταν η άλλη νεότης εφόρει μαρτυρικούς στεφάνους εις το στρατόπεδον...''[37].
Επειδή καταγγέλονται ως αδιάφοροι οι Αθηναίοι του ελληνικού βασιλείου του Δομοκού, επιβάλλεται κάποια ερμηνεία. Κατά τον ακαδημαϊκό Αντ. Δ. Κεραμόπουλλο, ''το ψήφισμα του 1844, όπερ έβλεπεν Ελλάδα μέχρι της Όθρυος μόνον, ει και απεδοκιμάσθη υπό των εκλεκτών της πατρίδος, ήπλωσεν όμως τας ρίζας του βαθείας και ενάρκωσε δια των δηλητηρίων του την προσοχήν του έθνους έπειτα''[38]. Το 1895 ο από Θεσσαλονίκης Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ Γ' ο Μεγαλοπρεπής, καταγόμενος από τη Μακεδονία, 
« κατηγορούσε τις ελληνικές κυβερνήσεις ότι δεν κατενόησαν ότι η πολιτική του σουλτάνου τείνει στην αφομοίωση πάντων των Χριστιανών της αυτοκρατορίας του,... ότι το δράμα για την Ελλάδα είναι ότι οι Έλληνες πολιτικοί δεν τολμούν να έχουν ''γνώμη σαφή φοβούμενοι τους ανεύθυνους λογιωτάτους και την απώλειαν της δημοτικότητας αυτών... και ακόμη ότι οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν εσκέφθησαν ποτέ για το Μακεδονικό, ''δεν εχάραξαν μίαν πολιτικήν, δεν συνέστησαν μίαν υπηρεσίαν για να το παρακολουθεί και δεν συνεννοήθηκαν με το Πατριαρχείο ''όπως ίδωμεν τι αιτούμεν, που βαδίζομεν και πως δρώμεν, ούτε εν τη διεθνεί πολιτική της Ευρώπης έχομεν τινά επιστάμενον τί αιτούμενον και υποσχόμενον ημίν βοήθειαν εις τούτο'' », σύμφωνα με όσα ερανίσθηκε προ δεκαετίας ο καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Αθανάσιος Ε. Καραθανάσης[39].
Περίπου επίκαιρη και προσεκτική παρουσίαση των συνεπειών της ελληνικής ασυνεννοησίας και συνακόλουθης απροετοιμασίας έχει συντάξει ο ενεργός Μακεδονομάχος Almaz [Αλέξανδρος Μαζαράκης - Αινιάν], του οποίου υπενθυμίζουμε καίρια περικοπή: « Δυστυχώς... δεν υπήρξε και απέναντι του νέου τούτου εχθρού [της ρουμανικής προπαγάνδας, όπως και της βουλγαρικής] προσήκουσα πάντοτε η πολιτεία των ιθυνόντων το έθνος και την εκκλησίαν και των εν Μακεδονία αντιπροσώπων αυτών. Δεν ειργάσθησαν κυρίως όπως διαφωτίσωσιν επαρκώς τους ελληνοβλαχικούς πληθυσμούς... »[40].

Εν τούτοις ο πολύς λαός κατά κανόνα στάθηκε εκπληκτικά και αξιέπαινα ακλόνητος, αψηφώντας κάθε είδους δοκιμασίες και την επί γης ταλαίπωρη ζωή του, έως ότου κρίθηκε από τους ιθύνοντες την Εκκλησία και το Έθνος επιτακτική η ενδεδειγμένη αντίδραση: « Περί το 1900 σημειώθηκε στροφή του Πατριαρχείου ως προς την αντιμετώπιση της εκτεταμένης βουλγαρικής διείσδυσης. Η αμυντική τακτική μεταβλήθηκε σε ανακτητική. Κορυφώθηκε κατά τη διάρκεια της δεύτερης πατριαρχείας του Ιωακείμ Γ', γνώστη της βουλγαρικής πολιτικής ήδη από την εποχή που ήταν μητροπολίτης στη Βάρνα και κατόπιν στη Θεσσαλονίκη. Από το 1900 άρχισαν να μετατίθενται διάφοροι αρχιερείς από τις μακεδονικές μητροπόλεις ''δια την κατά καιρόν της Εκκλησίας χρείαν''. Τους διαδέχθηκαν προικισμένοι και νέοι κατά κανόνα στην ηλικία ιεράρχες. Κατά την ένοπλη αποκορύφωση του Μακεδονικού Αγώνα εθναρχούσε ο Αλέξανδρος Ρηγόπουλος στη Θεσσαλονίκη, ο Γερμανός Καραβαγγέλης στην Καστοριά, ο Ιωακείμ Φορόπουλος στο Μοναστήρι, ο Χρυσόστομος Καλαφάτης (ο εθνομάρτυς Σμύρνης) στη Δράμα, ο Φώτιος Καλπίδης (επίσης εθνομάρτυς) στην Κορυτσά, ο Αιμιλιανός Λαζαρίδης (επίσης εθνομάρτυς) στην επισκοπή Πέτρας, ο Ειρηναίος στη Χαλκιδική, ο Θεοδώρητος στο Νευροκόπι, ο Κωνσταντίνος στις Σέρρες, ο Στέφανος Δανιηλίδης στην Έδεσσα, ο Γρηγόριος (εθνομάρτυς Κυδωνιών)  στη Στρώμνιτσα, ο Ειρηναίος στο Μελένικο, ο Παρθένιος στη Δοϊράνη »[41].
