Σάββατο 3 Ιουνίου 2017

Η πολιτική του Βατικανού, Μέρος Β' - Απόστολου I. Παπαδημητρίου


Ουνία
Κεφάλαιο Γ'
Η ρουμανική προπαγάνδα:
2. Ἡ πολιτική τοῦ Βατικανοῦ

Κατά τόν Ρουμάνο διπλωμάτη Trandafir (Τριαντάφυλλο) Djuvara, μᾶλλον βλάχικης καταγωγῆς, ἡ καθολική προπαγάνδα στή Βαλκανική ἄρχισε τό 1845. 8952. Ὁ Berard, πού περιόδευσε στήν Ἀλβανία καί στή Δυτική Μακεδονία ἐπί διετία (1890-1982), παρέχει πολλά ἐνδιαφέροντα στοιχεῖα γύρω ἀπό τό θέμα μας. «Οἱ γάλλοι Ἰησουίτες καί Λαζαριστές τῆς Κωνσταντινούπολης», γράφει, «ὀνειρεύτηκαν μιά θαυμάσια κατάκτηση γιά τήν παποσύνη. Ἔκαναν νά ἀχνοφέξει στά μάτια τῶν Σλάβων ἡ ἐλπίδα μιᾶς ἐθνικῆς κοινότητας καί ζωῆς, πού θά τούς κόμιζε ἡ Γαλλία, ἄν προσχωροῦσαν στή Ρωμαϊκή καθέδρα. Ἀπό τήν πλευρά της ἡ γαλλική πρεσβεία ἔλπιζε ὅτι ἡ καθολική Βουλγαρία θά ἦταν τό καλύτερο πρόχωμα μεταξύ Κωνσταντινούπολης καί Ρωσίας. Καταπιάστηκαν μέ τόν ἐκκαθολικισμό τῶν Σλάβων μέσω σλάβων ἱεραποστόλων καί μέσω πολωνῶν παπάδων. Ἵδρυσαν ἱεραποστολές σ’ ὁλόκληρη τήν εὐρωπαϊκή Τουρκία. Οἱ Λαζαριστές ἐγκαταστάθηκαν στό Μοναστήρι τό 1857». 48226. Αὐτό ἔγινε μέ πρωτοβουλία τοῦ Γάλλου προξένου Bellaigne de Bughas. 39186. Ἄς σημειωθεῖ ὅτι κατά τήν ἐποχή ἐκείνη καί ἡ Γαλλία ἔτρεφε ὄνειρα γιά ἐπέκταση τῆς ζώνης ἐπιρροῆς της στούς Βλάχους, ὅπως ἀπορρέει ἀπό ἔκθεση Αὐστριακοῦ διπλωμάτη πρός τό ὑπουργεῖο του ἐπί τῶν Ἐξωτερικῶν (1866): «Ὁ πρό ὀλίγου μετατεθείς ἐξ Ἰωαννίνων εἰς Περσίαν Γάλλος πρόξενος Crampon διέσχισε τήν Ἤπειρον πρός ὅλας τάς κατευθύνσεις καί πανταχοῦ διέγνωσε δυσφορίας. Ὁ κύριος ἀντικειμενικός σκοπός τῆς ταξιδιωτικῆς αὐτῆς ἀποστολῆς τοῦ Crampon φαίνεται πώς ἦτο ἡ προσπάθειά του νά ἐπιτύχῃ αὔξησιν τοῦ κύρους τῆς ἐπιβολῆς τῆς Γαλλικῆς ἐπιδράσεως ἐπί τῶν εἰς τήν ὀροσειράν τῆς Πίνδου ἐγκατεστημένων πολυαρίθμων Βλάχων». 27226

Κύριος στόχος τῶν Λαζαριστῶν ἦσαν ἀσφαλῶς οἱ Σλάβοι, ὅμως δέν παρέλειψαν νά ρίξουν τά προσηλυτιστικά τους δίκτυα καί πρός τούς Βλάχους ἀλλά καί τούς ὀρθοδόξους Ἀλβανούς καί ἀλβανόφωνους Ἕλληνες. Κατά τόν Berard στήν ἀρχή εἶχαν ἐπιτυχία μεταξύ τῶν Βουλγάρων. «Οἱ προσηλυτισμοί ἔφθασαν τόν ἀριθμό 14.000 καί στίς 9 Ιουνίου 1861 ἡ Πύλη ἀναγνώρισε τήν οὐνιτική-βουλγαρική κοινότητα. Ὁ αἰδεσιμότατος Σομπόλσκι, πρώην ἡγούμενος βουλγαρικοῦ μοναστηριοῦ, εἶχε λάβει ἀπό τόν Πάπα τήν ἐπισκοπική χειροτονία στήν Καπέλλα Σιξτίνα στίς 14 τοῦ Απρίλη. Ἔγινε ὁ ἡγέτης τῆς νέας κοινότητας. Ὁ αἰδεσιμότατος Σομπόλσκι διοίκησε ἐπί μία ἑβδομάδα τούς βούλγαρους καθολικούς. Στίς 18 Ἰουνίου 1861 ἐξαφανίστηκε, συναποκομίζοντας τή βούλα τοῦ Πάπα, τό βεράτιο τοῦ σουλτάνου καί τά δῶρα τῆς Γαλλίας. Δέν τόν ξανάδε ποτέ κανένας. Ποτέ δέν μαθεύτηκε οὔτε ποῦ πῆγε οὔτε ποῦ ἐτελεύτησε. Ὁ προσηλυτισμός τῶν Σλάβων στόν καθολικισμό σταμάτησε ἀπότομα. Ἐπανήλθαν στούς Ρώσους καί στό αἴτημά τους γιά αὐτοκέφαλη ἐκκλησία». 48227. Οἱ Βούλγαροι μέ τή βοήθεια τῶν Ρώσων ἐπέτυχαν τήν ἀναγνώριση τῆς Ἐξαρχίας τό 1870. Τά σχέδια τοῦ Βατικανοῦ πρός τήν πλευρά αὐτή εἶχαν ὁριστικά ναυαγήσει. Ἀπόμεινε ἐλπίδα πρός τήν πλευρά τῶν Βλάχων καί τῶν Ἀλβανῶν-ἀλβανοφώνων. Στό πρόσωπο τοῦ Μαργαρίτη εἶχαν ἤδη βρεῖ τό καταλληλότερο ὄργανό τους. Ὁ Μαργαρίτης, γιά νά ἔχει τήν εὔνοια τῶν Λαζαριστῶν ἀσπάσθηκε τόν καθολικισμό μέ ὅλη τήν οἰκογένειά του. 68214

Το σχολείο των Λιβαδίων του Πάικου


Ο Μιχαήλ Παπανικολάου ή ''Δασκαλοχάλης'',
ο μακροβιότερος δάσκαλος των Λιβαδίων
Ελληνικό σχολείο λειτούργησε στα Λιβάδια ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα. Το σχολείο βρισκόταν στο κέντρο των Μεγάλων Λιβαδίων, στο Μεσοχώρι, πίσω από το μαγαζί του Λειμώνα, σε οικόπεδο που είχε δωρίσει ο Μιχαήλ Χατζηβρέττας, ένας από τους προκρίτους και μεγάλους πατριώτες των Λιβαδίων. Εκεί λειτουργούσε η πέμπτη και η έκτη τάξη.
Για τα παιδιά της πρώτης έως και τετάρτης λειτουργούσε σχολείο στη γειτονιά των Τζιντζίφανων, στην πλαγιά, δεξιά μας καθώς βγαίνουμε από το χωριό στο δρόμο για τον Αρχάγγελο στη θέση ''Παλικάρι''.
Το σχολείο λειτουργούσε και το χειμώνα με λιγοστά παιδιά που απέμειναν με τις οικογένειες τους στα Μεγάλα Λιβάδια. 

