Τρίτη, 8 Μαρτίου 2016

Η ιστορία του Γεωργίου Καστριώτη ή Σκεντέρμπεη - Μέρος I


Γεώργιος Καστριώτης
Οι Οθωμανοί Τούρκοι επεξέτειναν τις κτήσεις τους από την Μικρά Ασία στην χερσόνησο του Αίμου κατά την διάρκεια του δεύτερου μισού του 14ου αιώνα, κυρίως με τις κατακτήσεις των Σουλτάνων Μουράτ Ι (1361-1389) και Βαγιαζήτ Ι (1389-1402). Όπως προαναφέρθηκε σε προηγούμενο Κεφάλαιο, την περίοδο 1415-1419, ο Σουλτάνος Μωάμεθ Ι (Mehmed I Çelebi, 1413-1421) πέτυχε να εκδιώξει τους τοπικούς ηγεμόνες από την νότια Αλβανία, να τους απογυμνώσει από τα εδάφη τους και να εγκαταστήσει το οθωμανικό τιμαριωτικό σύστημα. Η μόνη παραχώρηση που έκανε ήταν η αναγνώριση της υποτέλειας των μεγάλων φατριών στην κεντρική και βόρεια Αλβανία, οι επικεφαλής των οποίων όμως υποχρεώθηκαν, εκτός από τον ετήσιο φόρο υποτελείας που έπρεπε να καταβάλουν, να στέλνουν τους γιους τους στην Αυλή του Σουλτάνου ως ομήρους και να παρέχουν στον οθωμανικό στρατό βοηθητικά στρατεύματα. 
Ο Μουράτ ΙΙ (1421-1451) ήταν αυτός που εξαπέλυσε την τελική επίθεση κατάκτησης των υπολοίπων περιοχών της χερσονήσου, που είχαν μείνει έξω από την οθωμανική κυριαρχία. Το 1431 κατέλαβε τα Ιωάννινα και το 1449 την Άρτα, ενώ το 1430 είχε ήδη καταληφθεί η Θεσσαλονίκη, μετά από την πολυετή (1422-1430) δεύτερη πολιορκία της και την τελική άλωση.
Με την άνοδο στον θρόνο του γιου του Μουράτ ΙΙ, του Μωάμεθ ΙΙ του Πορθητή (Mehmed II Fatih, 1451-1481), οι Οθωμανοί θα αλώσουν το 1453 την Κωνσταντινούπολη εξαλείφοντας οριστικά την Βυζαντινή αυτοκρατορία.

Ο Μωάμεθ ΙΙ θα επιχειρήσει αλλεπάλληλες εκστρατείες στην χερσόνησο του Αίμου (Πελοπόννησο, Μολδοβλαχία, Βοσνία, Σερβία) με μέτρια αποτελέσματα, ενώ θα υποστεί και ταπεινωτικές ήττες. Στην Αλβανία θα αποτύχει επίσης να καταπνίξει την ανταρσία του περίφημου Γεωργίου Καστριώτη, παρ’ όλο που ηγήθηκε προσωπικά δύο φορές (το 1466 και το 1467) του εκστρατευτικού σώματος.

Στο σημείο αυτό θεωρούμε σκόπιμο να δοθούν περισσότερες λεπτομέρειες για τον μεγάλο αυτόν Έλληνα στην συνείδηση και Ελληνο-Σέρβο στην καταγωγή πολέμαρχο, του οποίου η ηρωϊκή αντίσταση εναντίον της πανίσχυρης οθωμανικής αυτοκρατορίας αναπτέρωσε το ηθικό σε ολόκληρη την Ευρώπη και έδωσε ελπίδες στους λαούς της, είτε ήδη υπόδουλους, είτε σε αυτούς που διέτρεχαν άμεσο κίνδυνο υποταγής στον αλλόθρησκο και βάρβαρο εισβολέα.

Όπως αναφέρει ο συγγραφέας Γρηγόρης Ν. Κοσσυβάκης στο ενδιαφέρον βιβλίο του «ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟΣ ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ» (Εκδόσεις ΚΑΔΜΟΣ 20092): 