Τιμή και δόξα αρμόζει σε όλους, αρχιερείς, ιερείς και πιστούς, μικρούς και μεγάλους, που αγωνίστηκαν για την απελευθέρωση της Μακεδονίας. Ωστόσο χρειάζεται επαγρύπνηση κατά των προπαγανδών, που συνεχίζουν να παραπληροφορούν απλούς ανθρώπους και ηγέτες χωρών. Καιρός για πραγμάτωση της προτάσεως του Ιωακείμ Γ', για να έχωμεν και στη διεθνή πολιτική της Ευρώπης ''τινά επιστάμενον''. Διότι εκεί και το Μακεδονικό προβάλλεται ακόμη παραπλανητικά[42]. Γένοιτο!


Παραπομπές
[1] Πβ Γ. Λιάκουρης, Μακεδονικός Αγώνας, 1904-1908. Εκατό χρόνια από την έναρξη της ένοπλης φάσεως. Γ.Ε.Σ. 7ο Ε../5 [Αθήνα 2004]. Βλ. και Rene Grousset, L' Empire du Levant. Histoire de la question d' Orient. Paris 1948.
[2] Α. Ε. Καραθανάσης, Η πορεία του Γένους κατά την τουρκοκρατία και η ενότητα του Ελληνισμού. (Φορείς, Ιδεολογία, Θεσμοί). Ξενία Ιακώβω αρχιεπισκόπω Βορείου και Νοτίου Αμερικής επί τη 25ετηρίδι της αρχιεπισκοπείας αυτού. Θεσσαλονίκη 1985, 562, όπου παραπομπή 9: Γ. Βαλέτας, Μελέτιος Πηγάς. Χρυσοπηγή. Αθήνα 1958, 398. Επίσης Α. Ε. Καραθανάσης, Η τρίσημη ενότητα του Ελληνισμού, Αρχαιότητα- Βυζάντιο-Νέος Ελληνισμός. Θεσσαλονίκη 1991, 85. Την ελληνικότητα της Μακεδονίας επισημαίνουν πολύ ενωρίτερα και ξένοι κληρικοί. Βλ. Ludolf von Sudheim, De Itinere Terrae Sanctae Liber. Stuttgaart 1851, 16-23. Αυτήν απέδειξαν και σύγχρονοί μας ειδικοί επιστήμονες, όπως οι Jean N. Kalleris, Les anciens Macedoniens. Etude linguistique et historique. Collection de l' Institut Francais d' Athenes, I, 1954, II, 1976, και La question de l' origine des  Macedoniens, Cahiers d' Histoire Mondiale, 4, 1958, 93 κ.ε. Cicerone Poghirc, Relatiile limbii vechi macedonene cu greaca veche, Bucuesti, 1960, και περιληπτική απόδοση των πορισμάτων της διατριβής του για την αρχαία μακεδονική διάλεκτο: Philologica et Linguistica, Bochum 1983, 37-47.