Το σχολείο διέθετε μεγάλη βιβλιοθήκη σημαντικό τμήμα της οποίας ήταν δωρεά της Μαρασλείου Βιβλιοθήκης (54).
Αυτή καταστράφηκε στο ολοκαύτωμα του 1944. Ο δάσκαλος του χωριού από την απελευθέρωση έως και την καταστροφή ήταν ο Μιχαήλ Παπανικολάου1.

1. Ο Μιχαήλ Παπανικολάου (1890-1968) ή ''Δασκαλοχάλης'' όπως οι παλαιότεροι τον γνώρισαν στα Λιβάδια, γεννήθηκε το Φεβρουάριο του 1890 στα Μεγάλα Λιβάδια. Ήταν γιός του Παπανικόλα Μπάρμπα (1860-1897), δάσκαλου και ιερέα που ιερουργούσε στον Ιερό Ναό Αγίου Μηνά Νάουσας. Το 1897 όταν πέθανε ο πατέρας του, μπήκε σαν τρόφιμος στο Παπάφειο Ορφανοτροφείο Θεσσαλονίκης. Σπούδασε στο διδασκαλείο Θεσσαλονίκης. Είχε έντονη εθνική δράση στα δύσκολα χρόνια του μακεδονικού αγώνα, και της βουλγαρορουμανικής προπαγάνδας... Όταν δε η τρομοκρατία της τελευταίας είχε φθάσει στο απόγειο της, το καλοκαίρι του 1910, οι Νεότουρκοι τον συλλαμβάνουν και τον φυλακίζουν στην Γευγελή. Απελευθερώνεται μετά από ενέργειες και παραστάσεις, προς το Πατριαρχείο και την Τουρκική κυβέρνηση, του Μητροπολίτη Μογλενών Σμάραγδου. Για την εθνική του δράση τιμήθηκε από την πολιτεία με το μετάλλιο του Μακεδονικού Αγώνα (55).

Πέμπτη 1 Ιουνίου 2017

Γενικά περί της ρουμανικής προπαγάνδας, Μέρος Α' - Απόστολου Ι. Παπαδημητρίου


Ιερομόναχος Αβέρκιος
Κεφάλαιο Γ'
Η ρουμανική προπαγάνδα
1. Γενικά περί τῆς ρουμανικῆς προπαγάνδας

Εἶναι γεγονός, ὅτι λόγω τοῦ κινδύνου πού διέτρεξε ἡ Μακεδονία ἀπό τή βουλγαρική ἐπιβουλή, αὐτή τῆς Ρουμανίας ὑπῆρξε ἀνεπαίσθητη στήν τότε ἐλεύθερη Ἑλλάδα, ἴσως καί ἄγνωστη στούς πολλούς ὥς τίς ἡμέρες μας. Βέβαια, αὐτό οφείλεται ἐν πολλοῖς καί στή γνωστή ἑλληνική ἀδιαφορία πού ἐκτρέφει τήν ἄγνοια! Ἔτσι, οἱ κάτοικοι τῶν ἀστικῶν κέντρων, διαστρεβλώνοντας τόν ὅρο Βλάχος, ὑπονοοῦν μ' αὐτόν τόν ὀρεσίβιο καί κατ' ἐπέκταση τόν ἄξεστο, τόν ἀγροῖκο!Ἦταν φυσικό κατά τόν 19ο αἰ. τῶν μεγάλων ἐθνικιστικῶν ζυμώσεων καί τῶν ἀθλίων διπλωματικῶν παιχνιδιῶν τῶν «Μεγάλων» δυνάμεων νά ἀνακινηθεῖ θέμα ἐθνικῆς ὑποστάσεως τῶν Βλάχων πού ζοῦσαν στά ἐδάφη τῆς ψυχορραγούσας ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας. Ἀδιάφορο τό ἄν οἱ πλεῖστοι αἰσθάνονταν Ἕλληνες καί τό ἐκδήλωναν μέ κάθε τρόπο. Ἀδιάφορο ἀκόμη τό ἄν, ὅπως ἀποκάλυψε ὁ βυζαντινολόγος Nasturel, ἤδη ἀπό τόν 17ο αἰ. γιά τούς Ρουμάνους, Κουτσόβλαχος σήμαινε Ἕλληνας. 16087

Τό 1808 ἐκτυπώθηκε στήν Πέστη τό βιβλίο κάποιου Γεωργίου Κ. Ρόζια, φοιτητοῦ τῆς μαιευτικῆς, μέ τίτλο «Ἐξετάσεις περί τῶν Ρωμαίων», δηλαδή τῶν Βλάχων, στήν ἑλληνική καί γερμανική. Ὁ συγγραφέας ἀπέρριπτε τήν ἑλληνική καταγωγή τοῦ συνόλου τῶν Βλάχων. 681. Τήν ἄποψη αὐτή ἐπιδίωκε τότε νά ἐπιβάλει ἡ γερμανική σχολή ἱστορίας. Tό 1848, ὁ ἐκ Τσαριτσάνης φοιτητής στήν Ἰταλία Θεοδωρίδης, ἐνημέρωσε τόν τότεἝλληνα πρωθυπουργό Κωλέττη γιά τήν αἰφνίδια γένεση τοῦ μακεδονικοῦ ζητήματος κατά ρωσική ἐπινόηση καί προώθηση στούς πανεπιστημιακούς χώρους τῆς Δύσεως. 162103. Στίς προσπάθειες τῶν Ρώσων γιά ἐξάπλωση τῆς ἐπιρροῆς τους στή Βαλκανική, ἀντέδρασαν οἱ Αὐστριακοί. Ἐκεῖνοι κίνησαν τά νήματα τῆς προπαγάνδας γιά τόν ἀφελληνισμό τῶν Βλάχων τῆς νότιας Βαλκανικῆς. Εἶχαν ὅμως τούς λόγους τους νά μήν ἐμφανιστοῦν στό προσκήνιο, ἀλλά νά ἀναθέσουν στούς ἀφελεῖς, ὅπως ἀποδείχθηκε, μεγαλοϊδεάτες Ρουμάνους νά ἀναλάβουν τήν ἐπιχείρηση, δαπανώντας κόπο καί χρῆμα σέ μιά ἐπιχείρηση ἀτελέσφορη. 

