Κυριακή, 4 Ιανουαρίου 2015

Πατριάρχης Σόφιας και πάσης Βουλγαρίας Κύριλλος


Ο Πατριάρχης Σόφιας Κύριλλος
σε νεαρή ηλικία
Ο Πατριάρχης Σόφιας Κύριλλος (3 Ιανουαρίου 1901 7 Μαρτίου 1971), ήταν ο πρώτος Πατριάρχης του ανασυσταθέντος Πατριαρχείου ΒουλγαρίαςΤο κοσμικό του όνομα ήταν Konstantin Markov Konstantinov[1]. 

Γεννήθηκε στη Σόφια από ευσεβείς ορθόδοξους γονείς σε επταμελή οικογένεια (ήταν το τέταρτο αγόρι). Βαφτίστηκε στη γενέτειρά του την ημέρα της εορτής των Θεοφανείων και έλαβε το όνομα του παππού του, Κωνσταντίνος[2]. Οι γονείς του, Μάρκος και Πολυξένη καταγόταν από δυο άλλοτε ανθούσες κοινότητες του βλαχόφωνου ελληνισμού της περιφέρειας Κορυτσάς του βόρειου χώρου της Ηπείρου (σημ. νότια Αλβανία)[3] που αιμορραγούσαν και είχαν μεταναστεύσει, λόγω των ασφυκτικών πιέσεων και της οικονομικής παρακμής της οθωμανικής αυτοκρατορίας, αναζητώντας ευκαιρίες ανάπτυξης σε γνωστούς εμπορικούς δρόμους της εποχής εκείνης[4]. Ζούσαν σε μια φτωχή συνοικία στο δυτικό τμήμα της Σόφιας, ονόματι Iuchbunar, και εκκλησιάζονταν στον τοπικό Ι. Ναό του Αγίου Νικολάου[5]. Το Iuchbunar διακρινόταν για τον προλεταριακό του χαρακτήρα και δικαίως ο Βούλγαρος συγγραφέας Chavdar Mutafov το χαρακτήρισε ως ''δημοκρατία των Μαρτύρων''. Εκεί εγκαταστάθηκαν κατά κύριο λόγο οι Εβραίοι της πόλης όταν εκδιώχθηκαν από την παλιά τους συνοικία, κι αργότερα εργάτες, πρόσφυγες, άστεγοι και δύσμοιροι άνθρωποι, καθώς και διάφορα περιθωριακά εγκληματικά στοιχεία[6]. 

Ο πατέρας του Μάρκος Πάτσου γεννήθηκε στη Γκραμπόβα το 1846, που κάποτε αποτελούσε μια δυναμική κωμόπολη και μοιράστηκε την τύχη της ξακουστής Μοσχόπολης[7], και ήταν γιός του Κωνσταντίνου και της Κυράνας[8]. Ανατράφηκε σε οικογένεια με ιερατική παράδοση. Αναφέρεται ότι, ο προπάππος του ήταν ιερέας και ο παππούς του διετέλεσε Ελληνορθόδοξος[9] Επίσκοπος Γκόρας[10]. Γόνος της ευρύτερης οικογένειας Πάτσου, γιός του ιερέα Στέφανου που είχε μεταναστεύσει στην αυστροουγγρική αυτοκρατορία από τα μέρη της Κορυτσάς, ήταν κι ο υπουργός οικονομικών της Σερβίας Λάζαρος Πάτσου[11], σύζυγος της Λένκα Ζάχο από το Βελιγράδι, η οποία καταγόταν από οικογένεια Ελλήνων μεταναστών από το Μελένικο[12] της Ανατ. Μακεδονίας -αξιόλογο κέντρο του ελληνισμού που το 1913 επιδικάστηκε (με τη συνθήκη Βουκουρεστίου) στη Βουλγαρία και τότε, αναγκαστικά, οι Έλληνες το εγκατέλειψαν και εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα[13]. Επίσης, από την Γκραμπόβα καταγόταν κι ο Ελληνόβλαχος ιερέας Κλήμης Πάτσου που επέζησε του διωγμού και αποσχηματίσθηκε πικραμένος όταν απαγορεύθηκε η θρησκεία από το αθεϊστικό καθεστώς της Αλβανίας και επανήλθε στις τάξεις του ιερού κλήρου της Αλβανίας έως ότου εκοιμήθη, το έτος 1997[14]. Ο Μάρκος Πάτσου μετοίκησε στη Σόφια το 1886 και ασχολήθηκε με το εμπόριο. Πέθανε στη Σόφια στις 11 Δεκεμβρίου του 1933 (το πιστοποιητικό θανάτου του είναι το υπ' αριθ. 629/11.12.1933 του Δήμου Σόφιας)[15]. 

Η μητέρα του Κωνσταντίνου, η κ. Πολυξένη, ήταν κι αυτή ελληνοβλαχικής καταγωγής από τη Μοσχόπολη και μνημονεύεται ότι διάβαζε τη Σύνοψη και το Ευαγγέλιο μόνο στα ελληνικά[16]. Ήταν κόρη του Ναούμ Κων/νου Γκλάβα και της Τριανταφυλλιάς Μιχαήλ Βαλαούρη-Καβαλιώτη, και είχε γεννηθεί στη Μοσχόπολη το 1871[17]. Μετανάστευσε στη Σόφια σε ηλικία 15 ετών και ήταν κατά πολύ νεότερη από τον σύζυγό της. Πέθανε στη Σόφια στις 28 Φεβρουαρίου του 1963[18]. Διακεκριμένες οικογένειες Μοσχοπολιτών ήταν, μεταξύ των άλλων, κι αυτές των Καβαλιώτη και Βαλαούρη. Η πρώτη σχετίζεται με μια εξέχουσα μορφή του νεοελληνικού διαφωτισμού, τον Έλληνα λόγιο και Πρωτόπαπα Θεόδωρο Καβαλιώτη, μαθητή του Ευγένιου Βούλγαρη στα Ιωάννινα, που έζησε στην Μοσχόπολη και δίδαξε στην Νέα Ακαδημία[19]. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι, από οθωμανικό κατάστιχο (φορολογικό και απογραφικό) της Μοσχόπολης (1.3.1901) προκύπτει ότι στην Ενορία Παναγίας κατοικούν και οι οικογένειες των Ναούμ Κώτσου [Κων/νου] Γκλάβα, Ευαγγέλου Κώτσου Γκλάβα και Διαμαντούση Μιχαήλ Βαλαούρη-Ταμάσση[20]. Η οικογένεια Βαλαούρη υπήρξε ονομαστή οικογένεια προκρίτων της Μοσχόπολης, μέλη της πρωτοστάτησαν στους αγώνες του ελληνισμού στην τουρκοκρατούμενη Μοσχόπολη αλλά και, αργότερα, στον βορειοηπειρωτικό αγώνα και διακρίθηκαν στην εκπαιδευτική, πνευματική και πολιτιστική ζωή των Ελλήνων της Κορυτσάς και του ελλαδικού χώρου[21]. 

Ο Κωνσταντίνος ολοκλήρωσε την πρωτοβάθμια εκπαίδευση στην συνοικία Iuchbunar, όπου κατοικούσε η οικογένεια του, και ενεγράφη στην Ιερατική Σχολή της Σόφιας. Το πολιτισμικό περιβάλλον στη συνοικία που μεγάλωσε, οι κοινωνικές συνθήκες, οι πολιτικές και φιλοσοφικές πεποιθήσεις, ήταν παράμετροι που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην διαμόρφωση της προσωπικότητας του. Είναι γνωστό ότι στα νιάτα του ήταν γοητευμένος από τις ιδέες του αναρχοκομμουνισμού και, μαζί με τον αδελφό του Γεώργιο, συμμετείχε σε αντικυβερνητικές δράσεις ώστε, μετά την αποτυχία τους, να χρειάζεται να εγκαταλείψουν την χώρα[22]. Το φθινόπωρο του 1920 εγγράφεται στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου, απ' όπου αποφοίτησε το 1923. Επιστρέφει στη γενέτειρά του και διορίζεται ως καθηγητής στην Ιερατική Σχολή. Εκάρη μοναχός το 1923 με το όνομα Κύριλλος και χειροτονείται ιεροδιάκονος. Πνευματικός του πατέρας ήταν ο αρχιμανδρίτης Μπορίς, μετέπειτα μητροπολίτης Νευροκοπίου, ο οποίος είλκε την καταγωγή του από το σλαβόφωνο χωριό Διαβατά της Πελαγονίας και ο πατέρας του είχε σκοτωθεί στο Ίλιντεν όπου συμμετείχε με το εξαρχικό σώμα του Σουγκάροφ. Το 1926 ολοκληρώνει ως υπότροφος τις μεταπτυχιακές σπουδές του στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου του Chernivtsi (σημ. Ουκρανία)[23], απ' όπου παλαιότερα είχε αποφοιτήσει και ο πνευματικός του πατέρας[24]. Επιστρέφει στη Βουλγαρία και διορίζεται γραμματέας της Ι. Μονής της Ρίλλας και μετά από λίγο, ξανά, καθηγητής της Ιερατικής Σχολής. Το 1927 αναγορεύεται διδάκτορας Θεολογίας στο Πανεπιστήμιο του Chernivtsi. Κατά την περίοδο 1928-29, βρίσκεται στο Ζάγκρεμπ και τη Βιέννη όπου ειδικεύεται στη Φιλοσοφία. Αργότερα, διαμένει στη Γερμανία όπου μαθητεύει δίπλα στον διαπρεπή ιστορικό Αδόλφο Harnack και μελετά τη μεθοδολογία της ιστορικής έρευνας στο Πανεπιστήμιο Βερολίνου[25]. Ταυτόχρονα, όλα αυτά τα χρόνια αποκτά γνώση της γερμανικής και ρουμανικής γλώσσας. Το 1931 διορίζεται Πρωτοσύγκελος της Ι. Μητρόπολης Σόφιας. Το 1932 λαμβάνει το οφφίκιο του Αρχιμανδρίτη. Το 1934 τοποθετείται γραμματέας της Ιεράς Συνόδου, θέση την οποία κατείχε μέχρι το 1938. Στις 12 Ιουλίου του 1936 χειροτονείται τιτουλάριος Επίσκοπος Στοβίου. Το 1938 εκλέγεται Μητροπολίτης Plovdiv (Φιλιππουπόλεως). Ένα σημαντικό σημείο των δραστηριοτήτων του κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου είναι η ενεργή συμμετοχή του στον αγώνα για τη διάσωση των Εβραίων της Βουλγαρίας από τη ναζιστική θηριωδία, γεγονός που επιτεύχθηκε χάρη στην αποφασιστική αντίσταση του κομμουνιστικού κινήματος[26]. Τον Μάιο του 1953 εκλέγεται Πατριάρχης Σόφιας και πάσης Βουλγαρίας. Κατά την διάρκεια της θητείας του ταξίδεψε και στο Ισραήλ[27]. Εκοιμήθη στις 7 Μαρτίου του 1971 στη Σόφια σε ηλικία 70 ετών και τάφηκε στο καθολικό της Ι. Μονής Μπάτσκοβο, 89 χλμ από τη Σόφια. 