«...Ο Γεώργιος Καστριώτης, γεννημένος το έτος 1405 μ.Χ. ήταν ο νεότερος (4ος κατά σειρά) γιος του Ιωάννη Καστριώτη, γόνου γνωστής από τα ιστορικά αρχεία ελληνοβυζαντινής οικογένειας και στρατιωτικού άρχοντα, στις αρχές του 15ου αιώνα, της Κρόιας ή Κρούγιας (Krujë), πόλεως της σημερινής μέσης Αλβανίας (λίγα χιλιόμετρα βόρεια των Τιράνων) και της γύρω από αυτήν περιοχής. Ο μεσαιωνικός ιστορικός συγγραφέας «Σίλβιος Αινείας», ο οποίος δεν ήταν άλλος από τον -μετέπειτα- Πάπα της Ρώμης Πίο Β' (1405-1464) όντας σύγχρονος του Γεωργίου Καστριώτη και έχοντας σπάνια δυνατότητα συλλογής πληροφοριακών στοιχείων, τόσο για την εποχή του όσο και για προγενέστερα ιστορικά συμβάντα, επιβεβαιώνει ρητά ότι οι Καστριώτες ήσαν Έλληνες Μακεδόνες και ότι -πιο συγκεκριμένα- κατάγονταν από την περιοχή της Ημαθίας. 
Πράγματι, ο παππούς του Κωνσταντίνος Καστριώτης, ο οποίος φέρεται να απεβίωσε το έτος 1390 μ.Χ., ιστορείται ως άρχοντας των μακεδονικών πόλεων Βέροιας και Καστοριάς. Μια δε βάσιμη εκδοχή προελεύσεως του επιθέτου του είναι η παραφθορά εκ του «Καστ(ο)ριώτης». 
Αλλά και στο παλαιότατο βιβλίο με τίτλο «The History of George Kastriot», που εκδόθηκε στο Λονδίνο το έτος 1594, αναφέρεται η Μακεδονία ως αρχική καταγωγή των Καστριωτών και χαρακτηρίζεται ο πατέρας του ήρωα, Ιωάννης Καστριώτης, ως «...Έλλην πρίγκηψ που ηγεμόνευσε στην Ήπειρο...». Προς επιβεβαίωση των ανωτέρω, παραθέτουμε και το αγγλικό κείμενο από το συγκεκριμένο βιβλίο: 
«...George Castriot... Surnamed Scanderbeg by the Turks, among when it was his lot to dwell many years, was the youngest son of a Crecian prince named John Cstriot, who reigned in Epire, a country lying on the Gulf of Venice, and now called Albania; which name is also... («χάσμα»)... as well as that of Epire. The family of Castriot had its origin in Macedonia, and anciently ruled over Epire with renown...» κλπ. Στο ίδιο βιβλίο, αναφέρεται επίσης ότι ο Γεώργιος Καστριώτης είχε και σερβική καταγωγή από την μητέρα του Βοϊσάβα, η οποία ήταν Σέρβα πριγκίπισσα και η οικογένειά της («Tribalda») διέθετε μακραίωνες «ευγενείς περγαμηνές». 
Ακόμη, τα ιστορικά στοιχεία μάς πληροφορούν ότι ο Γεώργιος Καστριώτης, ύστερα από στρατιωτική ήττα του πατέρα του Ιωάννη σε πολεμική σύγκρουση με τους Οθωμανούς Τούρκους περί το έτος 1428, παραδόθηκε ως όμηρος (μαζί με τους τρεις μεγαλύτερους αδελφούς του) στον Τούρκο Σουλτάνο Μουράτ Β' (1404-1451) ο οποίος βασίλευε από το έτος 1422 μέχρι τον θάνατό του. Οι Τούρκοι, όπως το συνήθιζαν, υποχρέωσαν τους νεαρούς ομήρους Ηπειρώτες σε επίσημο εξισλαμισμό (τελετουργική διαδικασία που περιελάμβανε και επώδυνη περιτομή...), αλλά ο εν λόγω Σουλτάνος, εντυπωσιασμένος από την ευρωστία, την ευφυΐα και την γενναιότητα του συνομηλίκου του Γεωργίου Καστριώτη, ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα για τη στρατιωτική αλλά και την ευρύτερη εκπαίδευσή του. (Δείτε και Σαράντου Καργάκου: «Αλβανοί, Αρβανίτες, Ελληνες» - Εκδ. I. Σιδερής - Αθήνα 2000). Στην αυλή του Οθωμανού Σουλτάνου, ο Γεώργιος Καστριώτης διακρίθηκε τόσο σε ηρωισμό [...] όσο και για την στρατιωτική του ιδιοφυϊα όταν, ως συναρχηγός σημαντικής εκστρατείας στη Μικρά Ασία εναντίον τού –επίσης- Τούρκου ηγεμόνα της Καραμανίας, τον κατανίκησε, επιδεικνύοντας σπάνιες στρατηγικές ικανότητες. (Δείτε: Τίτου Γιοχάλα: «Γεώργιος Καστριώτης - Σκεντέρμπεης», Εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα - Γιάννενα 1994). Γι' αυτή την σπουδαία στρατιωτική νίκη αλλά και για άλλα σημαντικά πολεμικά ανδραγαθήματα του που επακολούθησαν κατά την συμμετοχή του σε οθωμανικές εκστρατείες εναντίον Ούγγρων, Βόσνιων, Μογγόλων κ.ά., ο Γεώργιος Καστριώτης έλαβε την εξαιρετική τιμή να επονομασθεί από τον ίδιο τον Σουλτάνο με την επωνυμία «Ισκεντέρ-μπεη» δηλαδή, όπως προαναφέραμε, «Αλέξανδρος άρχων» ή «ηγεμών».
Το καθοριστικό αυτό γεγονός επιβεβαιώνει και «εκ πλαγίου» την ελληνικότητα του Γεωργίου Καστριώτη, εφ' όσον αποκαλύπτει ότι και στην συνείδηση των επικυριάρχων του Οθωμανών Τούρκων, ο νεαρός ήρωας εθεωρείτο ελληνικού γένους, ήταν δε εκ καταγωγής Ήπειρο - Μακεδόνας, ακριβώς όπως και ο Μέγας Αλέξανδρος από τον πατέρα του Φίλιππο, βασιλιά των Μακεδόνων και την μητέρα του Μυρτάλη – Ολυμπιάδα, θυγατέρα του βασιλιά των αρχαίων Ηπειρωτών Μολοσσών. 
Όμως και ενώ -επιφανειακά τουλάχιστο - ο Σκεντέρμπεης, ως εξισλαμισμένος όμηρος, φαινόταν να έχει αφομοιωθεί και ενσωματωθεί πλήρως στην οθωμανική στρατιωτική ιεραρχία όπου η ανέλιξή του ήταν ραγδαία, η διαδοχική δηλητηρίαση των δυο αδελφών του (για τον 3° αδελφό του λέγεται ότι έγινε μοναχός στο όρος Σινά...) και ο -επίσης- ύποπτος θάνατος του πατέρα του περί το έτος 1439, τον «αφύπνισαν» βίαια και άρχισε να έχει μυστικές επαφές με επιφανείς άνδρες της πρώην πατρικής του επικράτειας, αναζητώντας την κατάλληλη ευκαιρία για να ξεφύγει από τους Τούρκους. 
Η ευκαιρία τού δόθηκε το θέρος του έτους 1443, στην πόλη Νίσσα του Κοσσυφοπεδίου, κατά την διάρκεια σημαντικής μάχης του οθωμανικού στρατού (της αριστερής πτέρυγας του οποίου ηγείτο ο ίδιος ο Σκεντέρμπεης) εναντίον στρατιάς Ούγγρων, Βοσνίων και Σέρβων υπό την ηγεσία του Μαγυάρου (δηλαδή Ούγγρου) ήρωα Γιάνκου Χουνεντουάρα, που δεν ήταν άλλος από τον περίφημο, για τους αντιτουρκικούς πολέμους του, «Ιωάννη Ουνυάδη» των βυζαντινών χρονογράφων, άλλως τον «Λευκό Ιππότη» των Καθολικών Χριστιανών. Στην συγκεκριμένη μάχη ο Σκεντέρμπεης (ίσως και έπειτα από συνεννόηση προς τον Ουνυάδη...), αποσπάσθηκε αιφνιδιαστικά από την οθωμανική παράταξη επικεφαλής μικρού στρατιωτικού σχηματισμού από αφοσιωμένους Ηπειρώτες της σωματοφυλακής του και, καλπάζοντας νυχθημερόν, διέφυγε στην Κρόια όπου και κατόρθωσε να καταλάβει το πατρογονικό του -εξαιρετικά οχυρό- κάστρο, παραπλανώντας με ευφυές στρατήγημα την τουρκική φρουρά που το κατείχε. Για τους λάτρες των ιστορικών λεπτομερειών αναφέρουμε ότι το φρούριο της Κρόιας είχε κατασκευασθεί από τους Βυζαντινούς και το έτος 1250 μ.Χ. κατεχόταν από τον Δεσπότη της Ηπείρου Μιχαήλ Άγγελο-Κομνηνό (Δείτε Επίτομο Λεξικό «ΗΛΙΟΥ», σελ. 2456) δεδομένου ότι το «Δεσποτάτο της Ηπείρου» στην ακμή του, προς Νότον μεν είχε όρια τον Αμβρακικό κόλπο, προς Βορράν έφθασε να κατέχει εδάφη του σημερινού κράτους του Μαυροβουνίου, προς Ανατολάς προστατευόταν από την επιμήκη οροσειρά της Πίνδου και των Βορειοηπειρωτικών βουνών και προς Δυσμάς κατείχε την αντίστοιχη παραλιακή «ζώνη» του Ιονίου πέλαγος και της «εισόδου» στην Αδριατική Θάλασσα...».
«...Με ορμητήριο το περίφημο κάστρο της Κρόιας, ο Γεώργιος Καστριώτης κήρυξε την 28η Νοεμβρίου 1443 μια παράτολμη επανάσταση κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η οποία δεν άργησε να εξαπλωθεί σε αρκετές περιοχές της ευρύτερης Ηπείρου, δηλαδή της σημερινής Βορείου Ηπείρου και της μέσης Αλβανίας αλλά και της Βορειοδυτικής Μακεδονίας. [...] 
Κηρύσσοντας λοιπόν το έτος 1443 την απροσδόκητη επανάστασή του κατά των Οθωμανών Τούρκων (ήδη κατακτητών του μεγαλύτερου μέρους της Βαλκανικής, ο Γεώργιος Καστριώτης, συμμαχώντας και βοηθούμενος από τοπικούς ηγεμόνες και αρχηγούς «φαρών», οργάνωσε σύντομα κατά τρόπο θαυμαστό ένα τακτικό στράτευμα περίπου 15-16.000 ανδρών (όπως είπαμε αποτελούμενο από συμπατριώτες του Ηπειρώτες, Έλληνες και Αλβανούς), «κατανεμημένο» σε ελαφρύ ιππικό και πεζικό εξειδικευμένων δράσεων, τακτικού αλλά -κυρίως- ανορθόδοξου πολέμου. Ηγούμενος αυτού του σκληροτράχηλου στρατεύματος ο Σκεντέρμπεης, επί είκοσι πέντε ολόκληρα χρόνια (μέχρι την 17η Ιανουαρίου 1468, οπότε πέθανε ξαφνικά από ελονοσία), αντιμετώπισε νικηφόρα τις αλλεπάλληλες -εναντίον του- τουρκικές εκστρατείες, στις οποίες επικεφαλής τίθονταν οι επιφανέστεροι Οθωμανοί στρατηγοί αλλά και οι ίδιοι οι Σουλτάνοι Μουράτ Β' και Μωάμεθ Β'. (Ο 2ος ήταν ο γνωστός πορθητής της Κωνσταντινούπολης κατά το έτος 1453). 
Το γεγονός ότι -ιστορικά- αναφέρονται υπέρ τις δεκαπέντε (15!) τουρκικές εκστρατείες εναντίον του Γεωργίου Καστριώτη και των συμπολεμιστών του, (ότι) οι οθωμανικές εκστρατευτικές δυνάμεις ανέρχονταν κάθε φορά σε πολλές δεκάδες χιλιάδες άνδρες και (ότι) επικεφαλής των εκστρατειών έφθαναν στο σημείο να τίθενται οι ίδιοι οι Σουλτάνοι, αποτελούν φανερές αποδείξεις της σημασίας που είχε για την Οθωμανική Αυτοκρατορία η δυναμική της επανάστασης του Σκεντέρμπεη και η αδήριτη για τους Τούρκους αναγκαιότητα της υποταγής του άλλως της – «πάση θυσία»- εξόντωσής του. Εδώ, πρέπει να επισημάνουμε ότι η «σπουδή» των Τούρκων να κάμψουν την αντίσταση του Σκεντέρμπεη ήταν εύλογη διότι: 
1. Η διατήρηση της ανεξαρτησίας ενός αρκετά μεγάλου τμήματος της ευρύτερης Ηπείρου, όπως ήταν η περιοχή που έλεγχαν τα στρατεύματά του, συντηρούσε άσβηστο το αγωνιστικό αντιστασιακό πνεύμα κατά των Οθωμανών εισβολέων, σε όλη την - μόλις»- κατακτημένη Βαλκανική χερσόνησο και απειλούσε, διαρκώς τους αλλόφυλους κατακτητές με νέες εξεγέρσεις. 
2. Η απελεύθερη επικράτεια του Σκεντέρμπεη, έχοντας «πλάτη» στην Αδριατική Θάλασσα, διατηρούσε ανοιχτές γραμμές επικοινωνίας, εφοδιασμού και ενισχύσεων από την Ιταλία και, κατ' επέκταση, από την λοιπή χριστιανική Ευρώπη. 
3. Εφόσον ο Σκεντέρμπεης είχε υπό τον στρατιωτικό του έλεγχο την ηπειρωτική ακτή και κατ' επέκταση το εκεί κρίσιμο θαλάσσιο πέρασμα («στενά» του Οτράντο) προφανώς απέκλειε τη δυνατότητα άμεσης αποβατικής επέκτασης των Τούρκων εις βάρος των ηγεμονιών και των «δημοκρατιών» της Ιταλίας, σε μια εποχή (δεκαετία 1443-1453) κατά την οποία οι λαοί τους και οι ηγεμόνες τους δεν είχαν συνειδητοποιήσει - τουλάχιστον στον βαθμό που επιβαλλόταν- τον καταστροφικό κίνδυνο που αποτελούσε μια τουρκική εισβολή και κατοχή των εδαφών τους και ήσαν ανέτοιμοι να την αντιμετωπίσουν. 
(Η «αναπόφευκτη» οθωμανική εισβολή στην νότια Ιταλία επιχειρήθηκε όντως μετά τον θάνατο του Σκεντέρμπεη κατά το έτος 1480, όμως τότε -ευτυχώς- οι πολιτικο-στρατιωτικές συγκυρίες δεν επέτρεψαν στους Τούρκους την επέκτασή της, εκτός από την κατάληψη και την σχεδόν ολοκληρωτική καταστροφή της ακμάζουσας ιταλικής πόλεως-λιμένος του Οτράντο, που δεν ήταν άλλη από την αρχαιοελληνική πόλη του Υδρούντος). 
Ωστόσο -για να επανέλθουμε στα γεγονότα της Ιστορίας μα - μετά τις πρώτες εντυπωσιακές στρατιωτικές επιτυχίες του Σκεντέρμπεη, με πρώτη σημαντική μάχη και νίκη του την 29η Ιουνίου 1444, στην τοποθεσία Τορβιόλο (Σημ. ΔΕΕ: Ο κάμπος του Τορβιόλο/Τροβιόλο-Plain of Torvioll ή Plain of Shumbat, όπως ονομάζεται σήμερα, στην περιοχή της Δίβρης, βόρεια από την σημερινή πόλη της Επισκοπής- Peshkopi στην Β. Αλβανία) [...] έσπευσαν να ενταχθούν στις τάξεις του στρατού του και άλλοι ανεξάρτητοι Βαλκάνιοι πολεμιστές, όπως Σέρβοι, Μαυροβούνιοι και Βούλγαροι, οι ηγεμόνες των οποίων πρόσφατα είχαν υποκύψει στους Τούρκους επιδρομείς. 
Έτσι, πρώτη ίσως φορά μετά από τα χρόνια των κραταιών Βυζαντινών αυτοκρατόρων Βασιλείου Β' Βουλγαροκτόνου και Αλεξίου Α' Κομνηνού, δημιουργήθηκε μια οργανωμένη στρατιωτική δύναμη, η οποία δεν είχε τα χαρακτηριστικά «ευκαιριακής» επιστρατεύσεως. Πράγματι, φαίνεται ότι ο στρατός του Σκεντέρμπεη ήταν μια δύναμη συγκροτημένη και εκπαιδευμένη να βρίσκεται σε διαρκή ετοιμότητα για δράση ώστε, αφ'ενός να μην αφήνει στον δόλιο επιδρομέα δυνατότητες αιφνιδιασμών και αφ' ετέρου να μπορεί εκείνη -ως ετοιμοπόλεμη- να τον αιφνιδιάζει, να τον πανικοβάλλει, να του προξενεί οδυνηρές απώλειες και εν τέλει να τον τρέπει σε άτακτη φυγή, πέρα από τα πάτρια εδάφη. 

