Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2014

Ο Λάκης και ο Γιάννης Νταϊλάκης


Πηγή φωτο: army.gr
Ήσαν απ’ το Βερνίκι, κοντά στην Βίγλιστα, το τελευταίο σλαβόφωνο χωριό προς την αλβανόφωνη ζώνη, πού παραχωρήθηκε το 1924 με τα «δεκατέσσαρα χωριά» στην Αλβανία.
Ο μεγαλύτερος αδελφός Λάκης (Νικόλαος), ένας απ’ τούς παλαιότερους οπλαρχηγούς, άφησε ιδιόχειρα απομνημονεύματα, πού έχουν ζωηρό ενδιαφέρον. Μάς δίνουν μιά παραστατική εικόνα τής περιοχής εκείνης, όπου Βούλγαροι, Αλβανοί και Ρουμάνοι είχαν κάμει συμμαχία και επιμαχία εναντίον μας, και αναγράφουν επεισόδια, πού είναι περίεργα και χαρακτηριστικά.
Ο πρόπαππός του, γράφει, Κώστας Ντέλιος Νταϊλάκης εγκαινίασε το επαναστατικό στάδιο τής οικογενείας. Κάποιος Τουρκαλβανός Σαλή μπέης πάσχιζε με τη μέθοδο τής τρομοκρατίας να κάμη τσιφλίκι του το χωριό. Εκείνη την σκοτεινή εποχή, κατά το 1800—1830, ήταν συνειθισμένο φαινόμενο ν’ αρπάζουν μερικοί μπέηδες ολάκερα κεφαλοχώρια. Έχω ιδεί π.χ. ένα τουρκικό πωλητήριο, όπου εμφανίζονται όλοι οι κάτοικοι ενός χωριού τής Πρέσπας, του Ντρενόβου, άνδρες και γυναίκες, να πωλούν στον Αλβανό μπέη τα σπίτια, τ’ αλώνια, τα χωράφια, τ’ αμπέλια, το δάσος και ακόμα και τα νερά και τον αέρα του χωριού για λίγα χρήματα. Επίσης στη Βεύη και σ’ άλλα χωριά τής Φλώρινας έγιναν σκληροί, αλλά μάταιοι αγώνες, για να διασωθούν απ’ τα νύχια άλλων μπέηδων. Ο Κώστας Ντέλιος είχε το θάρρος μαζί με τούς Σκρέκο, Σταυρούκα και Μούζιο ν’ αντισταθή. Κατώρθωσε μάλιστα να φέρη απ’ την Κωνσταντινούπολι ειδικό φιρμάνι, πού κατωχύρωνε το χωριό. Επειδή όμως δεν είχε πια ζωή απ’ τούς οπλοφόρους του Σαλή μπέη, πού ασύδοτοι εγκληματούσαν ανενόχλητα, πήρε τα βουνά και έγινε, όπως γράφει ό τρισέγγονός του, «αρματολός και κλέφτης».
Ένας εγγονός του Σαλή μπέη, ό Ντεμίρ αγάς, είχε εγκατασταθή απ’ το 1897 στο Βερνίκι αγροφύλακας, πραγματικά όμως ντερβέναγας. Εδάνειζε και χρήματα στους χωρικούς με τόκον 50 %—_100 %. Είχε καταλάβει και σημαντική κοινοτική έκτασι. Με τους συντρόφους του, τής ίδιας μ’ αυτόν πάστας, έτρωγε κ’ έπινε σε βάρος των χωρικών.

Την 21ην Μαΐου 909, εκεί που έφευγαν απ’ την εκκλησία, άκουσε ό Λάκης, παλληκάρι 20 χρονών τότε, τούς γέρους του χωριού να θρηνωδούν για τα μαρτύριά τους απ’ τον Ντεμίρ αγά. «Και δεν βρέθηκε ένας χωριανός, τους είπε, ν’ απαλλάξη το χωριό απ’ αυτό το θηρίο; —Σουτ, μη μας ακούσουν, του αποκρίθηκαν. Και ποιος τολμάει να τα βάλη με τον Ντεμίρ αγά;» Ο Λάκης δεν χάνει καιρό. Χυμάει μ’ ένα μαχαίρι στον άγριο σατράπη. Ο Ντεμίρ αγάς πρόφθασε να τον πυροβολήση και να τον πληγώση ελαφρά. Ο Νταϊλάκης τον αποτελείωσε με 90 μαχαιριές! Ετοιμάσθηκε πια να φύγη. Έπεσαν όμως πάνω του οι δημογέροντες και άλλοι πρόκριτοι και του υπενθύμισαν ότι θα ξεσπούσε άγρια ή μήνις των Αλβανών στους ιδικούς του και σ’ όλο το χωριό. Αναγκάσθηκε λοιπόν να παραδοθή στην τουρκική αρχή με το μαχαίρι και τον ντουναμά του (σαν τον ευζωνικό) ματωμένο. Τον κατεδίκασε το δικαστήριο Κορυτσάς σε 15 χρόνια δεσμά. Ενδιαφέρθηκαν τότε γι’ αυτόν οι καλοί Κορυτσαίοι πατριώτες Μπόριας, Ιωάν. Δάρδας, Εφραίμ Γκίνης, Β. Γιουγλής, Βίμπλης Ιατρός, Νότσκας, ό μητροπολίτης Κορυτσάς, ό θείος του Ηλίας Κοβατσίδης, έμπορος στην Βίγλιστα απ’ την Κρυσταλλοπηγή, και άλλοι. Αποτελούσαν, καθώς φαίνεται, κάποια πατριωτική οργάνωσι στην Κορυτσά. Δεν ήταν και μικρό γεγονός εκείνη την εποχή να σκοτώση ένας νεαρός χριστιανός χωρικός ένα τόσο φοβερό αγά, όπως ό Ντεμίρ. Έμασαν εράνους, κινήθηκαν, εκινητοποίησαν φίλους και το Πατριαρχείο και επέτυχαν στο τέλος, όπως γράφει, «αναθεώρησι τής δίκης». Την παραμονή τής νέας δίκης έδωσαν ό Εφραίμ Γκίνης και ό Ηλίας Κοβατσίδης στον πρόεδρο τού δικαστηρίου ένα μαντήλι με 500 χρυσές λίρες. Το αποτέλεσμα ήταν ν’ αθωωθή και στις 19 Οκτωβρίου να βγή απ’ τη φυλακή. Εχαρακτηρίσθηκε, φαίνεται, ότι «διετέλει εν αμύνη». Ή δυσκολία τώρα ήταν πώς να βγή απ’ την Κορυτσά. Οι Τουρκαλβανοί είχαν πιάσει όλα τα γύρω μονοπάτια. Ο Νταϊλάκης ωπλίσθηκε με δύο περίστροφα, βρήκε ένα τολμηρό Μοναστηριώτη άμαξά και τράβηξε πάνω στο δημόσιο δρόμο ίσια για την Βίγλιστα. Στις ομάδες Αλβανών, πού συνάντησαν, απάντησε ο αμαξάς ότι είχε το χαρέμι ενός δυνατού μπέη. Έτρεξε όλο το χωριό, άνδρες, γυναίκες, κορίτσια με τα παιδιά του σχολείου να τον χαιρετήσουν. Τον υποδέχθηκαν σαν σωτήρα και ελευθερωτή, όπως και πραγματικά ήταν. Ο Ντεμίρ αγάς είχε καταντήσει ό βραχνάς τού χωριού. Τους χαλνούσε ακόμα και τις εορτές και πανηγύρεις, όπου αυτόκλητος με τούς τρεις ισαξίους συντρόφους του πήγαινε, έπαιρνε την πρωτοκαθεδρία και για ψύλλου πήδημα προκαλούσε καυγάδες. Ο Νταϊλάκης τούς χαιρέτησε, τούς ευχαρίστησε και τους αποχαιρέτησε. Πήγε στα βουνά να ανταμώση τον Κώτα. Έτσι άλλη μιά εκδούλευσι επρόσφερνε στο χωριό. Δεν θα τολμούσαν οι Τουρκαλβανοί να κάμουν γι’ αντεκδίκησι άλλα εγκλήματα, αφού ήξεραν ότι βρισκόταν ό ίδιος στα βουνά με το φόβητρό τους, τον Κώτα, και θα μπορούσε να τούς τα πληρώση με τόκο και επιτόκιο.

Περιγράφει τώρα ό Νταϊλάκης την «σατανική» δράσι των κομιτατζήδων, πού εκήρυτταν «Έλληνες και Βούλγαροι ενωμένοι να πολεμήσωμε τους Τούρκους» και έτσι εστερέωσαν την οργάνωσί τους, ενώ το πραγματικό πρόγραμμά τους ήταν να «εξοντώσουν τον Ελληνισμό και όχι τους Τούρκους». Αναφέρει επίσης τα ονόματα των Ελλήνων προκρίτων απ’ τα διάφορα χωριά, πού είχαν μυρισθή τα σχέδια και τού σκοπούς των κομιτατζήδων και συνεργάζονταν με τον Κώτα και τον μητροπολίτη Καστοριάς. 1) Απ’ το Πισοδέρι ήσαν οι Παπασταύρος, Λάζαρος Τσιάμης, Μιχαήλ Χασόπουλος και άλλοι. 2) Απ’ το Ανταρτικό οι αδελφοί Λαντζάκηδες, Τράϊκος, Μιχαήλ, Σίμος και Γεώργιος, Ναούμ Μίρτσος και Ηλίας Μίρτσος, Ηλίας Γκαντούσης, οι διδάσκαλοι Νικόλαος και Σίμος, ό Κύρου και άλλοι. 3) Απ’ το Βατοχώρι οι Γιάννης Ζάϊκος, Τράϊκος Ζάϊκος, Λάζαρος Ζάϊκος, Γιάννης Πάνος, Πέτρος Παπαγεωργίου, Χρίστος Παπαγεωργίου, Γεώργιος Καραολάνης. 4) Απ’ την Κρυσταλλοπηγή οι Ηλίας, Γεώργιος, Ζήσης και Χαράλαμπος Κοβατσίδης, Λάζαρος Κλετσίδης, Νικόλαος Γκίτσος, Γάκης Γκίτσος, Ιωάννης Γκίτσος, Λάζαρος, Γιάννης και Νικόλαος Κίρτσος, Κώστας Τζατζιάς, Βασίλειος Καράτζιας, Αθαν. Καράτζιας, Λάμπρος και Κώστας Κοροβέσης, Χρίστος Πεπελίδης, Παπαχρίστος Μακρής, Φίλιππος Μακρής. 6) Απ’ το Βερνίκι Κώστας Νταϊλάκης, Χρίστος Πασαλής, Νέλιος Σταύρου, Λάζαρος Πίνκος, Παύλος Σιαίνης. 6) Απ’ την Ιεροπηγή Βασίλειος Τσιμάνης, Τράϊκος Εμμανουήλ, Μιχαήλ Καρσιάκος, Στέφανος Καρσιάκος, Αντώνιος Τερζής, Γιάννης Γούλιος, ό διδάσκαλος Πέντσος, Παναγιώτης και Χρίστος Καλίνης, Πέτρος Μπίτσος, Γιάννης και Τρύφωνας Ρούκας. 7) Απ’ τον Άγιο Δημήτριο οι αδελφοί Γούλιου, Παπαγερμανός, Ναούμ Δημητριάδης. ) Απ’ το Δενδροχώρι Παπαδημήτρης, Λουμπουρίδης, Τσιμάνης. 9) Απ’ τα Χάλαρα Γεώργιος Κολίτσας, Παπαηλίας, Λάμπρος Παπαδόπουλος. 10) Απ’ την Τσερνόλιστα (Μαυρόκαμπος) Δημήτριος Παπαδόπουλος. 11) Απ’ την Κρανιώνα Β. Σεκαλίδης και Χρίστος Λοβάτσος. 12) Απ’ το Κώτα Βασίλειος Παπαδόπουλος και Απόστολος Τοπάλης. 13) Απ’ το Τύρνοβο Ναούμ Γιάμου, Λάζαρος και Φώτης. 14) Απ’ τον Απόσκεπο Απόστολος Λουκάρης, Ζήσης Ουζούνης, Χατζημάγκας. 15) Απ’ την Λεύκη Παπαργύρης, Ναούμ Αποστολίδης, Αναστάσιος Αποστολίδης, Αναστάσιος Νικολάου, Λάζαρος Αποστολίδης. 16) Απ’ το Σιδηροχώρι Χρίστος Θεοχάρη και Νικ. Χρίστου. Είναι βέβαια εκείνοι, πού περισσότερο εγνώρισε και φυσικά και ενθυμήθηκε.