[3] Ο τσάρος Αλέξανδρος ο Β' Νικολάεβιτς (1818-1881) μετά τον Κριμαϊκό πόλεμο (1856) στρέφεται προς τα Βαλκάνια και ιδίως προς τους σλαβόφωνους πληθυσμούς της Μακεδονίας και Θράκης, από τους οποίους αποσπά νέους και μεταφέρει στη Ρωσία για ''σπουδές'' παραδίδοντάς τους στον Παγαλίν, διδάσκαλο του, διαβόητο διαφωτιστή και κορυφαίο της πανσλαβιστικής ιδέας, ''ήγουν της δι' ειρηνικών εθνολογικών και φιλολογικών αγώνων προσαρτήσεως όλων των από Βιστούλα έως Αδρίου και Αιγαίου Σλαύων'', όπως μας πληροφορεί ο Γραμματεύς του εν Αθήναις Συλλόγου προς διάδοσιν των ελληνικών γραμμάτων Γεώργιος Ι. Ζολώτας, Σύμμεικτα, Αθήναι, 1983, 540.
[4] Βλ. Basri-bey, Ancien Depute au Parlement ottoman, President du second Gouvernement national albanais et Chef du Pouvoir Executif ad interim (1915-1916), Interne dans les garnisons austro-hongroises (1916-1918), L' Orient debalkanise et l' Albanie. Origine des dernieres Guerres et Paix future, s.l.n.d., 5.5.
[5] Ζολώτας, ε.α. Βλ. και Αχ. Γ. Λαζάρου, Γεώργιος Ι. Ζολώτας και επισημάνσεις εθνικών θεμάτων στον βορειοελλαδικό χώρο, Παρνασσός, ΛΕ', 1993, 452-463.
[6] Για σύντομη ενημέρωση βλ. στην Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάννικα, 37, 1996, 195, ομώνυμο λήμμα του καθ. Βλ. Φειδά. Για τους Λαζαριστές της Μακεδονίας βλ. A. Droulez, Histoire de la Mission Lazariste de Macedoine, Istanbul 1945. Ο ίδιος επίσης, Histoire de Mission Lazariste de Thessalonique, Istanbul 1946.
[7] Κ. Απ. Βακαλόπουλος, Νεότερη ιστορία της Μακεδονίας (1830-1912). Θεσσαλονίκη 1986, 71.
[8] A. Droulez, Histoire de la Mission Lazariste de Monastir, Istanbul  1943.
[9] Κ. Α. Βαβούσκος, Η συμβολή του Ελληνισμού της Πελαγονίας εις την ιστορίαν της νεωτέρας Ελλάδος, Θεσσαλονίκη 1959, και στη γερμανική γλώσσα, Θεσσαλονίκη 1963. Ο άγνωστος Ελληνισμός των Βαλκανίων. Εταιρεία των Φίλων του Πολεμικού Μουσείου. [Αθήνα 1996], 45-111. Γ. Τσότσος, Ο Ελληνισμός της Πελαγονίας, Νέμεσις, 3, 2000.
[10] Frederic Taillez, Rusaliile, les Rosalies et la rose, Cahiers Sextil Puscariu, 1, 1952, 317.
[11] Βλ. Raoul V. Bossy, Recunoasterea oficiala a numerlui ''Romania'', Fiinta Romaneasca, 4, 1966, 101-115. Eugen Stanescu, ''Roumanie'': Histoire d' un mot. Developpement de la concience d' unite territoriale chez les Roumains aux XVIIe-XIXe siecles, Balkan Studies, 10, 1969, 76 κε. Δ. Α. Ζακυνθηνός, Μεταβυζαντινά και Νέα Ελληνικά, Αθήναι 1976, 475. Μαρία Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου, Οι Βαλκανικοί λαοί, Ιωάννινα 1978, 173.
[12] G. Giunglea, Coresi face cea dintii apropiere intre ''roman'' si ''ruman'', Biserica Ortodoxa Romana, 5-6, 1935, 226 κε. Αχ. Γ. Λαζάρου, Προσφορά του Ελληνισμού στη Ρουμανία, Εθνικά Θέματα και κρατική ακηδία. Εκδόσεις Πελασγός, Αθήναι 2002, 75-105.
[13] Ιωάννινα 1995, 89-90.
[14] Γρ. Παν. Βέλκος, Η επισκοπή Δομενίκου και Ελλασώνος <sic>. Έκδοση Ιεράς Μητρόπλης Ελασσόνας. Ελασσόνα 1980, 202.
[15] Νικολαϊδου, Η ρουμανική προπαγάνδα..., 354.
[16] Εκδόσεις ΙΜΙΑΧ, Ιωάννινα 1978, 165.
[17] Αυτ., 118.