Οἱ πρῶτες κινήσεις γιά πρόκληση ἐθνικοῦ ζητήματος στούς βλαχικούς πληθυσμούς ἐκδηλώθηκαν τό 1849. 20661. Οἱ λόγοι ἀνακάλυψης τῆς Μακεδονίας ἀπό τούς Ρουμάνους εἶναι πολιτικοί, παρατηρεῖ ο ρωμανιστής Λαζάρου. 16087. Ἐξάγεται αὐτό ἀβίαστα ἀπό ὁμιλία τοῦ πρωτεργάτη τῆς ἐπανάστάσης τοῦ 1848 στή Μολδαβία καί μετέπειτα διακεκριμένου πολιτικού Mihail Kogalniceanu ἀπό τό βῆμα τῆς ρουμανικῆς βουλῆς, ἀπόσπασμα ἀπό τήν ὁποία εἶναι τό ἀκόλουθο:
«Ἄν ἐγκαταλείψουμε τή μακεδονική πολιτική, οἱ συμπατριῶτες μας θά ἀναγκαστοῦν νά στραφοῦν πρός τήν Τρανσυλβανία. Ἀλλά αἱ σχέσεις μας πρός τήν Αὐστρουγγαρία θά διαταραχθοῦν σημαντικά, τό ὁποῖο μέ κάθε τρόπο πρέπει νά ἀποφύγουμε ὑπό τίς παροῦσες περιστάσεις. Γι’ αὐτό εἶναι ἀναγκαῖο, ἐπί τοῦ παρόντος, νά διευθύνουμε τήν προσοχή τοῦ ρουμανικοῦ λαοῦ πρός τή Μακεδονία»27669.
Ἡ Τρανσυλβανία στέναζε κάτω ἀπό τήν τυραννία τῆς Αὐστρουγγαρίας, πού χρησιμοποιοῦσε ὡς κύριο μοχλό τό Βατικανό γιά τήν ἄσκηση πιέσεως πρός μεταστροφή τῶν ὀρθοδόξων Ρουμάνων στόν καθολικισμό ἤ στήν Οὐνία καί τήν ἀπώλεια τῆς ἐθνικῆς τους συνειδήσεως μέσω τῆς μεταστροφῆς. Δοκιμασμένη κατά τό παρελθόν στήν Οὐκρανία καί στήν Πολωνία καί ἐπιτυχημένη ἡ μέθοδος! «Ρεαλιστές» ὅμως οἱ Ρουμάνοι πολιτικοί τῆς ἐποχῆς καί ὑπό τόν φόβο τῶν Σλάβων, πού τούς περιέβαλλαν, ἀναζητοῦσαν διέξοδο ἱκανοποίησης τοῦ ἀναδυομένου ρουμανικοῦ ἐθνικισμοῦ, ἀνακαλύπτοντας Ρουμάνους ἐκεῖ πού δέν ὑπῆρχαν καί καλώντας σέ στράτευση γιά τήν ἀπελευθέρωσή τους! Μάλιστα, τό 1883 ἡ Ρουμανία, ὡς ἀνεξάρτητο πλέον κράτος, προχώρησε σέ σύναψη μυστικῆς ἀμυντικῆς συνθήκης μέ τίς Αὐστρουγγαρία καί Γερμανία γιά λήψη βοήθειας σέ περίπτωση ρωσικῆς ἐπίθεσης. 28429

Παρασκευή 19 Μαΐου 2017

Η συνάντηση της μεταβυζαντινής τέχνης με το μπαρόκ. Η περίπτωση των Ορθοδόξων εκκλησιών της Ουγγαρίας


Γεώργιος Χρ. Τσιγάρας
Επίκουρος Καθηγητής Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης

Είναι πλέον κοινός τόπος στην έρευνα της ιστορίας της μεταβυζαντινής τέχνης ότι στις περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας όπου κατοικούσαν Ορθόδοξοι διαμορφώθηκε μια κοινή εικαστική αντίληψη που αποτελεί συνέχεια της βυζαντινής τέχνης. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο και η μοναστική πολιτεία του Αγίου Όρους με τη σπουδαία πνευματική και πολιτιστική τους ακτινοβολία συνετέλεσαν στη διάδοση της βυζαντινής πολιτιστικής παράδοσης σε περιοχές, όχι μόνο μέσα στα όρια του κράτους των Οθωμανών, αλλά και έξω από αυτό, κυρίως στην κεντρική και ανατολική Ευρώπη. Μέσω του Οικουμενικού Πατριαρχείου και του δικτύου των μητροπόλεων, των αρχιεπισκοπών και των επισκοπών που υπάγονταν σ’ αυτό, διαμορφώθηκε το πολιτικό, εκκλησιαστικό και πολιτιστικό πλαίσιο για τη διαφύλαξη της βυζαντινής παράδοσης στην τέχνη αλλά και στην καθόλου ζωή των λαών της ΝΑ. Ευρώπης. Στα χρόνια της Οθωμανοκρατίας το κύρος και η επιρροή του Οικουμενικού Πατριαρχείου απλώνεται και έξω από τον σημερινό καθαυτό ελλαδικό γεωγραφικό χώρο και καλύπτει τις ανάγκες των Ελλήνων της Διασποράς, αλλά και των άλλων ορθοδόξων λαών της βαλκανικής χερσονήσου.
Στην παρούσα εισήγηση το ερευνητικό ενδιαφέρον επικεντρώνεται γεωγραφικά και καλλιτεχνικά στις περιοχές της Μεσευρώπης και ιδίως σε περιοχές της Αυστροουγγαρίας στις οποίες είχαν εγκατασταθεί Ορθόδοξοι έμποροι. Είναι γνωστό ότι στην κεντρική Ευρώπη έχει καταγραφεί ιδιαίτερη δραστηριότητα ορθοδόξων εμπόρων που κατάγονταν από τη δυτική Μακεδονία και τη Θεσσαλία. Είναι επίσης γεγονός ότι οι ορθόδοξοι έμποροι, οι εκτός των συνόρων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, και ιδιαίτερα αυτοί που δραστηριοποιούνταν στην κεντρική Ευρώπη ενστερνίστηκαν τις ιδέες του Διαφωτισμού και βοήθησαν στη διαμόρφωση της πνευματικής και εθνικής συνείδησης των ορθοδόξων Ελλήνων υπηκόων των Οθωμανών. Ταυτόχρονα, μετέφεραν στη νέα τους πατρίδα νοοτροπίες, ιδέες και καλλιτεχνικά στοιχεία από τον τόπο της καταγωγής τους, ενώ από την άλλη πλευρά η μεταφορά στοιχείων από τη νέα τους πατρίδα στον τόπο καταγωγής τους επέδρασε στην εξέλιξη της όψιμης μεταβυζαντινής τέχνης.
Την περίοδο αυτή η εξακτίνωση της εικαστικής γλώσσας του Βυζαντίου, εκτός από τη διατήρηση της καλλιτεχνικής αυτής παράδοσης, δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την καθιέρωση μιας κοινής εικαστικής γλώσσας στους ορθοδόξους λαούς της Ανατολής με κέντρο βέβαια την Κωνσταντινούπολη. Σταθμό στη συζήτηση για τη διακίνηση των έργων τέχνης και την καλλιτεχνική ενοποίηση του βαλκανικού χώρου και της Μεσευρώπης αποτελεί η υπογραφή των συνθηκών του Κάρλοβιτς (1699), του Πασσάροβιτς (1718) και αργότερα του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774) με τις οποίες προσφέρεται στους Ορθοδόξους το απαραίτητο πολιτικό πλαίσιο για την ανάπτυξη του εμπορίου και των κάθε λογής ανταλλαγών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τα ευρωπαϊκά χριστιανικά κράτη. Τα πολιτικά αυτά γεγονότα ομαλοποιούν τη ζωή των Ορθοδόξων, ευνοούν το εμπόριο και την οικονομική τους ανάκαμψη και παράλληλα διαπιστώνονται ευεργετικές συνέπειες στην ανάπτυξη της τέχνης. 
Στην καλλιτεχνική ενοποίηση συνέβαλαν οι ζωγράφοι που περιφερόμενοι διέδωσαν τη μεταβυζαντινή ζωγραφική και έξω από τα όρια του κράτους των Οθωμανών. Οι δρόμοι που ακολουθούσαν οι ζωγράφοι για την Μεσευρώπη κατευθύνονταν βόρεια και ανατολικά και η δεύτερη ήταν θαλάσσια και κατευθύνονταν στα δυτικά και κατέληγαν στις ελληνικές κοινότητες της Μεσευρώπης. Τα καραβάνια, ακολουθώντας τους δρόμους του βαμβακιού, διακινούσαν εμπορεύματα και έργα τέχνης, ταυτόχρονα δε μετέφεραν πλήθος πληροφοριών, νέες ιδέες, νοοτροπίες και καλλιτεχνικές αντιλήψεις, συχνά μάλιστα μετέφεραν και τα ίδια τα εργαστήρια των ζωγράφων.