Οι Τσακαλάρωφ, Κλιάσεφ και Σία αντέδρασαν με τον γνώριμό τους τρόπο. Με δολοφονίες και σφαγές «εφόνευσαν», γράφει, το 1902 τον Λάζαρο Κίρτσο απ’ την Κρυσταλλοπηγή μέσα στο χωριό, τον Παπαηλία απ’ τα Χάλαρα, τούς Βασίλειον Τσιμάνη, Χρίστο Γιουρμούκη και Τράϊκο Εμμανουήλ απ’ την Ιεροπηγή, τον Βασίλ. Σεκαλίδη απ’ την Κρανιώνα, τον Νάκη Χρίστον απ’ το Σιδηροχώρι, τον Βασίλειο Ουζούνη απ’ τον Απόσκεπο και άλλους πολλούς. Το 1904 επίσης εσκότωσαν τον Ναούμ Μίρτσον απ’ το Ανταρτικό, τον Αναστ. Γούλιον απ’ τον Άγιο Δημήτριο, τον Αντώνιο Τερζή απ’ την Ιεροπηγή, τον Ναούμ Γιάγκου απ’ το Τύρνοβο. Το 1905 εφαρμάκωσαν τον δάσκαλο Ιεροπηγής Πέντσον. Την ημέρα του Πάσχα του 1907 δύο κομιτατζήδες, μεταμφιεσμένοι σε γυναίκες, άπλωσαν νεκρό μέσα στην Βίγλιστα τον Γιώργο Κοβατσίδη. Την πρωτοχρονιά πάλι έπιασαν κοντά στο Βερνίκι τον Π. Νταϊλάκην και τον κομμάτιασαν. Στις 7 και 17 Ιουλίου τής ίδιας χρονιάς εσκότωσαν επί πλέον τους Χαράλαμπον Κοβατσίδη και Χρίστον Παπαλίδη από την Κρυσταλλοπηγή. Τον τελευταίον τον κρέμασαν σε μιά ιτιά του χωριού. Ήσαν και οι πέντε θείοι του Νταϊλάκη. Σωστή εκατόμβη επρόσφερε ή οικογένεια. Δυστυχώς και αργότερα τόχε ή μοίρα της να συνεχισθή σκληρότερη ή αιμορραγία από χέρια μάλιστα, πού δεν ήσαν ολότελα βουλγαρικά.

Τον Μάϊο 1902 ο Κώτας, γράφει ό Νταϊλάκης, διαμαρτυρήθηκε άλλη μιά φορά στον Τσακαλάρωφ για τούς εκβιασμούς των χωριών να γίνουν βουλγάρικα και του μήνυσε ότι, εάν εξακολουθούσε το ίδιο βιολί, θα βρισκόταν στην ανάγκη να παρατήση τούς Τούρκους και να του κηρύξη αμείλικτο τον πόλεμο. Ο Τσακαλάρωφ διαμαρτυρήθηκε κι αυτός και έσχισε τα ρούχα του για την παρεξήγησι. Να πιέση χωριά αυτός και να πειράξη τρίχα χριστιανού; Των αδυνάτων αδύνατο! Αν σκότωνε καμμιά φορά κανένα χριστιανό, το έκαμνε με πολλή λύπη του και μόνο και μόνο, γιατί είχε θετικές πληροφορίες ότι ήταν προδότης. Και τον κάλεσε να συναντηθούν κοντά στην Κρυσταλλοπηγή, για να αρθούν οριστικά οι παρεξηγήσεις, να εκριζωθούν οι ραδιουργίες, να αποστομωθούν οι καλοθελητές και απερίσπαστοι, αδελφωμένοι ν’ αφιερωθούν στον ιερό για την «λευτεριά» αγώνα. Στο μεταξύ ‚έστησε και την σχετική ενεδρούλα στην θέσι Κράϊκο, όπου υπάρχει και μιά βρύσι. «Είχε την ιδέα, γράφει ό Νταϊλάκης, ότι διαβαίνοντας εις την βρύσιν αυτήν συγκεντρωθούμεν όλοι εκ του σώματος προς πόσιν και εις την συγκέντρωσιν επάνω να μάς πυροβολήσουν, διά να μάς εξοντώσουν πάντας. Αλλά είχαμεν και ημείς τας ιδέας μας διά τας απιστίας του και διαβαίναμεν πάντοτε από τα ύποπτα σημεία μακράν και προφυλακτικώς. Ήτο δε περί τας δύο ή ώρα της νυκτός, είχεν και φεγγαράκι, διαβαίναμεν με την τακτικήν πορείαν και σχέδια αρματωλών και κλεφτών και 200 μέτρα μακράν από την βρύσιν, οπότε οι Βούλγαροι μάς αντελήφθησαν ότι διαβαίνομεν μακράν από τας ενέδρας των και έκαμαν μίαν μικράν κίνησιν και αμέσως σταματήσαμεν, διά να κατασκοπεύσωμεν καλώς άραγε ή κίνησις αυτή από τι ήτο, δηλ. από τουρκικό στρατό ή από Βουλγάρους. Και είδομεν να γίνεται συγκέντρωσις ανθρώπων εις την βρύσιν. Οι Βούλγαροι ενόμιζαν ότι ημείς τραβάμε διά το Σμαρδέσι (Κρυσταλλοπηγή), ως εκ τούτου ακούσαμεν την φωνήν του βοεβόδα Καρσάκωφ να υβρίζη τον καπετάν Κώτα, διότι δεν δύνανται να τον βάλουν ποτέ εντός τής ενέδρας. Τότε εξακριβώσαμεν πλέον ότι πράγματι οι Βούλγαροι μάς είχαν στήσει ενέδρα και δεν συγκρατήθημεν, παρά διέταξεν ό Κώτας να πυροβολήσωμεν, όπου εφονεύθησαν δύο εξ αυτών». Έπεσαν δηλ. οι κομιτατζήδες στον λάκκο, πού γι’ άλλους είχαν σκάψει.
Στις 20 Μαΐου άνδρες του Κώτα έστησαν με τη σειρά τους ενέδρα κ’ επλήγωσαν βαρειά τον Καρσάκωφ.
Στις 28 Αυγούστου έπιασε ό Κώτας στην θέσι Λίσιτσα τον γενικό αρχηγό του κομιτάτου για την περιφέρεια Καστοριάς - Φλώρινας Λάζαρο Παπατραϊκώφ και «τον κατεδίκασε εις θάνατον», όπως γράφει ό Νταϊλάκης. Στην ίδια ακριβώς θέσι ό γενικός αρχηγός με τους Τσακαλάρωφ και Κλιάσεφ είχε στήσει ενέδρα, όπου ολάκερο το σώμα του Κώτα θα διέτρεχε τον έσχατο κίνδυνο, εάν δεν προλάβαινε να τούς ειδοποιήση ό Ναούμ Γιάμος από το Τύρνοβο. Ο Κώτας τότε έκαμε ευθύς απότομη αναστροφή, πού την θαυμάζει για την στρατηγικότητά της ό Νταϊλάκης, και τούς έστησε αυτός τώρα ενέδρα, όπου 95 % όπως γράφει, θα έπεφταν. Αλλά για την καλή τύχη των Βουλγάρων επρόβαλε εκείνη την στιγμή μεγάλο στρατιωτικό τμήμα.

Ο Νταϊλάκης σοφίστηκε τώρα να δολοφονήση τον Τσακαλάρωφ, παριστάνοντας τον οπαδό και συνεργάτη του, αφού συνεννοήθηκε με τούς Εφρ. Γκίνην και Μπόριαν της επιτροπής Κορυτσάς και Ηλ. Κοβατσίδην τής Βίγλιστας. Νομίζει μάλιστα ότι και ό Κρητικός Γεώργιος Σεϊμενάκης γι’ αυτό τον σκοπό είχε αφήσει τον καπετάν Βαγγέλη και τούς πατριώτες του και πήγε με τον Τσακαλάρωφ, για να βρή τον θάνατο. Εσκηνοθέτησε ένα καυγά με τον Κώτα, έρριξε μερικές τουφεκιές στον αέρα και ενώθηκε στις 25 Σεπτεμβρίου με τούς Πάντον Κωστάνα, Ευάγγ. Βλάχο, Πάνο και Λάμπρο, πού ήσαν όλοι «παλαιοί και τακτικοί οπαδοί του καπετάν Κώτα, αλλά του είχαν φύγει και είχαν σχηματίσει ξεχωριστό ιδικό των σώμα με επικεφαλής τον Πάντο Κωστάνα, με πρόγραμμα ο υ δ έ τ ε ρ ο, ούτε δηλ. με τον Κώτα ούτε με τον Τσακαλάρωφ, καθαρό κατά των Τούρκων». Τον Δεκέμβριο έφυγε στην Χότσιστα και τ’ άλλα χωριά τής Κορυτσάς να περάση τον χειμώνα και να περιμένη την κατάλληλη ευκαιρία, για να εκτελέση το σχέδιό του, αφού και ό Τσακαλάρωφ απουσίαζε στην Βουλγαρία. Την άνοιξι έμαθε ότι το μικρό σώμα τού Κωστάνα, είχε προσχωρήσει στον Κλιάσεφ. Έτρεξε τότε κι αυτός και ενώθηκε μαζί τους, πριν φάση ό Τσακαλάρωφ, πού θα γύριζε σε λίγο στα Κορέστια, όπως διέδιδαν ο κομιτατζήδες. Έτσι δεν μπορούσε να γεννηθή καμμιά υπόνοια σε βάρος του. Ο Τσακαλάρωφ όμως πουθενά δεν φαινόταν. Είχε παρατείνει την παραμονή του στην Σόφια, για να χορτάση ίσως δόξα και γλέντι. Και μιά μέρα ό Κλιάσεφ έπιασε τον Ναούμη Γιάμο, πού έρχονταν μ’ ένα κρυπτογραφικό σημείωμα για τον Νταϊλάκη. Ο Γιάμος δεν έχασε την ψυχραιμία του. Βλέποντας ότι ό Κλιάσεφ θα τού έκαμνε έρευνα, έβγαλε και παράδωσε μονάχος του το σημείωμα: «Βρήκα, βοεβόδα, και τούτο το χαρτί. Δεν ξέρω τι πράγμα είνε. Μού φάνηκε παράξενο. Το βρήκα κάτω απ’ τη γέφυρα εδώθε απ’ τη Βίγλιστα. Είχα κατεβή απ’ τ’ άλογο. Είπα θα είνε κάτι για τούς ιδικούς μας». Ο Κλιάσεφ, που κατάλαβε με την πρώτη ματιά ότι ήταν κρυπτογράφημα ξένο, έκαμε πώς τα πίστεψε, για να βρή καιρό να ξεκαθαρίση καλά καλά την υπόθεσι και όλους τούς μυημένους. Ο Νταϊλάκης επίσης κατάλαβε ότι τα πράγματα ήσαν πιο δύσκολα και το ίδιο βράδυ τόσκασε για το Βερνίκι. Προσπάθησε να πείση και τον Γιάμο να φύγη μαζί του, μα ό φτωχός και καλός εκείνος χωρικός είχε πολλήν εμπιστοσύνη στην εξυπνάδα και την ψυχραιμία του. Θα έφευγε, είπε, αν έβλεπε άσχημες διαθέσεις. Δεν πρόφθασε όμως τίποτε άλλο να ιδή παρά τον Χάρο. Σε λίγο ό Κλιάσεφ τον ξεκαθάρισε.