Σφραγίδα Γ. Καστριώτη
Αποκαλυπτικό της αγέρωχης αυτοπεποίθησης και των μακρόπνοων επιδιώξεων του Γεωργίου Καστριώτη, είναι ένα μοναδικό «ντουκουμέντο» αναντίρρητης αποδεικτικής αξίας των στοιχείων που επικαλούμαστε. Πρόκειται για την ίδια την ηγεμονική σφραγίδα του, όπου απεικονίζεται «Βυζαντινός» δικέφαλος αετός, ο οποίος έχει κάτω από τα νύχια του λύκο ή τσακάλι (έμμεση αλλά σαφής αναφορά στους Ασιάτες Τούρκους επιδρομείς...), φέρει δε κυκλικά επιγραφή στην ελληνική γλώσσα όπου (επί λέξει αλλά με αναγκαίες γραμματικές συντμήσεις) διαβάζουμε: 
«ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΕΛΕΩ ΘΥ, ΑΥΤ. ΡΩΜ., Ο ΜΕΓ. ΑΥΘ ΤΟΥΡ. ΑΛΒ. ΣΕΡΒΙ. Κ. ΒΟΥΛΓΑΡ». Δηλαδή σε πλήρη γραμματική–νοηματική ανάπτυξη: «ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ, ΕΛΕΩ ΘΕΟΥ, ΑΥΤΟΚΡΑΤΩΡ ΡΩΜΑΙΩΝ, Ο ΜΕΓΑΣ ΑΥΘΕΝΤΗΣ ΤΟΥΡΚΩΝ, ΑΛΒΑΝΩΝ, ΣΕΡΒΩΝ ΚΑΙ ΒΟΥΛΓΑΡΩΝ».[339]  