Λεζάντα φωτογραφίας: ''Η ευγνωμοσύνη μας''. Τμήμα άρθρου του Βούλγαρου δημοσιογράφου και εκδότη Buko Piti που δημοσιεύθηκε στο τεύχος 2673 του ''Tribuna'', Τελ Αβίβ, αναφορικά με τις δραστηριότητες του Μητροπολίτη Plovdiv Κύριλλου (Πατριάρχη Βουλγαρίας) για την διάσωση των Εβραίων (Αρχείο Εβραίων Βουλγαρίας - jews.archives.bg).

Πέραν του πολύπτυχου ποιμαντικού έργου και των θεολογικών συγγραφικών ενασχολήσεων του, καλλιέργησε την ιστορική έρευνα και πρόσφερε τεράστιο έργο με ανέκδοτο αρχειακό υλικό, μέσα από τις μακροχρόνιες αναδιφήσεις του σε ευρωπαϊκά αρχεία. Πρωτίστως, επικεντρώθηκε στην έρευνα της ιστορίας της εκκλησιαστικής χειραφέτησης και της εθνικής αποκατάστασης των Βουλγάρων κατά το δεύτερο μισό του περασμένου αιώνα. Ο αγώνας τους, ο οποίος ως γνωστόν αναφέρεται άμεσα στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και διεξάγεται σε σημαντικό βαθμό στον θρακικό και μακεδονικό χώρο, οδήγησε τους Βούλγαρους σε σύγκρουση με τον ελληνισμό. Γι' αυτό η μελέτη του έργου του Πατριάρχη Κύριλλου αποτελεί πηγή γνώσεων και για το δικό μας παρελθόν, τους αγώνες των προγόνων μας και την ιστορία της Μακεδονίας. Παρά τις αντιρρήσεις με πολλά σημεία των έργων του, δεν μπορούμε παρά να εκτιμήσουμε την εργατικότητα και την προσφορά νέου υλικού[28].

Ο Κωνσταντίνος Πάτσου, μετέπειτα Πατριάρχης Βουλγαρίας Κύριλλος, γεννήθηκε και έζησε μακριά από τις πατρογονικές εστίες του βλαχόφωνου ελληνισμού και τις συμπαγείς εγκαταστάσεις αποδήμων, σε μια περίοδο όπου ο βορειοθρακικός ελληνισμός είχε λάβει την χαριστική βολή και στη συνέχεια ξεριζώθηκε βίαια από τις εστίες του. Μετά την προσάρτηση της υπό οθωμανικό έλεγχο αυτόνομης επαρχίας της Ανατολικής Ρωμυλίας στην βουλγαρική ηγεμονία (1885) επιδιώχθηκε η αφομοίωση του ελληνικού στοιχείου με διάφορους τρόπους. Η αφομοιωτική διαδικασία κατευθύνθηκε από την κυβέρνηση και εκδηλώθηκε στην εκπαίδευση, τη στελέχωση του κρατικού μηχανισμού, τον στρατό και τα εκκλησιαστικά ζητήματα. Η άνοδος του βουλγαρικού εθνικισμού στα τέλη του 19ου αι., τα καταπιεστικά μέτρα σε βάρος των Ελλήνων και η κορύφωση της ελληνοβουλγαρικής αντιπαλότητας στη Μακεδονία οδηγούν στους ανθελληνικούς διωγμούς του 1906. Οι κυβερνητικές εφημερίδες ήδη από το 1905 προετοίμαζαν το έδαφος για ανθελληνικές διώξεις, εξάπτοντας τα πνεύματα. Προοίμιο των βίαιων γεγονότων ήταν οι βανδαλισμοί και οι θηριωδίες κατά  των Ελλήνων του Πύργου (Μπουργκάς) τον Ιούνιο του 1906. Στις 16 Ιουλίου το επίκεντρο της ανθελληνικής εκστρατείας μεταφέρθηκε στη Φιλιππούπολη, που αποτελούσε το μητροπολιτικό πνευματικό κέντρο του ελληνισμού της Ανατολικής Ρωμυλίας, το συλλαλητήριο εξελίχθηκε σε λεηλασίες και πυρπολήσεις ενώ οι υλικές ζημιές ήταν τεράστιες. Οι διωγμοί εξαπλώθηκαν σε όλα τα αστικά κέντρα με ελληνικό πληθυσμό (Στενήμαχο, Καβακλή, Αετό, Καρναμπάτ, Σήλυμνο κ.α.) με πογκρόμ και κατασχέσεις των ελληνικών εκκλησιών και των κοινοτικών κτιρίων. Στην Αγχίαλο η κατάληξη ήταν τραγική, κατέστεψαν ολοσχερώς την πόλη και κακοποίησαν τα γυναικόπαιδα που είχαν καταφύγει στην παραλία. Σκοτώθηκαν 250 Έλληνες κάτοικοι ενώ δεν υπολογίστηκε ποτέ ο αριθμός των ατόμων που έχασαν τη ζωή τους μέσα στη φλεγόμενη πόλη. Στην Μεσημβρία, το Τάταρ-Πάζαρτζίκ κ.α., οι Έλληνες πρόκριτοι και ο δήμαρχος, φοβούμενοι μην πάθουν ανάλογη καταστροφή με την Αγχίαλο, ενέδωσαν στις απαιτήσεις των Βουλγάρων και υπέγραψαν έγγραφο παραχώρησης των ελληνικών ναών και υπαγωγής των Ελλήνων στην εκκλησιαστική δικαιοδοσία της Εξαρχίας. Μετά τα γεγονότα του 1906, πολλοί Έλληνες έφυγαν πρόσφυγες κυρίως προς την Ελλάδα. Η κορύφωση της εξόδου θα συμβεί μετά την υπογραφή της Σύμβασης του Νεϊγί (1919) για την Ανταλλαγή των πληθυσμών[29]. Όσοι παρέμειναν στην Βουλγαρία ήταν υποχρεωμένοι να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες, σταδιακά έπαψαν να χρησιμοποιούν την ελληνική γλώσσα και υιοθέτησαν ονόματα με βουλγαρικές καταλήξεις. 
Αξίζει να αναφερθεί ότι, πολλές οικογένειες από διάφορα βλαχοχώρια (περιοχής Μετσόβου, Ζαγορίου, ορεινής Καλαμπάκας, Νυμφαίο, Μοσχόπολη κ.α.), όπως αυτή του Κωνσταντίνου Πάτσου, κατέφυγαν, σε διάφορα κύματα από το 1769 κι έπειτα, στην επικράτεια της σημερινής Βουλγαρίας, κυρίως στο νότιο τμήμα, αναζητώντας καλύτερη τύχη λόγω των οθωμανικών πιέσεων, ενισχύοντας το γηγενές ελληνικό στοιχείο της Ανατολικής Ρωμυλίας (στη Φιλιππούπολη κ.α.) και της ανατολικής Μακεδονίας (Μελένικο κ.α.) όπου ασχολήθηκαν κυρίως με το εμπόριο[30]. Οι Βλάχοι-Αρμάνοι των ελληνικών χωρών, εκπρόσωποι της λατινόφωνης ρωμιοσύνης, αποτέλεσαν, αναμφισβήτητα, σαν ''Τσιντσάροι'' πλέον, τους φορείς του ελληνικού πολιτισμού στους νέους τόπους που μετοίκησαν[31]. Ο Βούλγαρος εθνογράφος Dimitar Kalinov σημειώνει ότι: ''οι Τσιντσάροι που ήρθαν [στη Βουλγαρία] από την Μοσχόπολη ήξεραν ελληνικά γι' αυτό τους αποκαλούσαμε Έλληνες''[32].

Λεζάντα φωτογραφίας: Η εκκλησία της Γέννησης του Κυρίου στο Αρβανιτοχώρι (Arbanas). Οι αγιογραφίες στον γυναικονίτη είναι του δεύτερου μισού του 17ου αιώνα. Εντυπωσιακό είναι ότι ανάμεσα στους αγίους μπορεί κανείς να δει τις μορφές του Ομήρου, του Αριστοτέλη και του Πλάτωνα.