[18] «Dyrrachium (Epidamne) et Apollonie (32), sont situees a l' extreme Sud de l' Illyrie, au Nord du canal d' Otrante: elles ont un role de relais commercial sur la voie d' Adria et de Spina, au debouche de la voie terresre de Thessalonique a l' Adriatique, marquee par la decouverte du cratere corinthien de Trebenischte au Nord du lac Ochrida, face a l' Apulie». Πβ.. F. Benoit, Recherches sur l' hellenisation du Midi de la Gaule, Aix-En-Provence 1965, 38-39.
[19] Στράβων, VII, 323:  «Ταύτην δη την οδόν [Εγνατίαν] εκ των περί την Επίδαμνον και την Απολλωνίαν τόπων ιούσιν εν δεξιά μεν εστί τα Ηπειρωτικά έθνη κλυζόμενα τω Σικελικώ πελάγει μέχρι του Αμβρακικού κόλπου, εν αριστερά δε τα όρη τα των Ιλλυριών... ». Πβ. και όσα γράφει ο καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Φώτιος Πέτσας, Μακεδονία και Μακεδόνες - Ήπειρος και Ηπειρώτες, Ήπειρος, 1, 1979, 53: «Οπωσδήποτε η αρχαία Εγνατία ξεκινούσε από την Επίδαμνο (Δυρράχιο) και την Απολλωνία (βορείως της Αυλώνος και των εκβολών του Αώου), οι δύο κλάδοι ενώνονταν στον ποταμό Γενούσο (Σκούμπη), η ενιαία πλέον Εγνατία περνούσε πάνω από τις λίμνες Αχρίδα και Πρέσπες, από την Ηράκλεια (Μοναστήρι) κι έτσι κατέβαινε στον κάμπο της Λυγκηστίδος (Φλωρίνης). Λοιπόν όχι μόνον αυτό που ονομάζομε τώρα Βόρειο Ήπειρο, αλλά και οι εκβολές του Αώου (πάνω από την Αυλώνα) και οι κοιλάδες του Άψου και ως την κοιλάδα του Γενούσου, δηλαδή ως την Εγνατία οδό, ήταν τόπος με τα Ηπειρωτικά Έθνη, όπως μας το λέει ο Στράβων, ο οποίος, σημειωτέον, γράφει στα χρόνια του Χριστού περίπου, δηλαδή με ρωμαιοκρατία, συνεπώς και να ήθελε να...χαρισθή στους Έλληνες δεν θα μπορούσε! »
[20] Πβ. VI. Popovic, L' Albanie pendant la basse Antiquite, Les Illyriens et les Albanais, Beograd 1988, 254: «Selon l' historien grec [Procope de Cesaree], les Epirotes etaient etablis jusqu' a Epidamnos, ή νυν Δυρράχιον καλείται (BV III, 11,8)». Σχέσεις Ιλλυριών και Αλβανών (Σκυπιτάρων) αποκλείει ο κατ' εξοχήν ειδικός Ιλλυρολόγος, ακαδημαϊκός και καθηγητής του Πανεπιστημίου Βουκουρεστίου, I. I. Russu, Bibliographia illyrica, Revue Roumaine d' Histoire, XIX, 4, 1980, 757: «... les Albanais (Shkipetari) n' ont rien herite de l' anthroponymie et meme de la toponymie des anciens Illyriens: ils n' ont rien de commun avec ceux-ci... ». Μια δε επιγραφή της Σκόδρας (Σκουτάρεως-Χρυσουπόλεως), χαρακτηρισμένη επί πενήντα περίπου χρόνια ως μοναδική ''ιλλυρική'', την απέδειξε ελληνική και μάλιστα χριστιανική η Ljuba Ognenova, Nouvelle interpretation de l' inscription ''illyrienne'' d' Albanie, Bulletin de Correspondance Hellenique, 83, 1959, 798-799. Βλ. και Αχ. Γ. Λαζάρου, Ιλλυρολογία και Βορειοηπειρωτικός Ελληνισμός, Αθήνα 1988.