Χαιρετισμός του κ. Βασιλείου Σηφακάκη στην παρουσίαση του βιβλίου του κ. Β. Σταματόπουλου με θέμα τους Μακεδονοβλάχους


Ο συγγραφέας του βιβλίου κ. Β. Σταματόπουλος
Χαιρετισμός του κ. Βασιλείου Σηφακάκη στην παρουσίαση του βιβλίου του κ. Βασιλείου Σταματόπουλου «Οι Μακεδονοβλάχοι (17ος-19ος αι.). Έλληνες Βλάχοι στην κεντροανατολική Ευρώπη. Η αποκατάσταση της αλήθειας» που πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια του Συνεδρίου της Παγκόσμιας Βλαχικής Αμφικτιονίας που ήταν αφιερωμένο στη μνήμη του Ευγενίου Δούμτσα, πρώτου δημάρχου του Szentendre Ουγγαρίας.

Το θέμα των Βλάχων για τους περισσότερους Έλληνες είναι άγνωστο, ενώ για κάποιους το πολύ-πολύ να σημαίνει τους ορεσίβιους πληθυσμούς που ασχολούνται με την κτηνοτροφία. Για τους ανήσυχους όμως και συνειδητοποιημένους Έλληνες σημαίνει ένα κομμάτι του Ελληνισμού που ζούσε και ζει στην Θεσσαλία, την Ήπειρο και την Μακεδονία, που προσπάθησε να τους προσεταιριστεί η Ρουμανική προπαγάνδα και ακόμα και σήμερα το επίσημο Ρουμανικό κράτος θέλει να τους θεωρεί Ρουμάνους.

Η ενασχόληση του κυρίου Βασιλείου Σταματόπουλου με το θέμα των Μακεδονοβλάχων του 17ου-19ου αι. και των Ελλήνων Βλάχων στην Κεντροανατολική Ευρώπη δείχνει τις εθνικές του ευαισθησίες και τις ανησυχίες του για την συνεχιζόμενη σήμερα προπαγάνδα της Ρουμανίας να θεωρεί Ρουμάνους όλους τους λατινόφωνους πληθυσμούς της Κεντροανατολικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης, επομένως και τους Έλληνες. Ο συγγραφέας όμως θίγει άλλο ένα θέμα: δείχνει ότι η προπαγάνδα αυτή δεν περιορίζεται μόνο στο μητροπολιτικό χώρο, αλλ’ επεκτείνεται και έξω απ’ την Ελλάδα, όπου ζουν χιλιάδες Έλληνες Βλάχοι, διωγμένοι σε χαλεπούς καιρούς από τις εστίες τους, όπως οι Βλάχοι της Μοσχόπολης, της κατ’ εξοχήν ακμάζουσας ελληνικής πόλης πριν το 1850, που εξανδραποδίστηκε από τις θηριωδίες και τις φρικαλεότητες; των Τουρκαλβανών.

Η Ελληνοβλαχική κληρονομιά στη πόλη του Szentendre (Αγίου Ανδρέα) - Βασιλείου Σταματόπουλου


Βουδαπέστη: 7η Συνδιάσκεψη της Παγκόσμιας Βλαχικής Αμφικτιονίας.
Ομιλία του Βασιλείου Σταματόπουλου,
Οικονομολόγος-Ιστορικός Επιμελητής, πρόεδρος του Ελληνικού-Κυπριακού-Ουγγρικού Συλλόγου Φιλίας.

Κυρίες και Κύριοι
Άγιος Ανδρέας (Szentendre) 

Η Ελληνοβλαχική κληρονομιά στη πόλη του Szentendre (Αγίου Ανδρέα), αποτελεί μέχρι σήμερα ένα σημείο εξαιρετικού δείγματος του πολιτισμού από την παρουσία των σε όλη την Ουγγαρία. 
Στο Szentendre έφτασαν οι Έλληνες από τη Μακεδονία και Ήπειρο κατά το τέλος του 17ου αιώνα. Σημαντικό γεγονός υπήρξε ότι η συντεχνία τους πήρε δίπλωμα ευρεσιτεχνίας στις 13 Ιουλίου 1698 και το 1715 ιδρύθηκε η συντεχνία των Ελλήνων κατασκευαστών σαπουνιού με έδρα στην οδό «Görög» (Ελλήνων). Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι την πλειοψηφία της πόλεως, την είχαν οι ομόθρησκοι Σέρβοι.
Βάσει της απογραφής του 1774 οι μόνιμοι Έλληνες κάτοικοι της πόλεως ήταν 22 που οι περισσότεροι προήρχοντο από την Μοσχόπολη, μετά την καταστροφή της από τους Τουρκαλβανούς το 1769. 
Σε επίσημα έγγραφα του δήμου, το 1772 αναφέρονται ονόματα Ελλήνων όπως «Lazarus Monasterl, Duka Kalo και Ignatius Geregh». 
Οι Έλληνες μαζί με τους Σέρβους απόκτησαν μεγάλο πλούτο και απόδειξη είναι οι εκκλησίες που δημιούργησαν σε ρυθμό μπαρόκ καθώς επίσης και τα κτήρια των εμπορικών οικογενειών τα οποία σώζονται μέχρι σήμερα. 
Το απόγειο της ακμής των Ελλήνων της πόλεως εμφανίζεται στα μισά του 18ου αιώνα όταν κάνουν την εμφάνιση τους και σε άλλες πόλεις της Αυστροουγγαρίας, συνεργαζόμενοι με όλους τους Έλληνες έμπορους, δημιουργώντας έτσι ένα μεγάλο εμπορικό δίκτυο. 
Σε αυτή την πόλη διέμενε κατά τους θερινούς μήνες και ο μεγάλος Έλληνας επίσκοπος καταγόμενος από τα Σέρβια της Κοζάνης Διονύσιος Παπαγιαννούσης, ο οποίος ήταν η αιτία για την κατασκευή των περισσοτέρων ελληνορθόδοξων ναών στην Μεγάλη Ουγγαρία καθώς και η δημιουργία της ελληνικής παιδαγωγικής Ακαδημίας στην Πέστη. 
Εδώ το 1828 απεβίωσε ο Έλληνας επίσκοπος Βούδας Διονύσιος Παπαγιανούσης ή Dioniszios Popovics και είναι θαμμένος στο σερβικό Καθεδρικό Ναό, αλλά η ελληνόγλωσση επιγραφή του τάφου του τοποθετήθηκε στο τοίχο του ελληνικού ναού της πλατείας Petőfi στην Πέστη.
Ο ναός Blagovesztenszka με την σλαβική του ονομασία που βρίσκεται στην πλατεία Fő του Szentendre είναι κοινώς γνωστός και με το όνομα «Grecska», η λέξη με υποκοριστικό υποδηλώνει «μικρό Έλληνα». Η σλαβική ονομασία είναι ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου. Μερικοί λένε ότι η ονομασία «Grecska» προέρχεται από την επιτύμβια πλάκα με ελληνική επιγραφή που βρίσκεται στην πλαϊνή θύρα και η οποία αναφέρει ότι «ο Τολογιάννης Δημήτρης (Tolojanni Demeter), που κατάγεται από την πόλη Υπισχίας έζησε μια περιπετειώδη ζωή, απεβίωσε εκεί στις 24 Απριλίου 1759 σε ηλικία 48 ετών», αν και ήταν μόνιμος κάτοικος της πόλεως Vác. Αυτός ο ναός ονομαζόταν Ελληνικός Ναός και οι Έλληνες της γειτονιάς αυτής ήταν μέλη της ενορίας και συμμετείχαν στην οικοδόμηση του ναού. Έτσι ο δρόμος μπροστά από την εκκλησία πήρε την ονομασία οδός Ελλήνων. 
Σε ένα πρωτόκολλο του 1697 όμως μπορούμε να διακρίνουμε ένα ολόκληρο διάγραμμα κάλυψης του Szentendre στο οποίο βρίσκουμε «το Ναό των Ελλήνων» και μερικές γραμμές πιο κάτω «το Ναό των Σέρβων». Αναλύοντας το κείμενο του πρωτοκόλλου συμπεραίνουμε ότι ο ναός των Σέρβων πιθανόν να βρισκόταν στη θέση του τωρινού αναμνηστικού σταυρού του Τσάρου Λαζάρου και εκείνος των Ελλήνων στον «δρόμο που οδηγεί στο Δούναβη», στη θέση δηλαδή του ναού που υπάρχει και σήμερα.
Στους Έλληνες του Szentendre του 18ου αιώνα ανήκαν μεταξύ άλλων και οι οικογένειες των Αντρέας Χατζής (Hadzsi András), Νικόλαος Πούγιος (Pulyo Miklós), Γεώργιος Πόποβιτς (Popovics György), Θεόδωρος Μάρτον (Marton Tódor), Μιχάλης Κοσμάς (Kozma Mihály), Γεώργιος Μίλας (Mila György), Κωνσταντίνος Λάσκαρης (Laszkar Konstantin). Επίσης σημαντικές οικογένειες ήταν οι Τύρο (Lazar Tyro), Δούμτσα (Dumcsa), Νικόλα (Nicola), Πόποβιτς (Popovics) και Λούπα (Lupa).