Απ’ το χωριό του ό Νταϊλάκης ειδοποίησε με τον Γιάννη Πασαλή την επιτροπή τής Βίγλιστας απ’ τούς Ηλίαν Κοβατσίδην, θείον του, Ναούμ Στάσαν (Κορυτσαίο), Βασίλειον Λιάκον (Πισοδερίτη), Χρίστον Καλίναν και Βασίλειον Κασάτζιαν (Κρυσταλλοπηγιώτας) να στείλουν άνθρωπο να τον περιμένη στη θέσι Τσούκα έξω απ’ την Βίγλιστα. Έστειλαν πραγματικά τον Σπύρο Νάτσον. Μα ό ευλογημένος έχασε το σύνθημα. Του κάκου ό Νταϊλάκης σφύριζε σιγανά πολλήν ώρα και κτυπούσε με ανυπομονησία και αγωνία το πόδι του καταγής. Κάποια στιγμή άκουσε Σπυ-σπυ-σπυ και ρο-ρο-ρο. Ο ειδικός απεσταλμένος, αφού δεν θυμόταν το σύνθημα, θυμήθηκε τ’ όνομά του και το χρησιμοποίησε γι’ αναγνώρισι. Σε μιαν άκρη τής Βίγλιστας τούς περίμεναν οι Ηλ. Κοβατσίδης, Ν. Στάσας και Βασ. Λιάκος και τον ωδήγησαν στο μαγαζί τού Στάσα. Ο Λιάκος κρατούσε και ένα μεγάλο φανάρι στο χέρι, πού έδιωχνε όχι μονάχα το σκοτάδι, αλλά και κάθε υποψία. Μιλούσαν επίσης δυνατά για εμπορεύματα και λογαριασμούς. Στην Βίγλιστα υπήρχαν τάγμα στρατού, αστυνομία, χωροφυλακή, Βούλγαροι, φιλοβούλγαροι μπέηδες και πολλά ερευνητικά και καχύποπτα μάτια.
Ύστερα από δέκα μέρες πήγε στην Κορυτσά, (όπου έμεινε στο σπίτι τού εύπορου Τούση Μπόρια. Συναντήθηκε πολλές φορές με τα μέλη τής επιτροπής. Και εκεί ή κατάστασις δεν ήταν ρόδινη ούτε εύκολη. Δεν υπήρχαν Βούλγαροι. Υπήρχαν όμως ρουμανίζοντες και Αρβανίτες μπέηδες, μισελληνικώτεροι από κάθε άλλον, πού κρατούσαν και τα κλειδιά τής τουρκικής διοικήσεως. Τον Γιάννη Δάρδα π. χ. επιχείρησαν όργανα των αλβανιστών και Ρουμάνων να τον δολοφονήσουν. Τον πυροβόλησαν και τον πλήγωσαν μέρα μεσημέρι, την ώρα πού πήγαινε σπίτι του. Αντιπυροβόλησε για να αμυνθή, και ό Δάρδας. Το αποτέλεσμα ήταν να ριχθή πληγωμένος στη φυλακή ό Δάρδας και ν’ αφεθούν ανενόχλητοι οι δολοφόνοι.
Στις 20 Δεκεμβρίου πήγε ό Νταϊλάκης στην Δάρδα και σ’ άλλα χριστιανικά χωριά τής Βίγλιστας - Κορυτσάς να οργανώση επιτροπές, αγγελιαφόρους, συνδέσμους κ.λ.π. Σχημάτισε επίσης και το πρώτο εκεί ελληνικό σώμα. Ο χειμώνας εκείνος ήταν πολύ βαρύς. Το χιόνι έφθανε 1 1/2 μέτρο. Παρ’ όλα αυτά ήλθε και τον βρήκε στο Γιουράσι, ντυμένος αρβανίτικα, ό Φώτης Παπαματζάρης, Καστοριανός, εγκατεστημένος στην Κορυτσά, πού του έφερε οδηγίες. Πέρασε μάλιστα και πάνω απ’ τον Μοράβα.
Συνεργάτες είχε στην Δάρδα τούς Γρηγ. Μακρή, Γρηγ. Σουλιώτη, Κώστ. Κόντο, τον δημοδιδάσκαλο Φρόντσο, στην Γράψη τούς Ευάγ. Γράψη, Ηλία Γράβο, Χρ. Πικούλη, Θωμ. Θεμελή, στη Χότσιστα τούς Παπαθανάση, Β. Τερπίνη, αδελφούς Αφεζόλη, Κώστ. Αφεζόλη, Παντ. Λεμίνη, Χρ. Ηλιόπουλο, στην Μπρατσίτσα τούς αδελφούς Κυριαζή και τον Αποστόλη, στο Γιουράσι τον Ιωάν. Βασιλείου, στην Σίνιτσα τούς Παντ. Κιόντη, Γιάννη Θεμελή και τον Λάμπρο Παπαδημήτρη, πρόσφυγα απ’ το Δενδροχώρι τής Καστοριάς, στη Ζίτσιστα τούς Γάκη Πετρόπουλο, δημοδιδάσκαλο Βασιλειάδη και τον ιερομόναχο Ευλόγιο Κουρίλα, μετέπειτα μητροπολίτη.

Τον Φεβρουάριο τού 1905 πήγε με το σώμα του στην Κυρτσίστα τής Καστοριάς, όπου οι κομιτατζήδες ασκούσαν άγρια τρομοκρατία. «Μεγάλην χαράν, γράφει, ησθάνησαν και ενθαρρύνθησαν εκ τής παρουσίας μου». Καλοί πατριώτες ήσαν εκεί οι Παντελής, Μέλιος, Ζήσης και Γάκης Ιωάννου, Θανάσης Σκόκλος, Δημ. Νανόπουλος, Παναγ. Φιλίππου, Δαμόπουλος και Πέντσος, διδάσκαλος.
Τέλη Φεβρουαρίου απ’ το Παπράσκο και απ’ το σπίτι τού Λαζ. Ζήσου ξεκίνησε για την Καστοριά, ντυμένος αρβανίτικα, μ’ ένα περίστροφο και δύο βόμβες επάνω του. Κοντά στην πόλι διασταυρώθηκε με ένα απόσπασμα. Ο αρχηγός του ανθυπολοχαγός τού είπε αρβανίτικα: «Ώρα καλή σου, ορέ πατριώτη, από πού έρχεσαι και πώς λέγεσαι; —Απ’ την Κορυτσά και λέγομαι Ισμαήλ», αποκρίθηκε ό Νταϊλάκης, χωρίς να σταματήση τ’ άλογο. Στην είσοδο τής Καστοριάς τον περίμεναν οι Μ. Μπατρίνος, ιατρός, Βασ. Τσιμάνης, Γιάννης Ζάϊκος και Γεώργ. Κοβατσίδης. Έκαμαν πώς δεν τον εγνώριζαν και, πηγαίνοντας αυτοί μπροστά αυτός πίσω, τον ωδήγησαν στη Μητρόπολι. Έμεινε στην Καστοριά δυο σχεδόν μήνες στο σπίτι το Παναγ. Τερζάκη. Με την επιτροπή των Κορεστίων απ’ τούς προκρίτους χωρικούς Ιω. Ζάϊκον, Γεώργ. Κοβατσίδην, Βασίλ. Τσιμάνην, Παπαργύρην, Χρ. Θεοχάρην, Δημ. Παπαδόπουλον, Αποστ. Λούκαρη και τον Καστοριανό ιατρό Μ. Μπατρίνο κατέστρωσαν τα σχέδια και έκαμαν την προπαρασκευαστική εργασία για σοβαρή δράσι στην περιφέρεια εκείνη, μόλις σηκώνονταν τα χιόνια. Πήγε δύο φορές στο Κωσταράζι με τούς Ζάϊκο και Κοβατσίδη να συνεννοηθή με τον οπλαρχηγό Ευ. Καούδη. Έπιασαν στο μεταξύ και ένα γράμμα απ’ την Σόφια για μιά γυναίκα απ’ την Κρυσταλλοπηγή, την Λιάτσκα. Φαινόταν αθώο οικογενειακό γράμμα. Όταν όμως το πέρασε με το υγρό, πού είχε βρει στον αρχηγό Λάζ. Παπατραϊκώφ, αποκαλύφθηκε μιά σπουδαιοτάτη διαταγή τού ανωτάτου αρχηγείου τού κομιτάτου προς τον αρχικομιτατζή Πάντο Κλιάσεφ. Έγραφε η Σόφια ότι τώρα, πού θ’ άρχιζε συστηματική ελληνική δράσις, έπρεπε όλα τα όργανα τού κομιτάτου, οι αρχηγοί των συμμοριών και συμμορίτες ν’ αλλάξουν ριζικά τακτική, να φέρωνται όσο το δυνατόν καλύτερα και μαλακώτερα στους χωρικούς, να περιποιούνται ιδιαίτερα τα βλαχόφωνα και αλβανόφωνα χωριά και να πληρώνουν πλουσιώτερα τούς βλαχοφώνους και αλβανοφώνους, πού υπηρετούσαν στις συμμορίες. Ο σκοπός ήταν να περιορισθή με κάθε θυσία η ελληνική δράσις στην ελληνόφωνη μονάχα ζώνη.
Απ’ την Καστοριά ωργάνωσε τον φόνο κάποιου Πασκάρωφ, πού πήγαινε απ’ την πόλι σ’ ένα χωριό των Κορεστίων με 400 λίρες τού κομιτάτου επάνω του. Φαίνεται όμως ότι τα χρήματα τα πήραν αυτοί, πού του πήραν και την ζωή.
Πήρε μέρος και στην επίθεσι και σφαγή τής Ζαγορίτσανης, πού προσπαθεί να δικαιολογήση. «Ο αρχηγός Βάρδας, γράφει, είχε πρόγραμμα και λόγον ετοίμασε να συγκεντρώση εις το μεσοχώρι τούς χωρικούς, διά να τους ομιλήση. Αρκετοί χωρικοί εγνώριζαν το ανωτέρω πρόγραμμα τού αρχηγού Βάρδα και ετοιμάζοντο προς υποδοχήν μας κ.λ.π. Αλλά ήσαν μερικοί, πολύ ολίγοι εις κάθε χωρίον, άμυαλοι και ως συμφεροντολόγοι φανατισμένοι προς τον βουλγαρισμό και οι οποίοι ήσαν οι τεμπέληδες τού χωρίου και ως τοιούτοι ήσαν και μασάδες των κομιτατζήδων και εζούσαν εις βάρος των κακόμοιρων χωρικών’ οι τοιούτοι κατόπιν διαφόρων τρόπων πιέσεων υποκίνησαν τούς χωρικούς, διά να αντισταθούν ενόπλως εναντίον μας».
Ευθύς έπειτα έφυγαν με τον Καούδη στην Αθήνα, γιατί οι κομιτατζήδες στα Κορέστια, όπου δρούσαν, ήσαν όλοι ωπλισμένοι με μάνλιχερ, ενώ οι δικοί τους άνδρες δεν είχαν παρά παλιά όπλα γκρα.

