Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 2014

Αχρίδα - Περιηγητές της Μακεδονίας: Victor Berard


Αχρίδα
''Κάτω στην άκρη της λίμνης και στην καρδιά της βουλγαρικής συνοικίας μια παλιά βασιλική της Αγίας Σοφίας είχε γίνει τζαμί κι έπειτα εγκαταλείφθηκε, όπως και το τζαμί της κορφής. Άλλοτε τη βασιλική αυτή την περικύκλωνε η ελληνική συνοικία. Πριν τριάντα χρόνια ακόμη η Αχρίδα είχε 200-300 ελληνικά σπίτια (1.000-1.500 άτομα). Οι Έλληνες όμως εκτοπίστηκαν σιγά σιγά από τους Βουλγάρους. Έχουν απομείνει μόνο είκοσι τριάντα φτωχές οικογένειες, που δεν μπορούν να μετοικήσουν. Την παρακμή του ελληνισμού πρέπει να την αποδώσουμε σε δύο κατηγορίες αιτιών, σ’ αυτά που είναι παλιά και προσιδιάζουν στην Αχρίδα και στα εντελώς πρόσφατα, που είναι κοινά σε όλες τις μακεδονικές πόλεις. 
Στα 1850 οι Έλληνες της Αχρίδας ήσαν πάμπλουτοι. Είχαν στα χέρια τους το μεγαλεμπόριο των γουναρικών. Ηπειρώτες, Θεσσαλονικιοί, Αιγαιοπελαγίτες, Βλάχοι απ’ το Μοναστήρι και την Κοριτσά, Αρβανίτες, συναποτελούσαν ένα ενιαίο χριστιανικό λαό που τον ένωναν οι ίδιες ανατάσεις προς την Αθήνα και τη Μεγάλη Ιδέα και που εκμεταλλευόταν το Σλάβο με τη βιομηχανία και το Μουσουλμάνο με τη τοκογλυφία. Στα 30-40 εργαστήρια τους έκοβαν και έραβαν τη γούνα της ντόπιας βύδρας, τα δέρματα που έρχονταν από τις γειτονικές λίμνες ή τα γουναρικά της Κωνσταντινούπολης και της Ρωσίας. Οι γούνινες κάπες που τόσο αγαπούν οι γέροι Τούρκοι, τα καφτάνια που φορούν οι χριστιανές και εβραίες γυναίκες, έβγαιναν όλα σχεδόν από την Αχρίδα. Η σλαβική συνοικία προμήθευε τους εργάτες και η ελληνική σόδιαζε τα κέρδη. Οι Έλληνες άρχισαν να αγοράζουν γη. Το σχολείο ήταν ελληνικό και οι γιατροί Αθηναίοι ή Έλληνες του «εσωτερικού». Οι νέοι πήγαιναν για σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Ποιος μιλούσε τότε για Βουλγαρία; 
Ο ευρωπαϊκός, αυστριακός προπάντων και ρωσικός, ανταγωνισμός σκότωσε απότομα το εμπόριο αυτό. Η γούνα του σαμαριού και της γκρίζας αλεπούς σταματούσε τώρα στην Οδησσό κι έφτανε στην Τουρκία κατεργασμένη. Παράλληλα το λαγοτόμαρο και οι φτηνές γούνες της Τεργέστης κατέβαζαν τις τιμές των καφτανιών και των γούνινων πανωφοριών. Οι Έλληνες υποχρεώθηκαν ένας ένας να κλείσουν τα εργαστήριά τους. Πήγαν και εγκαταστάθηκαν, με την άνετη κινητικότητά τους, στα κέντρα παραγωγής και αγοράς, στην Τεργέστη, στην Οδησσό και το Βουκουρέστι. Πίσω τους όμως η ελληνική σπορά που είχαν αφημένη στο έδαφος, εξακολοθούσε να καρποφορεί, όταν κάποτε, γύρω στα 1864-1866, εμφανίσθηκαν ξένοι, Ρώσοι που μιλούσαν για θρησκεία βουλγαρική, για μεγάλη Βουλγαρία, για καταπίεση των Σλάβων και πως ως ενίσχυση των λόγων τους έδιναν και κουδουνιστά επιχειρήματα, ένα πιάστρο (δύο δεκάρες) στο ζητιάνο και εκατό λίρες (2.300 φράγκα) στον τίμιο άνθρωπο. Κι έτσι δημιουργήθηκε βουλγαρικό κόμμα. 
Το κόμμα αυτό γνώρισε συνεχή ανάπτυξη σ’ ολόκληρη τη Μακεδονία. Η εγκαθίδρυση βουλγαρικής εκκλησίας κι έπειτα βουλγαρικής ηγεμονίας ήταν ένα πλήγμα για τον ελληνισμό αλλά οι συνέπειές του δεν έφτασαν μέχρι έδω. Το αληθινό τραύμα χρονολογείται από την επανάσταση της Ρωμυλίας… Από τότε, πέντε χρόνια τώρα, τα πάντα ανήκουν στους Βούλγαρους. Η πύλη τους υποστηρίζει. Μεγαλαυχούν ότι και ολόκληρη η Ευρώπη τους υποστηρίζει. Την προστριβή με τη Ρωσία δεν την πληροφορήθηκαν ούτε την παραδέχτηκαν ποτέ εκείνοι που εκβουλγαρίσθηκαν από τους Ρώσους. «Για να ζήσεις ήσυχος, γίνε Βούλγαρος,! Για να κερδίζεις τις δίκες σου, γίνε Βούλγαρος! Για να αποφεύγεις την αγγαρεία, γίνε Βούλγαρος! Η Κωνσταντινούπολη υπακούει στις εντολές της Σόφιας! Οι Τούρκοι έπαρχοι θέλουν να τα έχουν καλά με αυτούς τους ισχυρούς της ημέρας και οι σχολάρχες που έρχονται απ΄ τη Σόφια και τη Φιλιππούπολη ανατρέπουν με μια τους καταγγελία και τους πιο γηραλέους καδήδες, και τους πιο γαλοναρισμένους πασάδες….. 
Αν όμως θέλεις το βαγιόκλαδο του μάρτυρα, τότε μείνε Έλληνας! Προπάντων έπειτα από την εξέγερση και την ήττα των Κρητικών, η ζωή ενός Έλληνα δεν είναι παρά σταυρικό μαρτύριο».'' (V. Berard, σ.152-157)