Η ιστορική αυτή σφραγίδα, η οποία εντοπίσθηκε το έτος 1634 και εκτίθεται στο εθνικό μουσείο της Κοπεγχάγης στην Δανία, είναι μπρούτζινη, σχήματος «ωοειδούς», έχει μήκος έξι εκατοστά και βάρος 280 γραμμάρια), αποκαλύπτει και αποδεικνύει αναντίρρητα την ελληνική γραφή, αλλά και την ελληνική «λαλιά» εκείνου του μεγάλου Ηπειρώτη ηγέτη-πολεμιστή. Παράλληλα, όμως, η ανωτέρω «κτητορική» επιγραφή του Σκεντέρμπεη, με την επίσημη προβολή (πιο επίσημη δεν γίνεται...). της ελληνικής εκδοχής της προσωνυμίας του, δηλαδή «Αλέξανδρος Βασιλεύς», αποκαλύπτει την πολιτειακή επιδίωξη της επανάστασής του, δηλαδή την ανασύσταση -τουλάχιστον κατ' αρχήν- του Ελληνοβυζαντινού Δεσποτάτου της Ηπείρου και της Μακεδονίας, εν συνεχεία δε τη επιδιωκόμενη «γύρωθεν» επέκτασή της στον βαλκανικό χώρο, με στόχο την ένταξη σ' αυτήν των λαών της, που βρίσκονταν ήδη υπόδουλοι στον τυρρανικό Οθωμανικό ζυγό. Το ότι η επέκταση αυτή -δυστυχώς- δεν ολοκληρώθηκε, οφείλεται στην στρατηγική και πολιτική «μυωπία» των τότε βασιλέων και λοιπών ηγεμόνων της χριστιανικής Ευρώπης, ειδικότερα δε οφείλεται στην αδίστακτη και κυνική (στην πρόταση των οικονομικών και εμπορικών συμφερόντων της...) πολιτική της ναυτικής «δημοκρατίας» της Βενετίας. Πράγματι, η «Γαληνότατη» όπως την αποκαλούσαν, η οποία κυριαρχούσε τότε στην Αδριατική Θάλασσα, κατέχοντας στρατιωτικά τμήμα των βορείων ηπειρωτικών παραλίων πέραν του Δυρραχίου, ενίσχυε μεν τον Σκεντέρμπεη αλλά -προφανώς υστερόβουλα- μόνον όσο χρειαζόταν για να αντιστέκεται στους Τούρκους μέσα στα στενά όρια της μικρής επικράτειας του, χωρίς όμως να αποκτά προϋποθέσεις για μια ευρύτερη διεύρυνση - επέκτασή της, που η στρατηγική ιδιοφυία του ήταν βέβαιο ότι θα επιτύγχανε. Είναι πρόδηλο ότι οι Ευρωπαίοι «Φραγκολεβαντίνοι» θεωρούσαν ως «χειρότερη» εξουσιαστική εξέλιξη στην χερσόνησο του Αίμου, την σύσταση ενός ισχυρού ελληνικού κράτους με βασιλέα έναν αγέρωχο και μη χειραγωγούμενο «Ρωμαιο-βυζαντινό» άρχοντα, μακραίωνης ευγενούς ελληνικής καταγωγής. 
Κι αυτό διότι, προσλαμβάνοντας ο Καστριώτης την συμβολική ονομασία «Αλέξανδρος βασιλεύς», διακήρυττε σαφέστατα ότι θεωρούσε την επιδιωκόμενη βασιλεία του ως «κληρονομική» αναβίωση και ιστορική συνέχεια των αρχαίων Ελλήνων Μακεδόνων και Ηπειρωτών βασιλέων αλλά και των πλέον πρόσφατων «Ρωμαίων», δηλαδή των Ελληνο-βυζαντινών αυτοκρατόρων. 