Την 3η Μαΐου ό Νταϊλάκης ξαναπέρασε τα σύνορα μ’ ένα καινούργιο σώμα. Μεσάνυχτα κοντά στο Παλιοχώρι των Γρεβενών κτυπήθηκε μ’ ένα στρατιωτικό απόσπασμα χωρίς καμμιάν απώλεια. Μέσον Μεγάλου Σπηλαίου, Σαμαρίνας, Αετομηλίτσας έφθασε στην Δάρδα. Ήλθεν εκεί μιά αντιπροσωπεία τής επιτροπής Κορυτσάς απ’ τούς Δάρδαν, Μπόριαν και Πλαστήρα να συνεννοηθή μαζί του για την αντιμετώπισι της αλβανορουμανοβουλγαρικής κινήσεως, πού ήταν τότε σ’ όλη της την έντασι. Ο Νταϊλάκης έκαμε μια ορεινή ναυτική επίδειξι σ’ όλα τα ύποπτα μέρη και προχώρησε έπειτα τολμηρά στα χωριά πέραν τής λίμνης τής Μεγάλης Πρέσπας, στα ριζά τού Πέτρινου Όρους, πού τα πλιατσικολογούσαν οι κομιτατζήδες. Την 5ην Ιουνίου συγκρούσθηκε στη Σόνα - Γκόρα με την αλβανορουμανική συμμορία του Κότσκα και Νάστα. Σκοτώθηκε ό Νάστας, άλλοτε πρωτοπαλλήκαρο τού αρχιληστή Ισμαήλ Δαρδούσια, και πληγώθηκε βαρειά ό οπαδός του Λάμε απ’ τα μέρη τής Οχρίδας. Λαβώθηκε και ελαφρά στο χέρι ένας οπλίτης τού σώματος Σπύρος Τσούτσας. Επειδή δεν μπορούσε να σταθή στον άξενο εκείνο τόπο απ’ τα αποσπάσματα, αποσύρθηκε στο μοναστήρι τού Προφήτη Ηλία τής Χότσιστας. Ύστερα από συνεννόησι με την επιτροπή τής Βίγλιστας αποφασίσθηκε να κατευθυνθή τώρα στα Κορέστια. Η τροφοδοσία θα γινόταν από μέσα απ’ την Βίγλιστα, για να μη μάθουν οι κομιτατζήδες την παρουσία του. Μιά νύχτα είχε πιάσει να μονοπάτι ανάμεσα Βερνίκι - Μοσχοχώρι, όπου, είχε θετική πληροφορία, θα περνούσε η συμμορία Κλιάσεφ - Καρσάκωφ. Αλλά τον πήραν είδησι τα σκυλλιά ενός κοπαδιού. Σίμωσε και ό τσιομπάνος να ιδή τι έτρεχε. Αναγκάστηκε να τον πιάση. Εκείνη ακριβώς την στιγμή έφθανε και η βουλγαρική συμμορία. Άκουσε τον θόρυβο και ελοξοδρόμησε.
Ο Νταϊλάκης ξαναγύρισε στην Χότσιστα. Στον δρόμο κτυπήθηκε με την συμμορία του Γιοβάντσωφ απ’ την Οχρίδα χωρίς αποτέλεσμα. Συναντήθηκε έπειτα στο Βογατσικό με το σώμα του Πηχεών και στην Εράτειρα με τον Βάρδα και ξαναγύρισε στο Βογατσικό, όπου ό Βασ. Αγοραστός του προξενείου Μοναστηρίου και οι Γ. Παπαγεωργίου και Δημ. Βιτσόπουλος τής επιτροπής τού Άργους Ορεστικού του έφεραν τη διαταγή να εξοντώση οπωσδήποτε τον Κοσμά και δύο άλλα επικίνδυνα όργανα τού κομιτάτου. Έβαλε τους άνδρες του σε τρεις βάρκες και τρία μερόνυχτα παραμόνευαν ακίνητοι μέσα στα καλάμια και τα κουνούπια τής λίμνης κοντά στους Δουπιάκους. Πέρασαν δύο φορές στρατιωτικά αποσπάσματα πολύ κοντά τους χωρίς να τούς μυρισθούν. Δεν πέρασαν μόνον εκείνοι, πού χάριν τους είχαν γίνει καλαμοδίαιτοι σαν τα βατράχια. Αποφάσισε τότε να κυνηγήση το πουλί στη στεριά, μέσα στη φωλιά του. Θεός από μηχανής για το σώμα είχε εμφανισθή εκείνη την ημέρα ό Γεώργιος Σούλιος απ’ την Κορυτσά, χωροφύλακας της τουρκικής χωροφυλακής, πού αφήκε το καρακόλι και το σώμα του και ήλθε να εργασθή μαζί μ’ εκείνους, πού είχε ταχθή να πολεμήση, μαζί με τον οπλισμό και την στολή του. Επειθανάγκασε ό Νταϊλάκης τον αγγελιαφόρο Μπατσέλα να τούς βάλη κρυφά τη νύχτα σ’ ένα έρημο σπίτι μέσα στο χωριό, όπου μουχτάρης του βουλγάρικου μαχαλά ήταν ό Κοσμάς. Ο Σούλιος την άλλη μέρα με την στολή και τον οπλισμό του οργάνου της τάξεως τον κάλεσε απ’ το σπίτι του στο μεσοχώρι για υπηρεσία και εκεί μπροστά στα μάτια του κατάπληκτου κόσμου τον άπλωσε νεκρό.
Ο Σούλιος έγινε έπειτα λαμπρός οπλαρχηγός. Πέθανε πτωχός πρόσφυγας στην Φλώρινα.
Ο Νταϊλάκης συγκρούσθηκε αργότερα κοντά στην Γράμμουστα με αλβανική συμμορία Λιάπηδων με αποτέλεσμα να μη ξαναφανούν οι μεγάλοι αυτοί πλιατσικαδόροι στον Γράμμο και στις 2 Αυγούστου πήρε μέρος μ’ άλλα σώματα στην επίθεσι τής Οσνίτσανης.

Την 1η Σεπτεμβρίου ξεκίνησε απ’ τη Χότσιστα για τα Κορέστια. Στον δρόμο, εκεί πού περνούσαν τον κάμπο τού Δεβόλη (Βίγλιστας), άκουσαν πίσω τους πολλά βήματα. Το μέρος ήταν γυμνό και ολόϊσιο σαν δίσκος. Δεν υπήρχε ούτε καν μιά ρεματιά. Οι άνδρες κουρασμένοι δεν μπορούσαν να τρέξουν και απλώς να βιασθούν. Ευτυχώς σ’ ένα χωράφι ήσαν κάμποσοι σωροί από κοπριά. Ο Νταϊλάκης επρόσταξε τούς 15 άνδρες του να προσπαθήση ό καθένας να συμμαζωχθή όσο μπορούσε πιο κολλητά πίσω από ένα σωρό. Τα βήματα σίμωσαν και τούς προσπέρασαν. Ήταν ολάκερος λόχος στρατού.
Νύχτα έφθασαν στο Βερνίκι. Έπιασε ευθύς δύο «καραούλια», χωρικούς δηλ., πού εφύλαγαν για λογαριασμό των κομιτατζήδων. Πριν ξημερώση βρέθηκαν στο γειτονικό Μοσχοχώρι. Αιχμαλώτισε και εκεί άλλους δυό• ήσαν μάλιστα από εκείνους, πού τους ζητούσε με το κερί. Απ’ αυτούς έμαθε πώς βρίσκονταν μέσα στο χωριό οι Κλιάσεφ, Μητροβλάχος, Καρσάκωφ και άλλοι. Για να τούς εξευτελίση, κάθεται και τούς γράφει να βγουν έξω να πολεμήσουν. Έδωσε το γράμμα στους δύο αιχμαλώτους, πού προώριζε για πολύ μακρυνότερο ταξείδι, και τούς πρόσταξε με απειλή πολλών θανάτων ν’ ανακοινώσουν το περιεχόμενό του στους χωρικούς, αν οι κομιτατζήδες κρατούσαν εχεμύθεια.
Οι βοεβοδάδες, εννοείται, δεν το κούνησαν. Μπήκαν στις κρύπτες και προτίμησαν να αναθέσουν την τιμή τής συναντήσεως στον τουρκικό στρατό. Έστειλαν στη Βίγλιστα ένα από τούς τρεις Αλβανούς, πού είχαν μαζί τους, τον Τεφίκ αράπη. Στρατός και Τουρκαλβανοί με τον Χουσεΐν μπέη, μεγάλο θαυμαστή και θερμό φίλο των Βουλγάρων, άρχισαν να ετοιμάζωνται για την εκστρατεία. Αγγελιαφόροι επίσης έφυγαν στα χωριά να ειδοποιήσουν τούς άλλους κομιτατζήδες. Τα είδε όμως και η επιτροπή Βίγλιστας και με τον Σπύρο Νάτσα ειδοποίησε τον Νταϊλάκη. Δεν χάνει αυτός καιρό και πιάνει αμέσως 30 Αλβανούς απ’ την Βίγλιστα, πού είχαν πάει στο δάσος για ξύλα. Μ’ ένα απ’ αυτούς γράφει του Χουσεΐν μπέη ότι θα τους σκοτώση όλους, αν μαζί με τον στρατό ξεκινούσαν εναντίον του και ιδιώτες μπασιμπουζούκοι. «Τούτο θα πράξω, έγραφε, πολύ δικαίως, διότι σεις ήσθε πολίται και δεν δικαιούσθε να έλθετε με τον στρατό και να καταδιώξετε εμέ. Μόνον ό στρατός δικαιούται. Αλλά εσείς επειδή μίσος τρέφετε κατά του Ελληνισμού και υπέρ των Βουλγάρων έρχεσθε να καταδιώξετε εμέ, διά να υποβοηθήσετε τους Βουλγάρους». Ο απελεύθερος απεσταλμένος διασταυρώθηκε στη θέσι Σέλτσα ανάμεσα Βίγλιστα και Βερνίκι με μεγάλο στρατιωτικό τμήμα και τον Χουσεΐν μπέη επικεφαλής πολλών πανόπλων Τουρκαλβανών, πού έρχονταν για καταδίωξι. «Με δάκρυα στα μάτια, διότι είχεν υιόν και αδελφόν με τούς συλληφθέντας Τουρκαλβανούς ξυλάδες, έδωσε το γράμμα στον Χουσεΐν μπέη». Ο μπέης και ό διοικητής του τμήματος αξιωματικός, επίσης τουρκαλβανός, συνεσκέφθησαν τότε και απεφάσισαν να μη γυρίσουν αμέσως πίσω στην Βίγλιστα, αλλά να προχωρήσουν «προς αντιθέτους όμως διευθύνσεις». Και με τον ίδιο απεσταλμένο ειδοποίησαν τον Νταϊλάκη.
Το μπουλούκι το στρατού και των εθελοντών κατευθύνθηκε πραγματικά προς μέρη, όπου δεν υπήρχε καμμιά πιθανότης να συναντήσουν το ελληνικό σώμα. Το απόγευμα πρόβαλαν οι κομιτατζήδες και ένοπλοι χωρικοί, πού έρχονταν να βοηθήσουν τούς κλεισμένους στο Βερνίκι βοεβοδάδες. Ο Νταϊλάκης έπιασε τις κατάλληλες θέσεις, για να τούς υποδεχθή. Εκεί κοντά όμως ήταν μιά υψηλή, απότομη και βραχώδης κορυφή, όπου είχε ενθρονισθή ένα «μεγάλο όρνιο». Οι κομιτατζήδες και οι χωριάτες το πήραν για το καραούλι του Νταϊλάκη, πού τον φαντάσηκαν ταμπουρωμένον ψηλά, ανάμεσα στους απροσπέλαστους βράχους και προτίμησαν να στρίψουν.
Νικητής και τροπαιούχος χωρίς μάχη ό Νταϊλάκης έστειλε ένα υβριστικό γράμμα στους τρυπωμένους στο χωριό του βοεβοδάδες: «Σεις εστείλατε τούς χωρικούς με κόττες και πίτες να μάς φέρουν και να μάς παρακαλούν να σάς αφήσωμεν και δεν εξήλθατε να πολεμήσωμεν». Έκαμε ένα γύρο στ’ άλλα χωριά, πού πρόθυμα τον δέχθηκαν, και πήγε στην Αγία Τριάδα του Πισοδερίου να συναντήση τα σώματα Βάρδα, Καούδη, Βλαχογιάννη. Μαζί όλοι μπήκαν στον Άγιο Γερμανό. Ο Βλαχογιάννης τράβηξε για το Περιστέρι και οι άλλοι γύρισαν στα Κορέστια.

