Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2016

Συρράκο και Καλαρρύτες: Εξωπραγματική ομορφιά


Δεκέμβρης του ’96. Μέρα μουντή, απειλητική, σκέτο ψυχοπλάκωμα. Οι κορυφές των ορεινών απολήξεων των Τζουμέρκων γύρω και πάνω μας, καλυμμένες με χιόνι. Μας ωθεί η επιτακτική ανάγκη να ανακαλύψουμε ένα Ηπειροχώρι χωρίς κίτρινα, κόκκινα και μπλε πούλμαν στην πλατεία του. Και, κυρίως, χωρίς το σύνηθες παρδαλό και φωνακλάδικο πλήθος των εκδρομέων του τάδε εξωραϊστικού, της τάδε συνοικίας. Εντάξει, δε λέω, αλλά...

Του Κώστα Ζυρίνη

Η πινακίδα μπροστά μας με το βέλος στραμμένο δεξιόθεν δηλώνει: "Συρράκο... χιλιόμετρα". Ωραίο όνομα. Υπόσχεται. Πλην ο δρόμος είναι καλυμμένος από τραχύ χιόνι. Ακόμα και με το τζιπάκι μας το Σαμουράι δεν είναι να το ρισκάρεις. Μη θέλοντας όμως, ως συνήθως, να παραδεχτώ ότι φοβάμαι, ορμώ δήθεν αδιστάκτως εναντίον της παγωμένης ανηφόρας κι ότι βρέξει ας κατεβάσει.

"... Συρράκο. Ορεινός οικισμός εβδομήντα εφτά κατοίκων. Υψόμετρο χιλίων εκατόν πενήντα μέτρων. Ανήκει στην επαρχία Δωδώνης του νομού Ιωαννίνων και είναι έδρα της ομώνυμης κοινότητας. Ήταν άλλοτε ανθηρή κωμόπολη που το φημισμένο τυρί της, το μανούρι, εξαγόταν σε μεγάλες ποσότητες στην Ιταλία..."

Ανεβαίνοντας, ο δρόμος γίνεται ολοένα και πιο εχθρικός, η δυνατότητα της επιτόπιας μεταβολής εκμηδενίζεται βαθμηδόν και η προοπτική του να φάω μανούρι σ'ένα χωριό φάντασμα ποσώς μ'ενδιαφέρει. Όλο λέω ότι δεν θα το ξανακάνω αλλά, να...

"... Το χίλια οχτακόσια εικοσιένα οι κάτοικοι του Συρράκο επαναστάτησαν και οι Τούρκοι σε αντίποινα, στις δέκα Ιουλίου, το πυρπόλησαν... Οι κάτοικοί του έφυγαν και οι λίγοι που ξαναγύρισαν το χίλια οκτακόσια εικοσιοχτώ δεν κατόρθωσαν να ξαναφέρουν τον οικισμό στην παλιά του ακμή..." Τώρα μου λες πού θα βρω ένα πλάτωμα να κάνω μεταβολή;

Είμαστε στην κορυφή του ορεινού όγκου. Σ'ένα "φρύδι του βουνού", που λένε. Η ατμόσφαιρα έχει καθαρίσει. Ο δρόμος γίνεται φαρδύτερος, ομαλότερος και ανέτως τιθασσεύσιμος. Δεξιά μας ένα βαθύ φαράγγι που τό'χει σκάψει ο ορμητικός παραπόταμος του Άραχθου, ο επωνομαζόμενος Καλαρρύτικος. Ο αχός του φτάνει μέχρις εδώ. Ένα όνειρο! Τώρα, ακόμα κι αν δεν βρω μανούρι σ'αυτό το Συρράκο, θα έχω αποζημιωθεί.

Το καταζητούμενο Συρράκο ξεπροβάλλει μετά την τελευταία στροφή. Μια ανεπανάληπτη ομορφιά, σχεδόν εξωπραγματική. Χειρόφρενο. Φοράω τον διακοσάρη στη φωτογραφική και βγαίνω στην παγωνιά. Αυτό το θήραμα δε θα μου ξεφύγει.