Βουδαπέστη: 7η συνδιάσκεψη της Παγκόσμιας Βλαχικής Αμφικτιονίας - Δελτίο Τύπου


Τη συνέχιση και τον εμπλουτισμό της επίμονης και συστηματικής προσπάθειας για την προάσπιση της ιστορικής και της πολιτιστικής αλήθειας, την επανασύνδεση της βλαχόφωνης ρωμιοσύνης και την προβολή της ταυτότητας και των αξιών των Βλάχων αποφάσισαν οι συμμετέχοντες στην 7η παγκόσμια συνδιάσκεψη της Παγκόσμιας Βλαχικής Αμφικτιονίας, που πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 13 Μαΐου 2017 στην Βουδαπέστη.
«Η Ελλάδα ως κοιτίδα του βλαχόφωνου στοιχείου και της βλαχόφωνης διασποράς συνολικά, ανέλαβε την υποχρέωση να αγκαλιάσει τους απανταχού πολίτες βλαχόφωνης καταγωγής» τόνισε στην ομιλία του ο πρόεδρος της Παγκόσμιας Βλαχικής Αμφικτιονίας, Μιχάλης Μαγειρίας, υπογραμμίζοντας παράλληλα ότι «έχουμε πλήρη επίγνωση πως η Ελλάδα αντιμετωπίζει σήμερα, κατά τρόπο συστηματικό, από διάφορα ποικιλώνυμα κέντρα του εξωτερικού μια προσπάθεια διαστρέβλωσης και αλλοίωσης της ιστορικής πραγματικότητας».

Τους συνέδρους και τους προσκεκλημένους καλωσόρισε ο Σεβασμιότατος Μητροπολίτης Αυστρίας και Έξαρχος Ουγγαρίας και Μεσευρώπης κ.κ Αρσένιος και ο πρέσβης της Ελλάδας στη Βουδαπέστη, κ. Δημήτριος Λέτσιος, ο οποίος επισήμανε ότι «η κοινότητα των Βλάχων είναι γνωστή για την πολιτική, πολιτιστική και εμπορική δραστηριότητά της.
Με κοιτίδα την οροσειρά της Πίνδου, κατάφερε μέσα στους αιώνες να διατηρήσει πάντα την ελληνικότητά της και να διαμορφώσει μια ιδιαίτερη ταυτότητα με τις δικές της παραδόσεις, τα ήθη και έθιμά της και να καταστεί ένας από τους βασικούς πυλώνες του Έθνους μας. Μετά την επανάσταση, οι Βλάχοι έπαιξαν σπουδαίο ρόλο στην πορεία του νέου ελληνικού κράτους ως ευεργέτες, αγωνιστές, πολιτικοί και άνθρωποι των γραμμάτων και της εκκλησίας».

Ο πρόεδρος της Παγκόσμιας Βλαχικής Αμφικτιονίας, Μιχάλης Μαγειρίας απευθυνόμενος στους παριστάμενους είπε: «Αγαπητοί συμπατριώτες και αγαπητοί φίλοι της διασποράς της βλαχόφωνης ρωμιοσύνης, καλώς ανταμωθήκαμε. Η Ελλάδα, ως κοιτίδα του βλαχόφωνου στοιχείου και της βλαχόφωνης διασποράς συνολικά, ανέλαβε την υποχρέωση να αγκαλιάσει τους απανταχού πολίτες βλαχόφωνης καταγωγής.
Σ' αυτό το πλαίσιο, η Παγκόσμια Βλαχική Αμφικτιονία πρωτοστατεί σήμερα στην επανασύνδεση της διασποράς με το μητροπολιτικό κέντρο ώστε να αναδείξει με ενάργεια και κατά τρόπο εξωστρεφή και δυναμικό, εντός και εκτός των ελληνικών τειχών, τη γνήσια και αυθεντική έκφραση της λατινόφωνης ρωμιοσύνης, προβάλλοντας την ιστορική της ταυτότητα και τις ιστορικές της αξίες και ρίζες».

Κυριακή 14 Μαΐου 2017

Έφυγε από τη ζωή ο τελευταίος απόγονος του μεγάλου Βορειοηπειρώτη ευεργέτη Χρηστάκη Ζωγράφου


Ζωγράφειον Διδασκαλείον, Κεστοράτι Λιούτζης
Έφυγε από τη ζωή ένας από τους τελευταίους απόγονους του μεγάλου Βορειοηπειρώτη ευεργέτη Χρηστάκη Ζωγράφου, Ζωγράφος και αυτός, σε ηλικία 95 ετών. Μέχρι την τελευταία του αναπνοή φρόντιζε να μην καταπέσει τελείως το Ζωγράφειο Διδασκαλείο στον τόπο του, στο Κεστοράτι Λιούτζης. Και το έκανε, συνειδητοποιώντας, αν και απλός άνθρωπος ο ίδιος, ότι ήταν συνεχιστής μιας μεγάλης παρακαταθήκης, την οποία με όλες του τις δυνάμεις κράτησε ζωντανή και αλώβητη. 