Ο Νταϊλάκης ξαναγύρισε πάλι στην Περιφέρεια του Βερνικιού. Είχε μάθει ότι οι κομιτατζήδες έδειραν αλύπητα μιά καλή γυναίκα απ’ το χωριό του, την Ζωίτσα Μαρκούλη, πού είχε το θάρρος να τούς πει: «Σαν τα ποντίκια κρύβεσθε στις κρυψώνες σας, δεν πάτε να πολεμήσετε με τον Λάκη. Εμάς μονάχα μάς βασανίζετε». Άνδρες δεν είδε πουθενά. Μόνο στη θέσι Κουρμπέτσι βρήκε 50 γυναίκες και κορίτσια, πού είχαν πάει για ξύλα. Για να εκδικηθή την Ζωίτσα, τις έβαλε να μάσουν «γουμαροαγγάθια». Θα τ’ αλώνιζαν ξυπόλυτες! Τα κορίτσια του διηγήθηκαν με κλάματα ότι στο μεταξύ είχαν έλθει στο χωριό πολλοί κομιτατζήδες μαζί με την αλβανική συμμορία των Τσερτσίζ, Φουάτ και Κιανή μπέηδων και την ρουμανική των Κότσκονα και Πλιάσα. Έκαμαν, φαίνεται, συγκέντρωσι τής τριπλής συμμαχίας. Τρομοκρατημένοι από τότε οι χωρικοί και μη ξέροντας ποιόν ν’ ακούσουν και ποιόν να παρακούσουν, εκλείσθηκαν στα σπίτια τους και δεν έκαμαν βήμα απ’ το χωριό.
— Αφού οι άνδρες σας δεν έρχονται, τούς είπε ό Νταϊλάκης, δεν θα σάς αφήσω ούτε σάς να βγήτε μιά σπιθαμή απ’ το χωριό.
Ενόμιζε ότι έτσι θα τις τιμωρούσε και θα τις εκβίαζε. Αλλά γυναίκες και κορίτσια του αποκρίθηκαν «ομόφωνα»:
— Αχ, καπετάνιε, ό Θεός όλα τα καλά να σου δώση, αν κάμης τούτο, διότι ημείς οι γυναίκες γενήκαμεν άνδρες, εργαζόμεθα έξω, κάμνομεν εργασίες των ανδρών και οι άνδρες μας έγιναν γυναίκες, κάθονται στο σπίτι και κάμνουν εργασίες των γυναικών!
Ιπποτικός ο Νταϊλάκης, όχι μονάχα τούς χάρισε το αλώνισμα των «γουμαροαγγαθιών», αλλά και έδωσε την ποθητή διαταγή του γενικού αποκλεισμού.

Στις 24 τού Νοεμβρίου πήρε διαταγή απ’ το κέντρον Μοναστηρίου να πεταχθή στην περιφέρεια Βίγλιστας-Κορυτσάς, όπου κάποιος Νάκος Λιάος, Ρουμάνος, τέως πρωτοπαλλήκαρο του Τσακαλάρωφ, παρασκεύαζε επικίνδυνη δράσι. Με πολλή δυσκολία πέρασε τον κλοιό, πού τον είχε περισφίξει. Δέχθηκε μάλιστα και τουφεκιές από μερικά τουρκαλβανικά χωριά, όπου κανένας δεν ήταν δυνατόν να το σκεφθή ότι θα περνούσε. Ένα παλληκάρι του, ό Χρίστος Πάντσιος απ’ την Κορυτσά, πληγώθηκε στον ώμο αρκετά βαρειά. Στον Προφήτη Ηλία τής Χότσιστας πήρε άλλο έγγραφο τής επιτροπής Κορυτσάς για τον Λιάο, ότι ετοιμάζει αλβανορουμανικό σώμα κ.λπ. Ο Νταϊλάκης κατώρθωσε, γράφει, την 8ην Δεκεμβρίου στη θέσι Ντού Λούμρα (δύο ποτάμια) κοντά στη Χότσιστα ν’ αρπάξη τον Λιάο αυτόν απ’ τα χέρια 8 ενόπλων Αλβανών, που, είχε μαζί του, και να τον εκτελέση μπροστά τους. Τούς Αλβανούς άφησε ελευθέρους.
Οι Βούλγαροι τότε έδωσαν, όπως γράφει, 300 λίρες στον φίλο τους Χουσεΐν μπέη, για να φροντίση να εξοντωθή οπωσδήποτε ό Νταϊλάκης. Ο Χουσεΐν μπέης εκάλεσε τον Γάκιο Πετρόπουλο απ’ την Ζήτσιστα, πού έκαμμνε σύμφωνα με διαταγή τής επιτροπής Κορυτσάς τον αλβανιστή και φίλο των μπέηδων και των αρχών, και τού έταξε μεγάλο χρηματικό ποσό, αν μπορούσε να μάθη το μέρος ακριβώς, όπου το σώμα βρισκόταν. Κινητοποίησε και πολλά άλλα λαγωνικά. Ο Πετρόπουλος τα είπε αμέσως του καπετάνιου. Ως τόσο στις 15 Φεβρουαρίου 1906 στρατός πολλές εκατοντάδες εκύκλωσε την Χότσιστα, όπου ό Νταϊλάκης κρυβόταν, και άρχισε συστηματική από σπίτι σε σπίτι έρευνα. Τούς πρόδωσε κάποιος Ρουμάνος. Το χιόνι ξεπερνούσε το ένα μέτρο. Ο Νταϊλάκης ωχυρώθηκε στο κατάλυμά του, αποφασισμένος να πωλήση ακριβά το τομάρι του. Για την καλή του όμως τύχη είδε ένα Τουρκαλβανό γείτονα να στέκη μπροστά στην πόρτα τού σπιτιού των. Τον πιάνει τότε, τον τραβάει μέσα και τον αναγκάζει να τους δεχθή στο ιδικό του σπίτι. Έτσι η έρευνα στο χριστιανικό σπίτι, όπου αρχικά είχε καταλύσει, δεν έβγαλε τίποτε. Τα μεσάνυχτα ό Γκανή τούς έβγαλε από το χωριό περπατώντας, για να μη φανούν στο χιόνι τα ίχνη, μέσα από ένα ποτάμι. Επειδή τα χιόνια είχαν αποκλείσει τα βουνά και ό στρατός τ’ άλλα χωριά, τράβηξε ό Νταϊλάκης ίσια στο σπίτι του Γάκιου Πετρόπουλου στην Ζήτσιστα. Στρατιωτικό απόσπασμα φρουρούσε τον Πετρόπουλο εναντίον ακριβώς τού Νταϊλάκη.
Οι μπέηδες, και Βούλγαροι, οι Ρουμάνοι ανέθεσαν τώρα σ’ ένα δάσκαλο τής Χότσιστας να εξακριβώση το καταφύγιο του Νταϊλάκη και να το καταδώση. Αγρυπνούσεν όμως ό Γάκιος Πετρόπουλος. Ειδοποίησε την επιτροπή Κορυτσάς και εκείνη διέταξε τον Νταϊλάκη ν’ απαλλάξη την Χότσιστα απ’ τον άπιστο δάσκαλο. Η αλληλογραφία του αποκάλυψε ότι από καιρό «δυσί κυρίοις εδούλευε».
Ακούραστοι οι Βούλγαροι εμηχανεύθηκαν άλλο σχέδιο. Έβαλαν μερικούς εμπίστους χωρικούς απ’ το Βερνίκι να προσποιηθούν ότι τα χάλασαν μαζί τους και να καλέσουν τον Νταϊλάκη. Το πρωί τής 3ης Μαΐου το σώμα βρέθηκε ανύποπτο πάνω απ’ το χωριό. Ήλθαν εκεί και τούς είδαν τρεις, οι πιο σημαντικοί, απ’ τους «δυσαρεστημένους» και «μετανοιωμένους». Την νύχτα θα τον δεχόταν πανηγυρικά μέσα στο χωριό. Πριν όμως αλέκτωρ λαλήση και περάση πολλή ώρα, ειδοποιεί το καραούλι, πού είχε βάλει κρυφά ό Νταϊλάκης σε μιά υψηλή κορυφή, ότι στρατός ταυτόχρονα σίμωνε απ’ την Βίγλιστα, την Κρυσταλλοπηγή και την Σφήκα. Η θέσις του ήταν απελπιστική. Απ’ τη μιά μεριά η λίμνη τής Πρέσπας και απ’ τις άλλες τουρκαλβανικά και άλλα εχθρικά χωριά. Γύρο γύρο ό στρατός προχωρούσε. Ο Νταϊλάκης διευθύνθηκε αποφασιστικά προς το δάσος Σφήκας. Για να επισημοποιήση το πέρασμά του, έκοψε σε μικρά κομματάκια πολλά χαρτιά του. Κάμνει έπειτα απότομη στροφή και εγλυστράει προς τα κάτω, στην όχθη τής λίμνης, κοντά στο μικρό τουρκαλβανικό χωριό Ζαγραδέτσι. Κανένας ποτέ δεν μπορούσε να φαντασθή ότι θα είχε το θάρρος να τρυπώση εκεί. Ένα μάτι αν τον έβλεπε, ήταν οριστικά και τελεσίδικα καταδικασμένος. Την άλλη μέρα πάλιν έπιασε τον δρόμο Βερνικιού-Βίγλιστας, κουρνιασμένος σε μερικά αναιμικά χαμόκλαδα, όπου ούτε λαγός δεν θα τολμούσε να τρυπώση. Πέρασαν πλάι τους τ’ αποσπάσματα. Προσπέρασαν και Τουρκαλβανοί και άλλοι χωρικοί, πού έψαχναν για λογαριασμό του στρατού το έδαφος. Κανένας δεν τούς μυρίσθηκε. Έφαγαν απ’ την πείνα και την δίψα αγριόχορτα, πού τούς φάνηκαν σαν «ψητό αρνί». Το απόγευμα όμως, όταν πια η στρατιωτική κίνησις είχε κοπάσει, φάνηκαν απ’ την βίγλιστα οι τρεις καλοί φίλοι, πού τον είχαν καλωσορίσει χθες και καλοπροδώσει. Και τούς πλήρωσε.