* Ο Victor Bérard γεννήθηκε στο Παρίσι το 1864. Υπήρξε πολιτικός, διπλωμάτης και ελληνιστής, οπαδός της ριζοσπαστικής σοσιαλιστικής Αριστεράς. Το 1920 εξελέγη γερουσιαστής. Είναι κυρίως γνωστός για τη μετάφραση της Οδύσσειας του Ομήρου στα Γαλλικά, αλλά και της προσπάθειάς του να πραγματοποιήσει το ταξίδι του Οδυσσέα, με τη βοήθεια ενός δικού του σύγχρονου πλοίου και των περιγραφών του Ομήρου. 
Σπούδασε στη σχολή École normale supérieure (1884-1887), ενώ αργότερα έγινε μέλος της Γαλλικής Σχολής Αθηνών (1887-1890)και στη συνέχεια διετέλεσε διπλωμάτης την περίοδο, που στο θρόνο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας βρισκόταν ο Αμπντούλ Χαμίτ Β΄, ασκώντας κριτική για την αντιμετώπιση των κοινοτήτων των Αρμενίων.
Το 1894 αρθρογραφούσε στη Revue de Paris. Δίδαξε επίσης γεωγραφία (1896-1914) στο Μεταπτυχιακό Τμήμα Ναυτιλίας στο Ecole Pratique des Hautes Etudes, ενώ αργότερα ασχολήθηκε και με την πολιτική σε τοπικό επίπεδο. Στην Ελλάδα είναι περισσότερο γνωστός για το «Οδοιπορικό του στη Μακεδονία 1891-1892», α' έκδοση Απρίλιος 1987-Παρίσι 1931.


Σχετικές αναρτήσεις:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η κόσμια κριτική και η ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των σχολιαστών είναι σεβαστή. Σχόλια τα οποία υπεισέρχονται σε προσωπικά δεδομένα ή με υβριστικό περιεχόμενο να μην γίνονται. Τα σχόλια αποτελούν καθαρά προσωπικές απόψεις των συντακτών τους. Οι διαχειριστές δεν ευθύνονται σε καμία περίπτωση για τυχόν δημοσίευση υβριστικού ή παράνομου περιεχομένου στα σχόλια των αναρτήσεων.Τα σχόλια αυτά θα διαγράφονται με την πρώτη ευκαιρία.