Στο Συρράκο, ευτυχώς, δεν μπαίνουν αυτοκίνητα. Τα τελευταία πεντακόσια μέτρα τα περπατάμε μέσα από ένα πέτρινο μονοπάτι, δίπλα από έναν μικρό καταρράκτη και πάνω σ'ένα υπέροχο ηπειρώτικο γεφύρι. Ένα Ηπειροχώρι εξόχως διατηρημένο! Λες και η δημιουργία του τερματίστηκε μόλις χτες. Και, πουθενά πλαστικό. Πουθενά μπετόν (εμφανώς τουλάχιστον). Πουθενά προφίλ αλουμινίου. Μόνο πέτρα, πέτρα, πέτρα... Χτιστή ή ξερολιθιά. Ψυχή ζώσα! Ούτε φύλακας, ούτε σκυλί, ούτε κατσίκι, ούτε κότες... Ούτε λίγος καπνός από κάποια καμινάδα. Ένα καφενείο, κάτι! Τίποτα. Υποσχόμαστε να ξανάρθουμε την Άνοιξη (και το κάναμε δυόμιση χρόνια μετά).

"... Το Συρράκο, πατρίδα του Ιωάννου Κωλλέτη και των ποιητών Γιώργου Ζαλοκώστα και Κώστα Κρυστάλλη μαζί με άλλους σαρανταδύο οικισμούς αποτελούσε στα χρόνια της τουρκοκρατίας ανεξάρτητη και αυτόνομη ομοσπονδία που την διοικούσαν οι εντόπιοι πρόκριτοι..." Κι όπως θα μας εξηγήσει ο Ναπολέων αργότερα, η ομοσπονδία αυτή υπαγόταν απ ευθείας στην εκάστοτε βαλιδέ σουλτάνα, στην εκάστοτε σουλτανομάνα κατά το ελληνικότερο, και πλήρωνε φόρο κατ'ευθείαν σ'αυτή. Κληρονομικό τσιφλίκι δηλαδή. Πολύ μου τη δίνουν κάτι τέτοια!

Ήδη, από το "φρύδι" έχουμε δει και τ' αλλο χωριό, τους Καλαρρύτες, στο απέναντι βουνό. Μας χωρίζει το βαθύ φαράγγι. Ο λεπτομερέστατος χάρτης-μου λέει ότι υπάρχει μεν δρόμος και για κει αλλά πρέπει να κάνουμε έναν πολύ μεγάλο γύρο. Τώρα, τι δρόμος θά'ναι αυτός!

Είμαστε στο βάθος του φαραγγιού και διασχίζουμε τον ορμητικό και άρα θορυβώδη Καλαρρύτικο. "... Πηγάζει απ το βουνό Περιστέρι", λένε οι Γραφές, "και, ρέοντας αρχικά προς τα νότια, διασχίζει τα χωριά Συράκο και Καλαρρύτες. Στη συνέχεια, ακολουθεί διεύθυνση προς τα νοτιοδυτικά και κοντά στο χωριό Πόλιτσα χύνεται στον Άραχθο."

Ο δρόμος για τους Καλαρρύτες είναι μάλλον χειρότερος από κείνον του Συρράκου. Το τέσσερα επί τέσσερα όμως δίνει ρέστα κι εξάλλου με παρηγορεί η σκέψη ότι εδώ πάνω είναι αδύνατον να αναρριχηθούν τα πούλμαν με τους εξωραϊστικούς.

"Καλαρρύτες. Όρεινός οικισμός. Κάτοικοι εβδομήντα ένας. Υψόμετρο, χίλια εκατόν είκοσι μέτρα. Ανήκει στη επαρχία Δωδώνης του νομού Ιωαννίνων. Βρίσκεται στις άνω δυτικές πλαγιές των Τζουμέρκων..." Μάλιστα! Εκπάγλου κάλλους οι Καλαρρύτες. Η σύγκριση με το Συρράκο δεν είναι εφικτή κι εξ'άλλου δεν έχει νόημα. Παραδέχομαι πάντως ότι επί του παρόντος αυτό που κυρίως μ'ενδιαφέρει είναι να μάθω αν κατοικείται τώρα. Ή έστω, αν υπάρχει κάτι σαν μαγαζί για καμιά κονσέρβα. Ή έστω, για έναν καφέ.