Τέλη Μαΐου συγκεντρώθηκαν πάλι στο Βερνίκι οι βοεβοδάδες Κλιάσεφ, Καρσάκωφ, Σίτωφ, Ντομπρολίτσκη, οι Αλβανοί Τσερτσίζ, Φουάτ, Κιανή μπέηδες και ό Ρουμάνος Κότσκονα να δώσουν με την επίδειξί τους θάρρος στο χωριό. Θέλησαν να δείξουν τη δύναμί τους κυρίως στους γέρους γονείς του Νταϊλάκη. Πετάχθηκε όμως ευθύς στο πόδι όλο το χωριό και τούς εμπόδισε να τούς πειράξουν. Φοβόταν την αντεκδίκησι το υιού. Έπρεπε νάχη πραγματικά ό Νταϊλάκης πολλήν εμπιστοσύνη στον εαυτό του, για να αφήνη τούς γέρους του σε χωριό, πού το εξουσίαζαν οι κομιτατζήδες.
Αρχές Ιουλίου πήρε διαταγή απ’ το κέντρο Μοναστηρίου να πάη στην Αγία Τριάδα του Ι Πισοδερίου προς συνάντησι του Βάρδα. Στον δρόμο λημέριασε σε πολλά μέρη και φανερώθηκε σε πολλούς χωρικούς, για να σχηματιστή η εντύπωσις ότι τα ελληνικά σώματα είχαν πλημμυρίσει τα Κορέστια. Στο βουνό όμως τής Βάρμπας επληροφορήθηκε από τον Μπλατσιώτη κτηνοτρόφο Νάνο ότι εκείνες τις μέρες είχε γίνει συμπλοκή του Βάρδα με τον τουρκικό στρατό, έπεσαν δέκα ιδικοί μας και ότι κάποιος Β. Λιούκρος απ’ το Μοσχοχώρι, που είχε καταταχθή στην Αθήνα μαζί με τρεις άλλους στο σώμα του Βάρδα, πήρε 4 Κρητικούς, που είχαν αποκοπή στη συμπλοκή, και τούς ωδήγησε στο Μοσχοχώρι, για να συναντήσουν δήθεν τον Νταϊλάκη και πραγματικά για να τους παραδώση στον Μητροβλάχο. Ο Νταϊλάκης γράφει αμέσως στην κομιτατική επιτροπή και τον «υπεύθυνο» του Μοσχοχωρίου ότι, αν δεν αφήνονταν ελεύθεροι οι Κρητικοί, θα έκαιε το χωριό και θα περνούσε «εν στόματι μαχαίρας» όλους τούς κατοίκους του, μικρούς και μεγάλους. Αγρίεψε, γιατί είχε κάμει και χρήσι τού ονόματός του ό Λιούκρος, για να παραπλανήση τούς Κρητικούς. Η επιτροπή δεν άργησε να απαντήση. Ο Μητροβλάχος τούς έδωσε κατηγορηματική υπόσχεσι, έγραψαν, να στείλη σώους και ακεραίους τούς αιχμαλώτους στο Κωσταράζι. Δεν αναφέρει όμως ό Νταϊλάκης αν η υπόσχεσις τού αρχικομιτατζή εκρατήθηκε. Επιμένει αντίθετα πολύ ότι ό Λιούκρος και οι τρεις άλλοι, πού ό ένας σκοτώθηκε στη συμπλοκή, είχαν σταλή επίτηδες από τον Κλιάσεφ στην Αθήνα να καταταχθούν αντάρτες, για να δολοφονήσουν αυτόν και τον Βάρδα. Αποδίδει μάλιστα τον παράξενο αληθινά φόνο σε δυό μέρες των οπλαρχηγών Κύρου και Νταλίπη σε δυό απ’ αυτούς, πού τούς δέχθηκε στο σώμα του ό Κύρου παρ’ όλες τις επίμονες αντιρρήσεις του. Ο Νταϊλάκης είχε προτείνει να σταλούν και οι δυό πίσω στην Αθήνα.

Στην Αγία Τριάδα τού Πισοδερίου ό Βάρδας τού έφερε δώρο από μέρος του προέδρου τού Ελληνικού κομιτάτου Δ. Καλαποθάκη ένα γερμανικό πιστόλι. Ήσαν μαζί και τα σώματα τού Κολίτσα, τού Σκουλούδη και του Κύρου. Μα η θέσις όλων ήταν πολύ δύσκολη. Τάγματα κυνηγών (αβτζή-ταμπούρ) με ειδικά σκυλλιά και Αλβανούς αξιωματικούς ενεργούσαν συστηματική και αδιάκοπη δίωξι. Οι κομιτατζήδες είχαν τρυπώσει στις κρύπτες των χωριών και με τα όργανά τους καθωδηγούσαν τους αξιωματικούς εναντίον των ελληνικών σωμάτων. Και το «Κέντρον» Μοναστηρίου εμήνυσε τού Βάρδα να αποσυρθούν προσωρινά όλοι στα χωριά τού Μοράβα και της Κορυτσάς. Εκεί όμως πού περνούσαν απ’ τη Σέλτσα ανάμεσα Ανταρτικό και Καρυές, έπεσαν σε ενέδρα του στρατού. Το σώμα σκόρπισε. Ο Βάρδας με δώδεκα άνδρες βρέθηκε στην όχθη τής Μικράς Πρέσπας κοντά στις Κρανιές, οι Νταϊλάκης, Κύρου, Κολίτσας, Σκουλούδης με 50 άνδρες τράβηξαν στο βουνό τής Σφήκας. Ο Νταϊλάκης έδωσε προσταγή να μην πατήση κανένας σε μονοπάτι, αλλά να βαδίσουν όλοι πάνω στα χόρτα και τα φύλλα του δάσους. Το πρωί ακούστηκαν πάλι τουφεκιές. Κάποιο στρατιωτικό τμήμα, πού ερευνούσε το δάσος, είδε δυό αντάρτες απλωμένους και τους πυροβόλησε. Ήσαν οι νεκροί τής νυκτερινής ενέδρας, πού είχαν ξεψυχήσει σε κείνη τη θέσι.
Με την βοήθεια του Νάνου, βρήκαν τον Βάρδα και ψωμί. Την άλλη μέρα λημέριασαν πάλι στην άκρη τής λίμνης, παραπέρα, σε μέρος επικίνδυνο και γι’ αυτό ασφαλέστερο. Κοντά το μεσημέρι είδαν δυό λόχους τού στρατού τής Βίγλιστας σ’ απόστασι 400 μόλις μέτρων να δέρνουν και να βασανίζουν απάνθρωπα ένα τσομπανόπουλο τού Νάνου, για να μαρτυρήση πού ήσαν κρυμμένοι οι «Γιουνάν» λησταντάρτες. Το παιδί επαναλάμβανε: «Δεν ξέρω, δεν είδα, δεν είδα, δεν ξέρω».