Από τον Μάιο του 1879, όταν δηλαδή άρχισε ουσιαστικά η αυτονομία της Ανατολικής Ρωμυλίας και ανέλαβε καθήκοντα ο βουλγαρικής καταγωγής γενικός διοικητής της Τοπαρχίας Αλέξανδρος Βογορίδης, άρχισε η αντίστροφη μέτρηση για τον ελληνισμό της περιοχής, καθώς εκτεινόταν βαθμιαία η ανθελληνική στάση των βουλγαρικών κομιτάτων σε βάρος των ελληνικών κοινοτικών, εκκλησιαστικών και εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Ο πανάρχαιος ελληνισμός της Βόρειας Θράκης αντιστεκόταν στεθαρά. Οι βλαχόφωνοι Έλληνες, που είχαν εγκατασταθεί νωρίτερα και είχαν ενσωματωθεί στον γηγενή ελληνικό πληθυσμό της περιοχής, ήταν πρωτεργάτες της ελληνικής ιδέας ακόμη κι όταν οι συνθήκες ήταν δυσμενείς, γεγονός που γίνεται αντιληπτό και από το περιβάλλον τους στη θετή πατρίδα, όπως στην περίπτωση της Περιστεράς (Πέστερας) κατά την περίοδο της βουλγαρικής εξέγερσης του Απριλίου του 1876[33], όπου αποτελούσαν την πλειονότητα των Ελλήνων της πόλης[34]. Ομοίως, όταν στις αρχές του 20ου αι. στα πλαίσια της δημιουργίας του βουλγαρικού εθνικού κράτους έγιναν διωγμοί των Ελλήνων και της Ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, οι αγώνες που διεξάγονταν μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων πήραν τρομερές διαστάσεις σε κάποιες πόλεις[35] που ήταν έδρες αρχιερατικών επιτρόπων, μεταξύ αυτών και η Περιστερά[36]. Η έκρυθμη κατάσταση είχε τραγικές συνέπειες για το ελληνικό στοιχείο όπως και στο γειτονικό Τατάρ-Πάζαρτζικ, στο οποίο διαβιούσε ίδιου μεγέθους κοινότητα[37], όπου εξαναγκάστηκαν να υπογράψουν ότι αδυνατούν να συντηρήσουν τα ελληνικά σχολεία και τις εκκλησίες, γεγονός που ισοδυναμούσε με το κλείσιμο τους. Πάντως, σε έκθεση του δημάρχου της Στενημάχου Αθανασίου Επιτρόπου προς το Υπουργείο Εξωτερικών (15.3.1885) για την παιδεία των Ελλήνων στην επαρχία Φιλιππούπολης αναφέρεται, μεταξύ των άλλων, ότι ''η ελληνική κοινότητα Περιστέρας με 120 ελληνοβλαχικές οικογένειες διέθετε δημοτικό σχολείο με 70 μαθητές και νηπιαγωγείο με 80 νήπια''[38]. Ανάλογη είναι και η περίπτωση του Αρβανιτοχωρίου (Arbanas), που δημιουργήθηκε μετά την οθωμανική κατάκτηση από πληθυσμούς που προήλθαν από τον βόρειο ηπειρωτικό χώρο (σημ. νότια Αλβανία) και μετά τον 17ο αι. έγινε ένας από τους πιο ακμάζοντες οικισμούς της Βόρειας Βουλγαρίας. Το χωριό ήταν κατά κύριο λόγο ελληνόφωνο, όπως και άλλες κοινότητες της περιοχής Τιρνόβου. Οι άνθρωποι αυτοί, μεταξύ των οποίων και κάποιοι μοσχοπολίτικης καταγωγής, συνέβαλαν στην ανάπτυξη της ελληνικής παιδείας στην πόλη Τίρνοβο και την ευρύτερη περιοχή της[39]. Αργότερα, αρκετοί από τους Μοσχοπολίτες αποδήμους του Τιρνόβου εμφανίζονται ως δραστήρια μέλη των ελληνικών εμπορικών κομπανιών του Braşov καὶ του Sibiu, στην Τρανσυλβανία, όπου μετέφεραν το ελληνικὸ φρόνημα[40]. Στην προαναφερθείσα έκθεση (1885) του δημάρχου της Στενημάχου Αθ. Επιτρόπου αναφέρεται ότι ''ο δήμος Αρβανιτοχωρίου είχε περίπου 110 οικογένειες, περίπου 500 ψυχές. Λόγω της παντελούς έλλειψης σχολείου οι νέοι ήταν βουλγαρόφωνοι, ενώ οι ηλικιωμένοι μιλούσαν καθαρό ελληνικό ιδίωμα''[41]. Πολλοί Έλληνες έμποροι, ανάμεσα τους και Μοσχοπολίτες[42], είχαν εγκατασταθεί στη Σόφια και η συνοικία τους ονομαζόταν ''Ελληνική Αγορά'', τοπωνύμιο γνωστό έως τους Βαλκανικούς πολέμους. Εκεί μετοίκησαν και αρκετοί Έλληνες από την Στενήμαχο. Η ελληνική κοινότητα Σόφιας διατηρούσε στα 1906 ελληνικό σχολείο και είχε τον ναό του Αγίου Γεωργίου[43].
Ο ελληνισμός της Ανατολικής Ρωμυλίας πλήρωσε τα αντίποινα των Βουλγάρων για τον Μακεδονικό Αγώνα μια και διαφαίνονταν η ελληνική νίκη.  Το 1906 μπορεί να θεωρηθεί η αρχή του τέλους για την παρουσία των ελληνικών πληθυσμών στην Βουλγαρία. Οι πατριαρχικοί ιεράρχες διώκονται, τα ελληνικά σχολεία διαλύονται και θεσπίζεται υποχρεωτική φοίτηση των χριστιανών στα βουλγαρικά σχολεία, η τοπική αυτοδιοίκηση περνά εξ' ολοκλήρου σε βουλγαρικά χέρια και οι επιχειρήσεις ελληνικών συμφερόντων εθνικοποιούνται. Το ενδεχόμενο διαμόρφωσης μιας δυναμικής ελληνικής μειονότητας αποκλείεται δια παντός[44]. 

Είναι γνωστό ότι, η ρωσική πολιτική ενώ αρχικά υποστήριζε τις ελληνικές επαναστάσεις για την πτώση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, αργότερα χρησιμοποίησε τους Βούλγαρους, στους οποίους ανέπτυξε εθνική συνείδηση, με σκοπό να εξυπηρετήσει τα σχέδια της και να κατέλθει στο Αιγαίο. Στην ουσία, η Ρωσία ήταν συντονισμένη στην τότε δυτική πολιτική για την ανάπτυξη μικρών εθνικών κρατιδίων και την κατάργηση της ιδέας περί ανασυστάσεως της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Βέβαια, να αναφερθεί ότι και νωρίτερα σημειώθηκαν προσπάθειες εκκλησιαστικών παραγόντων για ανάπτυξη εθνικής συνείδησης των Βουλγάρων, με κυριότερο εκπρόσωπο τον βουλγαρικής καταγωγής μοναχό Παϊσιο. Η ρωσική διπλωματία εκμεταλλεύτηκε την δυσαρέσκεια του Σουλτάνου για την Κρητική Επανάσταση και έτσι εκδόθηκε Φιρμάνι με το οποίο ιδρύθηκε η Εξαρχία και αναγνωρίστηκε βουλγαρική εθνότητα. Ταυτόχρονα δόθηκε άδεια για την ίδρυση σχολείων. Δυστυχώς η εκκλησία, ενώ έχει υπερεθνικό χαρακτήρα, χρησιμοποιήθηκε για την ευόδωση των εθνικιστικών σχεδίων της Βουλγαρίας. 
Η Βουλγαρία θεωρούσε και την περιοχή της ελληνικής Μακεδονίας και της Θράκης ως ιστορικά βουλγαρικό έδαφος που βρισκόταν υπό ελληνική κατοχή. Ο βουλγαρικός εθνικισμός, με ερείσματα στον πανσλαβισμό, την συνθήκη του Αγίου Στεφάνου που είχε χαρίσει πρόσκαιρα στην Βουλγαρία αυτά τα εδάφη και στον ιστορικό αναθεωρητισμό που δεν αποδεχόταν την απώλεια των εδαφών της Δυτικής Θράκης κατά τον Β’ Βαλκανικό Πόλεμο, επανέφερε πολλές φορές το ζήτημα της ανάκτησης. 
Η Εξαρχία είναι σχισµατική και δεν µπορεί να επικοινωνεί αµέσως µε το Πατριαρχείο, ενώ οι σχέσεις της µε τις υπόλοιπες Ορθόδοξες Εκκλησίες είναι ανεπίσηµες. Ακολουθούν δεκαετίες έντασης στις σχέσεις µεταξύ Οικουμενικού Πατριαρχείου και Βουλγαρικής Εκκλησίας. Η πρώτη προσπάθεια για την άρση του σχίσματος έγινε το 1911 στα πλαίσια της ελληνοβουλγαρικής προσεγγίσεως και συνδεόταν με τον καθορισμό της ελληνοβουλγαρικής ζώνης. Ο Έξαρχος ζητούσε την άρση ώστε να παραμεριστεί κάθε εμπόδιο στην επεκτατική πολιτική της Βουλγαρίας στην Μακεδονία και την Θράκη, ενώ το Οικουμενικό Πατριαρχείο έθετε ως όρους την απομάκρυνση του Εξάρχου από την Κωνσταντινούπολη και τον περιορισμό της δικαιοδοσίας του στη βουλγαρική ηγεμονία και την Ανατολική Ρωμυλία. Η Μακεδονία θα παρέμενε στην δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου και μόνο στις βόρειες επαρχίες η θεία λειτουργία θα τελούνταν στη σλαβική. Έτσι, θα διαγραφόταν έμμεσα μια ελληνοβουλγαρική διαχωριστική ζώνη. Οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν είχαν αμφιβολία ότι ο ελληνισμός της Ανατ. Ρωμυλίας θα απορροφούνταν από τον βουλγαρικό όγκο, αλλά επεδίωκαν την επιβράδυνση της αφομοιωτικής διαδικασίας και την στήριξη του ως μέσο πίεσης προς την Βουλγαρία, ώστε η τελευταία να υποχωρήσει στο ζήτημα της Μακεδονίας. Σε κανένα ζήτημα δεν επιτεύχθηκε ελληνοβουλγαρική συμφωνία και μαζί μ' αυτήν εγκαταλείφθηκε και η προσπάθεια άρσης του σχίσματος. Το 1930, με την ευκαιρία της νέας συνεννοήσεως των βαλκανικών κρατών, ανανεώθηκε αυτή η προσπάθεια χωρίς όμως αποτέλεσμα[45]. Η τύχη της άρσης ακολούθησε τις διακυμάνσεις των ελληνοβουλγαρικών σχέσεων και παρέμεινε σε εκκρεμότητα, καθώς μεσολάβησε ο Β’ ΠΠ.