Το εντοπίζουμε από τον καπνό της καμινάδας του. Βρίσκεται στην πλατεία του χωριού και δείχνει σα να είναι το μοναδικό κατοικημένο κτίσμα. Μπαίνουμε μέσα. Είναι ένα υπεραιωνόβιο παντοπωλείο που έχει δεχτεί απειροελάχιστες εκσυγχρονιστικές παρεμβάσεις και είναι υπερπλήρες από μια παρέα εκδρομέων (που δεν ήρθαν με πούλμαν). Μια παρέα ταξιδευτών που σέβονται τη Φύση και την αισθητική της. Ορειβάτες, μάλλον. Στριμωχνόμαστε σε μιαν ακρούλα στον ξύλινο πάγκο. Μπροστά μας στο καπάκι της μαντεμένιας σόμπας ψήνεται φέτα με λάδι, ρίγανη, ντομάτα και πιπεριά. Για τους άλλους. Πέφτουν τα σάλια μας. Κάποια στιγμή, ο κάπως πρωτόγονος τύπος με τα μακρυά μαλλιά και γένια που λύνει και δένει εδώ μέσα αποφασίζει να υποστασιοποιήσει στην αντίληψή του την ύπαρξή μας. Τι θα πάρετε;

Μένουμε μόνοι με τον λυσίκομο γενειοφόρο και την υπέργηρη μαυροντυμένη μάνα του. Μας πήρε με καλό μάτι κι αποφάσισε ότι αξίζει τον κόπο ν'ασχοληθεί μαζί μας. Δεν είναι και τόσο πρωτόγονος, τελικά. Ήταν από τους πρώτους (συμπεραίνω) προγραμματιστές ηλεκτρονικών υπολογιστών στην Αθήνα και με πολύ καλή δουλειά. Δεν άντεξε, λέει, τά'φτυσε! Πήρε τη γυναίκα του και ήρθαν στα Γιάννενα. Αλλά, ούτε και κει... Του την έδωσε του ανθρώπου και αναχώρησε για το χωριό του. Μόνος του, εδώ, με τη μάνα του. Με τα κουνέλια του. Με τις κότες του. Με τις καρυδιές και τ'αμπέλια του. Μ'ένα-δυο δωμάτια, κάτι σαν ξενώνας, για τις πολύ ειδικές περιστάσεις. Και το Πάσχα ψάλτης στο εκκλησάκι πάνω στο ύψωμα. Το όνομα αυτού: Ναπολέων.

Είμαστε, λέει, καμιά τριανταπενταριά το χειμώνα. Οι περισσότεροι συνταξιούχοι, μερικοί μαστόροι και αγωγιάτες, μερικοί τσομπαναραίοι... Οι πολιτογραφημένοι ως Καλαρρυτινοί είναι πάνω από χίλιοι και ζουν στα Γιάννενα, στην Άρτα και στην υδροκέφαλη Αθήνα. Στις εκλογές έρχονται και ψηφίζουν καμιά εφτακοσαριά. Και η εδώ παραγωγή; ρωτώ. Έχουμε γύρω στα δεκαπέντε χιλιάδες πρόβατα, πεντακόσια γίδια και χίλια οχτακόσια γελάδια. Και οι Συρρακιώτες;.. Οι Συρρακιώτες... οι περισσότεροι ασχολούνται με θερμοκήπια στον κάμπο και με λεωφορεία. Δεν ανεβαίνουν ούτε αυτοί παρά μονάχα στις γιορτές και για παραθερισμό.

Εκτός από την ψητή φέτα απολαμβάνουμε και μια υπέροχη καφτερή φασολάδα από τα χεράκια της μανούλας του.