Τον Νοέμβριο τού 1907 αναχώρησε ό Νταϊλάκης για τα ελληνικά σύνορα με δύο οπαδούς του. Φόρεσαν χωριάτικα και ωπλίστηκαν μόνον με Περίστροφα. Όταν όμως έφτασε στην Περιφέρεια Γρεβενών, εφιλοδόξησε και άλλους άθλους. Στη Βλαχοκρανιά έμενε μ’ ένα τάγμα στρατού ό Κατσαμάκας, ένας πρώην ληστής και τώρα Ρουμάνος, πού είχε δημιουργήσει πολλούς μπελάδες και φασαρίες στα σώματα. Όλες οι προσπάθειες για την εξόντωσί του πήγαν χαμένες. Η γριά αλεπού ήξερε να φυλάγεται και καταλάβαινε τις κακοτοπιές. Ο Νταϊλάκης αποφάσισε να μεταμφιεστή σε Αλβανό μπέη και να μεταμφιέση τα δυό παλληκάρια του σε Αλβανούς σωματοφύλακες, να μπή φανερά στην Κρανιά και να επιτύχη εκεί, όπου οι άλλοι την είχαν πάθει. Θα σκότωνε το βράδυ τον Κατσαμάκα στο καφενείο ή στο μεσοχώρι και θά τόσκαζε. Έστειλε τον αγγελιαφόρο του Βισάνσκο στη Κορυτσά να τού φέρη τις σχετικές στολές. Στο μεταξύ αυτός γύριζε στο Μοναστήρι του Μοναχίτη και τα περίχωρα τής Κρανιάς να πάρη μία ιδέα τού τόπου και να κανονίση τον τρόπο τής φυγής του, όταν θα είχε επιτελέσει τον νέο άθλο. Το πρωί της 10ης Δεκεμβρίου, μεταμφιεσμένος σε μπέη, με τούς δυό ψευτοτουρκαλβανούς σωματοφύλακες κοντά του μπήκε σ’ ένα απόμερο φτωχικό σπιτάκι τού Μοναχίτη. Την άλλη μέρα θα πήγαινε καβάλλα απ’ το δημόσιο δρόμο στην Κρανιά. Μα άλλαι μεν βουλαί ανθρώπων, άλλα δε θεός και Κατσαμάκας κελεύει. Πριν φθάση το μεσημέρι βρέθηκε το σπίτι κυκλωμένο απ’ το στρατό τού Κατσαμάκα. Παρ’ όλες τις μπέηκες διαμαρτυρίες και τις φωνές του τον ωδήγησαν στο φρέσκο των Γρεβενών κ’ έπειτα στις φυλακές Μοναστηρίου. Βρήκε άλλους 400 ιδικούς μας κλεισμένους εκεί, πού του έκαμαν, γράφει, συντροφιά.
Παραπέμφθηκε στο ειδικό έκτακτο δικαστήριο (φέφκ-ιλαντέ). Η ιερά συμμαχία Βουλγάρων, Αλβανών, Ρουμάνων κινητοποίησε τώρα όλα τα μέσα, για να επιτύχη την θανατική καταδίκη του. Οι μηνύσεις έπεσαν βροχή και οι μηνυτές εσχημάτισαν διαδήλωσι. Τού φόρτωναν όλα τα εγκλήματα, τα περισσότερα ξένα. Τού καταλόγισαν 86 φόνους! Παρουσιάσθηκαν και μαυροφόρες με μωρά παιδιά και σπαρακτικά κλάματα, πού δεν είχε καμμιά σχέσι με την απορφάνισί τους ό Νταϊλάκης. Ζήτημα είναι και αν ήσαν και πραγματικά χήρες. Κάθε δέκα μέρες είχε και καινούργιο δικαστήριο. Αρκετοί απ’ τους κατηγόρους του έδωσαν να καταλάβη ότι είχαν εξαναγκασθή από τούς κομιτατζήδες να επιδώσουν τις ψευτοκαταγγελίες και να ψευδομαρτυρήσουν.
Αλλ’ αγρυπνούσαν και οι δικοί μας. Καταλάβαιναν και οι Τούρκοι δικαστές ότι οι περισσότεροι μηνυτές και μάρτυρες ήσαν στρατολογημένοι. Ο Βούλγαρος «αζάς» του δικαστηρίου Δημητρώφ με τα πολλά μαύρα γένεια και τα λίγα λόγια, πού παρακολουθούσε συνήθως αδιάφορος, ολύμπιος και περιφρονητικός την διαδικασία, χάλασε κόσμο αυτή τη φορά, για να επιτύχη δικαιοσύνη για τις χήρες και τα ορφανά. «Το ξέρομε, τού είπε ό Πρόεδρος. Όλοι οι Έλληνες είναι ένοχοι και οι Βούλγαροι αθώοι». Καταδικάσθηκε ό Νταϊλάκης στις 13 Απριλίου 1908 σε ισόβια κάθειρξι (101 χρόνια φυλακή, όπως έλεγαν οι Τούρκοι). Και την 10ην Ιουλίου τής ίδιας χρονιάς με τη νεοτουρκική μεταπολίτευσι βγήκε έξω, όπως και όλοι οι άλλοι είτε πολιτικοί είτε κοινοί κατάδικοι ήσαν. Κάθησε και αυτός, τέως κατάδικος, σε συμφιλιωτικά τραπέζια με τούς «ήρωες» Νιαζή, Εμβέρ και με απελευθερωτικούς αρχικομιτατζήδες, φιλήθηκε με χοτζιάδες, χαμάληδες, Βουλγάρους, Αλβανούς, Ρουμάνους και γενικά πήρε μέρος στις ατελείωτες πανηγύρεις των ημερών τού χουριέτ. Εγκαταστάθηκε στη Βίγλιστα, για να μπορή να παρακολουθή τα χωριά των Κορεστίων. Μα οι κομιτατζήδες είχαν απειλήσει με θάνατο κάθε χωρικό, πού θα πήγαινε να τον ιδή. Τον Αντώνιο Σταυρόπουλο, απ’ το Μοσχοχώρι τον κράτησαν δεμένο και νηστικό πολλές μέρες, γιατί τον είχε κρυφά επισκεφθή. Αναγκάσθηκε ό Νταϊλάκης να πηγαίνη αυτός προς το βουνό.
Στο Ανταρτικό, όπου τον Οκτώβριο πήγε με τούς παλαιούς οπαδούς τού Κύρου Γούλιο απ’ τον Αγ. Δημήτριο, Νικ. Παναγιωτόπουλο και τούς Ι. Ζάϊκο και Π. Παπαδόπουλο απ’ το Βατοχώρι, είχε επεισόδιο με μερικούς κομιτατζήδες, πού τον είχαν υβρίσει από μακρυά και αναγκάσθηκαν να τού ζητήσουν συγγνώμη από κοντά. Άλλα επεισόδια είχε στην Ιεροπηγή, όπου κομιτατζήδες θέλησαν να εξευτελίσουν ένα πρώην οπλίτη του. Αλλά οι περισσότεροι κίνδυνοι ήσαν απ’ τούς Νεοτούρκους. Στις 16 Φεβρουαρίου 1909 τον κάλεσε ό «κομισέρης» (αστυνόμος) Βίγλιστας και τού είπε να δίνη παρών δύο φορές την ημέρα στην αστυνομία και να δηλώνη πού θα πηγαίνη, όταν θα βγαίνη έξω απ’ την Βίγλιστα, γιατί οι Βούλγαροι έκαμαν πολλά παράπονα ότι πήγαινε και τρομοκρατούσε τα χωριά τους. Πολιτικώτερος ό καϊμακάμης (έπαρχος) τού είπε ότι τα μέτρα ήσαν για το καλό του. Όταν θα ήξερε η αρχή πού βρίσκεται κάθε μέρα και ώρα, δεν θα μπορούσαν οι Βούλγαροι να τον συκοφαντήσουν! Καταλάβαινε όμως καλά και ό Νταϊλάκης ότι ήθελε να ξέρη το νεοτουρκικό τζεμιέτ τα δρομολόγιά του, για να μπορή ευκολώτερα να τον ξεκάμη.

Τέλη Φεβρουαρίου 1909 πήγε διαταγή τού «Κέντρου» Μοναστηρίου να πάη στο Άργος Ορεστικό (Χρούπιστα). Έκαμε την σχετική δήλωσί του στην αστυνομία και ξεκίνησε όχι όμως με το δικό του άλογο, πού το ήξεραν όλοι, αλλ’ μ’ εκείνο του Γάκιου Πετροπούλου και μεταμφιεσμένος σε Τούρκο αξιωματικό! Όταν πλησίασε στο Άργος, ξαναφόρεσε την ιδική του ενδυμασία. Τον υποδέχθηκαν τα μέλη τής επιτροπής Παπαγιαννάκης, Τάσκος Λιάκος, Νάσιος Φλώκας και ένας λαμπρός αντάρτης, ό Χρ. Τσαούσης. Ευμενέστατος ήλθε να τον χαιρετήση και ό διοικητής τής χωροφυλακής. Τον ρώτησε στο τέλος πού θα έμενε, για να έπαιρνε τα κατάλληλα μέτρα προστασίας του εναντίον των Βουλγάρων. Ο Νταϊλάκης εδήλωσε ότι θα κοιμώταν στο ξενοδοχείο τού Ν. Φλώκα. Κοιμήθηκε όμως στο σπίτι τού Φλώκα. Τα μεσάνυχτα ήλθαν στο ξενοδοχείο, ζητώντας δωμάτια, τέσσαρες ταξειδιώτες με βουλγαρικά ονόματα και φορεσιές, πού φαίνονταν από μακρυά Τούρκοι. Άνοιξαν γραμμή όλες τις πόρτες, για να διαλέξουν δήθεν δωμάτιο, πραγματικά όμως για να ιδούν τον Νταϊλάκη και να τον συγυρίσουν. Την άλλη μέρα ήλθε πάλι ό μοίραρχος και με την ίδια μελιστάλαχτη ευγένεια τού εσύστησε να φύγη το ταχύτερο, γιατί οι Βούλγαροι σχεδίαζαν να τον δολοφονήσουν και δεν μπορούσε αυτός να έχη την ευθύνη. Ο Νταϊλάκης αναγκάσθηκε να φύγη. Αλλ’ αντί να γυρίση στην Βίγλιστα, όπως εδήλωσε, πήρε αντίθετη διεύθυνσι προς το Βογατσικό.
Οι Τούρκοι είχαν πιάσει αυτή τη φορά όλους τούς δρόμους. Είχαν όμως πάρει τα μέτρα τους και τα μέλη τής επιτροπής. Έστειλαν παιδιά του σχολείου ν’ ανιχνεύσουν τον δρόμον. Ο Τσαούσης τον κράτησε πολλή ώρα στο κουβεντολόγι στην έξοδο της πολίχνης. Κάποια στιγμή είδαν τον μοίραρχο και τον «μουντίρη» να γυρίζουν από περίπατο, πού δεν τον συνείθιζαν καθόλου. Ευθύς έπειτα ήλθαν τρεχάτα απ’ την ίδια διεύθυνσι τα παιδιά - ανιχνευτές και πρώτος ό Αργύρης Κούσλος ανακοίνωσε ότι κάτω στη βρύσι «Μουφάρ» είδαν να παραφυλάν πέντε ένοπλοι, πού φαίνονταν Βούλγαροι, ενώ ήσαν Τούρκοι. Ξαναγύρισε στο Άργος και ύστερα από δύο μέρες κρυφά τη νύχτα έφυγε όχι πια για την Βίγλιστα ή το Βογατσικό, μα για τα ελληνικά σύνορα. Απ’ τα Γρεβενά μ’ ένα Τούρκο, πού έπιασε, έστειλε γράμμα τού «μουντίρη»: «Εκηρύξατε το σύνταγμα• ημάς εδώσατε ελπίδα από μιά μεριά αμνηστεία και από την άλλην καταρτίσατε το τζεμιέτ να μας δολοφονήση. Το πρόγραμμά σας είναι τούρκικο και ως εκ τούτου βάρβαρο• θα δολοφονήσετε το πολύ 2-5, οι άλλοι όμως θά φύγωμεν στα βουνά».
Στην Αθήνα τον δέχθηκε η κεντρική επιτροπή απ’ τούς Φλωριά, Τσιρογιάννη, Βάρδα, Πίσα με πρόεδρο τον Δαγκλή. Αποφασίσθηκε να τον ξαναστείλουν στην Μακεδονία και ειδικά στην περιφέρεια Βίγλιστας—Καστοριάς—Κορυτσάς, με τη μεγαλύτερη όμως μυστικότητα. Ακόμα και στα παλληκάρια του είπε ότι φεύγουν κρυφά χωρίς την άδεια ή γνώσι τού κομιτάτου ή άλλου κανενός. Γι’ αυτό και τα όπλα τα πήραν απ’ την ασβεστοκάμινο ενός Κορυτσαίου, του Ηλία Γιάντση, έξω απ’ τα Τρίκκαλα, όπου τα είχε φέρει ό τότε επιλοχίας Καβράκος, πού, στρατηγός πια, είχε τον Δεκέμβριο τού 1944 τόσο οικτρή τύχη.
Έμεινε στη Μακεδονία ως τις αρχές τού Δεκέμβρη. Οι νέοι Τούρκοι είχαν οργανώσει συστηματική δίωξι, χωρίς όμως αποτελέσματα. Μιά φορά μονάχα έπεσε σε μιά ενέδρα τους ανώδυνη.