Το Ζωγράφειο Διδασκαλείο χτίστηκε στα μέσα του 19ου αι. με χρήματα του Χρηστάκη Ζωγράφου και από τις τάξεις του αποφοίτησαν δεκάδες επιφανείς δάσκαλοι, επιστήμονες και ιεράρχες κατά τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας. Και ο αλησμόνητος Σπύρος Ζωγράφος ένιωθε την πνοή και τη φωνή όλων αυτών, που μετατρεπόταν σε προσωπικό χρέος να αγωνιστεί για να μη σβήσει το πνεύμα του ευεργέτη. 

~ Ο τελευταίος απόγονος της οικογενείας των ευεργετών Ζωγράφων στο Κεστοράτι, Σπύρος Ζωγράφος. (Φωτ.: Σπ. Μαντάς, 2015)

Το νεοκλασικό συγκρότημα του Ζωγράφειου Διδασκαλείου στο Κεστοράτι καταστράφηκε από τους Αλβανούς εθνικιστές, συνεργάτες των Γερμανών ναζιστών στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Το καθεστώς Χότζα επισκεύασε τη στέγη και διαρρύθμισε τους εσωτερικούς χώρους για να στεγάσει πλέον το γνωστό αλβανικό γυμνάσιο και λύκειο της περιοχής. 

Ο απόγονος του Χρηστάκη Ζωγράφου ζούσε μόνος σε ένα κονάκι του αρχοντικού. Είχε τα κλειδιά του ερειπωμένου κτιρίου και την καρδιά του πλημμυρισμένη με όλο το μεγαλείο του πατριωτισμού του προγόνου του. Παρά την προχωρημένη ηλικία του, ξεναγούσε όσους επισκέπτονταν το Διδασκαλείο και έδειχνε το ελληνικό αλφάβητο, το οποίο δεν κατάφεραν να σβήσουν οι σουβάδες και μπογιές του Χοτζικού καθεστώτος. Και τα μάτια του βούρκωναν, όπως θα βουρκώνουν και τώρα από τον ουρανό, βλέποντας από ψηλά πλέον ότι οι παραδόσεις του Γένους υποχωρούν.

Αρωμουνική ανθρωπωνυμία


Ρωμαϊκή αγορά Θεσσαλονίκης
Η εμφάνιση των Αρωμούνων[1], των λατινοφώνων, των Βλάχων[2], γνωστών ευρύτερα ώς Κουτσοβλάχων[3], στον βορειοελλαδικό χώρο ανάγεται στην εποχή της ρωμαϊκής κατακτήσεως. Την αλήθεια αυτή έχουν αναγνωρίσει και Ρουμάνοι, διακεκριμένοι μάλιστα ειδικοί επιστήμονες, όπως οι Vasile Pârvan[4], Radu Vulpe[5], Gheorghe Bràtianu[6], Take Papahagi[7], Emile Petrovici[8], Șextil Pușcariu[9], Dumitru Maniu[10], τελικά δέ και αυτός ο πολύς Th. Capidan[11]. Τελευταία όχι μόνο η εντοπιότητα αλλά και η ελληνικότητα των Αρωμούνων έχει αποδειχθή με διεπιστημονικά συγκλίνοντα στοιχεία[12]. ’Ήδη εκλατίνιση, άμεση ή έμμεση, Ελλήνων αποδέχονται και ικανοί 'Έλληνες επιστήμονες[13], ενώ παλαιότερα ανάλογο ενδεχόμενο αποκλειόταν λόγω της υπεροχής του ελληνικού πολιτισμού έναντι του ρωμαϊκού[14]. Είναι γνωστό ότι οι Ρωμαίοι, πριν ακόμα γίνουν κύριοι των ελληνικών χωρών, είχαν επιδιώξει τη σύναψη φιλικών σχέσεων με τις ελληνικές πόλεις καί ομοσπονδίες[15]. 'Όταν δέ υπέταξαν τήν Ελλάδα[16], μή διαθέτοντας το απαιτούμενο έμψυχο δυναμικό προς άσκηση της διακυβερνήσεως των νέων χωρών, σκέφθηκαν να αποταθούν αρχικά στην άρχουσα τάξη των Ελλήνων, για να την χρησιμοποιήσουν στή διοίκηση, στο στρατό και σ’ άλλους τομείς τής δημό­σιας και κοινωνικής ζωής. Παράλληλα αξιοποιούν κάθε ελληνικό στοιχείο[17]. Άλλως τε οί Έλληνες όλων των τάξεων δέν εννοούσαν νά εγκαταλείψουν τις πολυσχιδείς δραστηριότητές τους, κατ’ εξοχήν το εμπόριο[18], την εκμετάλλευση των συγκοινωνιακών μέσων[19], τήν εκτέλεση δημοσίων έργων κ.ά. Η κοινωνική δέ άνοδος της ελληνικής κυρίως αστικής τάξεως στή ρωμαϊκή αυτοκρατορία υπήρξε πράγματι σημαντική, δοθέντος ότι Έλληνες αναδείχθηκαν συγκλητικοί, άλλοι κατέλαβαν καί τό υπατικο αξίωμα, πάμπολλοι ανώτεροι στρατιωτικοί καί αυτοκρατορικοί διοικητικοί υπάλληλοι[20]. Συνάμα Έλληνες των κατωτέρων τάξεων, ορεινών καί πεδινών περιοχών, αποτελούν την ανεξάντλητη πηγή επανδρώσεως τών ρωμαϊκών λεγεώνων[21], όπου διακρίνονται ή τουλάχιστον εξασφαλίζουν καλύτερες συνθήκες ζωής. 