[...] Σε κάθε περίπτωση (τότε) ο μεγαλοφυής στρατηλάτης Γεώργιος Καστριώτης βρέθηκε εξ αρχής αναγκασμένος να «ισοφαρίσει» τις αμείλικτες ανισότητες μεταξύ του ολιγάριθμου στρατού του και των τεράστιων οθωμανικών στρατιών, με τις οποίες γνώριζε ότι θα ερχόταν αντιμέτωπος άμεσα. Έτσι λοιπόν, χωρίς να χάσει καιρό, επέβαλε υποχρεωτική στράτευση και σκληρή στρατιωτική εκπαίδευση των μαχίμων ανδρών, στις περιοχές που ήλεγχε μέσω των συμμαχητών του οπλαρχηγών, ενώ παράλληλα, σχεδίασε και εφάρμοσε δοκιμασμένες (από την ελληνική αρχαιότητα και την πιο πρόσφατη Βυζαντινή/Ακριτική παράδοση) στρατηγικές διεξαγωγής ανορθόδοξου πολέμου και μαχών, με συνδυασμούς τακτικών υποχωρήσεων και ξαφνικών αντεπιθέσεων, με ευφυείς ενέδρες και τακτική «καμμένης γης», με κυκλωτικές κινήσεις και εξουθενωτικές νυκτομαχίες. 
Επίσης, είναι αξιοσημείωτη η πολεμική τακτική του Καστριώτη στην αντιμετώπιση των πολιορκιών της Κρόιας, η οποίας, χάρις στο εξαιρετικό οχυρό κάστρο της, αποτελούσε το αντιστασιακό προπύργιο της επανάστασης, γι’ αυτό πολιορκήθηκε πολλές φορές και με ιδιαίτερη επιμονή από τα οθωμανικά στρατεύματα. Ο Σκεντέρμπεης ποτέ δεν κλείσθηκε στο κάστρο του στην Κρόια κατά την διάρκεια των δυσβάστακτων αυτών πολιορκιών, αναθέτοντας την ηγεσία των πολιορκημένων συμμαχητών του σε έμπιστους και αποδεδειγμένα ικανούς οπλαρχηγούς του, μεταξύ των οποίων αναδείχθηκε ιδιαίτερα ο περίφημος «Κόντης» Ουρανός. Παράλληλα ο ίδιος ο Καστριώτης, επικεφαλής ευέλικτων στρατιωτικών τμημάτων (ελαφρών ιππέων και ορεσίβιων «καταδρομέων») μετακινείτο συνεχώς στις γύρω απάτητες οροσειρές, ελέγχοντας «περιμετρικά» την ευρύτερη περιοχή, εξοντώνοντας και λεηλατώντας τις εφοδιοπομπές των Τούρκων ή «κεραυνοβολούσε» τις στρατοπεδευμένες, γύρω από την πολιορκημένη καστρόπολη, οθωμανικές στρατιές, τρομοκρατώντας τις με αιφνιδιαστικές νυκτερινές επιθέσεις και καταρρακώνοντας το ηθικό τους. (Δείτε σχετικά Ισμαήλ Κανταρέ: «ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ», Εκδόσεις «Πορεία»). 
Με την ευφυή αυτή στρατηγική και τακτική, ο Σκεντέρμπεης, αφ' ενός συντηρούσε σε εγρήγορση και με υψηλό ηθικό τους πολιορκημένους συμμαχητές του, οι οποίοι δεν αισθάνονταν απομονωμένοι και αφ' ετέρου, διατηρώντας την πρωτοβουλία των πολεμικών κινήσεων, έλεγχε προσωπικά την συνοχή των επισφαλών συμμαχιών του με τους άλλους άρχοντες - οπλαρχηγούς, πολλοί από τους οποίους δέχονταν συνεχείς δελεαστικές προτάσεις εξαγοράς τους εκ μέρους των Τούρκων, προκειμένου να αποστατήσουν. (Δυστυχώς άλλωστε, κάποιοι από αυτούς υπέκυψαν στον «πειρασμό»...). 
Τέλος, κατόρθωσε να οργανώσει (χάρις σε παλαιές φιλίες από την περίοδο της ομηρείας του), άρτια «δίκτυα» ανιχνεύσεων και στρατιωτικής κατασκοπείας, τα οποία έφθαναν έως τη σουλταντική αυλή στην Ανδριανούπολη, πρωτεύουσα τότε των Οθωμανών μέχρι το έτος 1453, οπότε κατελήφθη η Κωνσταντινούπολη. Αποτελούν χαρακτηριστική απόδειξη αυτού του άριστου στρατηγικού σχεδιασμού και της αποτελεσματικότητος της τακτικής του Καστριώτη η «αγκίστρωση» και η παγίδευση (την 10η Οκτωβρίου 1445) μιας ισχυρής οθωμανικής στρατιάς υπό τον Feruz Pasha, αποτελουμενης από είκοσι χιλιάδες ιππείς, στα στενά των ποταμών Δρίνου και Μάτι, για να επακολουθήσει η ολοσχερής εξόντωσή της. 
Ακολούθησε (την 27η Σεπτεμβρίου 1446), ο στρατηγικός εγκλωβισμός μιας άλλης τεράστιας οθωμανικής στρατιάς υπό τον Μουσταφά-Πασά, στην πεδιάδα της πόλεως Οττονέτα όπου, μετά από νυκτερινό αιφνιδιασμό του Σκεντέρμπεη, κατεσφάγησαν περί τους πέντε χιλιάδες Τούρκοι, ενώ οι υπόλοιποι διασκορπίσθηκαν πανικόβλητοι. (Δείτε «Ιστορία Εικονογραφημένη», Εκδ. «ΠΑΠΥΡΟΣ», Τεύχος 14, σελ. 24-31, Αθήναι, 1968). 
Όμως οι περιφανείς εκείνες νίκες του Σκεντέρμπεη δεν «χαροποιούσαν», όλους τους στρατιωτικούς αντιπάλους των Τούρκων... 
Οι δόλιοι Βενετοί δεν έπαψαν ποτέ να ενεργούν «πισώπλατα» εναντίον του και σε πολλές περιπτώσεις (πάντοτε προτάσσοντας το οικονομικό τους όφελος...) έφθασαν να εφοδιάζουν με τον στόλο τους τις εκστρατευτικές -εναντίον του Σκεντέρμπεη- δυνάμεις των εχθρών τους Οθωμανών (...) αλλά και να συνωμοτούν σε βάρος του (με την συνεργασία και Αλβανών φυλάρχων), ιδιαίτερα όταν εκείνος αρνήθηκε, εν έτει 1447, να δηλώσει «φόρου υποτελής» στην «Γαληνότατη», ώστε να τεθεί υπό την... «προστασία» της. 
Ο αγέρωχος Σκεντέρμπεης, όχι μόνο δεν υπέκυψε στους ωμούς εκβιασμούς τους, αλλά και δεν δίστασε να αντιμετωπίσει ταυτόχρονα, τόσο τους Βενετούς όσο και τους Τούρκους όταν εκείνοι - έχοντας συνάψει μεταξύ τους συνθήκες ειρήνης - την άνοιξη του έτους 1448, του κήρυξαν τον πόλεμο, προφανώς «τελούντες εν συνεννοήσει». 
Ετσι λοιπόν, συγκεντρώνοντας ταχύτατα τις δυνάμεις του, ο Καστριώτης αποφάσισε να αντιμετωπίσει πρώτα στους Βενετούς που διέθεταν περί τους 14.000 άνδρες, οι περισσότεροι από τους οποίους ήσαν μισθοφόροι Αλβανοί και συγκεκριμένα Γκέκηδες «Μιρδίτες», δηλαδή χριστιανοί καθολικού δόγματος.
Η αποφασιστική μάχη δόθηκε κοντά στην ηπειρωτική καστρόπολη Σκουτάρι την 3η Ιουλίου 1448 και ήταν σκληρή, αλλά ο επαναστατικός στρατός του Καστριώτη θριάμβευσε και οι αντίπαλοι του είχαν περισσότερους από δυο χιλιάδες νεκρούς και ισάριθμους αιχμαλώτους, τους οποίους εκείνος, φερόμενος μεγαλόψυχα, τους άφησε ελεύθερους. Μετά από αυτή τη βαριά στρατιωτική ήττα της, η Βενετία αναγκάσθηκε να ζητήσει ανακωχή και τελικά, την 4η Οκτωβρίου 1448, στην βορειοηπειρωτική πόλη «Αλέσιο» (πρόκειται για την αρχαιοελληνική πόλη Λισσό, με την ονομασία που είχε εκείνη την εποχή), συμφωνήθηκε ειρήνη πολυετούς διάρκειας. 
Εν τω μεταξύ όμως, αμέσως μετά την μάχη στο Σκουτάρι, ο Σκεντέρμπεης, στράφηκε εναντίον των Τούρκων που, εκμεταλλευόμενοι τον πόλεμο του με τους Βενετούς, είχαν προελάσει ήδη μέχρι την Κρόια και την πολιορκούσαν. Κινούμενος ταχύτατα ο Σκεντέρμπεης έφθασε απρόοπτα στα νώτα τους και τους αιφνιδίασε μέσα στη νύχτα, ενώ οι πολιορκημένοι υπερασπιστές της Κρόιας, με επικεφαλής τον φρούραρχο «Κόντη» Ουρανό, έκαναν έξοδο και απέκλεισαν κάθε δυνατότητα διαφυγής των εχθρών. Η συντριβή των Οθωμανών ήταν ολοκληρωτική, με οδυνηρές απώλειες που έφθασαν τις πέντε χιλιάδες νεκρούς και αντίστοιχους αιχμαλώτους, μεταξύ δε αυτών ήταν και ο αρχηγός τους Μουσταφά-Πασά. (Δείτε «Ιστορία Εικονογραφημένη», Εκδόσεις «ΠΑΠΥΡΟΣ», τεύχος 14, σελ. 24-31, Αθήναι 1968, Giacomo de Antonellis)...».[339α]