Στις 12.4.1941, οι Γερμανοί εισέρχονται στη Μακεδονία. Είχαν υποσχεθεί στον Βούλγαρο πρωθυπουργό Φίλοφ και τον βασιλιά Μπορίς Γ' έξοδο της Βουλγαρίας στο Αιγαίο με την προϋπόθεση να διέλθουν τα γερμανικά στρατεύματα μέσω της Βουλγαρίας για να επιτεθούν στην Ελλάδα. Τα βουλγαρικά στρατεύματα εισβάλουν και καταλαμβάνουν τους ελληνικούς νομούς της Ανατ. Μακεδονίας και Θράκης. Ξεκινά η Γ' βουλγαρική κατοχή ελληνικών εδαφών. Το βουλγαρικό κράτος εγκαθίσταται στις κατεχόμενες πλέον ελληνικές περιοχές, οι οποίες αποτέλεσαν ιδιαίτερη διοικητική περιφέρεια με έδρα την Ξάνθη. Όλες οι ελληνικές αστυνομικές, διοικητικές, οικονομικές, εκπαιδευτικές και θρησκευτικές αρχές αντικαταστάθηκαν από αντίστοιχες βουλγαρικές. Οι Βούλγαροι ακολούθησαν πολιτική εξόντωσης του ελληνικού πληθυσμού, πραγματοποιώντας παράλληλα εποικισμούς με βουλγαρικούς πληθυσμούς με στόχο τον εκβουλγαρισμό της περιοχής και την οριστική προσάρτηση της. Επιστρατεύθηκαν ελληνικοί πληθυσμοί για αμισθί εργασία σε έργα στην κατεχόμενη Γιουγκοσλαβία, την Βουλγαρία ή στα κατεχόμενα ελληνικά εδάφη για την κατασκευή σιδηροδρόμων και την καταστροφή ελληνικών οχυρωματικών έργων. Τα τάγματα εργασίας ήταν συνώνυμο της εξόντωσης, πολλοί πέθαναν από τις κακουχίες και τα βασανιστήρια. Έγιναν προσπάθειες υπαγωγής του πληθυσμού στο βουλγαρικό εκπαιδευτικό σύστημα, με ταυτόχρονη απαγόρευση χρήσης της ελληνικής γλώσσας και επιβολής της βουλγαρικής στη δημόσια ζωή. Ακολούθησαν δημεύσεις ελληνικών περιουσιών αλλά και επιβολή άγριας και εξοντωτικής πείνας. Επιβλήθηκε σκληρή και αυθαίρετη φορολογία. Άλλαξαν οι ονομασίες πόλεων, χωριών, οδών κ.α. Με διάταγμα ορίστηκε η αντικατάσταση όλων των ελληνικών επιγραφών στους δρόμους και των ελληνικών επωνυμιών των επιχειρήσεων με βουλγαρικές. Καταστράφηκαν ή μετατράπηκαν οι ελληνικές επιγραφές ναών και ιερών εικόνων, ακόμη και επιγραφές τάφων εκβουλγαρίστηκαν. Εκλάπησαν αρχαιότητες, κειμήλια και εικόνες από μουσεία, εκκλησίες και μοναστήρια. Ασκήθηκαν πιέσεις ώστε να μετονομαστούν οι κάτοικοι της περιοχής και να μετατρέψουν τα ελληνικά τους ονοματεπώνυμα σε βουλγαρικά με έγκριση μάλιστα της Συνόδου της Βουλγαρικής Εκκλησίας (Δεκέμβριος 1942). Τελικώς, αποφασίστηκε η μεταβολή των επωνύμων μόνον όσων δήλωναν βουλγαρική εθνικότητα. Η ελληνική εκκλησιαστική δομή αναιρέθηκε για να ενταχθούν οι εκκλησίες στη Βουλγαρική Εξαρχία. Έλληνες μητροπολίτες απελάθηκαν, ιερείς εκτελέσθηκαν και κακοποιήθηκαν βάναυσα. Το ενδιαφέρον της βουλγαρικής ηγεσίας για την ''κατακτηθείσα'' περιοχή ήταν μεγάλο. Οι επισκέψεις κυβερνητικών στελεχών (πρωθυπουργός, υπουργοί κ.α.) ήταν συνεχείς καθ' όλη τη διάρκεια της βουλγαρικής κατοχής, για να διαπιστώσουν τα αποτελέσματα του ''θεάρεστου'' έργου τους. ''Την 2/6/1941 κατελήφθη η ιερά Μητρόπολις και ο ιερός ναός του Αγίου Νικολάου παρά του αντιπροσώπου του Βουλγάρου Μητροπολίτου Φιλιππουπόλεως, του Αρχιδιακόνου του αυτού Μητροπολίτου και του Επάρχου. Την 5.6.1941 ήλθε εις Αλεξανδρούπολιν ο Μητροπολίτης Φιλιππουπόλεως Κύριλλος, ο οποίος και καλέσας τους ιερείς εδήλωσεν εις αυτούς απεριφράστως ότι εν Αλεξανδρουπόλει και εν τη περιφερεία ταύτης θα παραμείνωσιν μόνον οι ιερείς οι οποίοι θα αναγνωρίζωσιν την Εξαρχίαν, οι δε άλλοι θα εκδιωχθώσιν''[46]. Τον Μάιο 1943, ο Βούλγαρος μητροπολίτης (Άνω) Νευροκοπίου Μπορίς επισκέφθηκε τη Δράμα για να ανεγείρει μνημειώδη καθεδρικό ναό στο όνομα των Κυρίλλου και Μεθοδίου. Επίσης τον ίδιο μήνα, αφίχθησαν επιπλέον τέσσερις Βούλγαροι μητροπολίτες για να δουν, μαζί με τον μητροπολίτη Μπορίς, το συντελεσθέν ''πνευματικό'' έργο και περιόδευσαν ολόκληρη την περιοχή. Αυτοί ήταν: ο Φιλιππουπόλεως Κύριλλος, που διοικούσε ιερατικά και την επαρχία Μαρωνείας (Ξάνθης), ο Σόφιας Στέφανος, ο Βάρνας Παΐσιος, ο Τυρνάβου Σωφρόνιος[47].

Η ενθρόνιση του Πατριάρχη Κύριλλου (δεξιά), 1953
''Τόσο στην περίπτωση της Βουλγαρίας όσο και στις άλλες περιπτώσεις, η Εκκλησία μεταβάλλεται από θεανθρώπινο καθίδρυμα σε φορέα των εθνικών πόθων των λαών, χάνοντας το πνευματικό της βάθος και την ουσία της ύπαρξης της, που είναι η σωτηρία των ανθρώπων'' αναφέρει στη ''Δημοκρατία'' ο Ηλίας Ευαγγέλου, Αναπληρωτής Καθηγητής στη Θεολογική Σχολή του Α.Π.Θ. Αμοιβαία δυσπιστία εμπόδιζε την πραγματοποίηση της άρσης του σχίσματος. Τελικά η άρση επιτεύχθηκε το 1945, όταν θεωρήθηκε ότι η βουλγαρική εκκλησία είχε πάψει να είναι φορέας εθνικής πολιτικής[48]. Η Βουλγαρική Εξαρχία δέχτηκε τους όρους του Οικουμενικού Πατριαρχείου και στις 22 Φεβρουαρίου του 1945 πραγματοποιήθηκε η άρση του σχίσματος, με Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη και την έκδοση σχετικού Τόμου. ''Η άρση του σχίσματος δείχνει τη μεγαλοσύνη του Οικουμενικού Πατριαρχείου, την πνευματική και πολιτική του οξυδέρκεια, που επέτρεψε να υπερβεί ένα σχίσμα 70 ετών και μπόρεσε να ανοίξει νέους δρόμους, θέτοντας τα θεμέλια για συνύπαρξη, αγαστή συνεργασία και αλληλοβοήθεια σε δύσκολες εποχές που ο κόσμος ήταν μοιρασμένος, και τα Βαλκάνια ειδικότερα» σημειώνει ο κ. Ευαγγέλου[49].