Επειδή την κοινωνική εξέλιξη καί τήν ανεμπόδιστη επίδοση στο εμπόριο καί σ’ άλλα προσοδοφόρα επαγγέλματα ευνοεί ό τίτλος του ρωμαίου πολίτου, πού παρέχει ειδικά προνόμια, οί Έλληνες φροντίζουν έγκαιρα γιά τήν απόκτησή του[22], τήν οποία καί προβάλλουν έντονα λαμβάνοντας ρωμαϊκά ονόματα. Ενδεικτικά καταχωρίζουμε ελάχιστα χαρακτηριστικά παραδείγματα: 
Από την Κώ οι άδελφοί Γάιος Στερτίνιος Ξενοφών (ιατρός καί γραμματεύς του αυτοκράτορος Κλαυδίου) και Τιβέριος Κλαύδιος Κλεώνυμος, χιλίαρχος του ρωμαϊ­κού στρατού. Από τή Μυτιλήνη Μάρκος Πομπήιος Μακρινός, ύπατος. Άπο τήν Έφεσο Τιβέριος ’Ιούλιος Κέλσος Πολεμιανός, ύπατος, ό γιός του Τιβέ­ριος ’Ιούλιος Άκύλας Πολεμιανός, ύπατος, ο οποίος ίδρυσε στή γενέτειρά του τήν περίφημη βιβλιοθήκη. Από τή Νικομήδεια ο γνωστός συγγραφεύς Φλάβιος Αρριανός, επαρχιακός διοικητής καί ύπατος. Απο τήν Πέργαμο ό επίσης ιστορικός συγγραφεύς Αυλός Κλαύδιος Χάραξ, διοικητής ρωμαϊκής λεγεώνος καί ύπατος. Από τή Λήμνο ό γνωστός συγγραφεύς Φλάβιος Φιλόστρατος, τού οποίου ό γιος λεγόταν Λούκιος Φλάβιος Καπιτωλεΐνος. Από τήν Κρήτη ο Λεύκιος Φλάβιος Σουλπικιανός (Δωρίων Πολύκνις), συγκλητικός. Από τή Σπάρτη ό Γάιος ’Ιούλιος Ευρυκλής Ηρκλανός, Ταμίας, δήμαρχος, στρατηγός καί συγκλητικός. Από τήν Αθήνα ο Μάρκος Ούλπιος Ευβιότης, ύπατος, καί οί γιοί του Μάρκος Ούλπιος Φλάβιος Τεισαμενός καί Μάρκος Ούλπιος Πουπήνιος Μάξιμος. Επίσης ο Ηρώδης Αττικός, τού οποίου το πλήρες όνομα είναι Τιβέριος Κλαύδιος Ηρώδης Αττικός Μαραθώνιος. Από τα Μέγαρα Κόμμοδος Κομμόδου. Άπό τήν Αμοργό Αυρήλιος Οκτάβιος, γιος του Αυρηλίου Ερμέα. Ό ανεψιός του Πλουτάρχου, ο στωϊκός φιλόσοφος καί δάσκαλος του Μάρκου Αυρηλίου, Σέξτος κ.ά. Κατά συνέπεια, όπως προσφυέστατα γράφει καί ο ’Ιωάννης Τουλουμάκος, «από την παρουσία των Ελλήνων στη Σύγκλητο, στη διοίκηση και στο στρατό τής αυτοκρατορίας θά περίμενε κανείς καί πολιτιστικές επιδράσεις—καί φυσικά πρώτα πρώτα στη γλώσσα. Οι 'Έλληνες αξιωματούχοι τής ρωμαϊκής αυτο­κρατορίας ήξεραν λίγο πολύ όλοι λατινικά, μερικοί μάλιστα τόσο καλά, ώστε να διαβάζουν άνετα και λατίνους κλασσικούς. Λατινικά ήξεραν εξ άλλου όλοι σχεδόν οι 'Έλληνες διανοούμενοι της ρω­μαϊκής εποχής, από τον Πολύβιο και τον Ποσειδώνιο (κατά την περίοδο της ελεύθερης πολιτείας) ως τον Πλούταρχο και Φιλόστρατο, κατά την αυτοκρατορική»[23].

Τετάρτη 10 Μαΐου 2017

Δημιουργία αξιών των Ελλήνων της Ουγγαρίας τον 18ο-19ο αιώνα


Του Dr Gyorgy Antal Dioszegi

~ Φωτο: Ελληνικό μνήμα στο Dunafoldvar με το σύμβολο της κομπανίας.

Οι Έλληνες έμποροι του 18ου-19ου αιώνα δεν είχαν ως στόχο μόνο το κέρδος, βασικές αρχές αποτελούσαν η κοινότητα, η διατήρηση της θρησκείας και της εθνικής ταυτότητας μέσω της διδασκαλίας των ελληνικών, της ίδρυσης σχολείων και εκκλησιών. Οι Peter Toth και Tamas Glaser δηλώνουν ότι «ένας από τους πιό εξέχοντες Έλληνες της Ουγγαρίας, ο Γεώργιος Ζαβίρας, χαρακτήρισε την χώρα ως ''Μητέρα της ανοχής'' για τις εθνικότητες» (Prelude to a United Europe. Greek cultural presence in Hungary from the 10th to the 19th century. 28 March - 25 April 2008. Βουδαπέστη 2008 σελ. 12)

Διάφορες ελληνικές οικογένειες (οι Derra, Dumtsa, Janicsary, Manno, Nako, Sina, Papakosta, Papademos Charis / Szerviczky, Takiadzisz / Takatsy κ.α.) έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην ίδρυση των εθνικών θεσμών (π.χ Ουγγρική Ακαδημία Επιστημών, Εθνικό Θέατρο, Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, Ασφαλιστική Εταιρεία Ουγγαρίας -οι πατριωτικές ''βάσεις'' για τη διαφύλαξη του ουγγρικού πολιτισμού), στην ανάπτυξη των σιδηροδρόμων, της ατμοπλοϊας, της δημόσιας παιδείας και υγείας (μ.ά. μαιευτήρια, νοσοκομεία, βρεφοκομεία, ορφανοτροφεία, το Ίδρυμα Τυφλών), καθώς και στην αστική ανάπτυξη των ουγγρικών πόλεων όπου ζούσαν.
Στην ουγγρική επανάσταση του 1848-49 αγωνίστηκαν 60 αξιωματικοί ελληνικής καταγωγής. Ο Pal Kiss (1809-1867), γόνος ελληνικής οικογένειας από το Bihardioszeg, ανήκε στους 30 στρατηγούς της χώρας. Οι απόγονοι των Ελλήνων εμπόρων πήραν μέρος με ανδρεία στις μάχες για την Ουγγαρία και αργότερα -ως αναγνωρισμένοι, φιλειρηνικοί πολίτες- συμμετείχαν ενεργά στην τοπική και την κρατική δημόσια ζωή.
Οι απόγονοι των κάποτε Ελλήνων της Ουγγαρίας έως τα μέσα του 20ου αιώνα διαφύλασσαν έντονα την καταγωγή τους, και επιπλέον μερικοί απ' αυτούς (για παράδειγμα οι Dadanyi) διατηρούν έως και σήμερα την ορθόδοξη πίστη τους χάρη στα ουγγρόγλωσσα λειτουργικά βιβλία. Ο Steriady Teodor (Θεόδωρος Στεργιάδης), πολίτης της Tata και μέλος της ορθόδοξης κοινότητας του Komaron, εξέδωσε το έργο του ''Ευαγγέλια και Επιστολαί Κυριακών και κυριοτέρων Εορτών της Ανατολικής του Χριστού Ορθοδόξου Εκκλησίας, και βίοι της Υπεραγίας Θεοτόκου και διαφόρων Αγίων. Εξεδώθη εις Ουγγρικήν γλώσσαν υπό Θεοδώρου Στεγιάδου, εμπόρου του Vac, εις τυπογραφείον του Antal Maramarosi Gottlieb, το έτος 1802''.

Οι Έλληνες ήταν παρόντες και στην ουγγρική πνευματική ζωή. Ο κυριότερος επιστήμονας απ' αυτούς ήταν ο Γεώργιος Ζαβίρας (1744-1804), και το έργο του ''Περί Αγίου Στέμματος των Ούγγρων'' είναι το μοναδικό που γράφτηκε από Έλληνα στο θέμα αυτό. Ο Gyorgy Papp (1772-1856), έμπορος του Kecskemet, ήταν εξαιρετικός Έλληνας γλωσσολόγος (Ανθολόγιο ελληνικών κειμένων, 1844 Πέστη). Ο Gyorgy Rozvany (1819-1902), ελληνικής καταγωγής ιστορικός και δικηγόρος στο Nagyszalonta, ήταν φίλος του κορυφαίου ποιητή Janos Arany και χορηγός της λογοτεχνικής Εταιρείας Kisfaludy. Διάφορα μέλη της οικογένειας Lyka -ενεργοί παράγοντες της ελληνικής κοινότητας και του δημοσίου βίου της Πέστης- ήταν συγγραφείς, όπως ο Emil Lyka (1859-1950, Sotialis Diagnosis, 1908 Βουδαπέστη, Περί Ελληνορθόδοξης εκκλησίας, 1929 Tata) και ο Dome Lyka (1853-1937, Τρεις μήνες στην Κεϋλάνη, 1909 Βουδαπέστη). Ο Janos Pompery (1819-1884) απόγονος ελληνικής οικογένειας από το Miskolc ήταν συγγραφέας, πολιτικός, αρθρογράφος, δικηγόρος και συντάκτης του ''Κώδικα Pompery'' που περιλαμβάνει ουγγρικά ιστορικά τραγούδια του 16ου αιώνα. Ο γιός του εμπόρου Gyorgy Argenti από το Vac, Dome Argenti (1809-1893), ήταν συγγραφέας ιατρικών βιβλίων (π.χ. ''Hasonszenvi gyogymod es gyogyszertan'', τομ. 1-2, 1864 Πέστη, περί ομοιοπαθητικής).