Εκείνο όμως που πρέπει να επισημανθεί είναι η πρωτοβουλία την οποία ανέλαβε ο Γ. Καστριώτης, που αποδεικνύει την πολιτική ευφυία του, αλλά και την γενικότερη αντίληψη των γεωστρατηγικών συσχετισμών της εποχής, την οποία κατείχε. Αυτή τον οδήγησε να επιδιώξει ευρύτερες συμμαχίες, ώστε να έχει πιθανότητες επιτυχίας ο αγώνας του εναντίον της πανίσχυρης Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Έτσι, στις 2 Μαρτίου 1444 συγκάλεσε μια συνέλευση όλων των Αλβανών τοπαρχών και πολεμάρχων, στην οποία συμμετείχαν επίσης ο πρίγκιπας του Μαυροβουνίου (της ηγεμονίας της Άνω Ζέτας) Στέφανος Τσερνόγιεβιτς (Stefan Crnojević) με τους τρείς γιους του, καθώς και αντιπρόσωποι της Βενετίας, στον καθεδρικό ναό της πόλης Αλέσιο (Alesio, Lezhë, Λέζια, η αρχαία Λίσσος), που ανήκε στην Ενετική Δημοκρατία.
Στην συνέλευση αυτήν συμφωνήθηκε να παραμερισθούν οι διαφορές μεταξύ των παρεβρεθέντων και αναγνωρίσθηκε ο ηγετικός ρόλος και η πρωτοκαθεδρία του Γεωργίου Καστριώτη στην αντίσταση εναντίον των Οθωμανών. 
Ουσιαστικά ολόκληρη η σημερινή βόρεια Αλβανία, αλλά και μεγάλο τμήμα της Ηπείρου αποδέχθηκαν την ηγεσία και την αρχιστρατηγία του, αν και οι τοπικοί φεουδάρχες διατήρησαν τον έλεγχο των περιοχών τους. Κάτω από το λάβαρο του Καστριώτη μια δύναμη περίπου 15.000 ανδρών θα αντισταθεί επί 25 χρόνια στις λυσσαλέες επιθέσεις και εκστρατείες των Οθωμανών. 

Χάρτης 26
Η Λίγκα του Αλέσιο
υπό τον Γεώργιο Καστριώτη
Η Λίγκα του Αλέσιο (The League of Lezhë) ή Αλβανικός Σύνδεσμος αντιπροσωπεύει την πρώτη προσπάθεια σχηματισμού ενός αλβανικού εθνικού κράτους, σύμφωνα με τους Αλβανούς ιστορικούς.[340] Στην πραγματικότητα αποτελούσε μια χαλαρή ομοσπονδία ανεξαρτήτων τοπαρχών, οι οποίοι ανέλαβαν την υποχρέωση να ακολουθούν μια κοινή εξωτερική πολιτική, να υπερασπιστούν από κοινού την ανεξαρτησία τους απέναντι των Οθωμανών και να εντάξουν τις στρατιωτικές τους δυνάμεις στην Λίγκα, καθώς και να συνεισφέρουν οικονομικά στις δαπάνες του πολέμου. Ταυτόχρονα, κάθε πατριά (φάρα) διατηρούσε τις εδαφικές της κτήσεις και την αυτονομία της στην επίλυση των εσωτερικών της ζητημάτων στην περιοχή της.(Βλ. Χάρτη 26)
Σε κάθε περίπτωση πάντως, ο σχηματισμός και η λειτουργία της Λίγκας, της οποίας ο Γεώργιος Καστριώτης αναγνωρίστηκε ως υπέρτατος φεουδαλικός Άρχων (Επικυρίαρχος), υπήρξε η πλέον σημαντική προσπάθεια να οργανωθεί μια παναλβανική αντίσταση εναντίον της Οθωμανικής κατάκτησης και ταυτόχρονα, μια προσπάθεια να δημιουργηθεί – στην σύντομη σχετικά διάρκεια της ύπαρξής της – ένα είδος ενοποιημένου αλβανικού κράτους. Δεν είναι επομένως καθόλου τυχαίο ότι μέχρι σήμερα ο «Σκεντέρμπεης» (Skanderbeg) αποτελεί τον εθνικό ήρωα των Αλβανών και η περίοδος του Αλβανικού Συνδέσμου θεωρείται μια κορυφαία περίοδος της Ιστορίας της, ειδικότερα όταν συγκρίνεται με τις μετέπειτα συνεχείς αποτυχημένες προσπάθειες (μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα), μέχρι να καταφέρουν επί τέλους να δημιουργήσουν ανεξάρτητο κράτος.

Επανερχόμενοι στα γεγονότα εκείνης της εποχής, οφείλουμε να αναφερθούμε στις ολοένα και στενότερες πολιτικοστρατιωτικές σχέσεις που καλλιέργησε ο Γ. Καστριώτης, κατά την περίοδο των συγκρούσεων με τους Ενετούς, με τον βασιλέα της Αραγωνίας Αλφόνσο τον Ε΄ (Alfonso V of Aragon, 1416–1458), ο οποίος ήταν ο σημαντικότερος ανταγωνιστής της Βενετίας στην Αδριατική και του οποίου τα σχέδια για την δημιουργία μιας αυτοκρατορίας στην Μεσόγειο συναντούσαν διαρκώς την αντιπαλότητα της «Γαληνοτάτης Δημοκρατίας του Αγίου Μάρκου» (όπως ήταν η επίσημη ονομασία της Βενετίας).[341]
Παρ’ όλο που ο Γ. Καστριώτης είχε αντισταθεί με επιτυχία στις εκστρατείες που είχε επιχειρήσει αυτοπροσώπως ο Μουράτ ΙΙ, οι συγκομιδές στις σοδιές είχαν πενιχρά αποτελέσματα και ο λιμός ήταν γενικευμένος. Στις δύσκολες αυτές περιστάσεις και μετά από εκκλήσεις του Καστριώτη, ο , ο Αλφόνσος Ε΄ ανταποκρίθηκε άμεσα και στην συνέχεια υπογράφηκε μεταξύ τους η Συνθήκη της Γαέτας * (Treaty of Gaeta) στις 26 Μαρτίου 1451, σύμφωνα με την οποία ο Γ. Καστριώτης έγινε τυπικά υποτελής του βασιλέα της Αραγώνος με αντάλλαγμα πλήρη στρατιωτική βοήθεια.[342]