Εν κατακλείδι, ο Πατριάρχης Βουλγαρίας Κύριλλος, απόγονος φτωχών αποδήμων Ελλήνων, ανδρώθηκε πνευματικά κάτω από ιδιαίτερες ιστορικές συνθήκες. Ο βουλγαρικός εθνικισμός που βρίσκεται σε έξαρση, ο ανθελληνισμός που έχει λάβει διαστάσεις, η αφομοιωτική πολιτική που αξιολογεί την εθνική καταγωγή ως εμπόδιο στη διαδικασία της πλήρους κοινωνικής ένταξης και εκφράζεται μέσω της εκπαίδευσης και της εκκλησίας, είναι παράμετροι που έπαιξαν τον ρόλο τους. Οδηγήθηκε για σπουδές στο Βελιγράδι, το Ζάγκρεμπ και το Τσερνιβτσί υπό την επίδραση του πανσλαβισμού και των σλαβόφιλων επιστημονικών κύκλων, διαμορφώνοντας μια νέα ταυτότητα διαφορετική από εκείνη των προγόνων του. Οι σχέσεις μεταξύ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως και βουλγαρικής Εξαρχίας ήταν τεταμένες για πολλά χρόνια, αλλά το 1945 ο μητροπολίτης Σόφιας Στέφανος επισκέφθηκε τον Πατριάρχη και συμφιλιώθηκαν, αναλαμβάνοντας την Εξαρχία. Εκείνη την εποχή σκοπός της Μόσχας ήταν να χρησιμοποιήσει την ορθόδοξη εκκλησία στην ανατολική Μεσόγειο για δικό της όφελος και η ενέργεια του Στέφανου εξυπηρετούσε την πολιτική της. Μετά την εγκαθίδρυση του κομμουνιστικού καθεστώτος σημειώθηκαν σοβαρές αντιθέσεις μεταξύ Κράτους και Εκκλησίας και διωγμοί κληρικών, σοβαρότερος των οποίων ήταν εκείνος που εκδηλώθηκε τον Μάρτιο του '49 και στράφηκε εναντίον 15 Βούλγαρων κληρικών προκαλώντας την διαμαρτυρία των χριστιανικών κρατών της Δύσης. Την ίδια περίοδο και ο Έξαρχος Στέφανος ήρθε σε ρήξη με το κομμουνιστικό καθεστώς. Ενώ εσωτερικώς η Βουλγαρία διαμορφώθηκε σε αστυνομικό κομμουνιστικό κράτος, εξωτερικώς ήταν πειθήνιο όργανο των πολιτικών επιδιώξεων της Μόσχας, η οποία κατηύθυνε όλες τις υποθέσεις της χώρας. Τώρα, συμφέρον της Μόσχας ήταν όχι να συσφίξει τους δεσμούς της βουλγαρικής εκκλησίας με το Φανάρι αλλά να τους διακόψει. Έτσι εξηγείται και η απόφαση της βουλγαρικής κυβέρνησης να ανακηρύξει και επισήμως Αυτοκέφαλη την βουλγαρική Εκκλησία[50]. Η κυβέρνηση λαμβάνει μέτρα για άσκηση πλήρους ελέγχου επάνω στην Ορθόδοξη Βουλγαρική Εκκλησία και φροντίζει να προκαλέσει διάσπαση στην Ιερά Σύνοδο. Ένα από τα μέτρα που λαμβάνει, πριν προχωρήσει στην ανύψωση της Εξαρχίας σε Πατριαρχείο, είναι η εκλογή του μητροπολίτη Παϊσίου σε Πρόεδρο της Ιεράς Συνόδου. Ακολουθούν οι διαδικασίες για αλλαγή του Καταστατικού της Εκκλησίας και μετά την ψήφιση  νέου Νόμου Θρησκευμάτων, για άλλη μια φορά το κράτος έχει τον αποφασιστικό λόγο. Η Κληρικολαϊκή Συνέλευση καθυστερεί να διεξαχθεί δυο ολόκληρα χρόνια λόγω της αντίστασης που αναπτύχθηκε μέσα στους εκκλησιαστικούς κύκλους σε σχέση με το επιβληθέν Καταστατικό. Αυτή η άποψη επιβεβαιώνεται από τα ανανεωμένα αντίποινα εναντίον των κληρικών κατά το 1951. Από τις 3 Ιανουαρίου 1951, ο μητροπολίτης Φιλιππουπόλεως Κύριλλος είναι Προεδρεύων της Ιεράς Συνόδου. Στις 10 Μαΐου του 1953, η Γ' Κληρικολαϊκή Συνέλευση προχώρησε στην εκλογή του ως νέου προκαθημένου, που θα φέρει στο εξής τον τίτλο του Πατριάρχη[51]. Η ενθρόνιση του Πατριάρχη πραγματοποιήθηκε αμέσως μετά την εκλογή του στον Πατριαρχικό Ναό του Αγίου Αλεξάνδρου Νιέφσκι. Στην τελετή ήταν παρόντες μέλη της κυβέρνησης, εκπρόσωποι της πολιτιστικής ζωής στην Βουλγαρία, ξένες αντιπροσωπείες και πολλοί πιστοί. Ο γνωστός Βούλγαρος πολιτικός Στόιτσο Μποσάνοφ σημειώνει στο ημερολόγιό του τα εξής: "Γίνεται σαφές ότι οι στόχοι της αποκατάστασης του Βουλγαρικού Πατριαρχείου το 1953 ήταν στόχοι της εξωτερικής πολιτικής". Στην πραγματικότητα, στην Γ’ Κληρικολαϊκή Συνέλευση δεν ήταν παρόντες εκπρόσωποι του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως και ο τότε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Αθηναγόρας απέρριψε την πρόσκληση της βουλγάρικης Ιεράς Συνόδου. Η αυθαίρετη ανακήρυξη του προκαθημένου της Βουλγαρικής Εκκλησίας σε Πατριάρχη προκάλεσε τη δυσαρέσκεια του Οικουμενικού Πατριαρχείου, αφού αποτελούσε εκτροπή από τον Πατριαρχικό και Συνοδικό Τόμο που είχε δοθεί στην Βουλγαρική Εκκλησία το 1945. Οι σχέσεις Φαναρίου και Βουλγαρικής Εκκλησίας μπαίνουν σε μία νέα φάση ψύχρανσης. Στις 27 Ιουλίου του 1961 με την μεσολάβηση του Πατριαρχείου Αντιοχείας, της Ρωσικής και άλλων Εκκλησιών, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας και η Ιερά Σύνοδος ανυψώνουν την Εκκλησία της Βουλγαρίας σε Πατριαρχείο[52].