[21] Πβ. A. Canini, La Questione dell' Epiro. Roma, 1879, 8: «Quella supremazia dell' elemento greco non e dovuta alla forza: essa e un naturale portato della superiorita di razza e di civielta, superiorita che esisteva anche nei tempi piu tristi per la nazione ellenica». Επίσης βλ. A. Canini, Lettere al gionale ''L' Adriatico'' sulla questione balcanica con una appendice sull' Epiro e sull' Albania. II. Edizione. Venezia 1886. Η σύγχρονη ιταλική επιστήμη διαφωτίζει διαχρονικά: Βλ. Lorenzo Braccesi, Grecita adriatica. Bologna 1971, (β' εκδ. 1977). Την Αδριατική σε πρόσφατη συμπληρωματική συγγραφή με τη συνεργασία της Benedetta Rossignoli αποκαλεί ελληνικό κόλπο ο L. Braccesi, Hellenikos Kolpos. Supplemento a Grecita adriatica. Roma 2001.
[22] Βλ. Π. Π. Παναγιώτου, Εις συνδετικός κρίκος μεταξύ ελληνορωμαϊκής και μεσαιωνικής ιατρικής: Ο επίσκοπος Σεβίλλης Ισίδωρος (Isidorus Hispalensis, 560-636 μ.χ), Αντίδωρον Πνευματικόν. Τιμητικός τόμος Γερασίμου Κονιδάρη, Αθήναι 1981, 43.
[23] Isidorus Hispalensis episcopi, Etymologiarus sive originum libri XX rec. W.A. Lindsay, oxonii 1911, ανατ. 1962, XIV 4, 7. Πβ. Αικατερίνη Χριστοφιλοπούλου, Βυζαντινή Ιστορία. Α' 324-610. Αθήναι 1975, 321-322. Αχ. Γ. Λαζάρου, Ο Ιωάννης Λυδός (6ος αι. μ.χ) και ο Ισίδωρος Σεβίλλης (7ος αι.) ως εθνολογικές πηγές και διεπιστημονικές διαπιστώσεις ειδικών 20ού αι., Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών, ΝΑ', 2001-2002, 333-347, 339.
[24] Γιάννης Αργ. Τόζης, Ο ελληνικός κόσμος κατά τον ΙΔ' αιώνα όπως τον είδε ένας Ισπανός περιηγητής, Αρχείον του Θρακικού Λαογραφικού και Γλωσσικού Θησαυρού, 22, 1957, 145 σημ. 1.
[25] Βλ. διεθνή βιβλιογραφία Πλάτων, 49, 1997, 166-187. Ελένη Μπελιά, Ελληνικά σχολεία της Θράκης και της Ανατολικής Ρωμυλίας κατά το διάστημα 1878-1885. Διεθνές Ιστορικό Συμπόσιο ''Η τελευταία φάση της Ανατολικής Κρίσεως και ο Ελληνισμός (1878-1881)''. Πρακτικά. Αθήναι 1983, 529-543. Τ. Χατζηαναστασίου, Από την αρχαιότητα ως το Βυζάντιο και την οθωμανική κατάκτηση, ΙΜΧΑ, Οι Έλληνες της Βουλγαρίας, Θεσσαλονίκη 1999, 49 κε.
[26] Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών (ΠΑΑ), 56, 1981 [1982], 231-233.
[27] Association Internationale d' Etudes du Sud- Est Europeen, 1er Congres International des Etudes Balkaniques et Sud- Est Europeennes, Sofia, 26. VIII-1, IX, 1966, Rapport pour la seance pleniere, Sofia 1966, 20.
[28] Πβ. Γιάννης Σωτ. Νοτάρης, Το Μακεδονικό Ζήτημα όπως το είδε ο ''Γιάννης'' Κορδάτος. Εκδόσεις ''Δωδώνη''. Αθήνα - Γιάννινα 1985, 123 σημ. 21.
[29] Βλ. Revue Internationale des Etudes Balkaniques, 1-2, 1935, 533.
[30] B. J. Slot, Archipelagus turbatus. Les Cyclades entre colonisation latine ets occupation ottomane c. 1500-1718. I. Printed in Belgium 1982, 3.
[31] Βλ. Byzantion, 53, 1983, 131.
[32] Νοτάρης, έ.α., 118 σημ. 4 και 131 σημ. 83.
[33] Enciclopedia romana. Publicata din insarcinarea si sub auspiciile Asociatiunii pentru literatura romana si cultura poporului roman de dr C. Diaconovich, Sibiu 1898-1904, III, 1246. Minerva. Enciclopedie romana, Cluj 1930, 963. Lucian Predescu, Enciclopedia cugetarea. Material romanesc. Oameni si infapturi, Bucuresti 1940, 916. Πβ. Μιχ. Ν. Ρωμανός,  «Απόψεις και θέσεις για το όνομα, την καταγωγή και τη γλώσσα των Κουτσοβλάχων», Μνήμη. Τόμος εις μνήμην Γεωργίου Κουρμούλη, Αθήνα 1988, 504.