Κυριακή 7 Μαΐου 2017

Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα: Η οικογένεια Γέμτου από τη Νιζόπολη Πελαγονίας


Ο Πέτρος Γέμτος και η σύζυγός του
Ελένη Γέμτου-Παγώνη
Μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας στο Ελληνικό Βασίλειο το 1881, η Λάρισα υπήρξε προορισμός εγκατάστασης πολλών Ελλήνων. Λόγω της θέσεώς στο κέντρο μιας εύφορης πεδιάδας και μετά την αποχώρηση μεγάλου αριθμού Οθωμανών, η προοπτική εύκολου κέρδους ήταν ευοίωνη. Οι Έλληνες που έφθαναν στην πόλη δεν προέρχονταν μόνο από την παλαιά Ελλάδα, αλλά και από πολλές τουρκοκρατούμενες περιοχές.
Στους τελευταίους ανήκαν και αρκετοί Μακεδόνες, ιδιαίτερα από την περιοχή του Μοναστηρίου, οι Μπιτωλιάνοι όπως τους ονόμαζαν, από την σερβική ονομασία Bitolj του Μοναστηρίου. Ένας απ’ αυτούς ήταν και ο Πέτρος Αναστασίου Γέμτος, την πορεία του οποίου θα παρακολουθήσουμε στο σημερινό μας σημείωμα.

Ο Πέτρος Γέμτος γεννήθηκε στις 20 Ιανουαρίου του 1874 στη Νιζόπολη, μια βλαχόφωνη ελληνική κοινότητα η οποία βρίσκεται 8 χιλιόμετρα νότια του Μοναστηρίου, στις υπώρειες του όρους Περιστέρι και σήμερα ανήκει στο κράτος των Σκοπίων. Κατά την διάρκεια του 19ου αιώνα και κυρίως μετά τους διωγμούς του Αλή πασά, πολλοί κάτοικοι από τα βλαχοχώρια της Ηπείρου κατέφυγαν στο Μοναστήρι, και τις γύρω κοινότητες, όπως το Μεγάροβο, η Νιζόπολη και το Τύρνοβο. Η οικογένεια Γέμτου καταγόταν από την Αετομηλίτσα και μαζί με πολλές άλλες οικογένειες εγκαταστάθηκε την περίοδο αυτή στη Νιζόπολη. Όπως ανέφερε ο ίδιος ο Πέτρος Γέμτος, το αρχικό όνομα της οικογενείας ήταν Μαυρομάτη, καθώς θυμόταν ότι η γιαγιά του ονομαζόταν Ζωή Μαυρομάτη. Όσο για την ονομασία του επιθέτου Γέμτος, η οικογενειακή παράδοση αναφέρει ότι προέρχεται από την λέξη γιε μου (παιδί μου), η οποία υπέστη με τον καιρό κάποια φωνητική αλλοίωση, η οποία κατέληξε σε Γέμτος[1].
Με το που η οικογένεια Γέμτου εγκαταστάθηκε στη Νιζόπολη συνέχισε την παλαιά επαγγελματική της δραστηριότητα, την δημιουργία μεγάλων κτηνοτροφικών μονάδων. Τα χιλιάδες πρόβατά τους το καλοκαίρι ανέβαιναν στο διπλανό όρος Περιστέρι, ενώ κάθε χειμώνα κατηφόριζαν για «χειμαδιό» στην τουρκοκρατούμενη Θεσσαλία. Προτιμούσαν την περιοχή της Χασάμπαλης, όπου εύρισκαν καλή τροφή και ήπιο κλίμα. Αυτή η ετήσια χειμωνιάτικη μετακίνηση των κοπαδιών στάθηκε αφορμή να γνωρίσει η οικογένεια Γέμτου την Λάρισα και να συνδεθεί στενά μαζί της.

Ο Πέτρος Γέμτος φοίτησε στο Ελληνικό Σχολείο της πατρίδας του και την σχολική περίοδο 1888-89 είχε τελειώσει την Γ΄ τάξη του Σχολαρχείου. Οι απόγονοί του σήμερα διατηρούν με ευλάβεια το αποδεικτικό με την βαθμολογία κάθε μαθήματος, το οποίο εκδόθηκε τον Φεβρουάριο του 1903 από το Σχολείο της Νιζόπολης, επικυρωμένο από τον μητροπολίτη Πελαγονίας Αμβρόσιο που ήταν ο Επόπτης των Ελληνικών Εκπαιδευτηρίων της ευρύτερης περιοχής του Μοναστηρίου. Από το 1889, σε ηλικία 15 ετών, άρχισε να ακολουθεί τακτικά τα κοπάδια του πατέρα του Αναστασίου Γέμτου στη Θεσσαλία. Όμως το φθινόπωρο του 1903 συνέβη μια πραγματική τραγωδία. Καθώς τα ποίμνια κατέβαιναν προς την περιοχή μας με επικεφαλής τον Πέτρο Γέμτο, οι Τούρκοι, παρακινημένοι από τους Βουλγάρους κομιτατζήδες, σταμάτησαν την πορεία τους κοντά στην Κοζάνη και έσφαξαν τρεις χιλιάδες πρόβατα και όλους τους μπιστικούς[2].Ο Γέμτος είχε την πρόνοια να προηγηθεί χρονικά της πορείας και μ’ αυτή του την ενέργεια γλύτωσε από το μακελειό.
Το γεγονός αυτό τον υποχρέωσε να εγκατασταθεί μόνιμα στη Λάρισα, με μόνα εφόδια πλέον το αποδεικτικό του Σχολαρχείου, την έμφυτη ευφυΐα του και την διάθεση για δουλειά. Παράλληλα ήλθε σε επαφή με τους Μακεδόνες της πόλεως και προσχώρησε στην «Φιλόπτωχο Μακεδονική Αδελφότητα», πρόεδρος της οποίας ήταν ο ιατρός Μιχαήλ Σάπκας, που η καταγωγή του ήταν από το Μεγάροβο, μια ελληνική κοινότητα γειτονική με την Νιζόπολη. Αρχικά ασχολήθηκε με το εμπόριο υφασμάτων με την οικογένεια Παγώνη από τον Τύρναβο[3].Η επιχειρησιακή του δραστηριότητα πήγε πολύ καλά και του απέφερε μεγάλα κέρδη. Τον Οκτώβριο του 1906, σε ηλικία 32 ετών, μνηστεύθηκε την Ελένη, κόρη του Ηλία Παγώνη. Ήταν γόνος αρχοντικής οικογένειας του Τυρνάβου, με μέλη της οποίας συνεργάσθηκε επαγγελματικά[4].Ο γάμος έγινε τον Ιούλιο του 1907[5] και η ευτυχία τους ολοκληρώθηκε τρία χρόνια αργότερα, το 1910, όταν γεννήθηκε το μοναδικό παιδί τους που πήρε το όνομα του παππού του, Αναστάσιος (Τάσος) Γέμτος[6].