Παραπομπές

[1] Akt za razhdane № 15/1901 g., vzh. CDIA f. 1318, оp.1, а. е. 11. Vsichki pozovavaniya na CDIA f. 1318, оp. 1 sa spored Pavlov, P. Patriarh Kiril (Opit za zhivotopisanie) // Sbornik v chest na Kiril Patriarh Balgarski. Plovdiv, 2011.
[2] Krãshtelno svidetelstvo № 21/1901 vzh. CDIA paк tam.
[3] Καταγωγή και Επίτομη Ιστορία των Βλάχων της Αλβανίας, βλ: Αχιλλεύς Γ. Λαζάρου, Ελληνισμός & Λαοί Νοτιοανατολικής (ΝΑ) Ευρώπης, Τόμος Β', εκδ. Λυχνία, Αθήνα 2009, σ. 67-120. και του ιδίου, Βαλκάνια και Βλάχοι, εκδ. Φιλολογικού Συλλόγου Παρνασσός, Αθήνα 1993. / Τηλεμάχου Μ. Κατσουγιάννη, Περί των Βλάχων των ελληνικών χωρών, Τ. Β', Θεσσαλονίκη, Ε.Μ.Σ., 1966, σ. 17-18, 23.  / Αντώνιος Μ. Κολτσίδας, Ιδεολογική συγκρότηση και εκπαιδευτική οργάνωση των Ελληνοβλάχων στο βαλκανικό χώρο (1850-1913). Η εθνική και κοινωνική διάσταση. Εκδ. Αφοι Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη, 1994, σ. 19-38. / Ελευθέριος Απ. Καρακίτσιος, Ο ελληνισμός στη μητροπολιτική περιφέρεια Κορυτσάς (Διδακτορική διατριβή, Τμήμα Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας του Α.Π.Θ.), Θεσ/νίκη 2010, σ. 60, 65, 115-119. / Ιωακείμ Μαρτινιανού, Η Μοσχόπολις (1330-1930), Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1957, σ. 54-55. / Περί Βλάχων, βλ.: Ν. Κατσάνη & Κ. Ντίνα, Οι Βλάχοι του Νομού Σερρών και της Ανατολικής Μακεδονίας, Σέρρες 2008, σ. 13-47.
[4] Οι πιέσεις και η αποπνικτική ατμόσφαιρα που επικρατούσε στη περιφέρεια Κορυτσάς κατά τα έτη 1865-1912 οδήγησαν το ελληνικό στοιχείο σε αποδημίες προς Κωνσταντινούπολη, Σόφια, Αμερική κ.α., βλ.: Ιωακείμ Μαρτινιανού, ο.π., σ. 269-278. / ''Άλλη διαδρομή που ακολουθούσαν οι έμποροι ήταν αυτή, μέσω Σερρών, Μελενίκου, Σόφιας και Βιδινίου. Στη συνέχεια διέβαιναν τα αυστριακά σύνορα στο Βανάτο, όπου έφθαναν...[ ] στη Βιέννη. Οι εμπορικοί δρόμοι κατά μήκος της Βαλκανικής αποτελούν την κυριότερη αρτηρία μετακίνησης ανθρώπων, διακίνησης προϊόντων, βιβλίων αλλά και νέων ιδεολογιών'', Θεοδώρα ΜήλιουΗ ελληνική παρουσία στην Τρανσυλβανία και στο Βανάτο και οι Δυτικομακεδόνες απόδημοι στην Τιμισοάρα. Η Δυτική Μακεδονία στους Νεότερους Χρόνους. Πρακτικά Α ́ Συνεδρίου Ιστορίας Δυτικής Μακεδονίας. Εταιρεία Δυτικομακεδονικών Μελετών. Γρεβενά 2-5 Οκτωβρίου 2014. / Ι. Παπαδριανός, Οι Έλληνες απόδημοι στις γιουγκοσλαβικές χώρες (18ος-20ος αι.), εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1993, σ. 32-38. Ο ίδιος, σε άλλη μελέτη, προσθέτει στους λόγους της μετανάστευσης των Μακεδόνων και Ηπειρωτών την γενικότερη αποπνικτική κατάσταση που επικρατούσε μετά το 1821,· βλ.: Παπαδριανός, Δυτικομακεδόνες απόδημοι στις βορειοδυτικές χώρες της Βαλκανικής (18ος-20ος αιώνας), Ομοσπονδία Δυτικομακεδονικών Σωματείων Θεσσαλονίκης, 1992, σ. 107.
[5] Vestnik „Pogled,, br. 4, 1969, s. 4.
[6] Chavdar Mutafov, Yuchbunar (groteska), 1941 g., ''Literaturen klub'', Elektronna publikaciya nа 17. yuli 2003 g.
[7] Αστέριος Κουκούδης, Οι Μητροπόλεις και η διασπορά των Βλάχων, Εκδ. Ζήτρος, Θεσσαλονίκη 2000 και του ιδίου, Από τη ζωή των Βλάχων στα 1900, Ίδρυμα Εγνατία Ηπείρου, Θεσσαλονίκη 2008, σ. 11. / Ελευθέριος Απ. Καρακίτσιος, ο.π.
[8] CDIA, f. 1318.
[9] Για την Επισκοπή Γκόρας, βλ.: Ελευθέριος Απ. Καρακίτσιος, ο.π., σ. 51 & 175-176. / Κωνστ. Χρ. Σκενδέρη, Ιστορία της αρχαίας και συγχρόνου Μοσχοπόλεως, Αθήνα: Τύποις Ι. Βάρτσου 1928, σ. 31-32, 51, 64.
[10] Srv. Kovachev, М. Negovo Sveteyshestvo Bãlgarskijat patriarh Kiril i pregled na knizhovnoto mu delo. // GDA, t. ХІІІ, 1964, s. 347.
[11] "Vreme", Beograd 27. oktobar 1940. godine / Στέφανος Ν. Σωτηρίου, Οι βλαχόφωνοι του ευρωπαϊκού και βαλκανικού χώρου, Εκδ. Πελασγός, 1998, σ. 58.
[12] ''Oι Zάχο είναι από το Mελένικο. O πατέρας Aναστάς γεννήθηκε περί το 1798. Ήρθε στο Bελιγράδι γύρω στο 1821. Eίχε σιδηροπωλείο στην περιοχή του Σάβου. Ήξερε ελληνικά και με πολλή ευχαρίστηση διάβαζε Όμηρο, ιδιαίτερα τις Kυριακές «Πέθαινε με τον Όμηρο στα χέρια». Ήταν και δάσκαλος. Aυτός και ο Άντουλα ήταν «έφορος» στις εξετάσεις του ελληνικού σχολείου. Oι δυο τους ήξεραν και αρχαία ελληνικά. Γιόρταζε ονομαστική εορτή, όχι σλάβα. Aπό τους Zάχο κανένας σήμερα δεν μιλάει ελληνικά, αλλά και ούτε γιορτάζει σλάβα. Eίχε γιο Περικλή. H κόρη του είναι παντρεμένη με τον Λάζο Πάτσιου. (Kα Λ. Πάτσιου)'', Dusan Popovic, Αρμάνοι Βλάχοι στα Βαλκάνια ''O Cincarima'', Εκδ. Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσ/νίκη 2010, σ. 384.
[13] Ειρήνης Σπανδωνίδου, Μηνιαία Επιθεώρηση ΗΩΣ, 1960.
[14] Ελευθέριος Απ. Καρακίτσιος, Ορθόδοξοι Ιερείς και Διάκονοι που επέζησαν του Άθεου Καθεστώτος στην Αλβανία (1945-1990). Αυθεντικές μαρτυρίες από την Βόρειο Ήπειρο. Θεσσαλονίκη 2001, σ. 308-320.
[15] Pak tam, оp. 1, а. е. 6056.
[16] ''Επίσης ο σημερινός Πατριάρχης της Βουλγαρίας Κύριλλος έχει μητέρα την κ. Πολυξένη, που διαβάζει την Σύνοψι και το Ευαγγέλιο μόνο στην Ελληνική, κατάγεται από την Μοσχόπολη.'', Γεωργίου Μόδη, Σχόλια στην μετάφραση δύο βιβλίων του Popovic από τον Κων. Καραφυλλίδη, Έκδοση Φ.Σ.Φ. ''Αριστοτέλης'', Φλώρινα 1964.
[17] Pak tаm, а. е. 10, l. 2, tom 60, s. 291/1935 na Sof. obshtina.
[18] Smãrten akt № 227/1963 na Blagoevski rayonen naroden sãvet; srv. Pavlov, P. Pos. sach., s. 13-14.
[19] Περί Θ. Καβαλιώτη, βλ.: Κωνσταντίνα Δ. Καρακώστα, Μοσχοπολιτών Τύχαι. Η ακμή, η παρακμή και η διασπορά των Μοσχοπολιτών. Η κοινότητα του Miskolc (Διδακτορική διατριβή, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας Α.Π.Θ.), Θεσσαλονίκη 2013, σ. 10. / Αντώνιος Μ. Κολτσίδας, ο.π., σ. 83. / Asterios I. Koukoudes, The Vlachs: Metropolis and Diaspora. Zitros, 2003, pp. 335. / Ηπειρωτικά Χρονικά - Περιοδικόν Σύγγραμμα Ιδρυθέν και Εκδιδόμενον Πρόνοια του Μητροπολίτου Ιωαννίνων Σπυρίδωνος Βλάχου, Ιωάννινα, Έτος 8ον, 1933, σ. 190-191. / Κωνστ. Χρ. Σκενδέρη, ο.π., σ. 16-18, 24.
[20] Ιωακείμ Μαρτινιανού, ο.π., σ. 284. Στην ίδια πηγή, συγκεκριμένα από έγγραφο Σεπτ. 1844 (Αρχείο Οικονόμου) της Μοσχόπολης, για την συλλογή φόρων και λοιπών διοικητικών οφειλών, προκύπτει ότι μεταξύ αυτών που προϊστανται στην πόλη αναφέρεται το όνομα Κλάβας Κοστής [Κων/νος], βλ.: σ. 268.
[21] Περί οικογενείας Βαλαούρη, βλ.: Ιωακείμ Μαρτινιανού, ο.π., σ. 57, 211, 256, 317 κ.α. / Ηπειρωτική Εστία, Έτος ΙΑ' (Σεπτ.-Οκτ. 1962), Τεύχος 125-126, σ. 692, 695. / Γεωρ. Χ. Μπαϊρακτάρη, Τα κατά τον αγώνα της ανεξαρτησίας της πόλεως και επαρχίας Κορυτσάς, Αθήνα: Τυπογραφείο Π. Α. Πετράκου, 1916, σ. 23-24, 40, 98, 100. / Ελευθέριος Απ. Καρακίτσιος, Ο ελληνισμός στη μητροπολιτική περιφέρεια Κορυτσάς, ο. π., σ. 93, 252. Κωνστ. Χρ. Σκενδέρη, ο.π., σ. 51-52, 132. / Αδέλα Ισμυρλιάδου, Κοριτσά - Εκπαίδευση, Ευεργέτες, Οκονομία (1850-1908), Εκδ. Αφοι Κυριακίδη α.ε., 1997, σ. 69. / Νέα Ελλάς: ήτοι ιστορική, γεωγραφική, τοπογραφική και αρχαιολογική περιγραφή των νέων Ελληνικών χωρών: Ηπείρου, Θεσσαλίας, Μακεδονίας, νήσων και οδηγός σαφής και ακριβής των ταξιδιωτών και περιηγητών. Kατά το Γερμανικόν του Καρόλου Μπαίδεκερ και Meyer και το γαλλικόν του Guide Joanne-Isambert, Τρύφωνος Ε. Ευαγγελίδου, Τύποις Δ. Γ. Ευστρατίου και Δ. Δελή, 1913, σ. 79. / Χ. Καρμίτση, Γεωγραφία της Κορυτσάς και της περιοικίδος προς χρήσιν των κατωτέρων τάξεων του αστικού σχολείου των αρρένων και του παρθεναγωγείου της πόλεως, Τυπογραφείον ''Η Μακεδονία'', Θεσσαλονίκη, 1888, σ. 93, 96. / ''Από τις πρώτες οικοδομές που οριοθέτησαν πολεοδομικά τη Διαγώνιο στη Θεσ/νίκη, ήταν το μέγαρο του Μοσχοπολίτη Βαλαούρη, στην αριστερή γωνία Παύλου Μελά και Τσιμισκή, που έφερε στην πρόσοψή της σε ανάγλυφη κορνίζα το μονόγραμμα Β του ιδιοκτήτη του και τη χρονολογία ανέγερσής του: 1925. Ως γωνιακή πολυκατοικία, προσέλκυσε από νωρίς επιχειρηματίες και πολιτικές ταμπέλες.'', βλ.: Η Διαγώνιος ματιά και μνήμη μας, thessmemory.wordpress.com Φωτογραφία του μεγάρου δημοσιεύτηκε στο λεύκωμα Χρ. Ζαφείρη, Άρη Παπατζίκα, «Εν Θεσσαλονίκη 1900-1961», εκδόσεις Εξάντας. Απόγονος της συγκεκριμένης οικογένειας ήταν η Λένα Βαλαούρη, σύζυγος του ευεργέτη της Οίας και προέδρου της ''Καθημερινής'' Αριστείδη Αλαφούζου, βλ.: Ελένης Μπιστικα, Ένας χρόνος χωρίς το χαμόγελο της Λένας Α. Αλαφούζου, 19.05.2013, ''Η Καθημερινή'' & Γράμματα αναγνωστών, Οι Βλάχοι - Ν. Ι. Μέρτζος, 21.07.2009, ''Η Καθημερινή''.