Έναν μήνα μετά την Συνθήκη, στις 21 Απριλίου 1451 ο Γ. Καστριώτης νυμφεύθηκε στην Ορθόδοξη Ιερά Μονή Γεννήσεως Θεοτόκου Αρδευούσης (περίπου 12 χλμ βόρεια από την σημερινή πόλη του Φίερι στην κεντρική Αλβανία) την Ντόνικα, κόρη του Γεωργίου Αριανίτη Θώπια Κομνηνού[343] (αλβ. Gjergj Arianiti), ενός από τους πλέον επιφανείς Ηπειρώτες ευγενείς (με καταγωγή από την βυζαντινή οικογένεια των Κομνηνών), ενισχύοντας με αυτόν τον τρόπο τους δεσμούς μεταξύ των δύο οικογενειών. Το μοναδικό τους τέκνο, που γεννήθηκε το 1456, ήταν ο Ιωάννης Β΄ Καστριώτης (αλβ. Gjon Kastrioti II).
Αμέσως μετά την υπογραφή της Συνθήκης ο Αλφόνσος V υπέγραψε και άλλες Συνθήκες με τους υπόλοιπους σημαντικούς φεουδάρχες της Αλβανίας, όπως τον Γκόλεμ Αριανίτη Κομνηνό (Golem Arianit Komneni),[344] καθώς και με τον Δεσπότη του Μυστρά Δημήτριο Παλαιολόγο.[345] Αυτές οι κινήσεις του Αλφόνσου V υποδεικνύουν τις προθέσεις του για τον σχεδιασμό μιας σταυροφορίας, η οποία θα ξεκινούσε από τις αλβανικές περιοχές και τον Μωριά,[346] που δυστυχώς ποτέ δεν υλοποιήθηκε. 
Το 1453 ο Γ. Καστριώτης ταξίδεψε μυστικά στο Βασίλειο της Νεαπόλεως και στο Βατικανό στην Ρώμη, πιθανότατα για να συζητήσει τις νέες συνθήκες που δημιουργήθηκαν μετά την Άλωση της Πόλης και τον σχεδιασμό μιας νέας σταυροφορίας, την οποία θα παρουσίαζε ο Αλφόνσος V στον Πάπα Νικόλαο V.[347] 

Η πολιορκία του Βερατίου το 1455 υπήρξε η πρώτη πραγματική δοκιμασία μεταξύ των στρατιωτικών δυνάμεων της Λίγκας και των στρατευμάτων του νέου Σουλτάνου Μωάμεθ ΙΙ του Πορθητή (Mehmed II Fatih, 1451-1481). Τραγικά σφάλματα τακτικής και υπερβολική σιγουριά, ιδίως μετά τις διαβεβαιώσεις του Τούρκου διοικητή του φρουρίου ότι θα το παραδώσει εάν δεν έρθουν σύντομα οι ενισχύσεις που του είχαν υποσχεθεί, είχαν ως συνέπεια την χαλάρωση της απαραίτητης επιφυλακής και ετοιμότητας με αποτέλεσμα τα στρατεύματα της Λίγκας να υποστούν συντριπτική ήττα από μια μεγάλη στρατιωτική δύναμη (κυρίως ιππικό) με επικεφαλής τον Ισάκ-μπέη, Πασά των Σκοπίων, που έφθασε στην περιοχή και αιφνιδίασε τις διασκορπισμένες δυνάμεις των πολιορκητών. 
Η ταπεινωτική αυτή ήττα είχε ευρύτερες συνέπειες και επηρέασε την στάση πολλών Αλβανών πολεμάρχων. Ένας από αυτούς, ο Μωυσής Αριανίτης Γολέμης (Moisi Arianit Golemi), Άρχων της Δίβρης, αυτομόλησε τότε στους Οθωμανούς για να επανέλθει το 1456 στην Αλβανία ως Διοικητής μιας τουρκικής στρατιάς 15.000 ανδρών, αλλά θα ηττηθεί από τις αριθμητικά υποδεέστερες δυνάμεις (6000 ιππείς και 4000 πεζοί) του Γ. Καστριώτη στην μάχη του Οράνικ. Αργότερα, την ίδια χρονιά, ο Μωυσής επέστρεψε στην Αλβανία εκλιπαρώντας την συγνώμη του Καστριώτη, ο οποίος τον συγχώρεσε και τον αποκατέστησε ως άρχοντα της Δίβρης. Παρέμεινε πιστός μέχρι τον θάνατό του το 1464. 

Το 1456, ένας ανεψιός του Καστριώτη (γιος της αδελφής του Ελένης-Jelena), ο Γεώργιος Στρέζιος Μπάλσα (Gjergj Stress Balsha), πούλησε το φρούριο του Μοδρίκα (Μόντριτς-Modric) στους Οθωμανούς έναντι 30.000 αργυρών δουκάτων. Παρ’ όλο που προσπάθησε να καλύψει την πράξη του τελικά ξεσκεπάστηκε και στάλθηκε στην Νάπολι όπου φυλακίστηκε. Στις αρχές του 1457, άλλη μια σημαντική λιποταξία κλόνισε ψυχικά τον Γ. Καστριώτη. Ο γιος του μεγαλύτερου αδελφού του (νεκρού ήδη προ πολλού) Στανίση-Staniše, ο Χάμζα (όταν βαπτίσθηκε χριστιανός πήρε το όνομα Μπρανίλο) Καστριώτης, ανυπέρβλητος και ατρόμητος πολεμιστής, τον οποίον είχε αναθρέψει ο ίδιος και ήταν ο έμπιστος και ικανότατος υπαρχηγός του, αυτομόλησε στους Τούρκους, όταν συνειδητοποίησε ότι δεν είχε πλέον ελπίδα να διαδεχθεί τον θείο του και να κληρονομήσει τις κτήσεις του μετά την γέννηση (το καλοκαίρι του 1456) του Ιωάννη Β΄ Καστριώτη. 
Το καλοκαίρι του 1457 μια πολυάριθμη οθωμανική στρατιά πάνω από 70.000 άνδρες[348] εισέβαλε στις αλβανικές περιοχές με στόχο να συντρίψει μια και καλή την αντίσταση της Λίγκας και των συμμάχων της. Αυτή η σημαντική στρατιωτική δύναμη είχε επικεφαλής τον Ισάκ-μπέη (τον μοναδικό Τούρκο διοικητή που είχε επιτύχει να νικήσει τον στρατό του Γ. Καστριώτη κατά την πολιορκία του Βερατίου), ο οποίος συνοδευόταν από τον λιποτάκτη Χάμζα Καστριώτη, τον πολέμαρχο που γνώριζε άριστα την αλβανική στρατηγική και τακτική. Ο οθωμανικός στρατός εισέβαλε στις αλβανικές περιοχές ερημώνοντας τα πάντα στο πέρασμά του και στρατοπέδευσε στον κάμπο του Ujebardha (που μεταφράζεται κατά λέξη Άσπρο Νερό), στον ποταμό Μάτη (Mat) ανάμεσα στις πόλεις Αλέσιο/Λέζια (Lezhë) και Κρόια/Κρούγια (Krujë). 
Όλο αυτό το διάστημα ο Γ. Καστριώτης παρέμεινε στο Αλέσιο αποφεύγοντας να συγκρουσθεί με τον οθωμανικό στρατό, δίνοντας την εντύπωση ότι δίσταζε να πολεμήσει εναντίον μιας τόσο μεγάλης στρατιωτικής δύναμης. Στην πραγματικότητα αναζητούσε την κατάλληλη ευκαιρία, ενώ ταυτόχρονα φρόντιζε να συγκεντρώσει ενισχύσεις από τους Αλβανούς φεουδάρχες, αλλά και από τον Πάπα.[349] 