Τον Μάϊο τού 1910 ξαναπέρασε τα σύνορα. Στις 2 Αυγούστου κοντά στη Λιβανίτσα είχε συμπλοκή με την Αβανοβουλγαρική συμμορία Φουάτ βέη Γιοβάντσωφ. Αυτόκλητος επρόβαλε και ό στρατός και επακολούθησε σύγχυσις και κομφούζιο. Την γλύτωσε πάλι με μιά ελαφρή πληγή στο λαιμό τού Νάκου Φούντα.
Στις 25 Μαΐου 1911 ξαναβρέθηκε πάλι στη Μακεδονία. Ξεκίνησε μαζί με τον Στέφο, πού τράβηξε για την περιφέρεια Μοναστηρίου, ενώ αυτός διευθύνθηκε στον Γράμμο. Εκεί οι Αλβανοί οπλαρχηγοί Σαλή Μπούτκα, Ντέμο Ζούκο και Μερσίν Αράπη λήστευαν τα χωριά με τη μέθοδο τής στρατολογίας. Τούς καλούσαν δηλ. να καταταχθούν στις συμμορίες των και όσοι δεν αποδέχονταν την τιμή επλήρωναν αντισήκωμα όπως και στον τουρκικό στρατό. Έτσι ζητούσαν απ’ την Αετομηλίτσα για λογαριασμό τού αλβανικού κομιτάτου και ίσως και τής τζέπης των 400 χρυσές λίρες, απ’ την Γράμμοστα άλλες τόσες, απ’ το Γιαννοχώρι 200, απ’ την Σμίλιτσα 150. Εφορολόγησαν και τον μεγαλοκτηνοτρόφο Βαγγέλη Άγον με 150 λίρες. Αλλά, πριν περάση η προθεσμία τού τελεσιγράφου, έφθασε ό Νταϊλάκης. Κάθησε ευθύς και έγραψε τού Σαλή Μπούτκα, πού έγινε ένδοξος αργότερα με τη νέα καταστροφή τής Μοσχόπολης το 1916, να μη ξαναενοχλήση τα ελληνικά χωριά, να γυρίση πίσω τα χρήματα, που πήρε, και να μη ξαναπεράση στο εξής πέρα απ’ το βουνό Τσομπάνι. Ο Σαλή Μπούτκα αποκρίθηκε ότι εκτελούσε διαταγές τού αλβανικού κομιτάτου και θα φρόντιζε να μη προχωρήση πέρα απ’ το όριο, πού χώριζε τα βασίλεια Μπούτκα και Νταϊλάκη. Για την επιστροφή των χρημάτων, πού είχε τζεπώσει, ούτε λόγο, εννοείται, έκαμε.
Έπιασε έπειτα άλλους Αλβανούς αποστόλους των αλβανικών φιλοδοξιών και παραδόσεων, πού είχαν έλθει απ’ την χώρα των Λιώτηδων στον Γράμμο, για ν’ απαλλάξουν την Αετομηλίτσα από κάμποσα μουλάρια. Τούς άφησε ελευθέρους, αφού ελευθέρωσαν τα τετράποδα. Επισκέφθηκε αργότερα στην στάνη του τον περίφημο Σελινίτσα βέη. Είχε στην αρχή σκοπό να τον ξεκάμη. Η επιτροπή όμως Κορυτσάς τον επρόσταξε να καλλιεργήση φιλικές σχέσεις μαζί του. Φίλοι τώρα και μπουραζέρηδες έφαγαν αρκετά αρνιά ψητά, ήπιαν μπόλικο κρασί και αδελφωμένοι προχώρησαν να συναντήσουν στο χωριό του τον γενικό αρχηγό των «επαναστατών» και ακριβέστερα φυγοδίκων Αλβανών Σαλή Μπούτκα. Δεν βρήκαν τον ίδιον. Τούς φιλοξένησαν όμως οι δύο αδελφοί του και ό οπλαρχηγός του Χουσεΐν Αράπης στην στάνη τού Πιτούλη, με τα κόλλυβα δηλ. τού χριστιανού τσέλιγκα.
Στο μεταξύ ένας λοχαγός αποσπασματάρχης είχε ξεσπάσει άγριος κατά των χριστιανών χωρικών και κτηνοτρόφων. Έπιασε τούς αδελφούς Καράτζια απ’ την Αετομηλίτσα, ξυλοφόρτωσε και επίεσε άλλους. Ο Νταϊλάκης τού έγραψε τότε: «Δεν λαμβάνετε υπ’ όψιν σας ότι, εάν οι κτηνοτρόφοι δεν με τροφοδοτήσωσι και με προδώσωσι, δεν θα τούς δείρω, όπως εσείς, αλλά θα τούς κόψω;» Ο αξιωματικός έστειλε το γράμμα στον μουτεσαρίφη (νομάρχη) Κορυτσάς. Εκείνος εκάλεσε ευθύς τον θείο τού Νταϊλάκη και πρόεδρον τής επιτροπής Βίγλιστας Ηλίαν Κοβατσίδη και τον πρόεδρο Κορυτσάς Εφρ. Γκίνη και τούς είπε ότι, εάν δεν τα κατάφερναν να πείσουν τον Νταϊλάκη είτε να παραδοθή είτε να ξεκουμπιστή, θα τούς έστελνε εξορία στα βάθη τού Κουρδιστάν. Αναγκάσθηκαν να του γράψουν να έλθη και να παρουσιασθή άφοβα, γιατί ό πασάς τού είχε εξασφαλίσει χάρι. Σχετικό γράμμα με ρητή υπόσχεσι αμνηστείας τού έστειλε και ό μουτεσαρίφης μπέης πασάς.
Ένας άλλος λοχαγός αργότερα, πού είχε εκστρατεύσει εναντίον του στα μέρη της Πελκάτης, έλεγε αδιάκοπα στον οδηγό του, τον πριονά Χρίστο: «Άνοιξε τα μάτια σου, βρε Χρίστο, να μη πέσουμε απάνω στους λησταντάρτες (εσκιά) και σκοτωθή κανένας στρατιώτης μου. Θα σε σκοτώσω ευθύς εσένα. Κατάλαβες;» Το κατάλαβε και ό Χρίστος και τούς ωδήγησε σε τόπους, όπου δεν υπήρχε κανένας φόβος να πέσουν επάνω σε λησταντάρτες.

Τον Ιούνιο 1912 ξαναπέρασε τα σύνορα. Τα όπλα αυτή τη φορά τάφεραν στην ασβεστοκάμινο Γιάντση των Τρικκάλων σ’ ένα αμάξι οι υπίλαρχοι Φιλ. Πηχεών και Βερύκιος. «Καλήν αντάμωσι στη Μακεδονία», τού είπαν οι δύο αξιωματικοί, όταν μεσάνυχτα εχώρισαν. Πραγματικά, γράφει ό Νταϊλάκης, ξανασυναντήθηκαν στην Βίγλιστα, όπου αυτός ήταν με το σώμα του και εκείνοι έφθασαν με την ίλη των.
Εδώ τελειώνουν τα απομνημονεύματα.
Υπάρχουν μόνον πιστοποιήσεις τού αντισυνταγματάρχη Ζαχαροπούλου απ’ την Βίγλιστα και τού συνταγματάρχη Κοντούλη απ’ την Κορυτσά, πού εξαίρουν την δράσι και τις υπηρεσίες του Νταϊλάκη στον πόλεμο.
Όλα όμως αυτά δεν τον εμπόδισαν να συμμερισθή την τύχη άλλων συναδέλφων του και να ζητήση καταφύγιο στο Μοναστήρι, για ν’ αποφύγη την φυλακή στην Ελλάδα. Το 1924, όταν το Βερνίκι παραχωρήθηκε με τα «δεκατέσσαρα χωριά» στην Αλβανία, ό Λάκης με τον αδελφό του Γιάννη, ένα λεβεντόκορμο άνδρα, πού εχρημάτισε τον περισσότερο καιρό υπαρχηγός του, εγκαταστάθηκαν στην Κορομηλιά τής Καστοριάς. Η υπηρεσία του εποικισμού τούς παραχώρησε τον σχετικό αγροτικό κλήρο. Ως υπολοχαγός «εκ Μακεδονομάχων» επιστρατεύθηκε αργότερα αρκετές φορές ό Λάκης και εχρησιμοποιήθηκε αποσπασματάρχης στην αλβανική μεθόριο κατά Βουλγάρων κομιτατζήδων και Αλβανών ληστών.

Όταν οι Γερμανοί μάς υποδούλωσαν και οι Ιταλοί πήραν δανεικά απ’ αυτούς την επαρχία Καστοριάς, πολλοί σύστησαν στα δύο αδέλφια να φύγουν στην πόλι ή και μακρύτερα. Θεώρησαν όμως εντροπή να εγκαταλείψουν το χωριό σ’ εποχή, πού οι Βούλγαροι εκτραχηλισμένοι πολλαπλασίαζαν χωρίς αρχή και τέλος τις προκλήσεις και αυθάδειές των. Την 5ην Οκτωβρίου 1941 ό Λάκης Νταϊλάκης δολοφονήθηκε ανάμεσα Κορομηλιά και Λεύκη από βουλγαρική ομάδα, πού είχαν οργανώσει το κομιτάτο της Σόφιας και περίφημος έπειτα για την δράσι του στο ΕΑΜ Λαζ. Τερπόφσκη ή Ζησιάδης απ’ το Δενδροχώρι. Ο αδελφός του Γιάννης ήταν φυλακή, όπου τον κράτησαν 8 μήνες οι Ιταλοί.

Την 21ην Μαρτίου 1943 σφάζεται με τον αγριώτερο τρόπο στη Λάλγκα ό Γιάννης Νταϊλάκης από τμήμα του ΕΛΑΣ με αρχηγό πάλι τον Τερπόφσκη. Την ίδια μέρα στην Καστοριά οι Ιταλοί τουφέκιζαν τον υιόν του Μανουήλ, μαθητή του γυμνασίου. Διηγούνται αυτόπτες μάρτυρες ότι την ώρα, πού τον κτυπούσαν με πέτρες, ξύλα και μαχαίρια, φώναξε ό Γιάννης Νταϊλάκης στους δημίους τους: «Βαράτε σκυλλιά. Μα ή Ελλάδα δεν πεθαίνει. Θα τα πληρώσετε μιά μέρα».
Στις 15 Αυγούστου 1943 πιάνεται από τμήματα του ΕΛΑΣ και ΣΝΟΦ ό δεύτερος και τελευταίος υιός του Γιάννη Δημήτριος και δοκιμάζει την ίδια φρικτή τύχη με τον πατέρα του, πού την αντιμετωπίζει με τον ίδιο στωϊκό ηρωϊσμό! Η χήρα Ιωάννου Νταϊλάκη αποθνήσκει λίγο αργότερα από κακώσεις και κακουχίες.
Η οικογένεια ολάκερη εμαρτύρησε.
Ο δικηγόρος και βουλευτής Κοζάνης Στ. Σαμαράς τον Δεκέμβριο 1944, εποχή ελασοκρατίας, όταν ήταν φυλακισμένος στο στρατόπεδο Κοζάνης, παρακλήθηκε από κάποιο συγκρατούμενό του απ’ τα χωριά τής Καστοριάς να του συντάξη υπόμνημα διαμαρτυρίας, γιατί βρισκόταν ακόμα στη φυλακή, δεν είχε πάρει μέρος στην «εκτέλεσι» ενός τόσο σπουδαίου μοναρχοφασίστα, όπως ό Λάκης Νταϊλάκης!

Πηγή: Το εξαιρετικό βιβλίο Μακεδονικός αγών και μακεδόνες αρχηγοί του Γ. Χ. Μόδη από την Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών.
Το διαβάσαμε: e-istoria

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η κόσμια κριτική και η ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των σχολιαστών είναι σεβαστή. Σχόλια τα οποία υπεισέρχονται σε προσωπικά δεδομένα ή με υβριστικό περιεχόμενο να μην γίνονται. Τα σχόλια αποτελούν καθαρά προσωπικές απόψεις των συντακτών τους. Οι διαχειριστές δεν ευθύνονται σε καμία περίπτωση για τυχόν δημοσίευση υβριστικού ή παράνομου περιεχομένου στα σχόλια των αναρτήσεων.Τα σχόλια αυτά θα διαγράφονται με την πρώτη ευκαιρία.