[22] Smãrten akt № 227/1963 na Blagoevski rayonen naroden sãvet; srv. Pavlov, P. Pos. sach., s. 14.
[23] Στις αρχές του 20ου αι., το Chernivtsi έγινε κέντρο των εθνικών κινήσεων της Ουκρανίας και Ρουμανίας. Το 1918, με την διάλυση της Αυστροουγγαρίας, η πόλη και η γύρω περιοχή εντάχθηκε στο βασίλειο της Ρουμανίας. Το 1930, η πόλη είχε 112.400 κατοίκους εκ των οποίων: 26,8% Εβραίοι, 23,2% Ρουμάνοι, 20,8% Γερμανοί, 18,6% Ουκρανοί και οι υπόλοιποι ήταν Πολωνοί κ.α. Το 1940 κατέλαβε την περιοχή ο Κόκκινος Στρατός και εντάχθηκε στη Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Ουκρανίας, βλ. λήμμα: ''Bukovina'', Encyclopedia Britannica. 
[24] Ο Κύριλλος ολοκλήρωσε, ως υπότροφος, τις μεταπτυχιακές του σπουδές στην Θεολογική Σχολή του Πανεπιστήμιο του Chernivtsi το 1923, όταν η περιοχή, για ένα σύντομο διάστημα, ανήκε στο βασίλειο της Ρουμανίας. Ο πνευματικός πατέρας του Κύριλλου, αρχιμανδρίτης Μπορίς, μετέπειτα μητροπολίτης Νευροκοπίου, είχε αποφοιτήσει από την Θεολογική Σχολή του Chernivtsi το 1914, όταν η περιοχή ανήκε ακόμη στην Αυστροουγγαρία, βλ.: Boris Tsatsov, Arhiereite na Bãlgarskata pravoslavna cãrkva. Sofiya, Printseps, 2003, s. 215. Ο αρχιμ. Μπορίς είχε γεννηθεί το 1888 στο χωριό Διαβατά (βουλγ. Gjavato < εκ του ελλην. Διαβατό / Diavato) της περιοχής Μοναστηρίου (Bitola) Πελαγονίας, στη διάβαση προς την Ρέσνα. Ο πατέρας του σκοτώθηκε το 1903 με την εξέγερση του Ίλιντεν, όπου συμμετείχε με το εξαρχικό σώμα του Σουγκάροφ, βλ.: Hr. Silyanov, Osvoboditelnite borbi na Makedoniya. tom I, Ilindenskoto vãstanie. (izd. na Ilindenskata Org., Sofiya, 1933; II fototipno izd. "Nauka I Izkustvo", Sofiya, 1983). Στα 1873, το χωριό Διαβατά είναι εξαρχικό, βλ.: Makedoniya I Odrinsko. Statistika na naselenieto ot 1873 g. Makedonski nautsen institut, Sofiya, 1995, s. 86-87. Η βραχύβια ''Δημοκρατία του Κρουσόβου'', η οποία διήρκησε μόλις δέκα ημέρες, ήταν αποτέλεσμα της εξέγερσης του Ίλιντεν που πραγματοποιήθηκε από την βουλγαρική Εσωτερική Μακεδονο-Αδριανουπολίτικη Επαναστατική Οργάνωση (ΕΜΕΟ). Ο πρόεδρος της εφήμερης Δημοκρατίας Νικόλα Κάρεφ και ο εξάδελφος του Νικόλα Κίροφ ήταν μέλη του Βουλγαρικού Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος, δηλ. κομμουνιστές, βλ.: Mercia MacDermott, Freedom Or Death: The Life of Gotsé Delchev, Pluto Press, 1978, σ. 386 καθώς και Marcus Alexander Templar, The Myth of Liberation: 1903 - The “People’s Republic of Krushevo”, βλ.: vlahofonoi.blogspot.com
[25] Miroslav Chakarov, Ο Πατριάρχης Βουλγαρίας Κύριλλος και η ανύψωση της βουλγαρικής εκκλησίας στην πατριαρχική περιωπή (Διπλωματική εργασία, Τμήμα Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας Α.Π.Θ.), Θεσσαλονίκη 2010, σ. 5-6.
[26] ''Η σωτηρία των Βουλγάρων Εβραίων που οφειλόταν στην αδιάλλακτη αντίσταση της προοδευτικής κοινής γνώμης και του βουλγάρικου λαού με επικεφαλής το κομμουνιστικό κόμμα, έδωσε αφορμή αργότερα στον Γκιόργκι Δημητρόφ να δηλώσει στο 5ο Συνέδριο του κόμματος: «Η Βουλγαρία είναι η μοναδική χώρα στην Ευρώπη, κάτω από το ζυγό του φασισμού, όπου σώθηκε η ζωή των Εβραίων από τα άγρια χέρια των χιτλερικών δημίων. Δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι αυτό οφείλεται πριν από όλα στο κομμουνιστικό κίνημα και στους προοδευτικούς ανθρώπους, που ύψωσαν αποφασιστική φωνή διαμαρτυρίας...». Βεβαίως τούτο δεν παρέχει άφεση αμαρτιών αφού ο εβραϊκός πληθυσμός της Βουλγαρίας έμεινε χωρίς κανένα δικαίωμα, χωρίς περιουσία (καταληστεύτηκε) και στα σπίτια και στα στήθια τους είχε χαρακτεί το κίτρινο αστέρι του Δαυίδ (κρίση του συγγραφέως)'', Τριαντάφυλλος Υψηλάντης, Η Βουλγαρική Κατοχή στις Σέρρες, Σερραϊκά Ανάλεκτα, Τόμος Τέταρτος, Σέρρες 2006. / ''Πριν τη συνθήκη του Βουκουρεστίου και εξ αιτίας των φοβερών βουλγαρικών θηριωδιών που είχαν προηγηθεί, 55.720 Έλληνες, μουσουλμάνοι αλλά και Ιουδαίοι, βρήκαν καταφύγιο στα ελληνικά εδάφη, ως πρόσφυγες, των οποίων την περίθαλψη και συντήρηση ανέλαβε η Ελλάδα.[ ] Η είσοδος του βουλγαρικού στρατού στην Ανατ. Μακεδονία και Θράκη το 1941 σηματοδοτούσε την αρχή φοβερών δεινών. Πρωτεργάτης των ανθελληνικών μεθοδεύσεων και των βιαιοτήτων, αλλά και υπεύθυνος για την εκτέλεση του σχεδίου εκτόπισης των Εβραίων της Κομοτηνής, ήταν ο Χρήστο Νατσάλνικ, διοικητής της Βουλγαρικής Ασφαλείας της πόλης. Οι Γερμανοί ήταν οι εμπνευστές και οργανωτές του ολοκαυτώματος, αλλά και οι Βούλγαροι συνεργάτες τους συνέδραμαν αποφασιστικά στην εκτέλεση των σατανικών σχεδίων. Οι Εβραίοι της Κομοτηνής χάθηκαν όλοι τους κι έγιναν στάχτη στην Τρεμπλίνκα της Πολωνίας..[ ] Τον Οκτώβριο του 1942, ο Dannecker ειδοποίησε τον κομισάριο Μπέλεφ ότι το Ράϊχ ανέμενε πλέον τη μαζική μεταφορά των Εβραίων της Βουλγαρίας σε στρατόπεδα προς τα “ανατολικά”, προς τα κατεχόμενα δηλαδή από τους Γερμανούς τμήματα της Πολωνίας και της Σοβιετικής Ένωσης. Τόσο ο Μπέλεφ, όσο και ο πρωθυπουργός Φίλωφ συναίνεσαν χωρίς αντιρρήσεις στις γερμανικές απαιτήσεις.[ ] Το Φεβρουάριο του 1943, και καθώς η παρουσία των γερμανικών στρατευμάτων που στάθμευαν στη Βουλγαρία είχε αυξηθεί απειλητικά, δημιουργώντας εύλογες ανησυχίες στους Βουλγάρους, ο πρωθυπουργός Φίλωφ πρότεινε στον Dannecker έναν συμβιβασμό. Δέχτηκε δηλαδή να εκτοπιστούν οι Εβραίοι της ελληνικής [ανατ.] Μακεδονίας και Θράκης..'', Θρασύβουλου Ορ. Παπαστρατή, Από τη Γκιουμουλτζίνα στην Τρεμπλίνκα. Ιστορία των Εβραίων της Κομοτηνής, εκδ. ΠΑΚΕΘΡΑ, Ξάνθη 2010. / ''Εις την Βουλγαρίαν ζουν επίσης πολλοί Μουσουλμάνοι, ενώ αντιθέτως όλοι σχεδόν οι Εβραίοι εγκατέλειψαν την Βουλγαρίαν διά να εγκατασταθούν εις το ιδρυθέν το 1948 εις την Παλαιστίνην κράτος του Ισραήλ.'', Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν "Ηλίου", τόμος ΣΤ', εκδ. της Εγκυκλοπαιδικής Επιθεωρήσεως ''Ήλιος'', Αθήναι, βλ. λήμμα: ''Βουλγαρία'', σ. 525.
[27]  Iva Arakchiyska: Die Bulgarische Orthodoxe Kirche: Metropolit Stefan von Sofia und Metropolit Kyrill von Plovdiv. Lukas, Berlin 2016, pp. 97, 103-104, 112-113.
[28] Μακεδονικά, Σύγγραμμα Περιοδικόν της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, Τόμος 13ος, Θεσσαλονίκη 1973, σ. 491-492.
[29] Κοτζάμπαση Μαρία, Διωγμοί ελληνικών πληθυσμών στα βουλγαρικά παράλια του Εύξεινου Πόντου, 1906, 2007, Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Εύξεινος Πόντος / Βλάσης Αγτζίδης, Οι Έλληνες στη Βουλγαρία. Περιέχεται στο: Οι δρόμοι των Ελλήνων, Συλλογικό έργο, εκδ. Polaris, 2010. 
[30] Αστ. Κουκούδης, ο. π. / Αντ. Μ. Κολτσίδας, Ιστορία της Βωβούσας, Αφοί Κυριακίδη, Θεσ/νίκη 1997, σ. 48. / Μακεδονικά, Σύγγραμμα Περιοδικόν της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, Τόμος 39ος, Θεσσαλονίκη 2013, σ. 274-283. / Ν. Κατσάνη & Κ. Ντίνα, Οι Βλάχοι του Νομού Σερρών και της Ανατολικής Μακεδονίας, Σέρρες 2008, σ. 55-56.