Στις 2 Σεπτεμβρίου 1457 και ενώ οι Οθωμανοί είχαν χαλαρώσει την πειθαρχία και την επιφυλακή τους λόγω της απραξίας του Γ. Καστριώτη δέχθηκαν την συνδυασμένη επίθεση των αλβανικών δυνάμεων. Το αποτέλεσμα ήταν οι οθωμανικές δυνάμεις να υποστούν μια συντριπτική ήττα. Ο Χάμζα συνελήφθη αιχμάλωτος και στάλθηκε σιδηροδέσμιος στην Νάπολι, ενώ η οθωμανική στρατιά διασκορπίστηκε, έχοντας υποστεί βαρύτατες απώλειες. Η νίκη αυτή του Γ. Καστριώτη υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα πολεμικά του κατορθώματα και οδήγησε στην σύναψη πενταετούς Συνθήκης Ειρήνης με τον Σουλτάνο Μωάμεθ ΙΙ τον Πορθητή.[350] 
Όταν ο βασιλεύς Αλφόνσος V της Αραγωνίας (και Αλφόνσος Ι της Νεαπόλεως) απεβίωσε στις 27 Ιουνίου 1458 στην Νάπολι ο Γ. Καστριώτης έστειλε εκπροσώπους του στον (νόθο) γιο και διάδοχο του στον θρόνο της Νεαπόλεως, τον Φερδινάνδο Ι (Ferdinand Ι, 1458-1494), επιδιώκοντας να ανανεώσει τους δεσμούς και την φιλία που συνέδεαν τις δύο χώρες. Όπως έχει επισημανθεί,[351] ο θάνατος του βασιλέως Αλφόνσου σηματοδοτεί το τέλος των αραγωνέζικων φιλοδοξιών για την δημιουργία μιας αυτοκρατορίας στην Μεσόγειο, καθώς και των ελπίδων για μια νέα σταυροφορία εναντίον των Οθωμανών, στην οποία ο Γ. Καστριώτης θα διεδραμάτιζε ηγετικό ρόλο. Οι καλές σχέσεις πάντως του Γ. Καστριώτη με το Βασίλειο της Νεαπόλεως ανανεώθηκαν, αλλά η κατάσταση είχε αλλάξει ριζικά. Ο Φερδινάνδος Ι δεν διέθετε τις ικανότητες του πατέρα του και επί πλέον αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα από τους Γάλλους (Ανδεγαυούς-Angevins = The House of Anjou), οι οποίοι επεδίωκαν να ανακτήσουν το Βασίλειο της Νεαπόλεως, από όπου είχαν εκδιωχθεί μετά την κατάκτησή του από τον πατέρα του Φερδινάνδου Ι, κάτι που φάνηκε ότι θα επιτύγχαναν άμεσα λόγω της μη αναγνώρισης του Φερδινάνδου από τον Πάπα Κάλλιστο ΙΙΙ ως νομίμου διαδόχου. Όταν τον Αύγουστο του 1458 ο Πάπας Κάλλιστος ΙΙΙ απεβίωσε και ο νέος Πάπας Πίος ΙΙ (Αινείας Σίλβιος Πικολομίνι, στον οποίο θα αναφερθούμε σε άλλο Κεφάλαιο) αναγνώρισε τους τίτλους του Φερδινάνδου, οι Γάλλοι κατέληξαν στην απόφαση να διεκδικήσουν το Βασίλειο με τα όπλα. Ήταν πλέον η σειρά του Γ. Καστριώτη να βοηθήσει τον Φερδινάνδο Ι ώστε να κρατήσει τον θρόνο του, ο οποίος κινδύνευε σοβαρά μετά την σπουδαία νίκη των Γάλλων στην μάχη του Σάρνο τον Ιούλιο του 1460. Πραγματικά, ο Γ. Καστριώτης, μετά τις συνεχείς εκκλήσεις του Φερδινάνδου Ι, απέστειλε αρχικά μια δύναμη ιππικού από 500 άνδρες τον Σεπτέμβριο του 1460 και αργότερα, αφού συνήψε τριετή εκεχερεία με τους Οθωμανούς, τον Αύγουστο του 1461 αποβιβάσθηκε στην Απουλία επικεφαλής 1000 ιππέων και 2000 πεζών, αγνοώντας τις πιέσεις, αλλά και την προσφορά σύναψης συμμαχίας από τον Ιωάννη Αντώνιο Ορσίνι (Giovanni Antonio Orsini), πρίγκιπα του Τάραντα, ενός από τους ισχυρότερους αντιπάλους του Φερδινάνδου Ι. Η απάντηση του Γ. Καστριώτη στις δελεαστικές προτάσεις του Ορσίνι είναι χαρακτηριστική, υπενθυμίζοντάς του σε μια επιστολή με ημερομηνία 31 Οκτωβρίου 1460 ότι έχει δώσει όρκο στην Δυναστεία της Αραγώνος, τον οποίον δεν πρόκειται να καταπατήσει, ιδιαίτερα στις δύσκολες στιγμές, τονίζοντας μάλιστα ότι οι Ηπειρώτες δεν προδίδουν ποτέ τους φίλους τους, αποκαλύπτοντας έτσι και τα βαθύτερα πιστεύω του ως προς την καταγωγή του: 
«...οι προπάτορες ημών ήσαν Ηπειρώτες, εκ των οποίων ηγέρθη εκείνος ο Πύρρος του οποίου την ορμήν μόλις οι Ρωμαίοι ηδυνήθησαν να αντικρούσουν...»,[352] υπονοώντας τις νίκες του βασιλιά των Μολοσσών Πύρρου κατά των ρωμαϊκών στρατιών στην διάρκεια της εκστρατείας του στην Μεγάλη Ελλάδα.

(*) Η παραθαλάσσια πόλη της Γαέτας, στις ακτές της Τυρρηνικής θάλασσας, στα ΝΔ της Ρώμης, απέχει από αυτήν 120 χλμ και από την Νάπολι στα νότια 80 χλμ. Αποικία Σαμίων στην αρχαιότητα κατελήφθη το 1435 μετά από πολιορκία από τον βασιλιά της Αραγωνίας Αλφόνσο V, ο οποίος την χρησιμοποίησε στην συνέχεια ως ορμητήριο για την κατάκτηση και των υπολοίπων περιοχών του βασιλείου της Νεαπόλεως, η οποία ολοκληρώθηκε το 1442. Ο Αλφόνσος V επεξέτεινε και ανακαίνισε το φρούριο της πόλης, ένα τμήμα του οποίου μετέτρεψε σε ανάκτορο όπου διέμενε συχνά. 

(Συνεχίζεται)

Πηγή: Δημητρίου Ε. ΕυαγγελίδηΗ καταγωγή των Αλβανών και οι αρβανιτόφωνοι Έλληνες, Εκδόσεις Ινφογνώμων, Αθήνα 2014, Απόσπασμα σελ. 165-184.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η κόσμια κριτική και η ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των σχολιαστών είναι σεβαστή. Σχόλια τα οποία υπεισέρχονται σε προσωπικά δεδομένα ή με υβριστικό περιεχόμενο να μην γίνονται. Τα σχόλια αποτελούν καθαρά προσωπικές απόψεις των συντακτών τους. Οι διαχειριστές δεν ευθύνονται σε καμία περίπτωση για τυχόν δημοσίευση υβριστικού ή παράνομου περιεχομένου στα σχόλια των αναρτήσεων.Τα σχόλια αυτά θα διαγράφονται με την πρώτη ευκαιρία.