[34] Gustav Weigand, Οι Αρωμούνοι (Βλάχοι), Α'. Εκδοτικός Οίκος Αδελφών Κυριακίδη α.ε. Θεσσαλονίκη 2001, 283.
[35] Γ. Τουσίμης, Ομιλούν τα αρχεία του Βατικανού. Πληροφορίες για την Ουνία Γενιτσών, Φίλιππος, 22, 1999, 24-29. Χ. Κ. Παπαστάθης, Ένα υπόμνημα για την ουνιτική κίνηση στη Μακεδονία και η ίδρυση ναού στη Θεσσαλονίκη, Θεσσαλονικέων Πόλις, 3, 2000, 143. Μιχ. Γ. Τρίτος, Το τάγμα των Λαζαριστών και η ρουμανική προπαγάνδα. Θεσσαλονίκη 2004.
[36] Έφη Αλλαμανή, Η Θεσσαλία στα τελευταία πενήντα χρόνια της τουρκικής κυριαρχίας (1832-1882), Πρακτικά Διεθνούς Ιστορικού Συμποσίου ''Η τελευταία φάση της ανατολικής κρίσεως και ο Ελληνισμός (1878-1881)''. Αθήναι 1983, 25. Βλ. και Δωρόθεος Σχολάριος, Έργα και Ημέραι, Αθήναι 1877, 123: «Εκ δέ της Θεσσαλίας ουδέν πρέπει τις όπως αναμένη καλόν, εάν δεν εκπαιδευθή ο κλήρος και το γυναικείον φύλον».
[37] Βλ. εφημ. Σκριπ, 17.5.1898, Ηπειρωτικό Ημερολόγιο, ΙΘ', 1998, 7-48, 27 και Αχ. Γ. Λαζάρου, Βλάχοι και κρατικές παραλείψεις. Εκδόσεις Πελασγός, Αθήναι 2002, 219.
[38] Αντ. Δ. Κεραμόπουλλος, Οι βόρειοι Έλληνες κατά το Εικοσιένα, ΠΑΑ, 13, 1938, 248.
[39] Α. Ε. Καραθανάσης, Ο Πατριάρχης Ιωακείμ Γ'. Η Αθήνα και το Φανάρι. Περίοδος Εθνικών Περιπετειών, Δημήτρια ΚΖ'. Επιστημονικό Συμπόσιο Χριστιανική Μακεδονία. Ο από Θεσσαλονίκης Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ Γ' ο Μεγαλοπρεπής. Δήμος Θεσσαλονίκης. Κέντρο Ιστορίας Δήμου Θεσσαλονίκης. Αυτοτελείς εκδόσεις αριθ. 16. Θεσσαλονίκη 1994, 164.
[40] Πβ. Almaz, Αι ιστορικαί περιπέτειαι της Μακεδονίας, Αθήνησι 1912, 160, καθώς και 98-99.
[41] Χ. Κ. Παπαστάθης, Η Εκκλησία και ο Μακεδονικός Αγώνας, Ο Μακεδονικός Αγώνας, Συμπόσιο. Θεσσαλονίκη - Φλώρινα - Καστοριά - Έδεσσα. 28 Οκτωβρίου - 2 Νοεμβρίου 1984. ΙΜΧΑ. Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα, Θεσσαλονίκη 1987, 70.
[42] Βλ. L' Europe et ses populations, Χάγη 1978.

Πηγή: Αχ. Γ. Λαζάρου, Ελληνισμός & Λαοί Νοτιοανατολικής (ΝΑ) Ευρώπης - Διαχρονικές & Διεπιστημονικές Διαδρομές, Τόμος Γ', Αθήνα 2010.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η κόσμια κριτική και η ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των σχολιαστών είναι σεβαστή. Σχόλια τα οποία υπεισέρχονται σε προσωπικά δεδομένα ή με υβριστικό περιεχόμενο να μην γίνονται. Τα σχόλια αποτελούν καθαρά προσωπικές απόψεις των συντακτών τους. Οι διαχειριστές δεν ευθύνονται σε καμία περίπτωση για τυχόν δημοσίευση υβριστικού ή παράνομου περιεχομένου στα σχόλια των αναρτήσεων.Τα σχόλια αυτά θα διαγράφονται με την πρώτη ευκαιρία.