[31] «...ας μην το αρνούμαστε, οι Tσίντσαροι (Βλάχοι) αισθάνονταν Έλληνες και ήταν πράγματι φορείς της ελληνικής γλώσσας, του (ελληνικού) τρόπου ζωής και του πνεύματος, τόσο στη Δύση όσο και σ’ εμάς εδώ», Dusan Popovic, ο. π. σ. 330. / Απ. Ε. Βακαλόπουλος, Ιστορία της Μακεδονίας (1354-1833), Εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονικη 1989 / Β. Α. Σταματόπουλος, Οι Μακεδονοβλάχοι (17ος-19ος αι.). Έλληνες Βλάχοι στην κεντροανατολική Ευρώπη. Η αποκατάσταση της αλήθειας, Β' έκδοση, Βουδαπέστη 2016 - V. A. Stamatopoulos, A Makedonovlachok (17.-19.sz.). Görög Vlachok Közep-Kelet Europaban. Az Igazsag Feltarasa, Masodik Kiadas, Budapest 2016. / Επιπρόσθετα κατά τον επίσης καθηγητή του Πανεπιστημίου Βελιγραδίου Vl. Skaric, «...χάρη στις εμπορικές ελληνο-τσιντσαρικές (sc. ελληνο-βλαχικές) αποικίες, οι οποίες ιδρύθηκαν σε όλες τις βαλκανικές χώρες, η ελληνική γλώσσα είχε μεγάλη αξία και η γνώση της θεωρήθηκε απαραίτητη σε κάθε πολιτισμένο άνθρωπο». Ο δε φιλορουμάνος Skok τονίζει ότι «... ανέκαθεν, διακρίθηκαν (οι Αρωμούνοι Μακεδόνες) για τον ενθουσιασμό τους υπέρ της ελληνικής γλώσσας και υπέρ του ελληνικού πολιτισμού», Αχ. Γ. Λαζάρου, Ελληνισμός & Λαοί Νοτιοανατολικής (ΝΑ) Ευρώπης, Τόμος Α', Αθήνα 2009, Εκδ. Λυχνία, σ. 628. / Νικόλαος Ι. Μέρτζος, Αρμάνοι Φύλακες της Μακεδονίας, Ε.Μ.Σ., εκδ. Δ. Κυριακίδη, 2014, σ. 31-40.
[32] Todor Balkanski, Zapadno-rodopskite Vlasi (Arumŭni): etnos, etnonimija, onomastika, ekstralingvistika. Veliko Tarnovo 1996, pp. 90.
[33] "...Μέσα στην Πέστερα υπάρχουν και Τσίντσαροι (50 οικογένειες), πράκτορες της μεγαλοελληνικής προπαγάνδας.'', Stefan Zahariev, Geografsko-istoriko-statistichesko opisanie na Tatar-Pazardzhishkata kaaza, Izdatelstvo na OF, Sofia 1973, s. 27.
[34] Η ελληνική κοινότητα της Πέστερας αποτελούνταν κυρίως από βλαχόφωνες οικογένειες, βλ: Σπυρίδωνα Σφέτα, Ελληνοβουλγαρικές αναταράξεις 1880-1908, εκδ. Επίκεντρο, Αθήνα 2008, σ. 76-77. / ''Ο Μιχαήλ Τάκεβ αναφέρεται ότι καταγόταν από τις Βοβουσιώτικες οικογένειες που είχαν μετοικήσει, γύρω στα 1817, στην Πέστερα ιδρύοντας μια ισχυρή ελληνική αποικία...'', Αντ. Μ. Κολτσίδας, Ιστορία της Βωβούσας, Αφοί Κυριακίδη, Θεσ/νίκη 1997, σ. 48. / Την ίδια εποχή, πρεσβευτής της Βουλγαρίας στην Αθήνα και αργότερα πρωθυπουργός της ήταν ο Κιοσεϊβάνωφ που είχε καταγωγή από την βλαχόφωνη, αλλά ελληνικότατη Πεστέρα της Βουλγαρίας. Είδα γράμμα του ελληνικά γραμμένο με ελάχιστα ορθογραφικά λάθη προς τον πρωτοεξάδελφο του σιδηροδρομικό τότε σταθμάρχη της Φλώρινας'', Γεωργίου Μόδη, ο. π. Ο πολιτικός Georgi Kioseivanov είχε, εν μέρη, ελληνοβλαχική καταγωγή. Η μητέρα του ήταν αδερφή του Mihail Takev, πολιτικού της Βουλγαρίας που είχε γεννηθεί το 1864 στην Πέστερα, βλ.: Stefan Bochev, Belene: Skazanie za kontslagerna Bulgariia (Belene: A Tale of Concentration-Camp Bulgaria), Sofia: Fondatsiia ''Bulgarska nauka i izkustvo'', 2003, pp. 14.
[35] Βλάσης Αγτζίδης, ο. π.
[36] Θωμάς Καραηλίας, Η Ιερά Μητρόπολη Πλόβδιβ (Φιλιππουπόλεως) Βουλγαρίας. Ιστορική εξέλιξη. Σημερινή κατάσταση (Διπλωματική εργασία, Τμήμα Ποιμαντικής και Κοινωνκής Θεολογίας του Α.Π.Θ.), Θεσ/νίκη 2012, σ. 203.
[37] Απογραφή του 1884, Έλληνες: 409 στο Τατάρ-Πάζαρτζικ και 452 στην Περιστερά (Πέστερα), βλ.: Balgarsko Knjazhestvo-Statistitsesko Bjuro. Obshti rezultati ot prepbrojavane na naselenieto v Juzhna Balgarija (Iztotsna Rumelija) na 1885 Januarii 1. Sofia 1888, s. 6.
[38] Σπυρίδωνα Σφέτα, ο. π., σ. 76-77, 345-349.
[39] Vladimir Vladov, Τα Ελληνικά Σχολεία της περιοχής του Τιρνόβου ανάμεσα στα τέλη του ΙΗ΄ και τα μέσα του ΙΘ΄ αι. Περιέχεται στο: Ο ελληνικός κόσμος ανάμεσα στην εποχή του διαφωτισμού και στον εικοστό αιώνα: πρακτικά του Γ' Ευρωπαϊκού Συνεδρίου Νεοελληνικών Σπουδών, Βουκουρέστι 2-4 Ιουνίου 2006, επιμέλεια Κωνσταντίνος Α. Δημάδης, Αθήνα : Ελληνικά Γράμματα, 2007. 
[40] Αθ. Ε. Καραθανάσης, Ὁ Ἑλληνισμὸς τῆς Τρανσυλβανίας, Θεσσαλονίκη 2004, σ. 33-34, 47-48, 95-99. 
[41] Σπυρίδωνα Σφέτα, ο. π., σ. 76-77.
[42] Ιωακείμ Μαρτινιανού, ο. π., σ. 269-278. /  Οι Μοσχοπολίτες έμποροι Ευθ. Α. Σεράνου, Δαμιανός Π. Φούντου και Ιω. Πέτρου διαμένουν στη Σόφια και διατηρώντας ελληνικό φρόνημα είναι συγχρηματοδότες (συνδρομητές) της έκδοσης του βιβλίου: Κωνστ. Χρ. Σκενδέρη, Ιστορία της αρχαίας και συγχρόνου Μοσχοπόλεως, Αθήνα: εκδ. Αποστολοπούλου, 1906, βλ.: σ. 45. Από οθωμανικό κατάστιχο της Μοσχόπολης (1901) πληροφορούμαστε ότι, στην Ενορία Αγ. Νικολάου κατοικούν οι οικογένειες Φούντου (πολυάριθμες) και Ευθυμίου Αντων. Σεράνη, ενώ στην Ενορία Παναγίας συναντάται η οικογένεια του Σπύρου Τάση Πέτρου, βλ.: Ιωακείμ Μαρτινιανού, ο. π., σ. 279-283. 
[43] Ιωάννη Παπαναστασίου, Αι τρομεραί φρικαλεότητες της Αγχιάλου και των λοιπών εν τε τη Ανατολική Ρωμυλία και Βουλγαρία ελληνικών κοινοτήτων, Αρχείον του Θρακικού Λαογραφικού και Γλωσσικού Θησαυρού 25 (1960), σ. 63-65. / Ξανθίππη Κοτζαγεώργη - Ζυμάρη, Η ελληνική εκπαίδευση στη Βουλγαρία (1800-1914). Η ιστορία, οι δομές και ο ρόλος της, εκδ. Φαιστός, Θεσσαλονίκη 1997, σ. 77. / Άτλας την ελληνικής Διασποράς, επιμ. Βλάσης Αγτζίδης, Αθήνα, εκδ. Αλέξανδρος, 1995.
[44] Ο Μακεδονικός Αγώνας και τα γεγονότα στη Θράκη (1904-1908). Έκδοση Γενικού Επιτελείου Στρατού, Αθήνα, 1998, σ. 258-261.
[45] Ελένη Κατσιαδάκη, Μία προσπάθεια για την άρση του Βουλγαρικού σχίσματος. Μνήμων, Τόμ. 4, 1974. / Σπυρίδωνα Σφέτα, ο. π.
[46] Έκθεση: Αι Ελληνικαί Περιοχαί Ανατολικής Μακεδονίας και Δυτικής Θράκης Υπό την Γερμανο-Βουργαρική Κατοχή, 6 Απριλίου 1941. Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, Δ/ΝΣΙΣ Επιτελικής Υπηρεσίας, Γραφείον ΙΙον. / Α. Περιβολιώτης, Έκθεση: Φρικαλεότητες ενός τριμήνου (20 Απριλίου-20 Ιουλίου 1941). Ανατολική Μακεδονία-Δυτική Θράκη-Βούλγαροι, Αύγουστος 1941. Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, Δ/ΝΣΙΣ Επιτελικής Υπηρεσίας, Γραφείον ΙΙον. Για τις εκθέσεις βλ.: Θέματα Στρατιωτικής Ιστορίας (stratistoria.wordpress.com).
[47] Η βουλγαρική κατοχή στην Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη. Το πλαίσιο της εξέγερσης της Δράμας τον Σεπτέμβρη 1941, βλ.: Ιστορία του ελληνικού έθνους, Τόμος ΙΣΤ, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 2000, σ. 64-71. / Αθανασίου Χρυσοχόου, Η κατοχή εν Μακεδονία. Η δράσις της βουλγαρικής προπαγάνδας. Τέυχος Α' 1941-1942, Θεσσαλονίκη 1950, σ. 110.  / Δήμητρα Πατρωνίδου, Εθνικισμός και Εκπαίδευση: Η Βουλγαρία και το Μπελομόριε. Επιστημονικό Εκπαιδευτικό Περιοδικό ''eκπ@ιδευτικός κύκλος'', Τόμος 2, τεύχος 2, 2014. / Δημήτρης Σ. Αρσενίου, Κοσμιώτες, Σάιοι ή Κίκονες: Ιστορία, μνήμες, παραδόσεις. Παρατηρητής της Θράκης, Κομοτηνή 2008.
[48] Ελένη Κατσιαδάκη, Μία προσπάθεια για την άρση του Βουλγαρικού σχίσματος. Μνήμων, Τόμ. 4, 1974.
[49] Βασίλης Σπυρόπουλος, Τα 60 χρόνια αναγνώρισης του Πατριαρχείου Βουλγαρίας. Εφημερίδα «Δημοκρατία», Σάββατο 1 Ιουνίου 2013.
[50] Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν "Ηλίου", ο. π., βλ.: λήμμα: ''Βουλγαρία'', σ. 525, 537.
[51] Γεράσιμος Ι. Κονιδάρης, Η άρσις του βουλγαρικού σχίσματος: Εν τω πλαισίω της Καθολικής Ορθοδοξίας του ελληνισμού, Αθήνα: εκδ. Γρηγόρη, 2012. / Stefan Tsankov, Balgarskata Pravoslavna Tserkva ot Osvobozhdenieto do nastojashte vreme. Sofia, 1938-1939, s. 173-183. / Miroslav Chakarov, ο. π., σ. 51-65.
[52]  Βαλεντίνα Ντίνεβα, 60 χρόνια από την αποκατάσταση του Βουλγαρικού Πατριαρχείου, βλ.: Επίθεση Ζιμπάμπουε Σεραφείμ στο Πατρ. Βουλγαρίας: Λαβώνουν αλύπητα και ανελέητα την ορατή ενότητα της Ορθοδοξίας και τον εαυτό τους. Δημοσιευθηκε στις 9/6/2016 στο ''Βήμα Ορθοδοξίας'' (vimaorthodoxias.gr). / Βασίλης Σπυρόπουλος, Τα 60 χρόνια αναγνώρισης του Πατριαρχείου Βουλγαρίας. Εφημερίδα «Δημοκρατία», Σάββατο 1 Ιουνίου 2013.

Παπαστεργίου Δέσποινα
Οικονομολόγος, πτ. Πανεπιστημίου Μακεδονίας
Ιστορική ερευνήτρια-δημοσιογράφος
(Μέλος της Ε.ΔΗ.Π.Η.Τ.)
Vlahofonoi@gmail.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η κόσμια κριτική και η ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των σχολιαστών είναι σεβαστή. Σχόλια τα οποία υπεισέρχονται σε προσωπικά δεδομένα ή με υβριστικό περιεχόμενο να μην γίνονται. Τα σχόλια αποτελούν καθαρά προσωπικές απόψεις των συντακτών τους. Οι διαχειριστές δεν ευθύνονται σε καμία περίπτωση για τυχόν δημοσίευση υβριστικού ή παράνομου περιεχομένου στα σχόλια των αναρτήσεων.Τα σχόλια αυτά θα διαγράφονται με την πρώτη ευκαιρία.