"... Με τη Συνθήκη του Βερολίνου του χίλια οχτακόσια εβδομήντα", συνεχίζει ο συμπαθέστατος αναχωρητής, "τα νερά του Άραχθου, από την Άρτα ίσαμε τις πηγές του Καλαρρύτικου που είναι και παραπόταμός του, ήτανε το σύνορο μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Μέχρι το χίλια ενιακόσια δεκατρία." Οπότε και έχασε την κληρονομική προίκα της η βαλιδέ σουλτάνα, συλλογιέμαι χαιρέκακα.

Δηλαδή, μέχρι πριν από ογδόντα έξι χρόνια, οι Καλαρρύτες ήταν Ελλάς και το απέναντι Συρράκο, μια πετριά απόσταση, ήταν Τουρκία! Άκου φίλε μου!

Αποχαιρετούμε τους Καλαρρύτες και το Ναπολέοντα και μπαίνουμε στο παγωμένο χιόνι του χωματόδρομου για την επιστροφή. Θα ξανάρθουμε. Δεν πρέπει όμως να καρφώσουμε αυτό το μέρος. Αν το μάθουνε οι εξωραϊστικοί και πλακώσουν τα παρδαλά πούλμαν, χέσε μέσα! Από την άλλη όμως... κι αυτές οι γωνιές της Ελλάδας έχουν ανάγκη από οικονομική τόνωση για την επιστροφή του πληθυσμού τους. Μπρος γκρεμός και πίσω... ο Καλαρρύτικος.

Υ.Γ. Από τον καιρό της πρώτης μας επίσκεψης στο έρημο χειμερινό Συρράκο και τους Καλαρρύτες του ανυπότακτου Ναπολέοντα έχουν περάσει δεκαπέντε χρόνια. Κι από τότε που γράφτηκαν οι παραπάνω γραμμές για το ΓΕΩΤΡΟΠΙΟ πάνω από μια δεκαετία. Στο μεταξύ, κύλισε πολύ νερό στ’ αυλάκι. Οι δρόμοι πρόσβασης βελτιώθηκαν θεαματικά, σπίτια αναστηλώθηκαν, ξενώνες ξεφύτρωσαν, οι επισκέπτες πληθύνανε και οι οικισμοί ξαναπήρανε ζωή. Την τελευταία φορά που περάσαμε από την περιοχή, μέρες Πάσχα του 2009, υπήρχε έξω κι από τα δυο χωριά μια καθόλου ευκαταφρόνητη ουρά παρκαρισμένων Ι.Χ. (όχι, πούλμαν δεν είδαμε ευτυχώς!) και ο συνεπακόλουθος αριθμός εκδρομέων γέμιζε τις ταβέρνες και τους ξενώνες. Θα ήταν άδικο να μην επισημάνω ότι η πέτρινη ομορφιά παρέμενε άθικτη, ότι ήταν παντού ορατές οι προσπάθειες αναβίωσης και διατήρησης της αισθητικής του χώρου, κι ότι φαινομενικά τίποτε δεν είχε αλλάξει «από τότε». Βέβαια είχε χαθεί ανεπιστρεπτί η παρθενία και η μαγεία εκείνης της πρώτης αποκάλυψης μια χιονισμένη μέρα του Δεκέμβρη του ’96. Αυτό όμως ήταν κάτι που μόνο η Ισαβέλλα κι εγώ γνωρίζαμε και μπορούσαμε να μοιραστούμε.
Πηγή: infokids.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η κόσμια κριτική και η ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των σχολιαστών είναι σεβαστή. Σχόλια τα οποία υπεισέρχονται σε προσωπικά δεδομένα ή με υβριστικό περιεχόμενο να μην γίνονται. Τα σχόλια αποτελούν καθαρά προσωπικές απόψεις των συντακτών τους. Οι διαχειριστές δεν ευθύνονται σε καμία περίπτωση για τυχόν δημοσίευση υβριστικού ή παράνομου περιεχομένου στα σχόλια των αναρτήσεων.Τα σχόλια αυτά θα διαγράφονται με την πρώτη ευκαιρία.