Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2014

Θύμιο Γάκης και η αιχμαλωσία της βασιλαρχόντισσας, Λήσταρχος - Εθνικός Ήρωας


Είναι μια ιστορία που αρχίζει με μιά συνταρακτική απαγωγή, προ εκατόν ετών στα βουνά της Πίνδου – το Μέτσοβον – και που τελειώνει ύστερα από πολλά χρόνια σε μία εθνική προσφορά μακριά, στο Παπαζλή της Μικράς Ασίας. Ένας θρύλος που σαν ζωντανό παραμύθι ξαναζεί ακόμα και σήμερα στις διηγήσεις της Ηπείρου και ένας άλλος θρύλος που έρχεται σαν παραμύθι και αυτός από τις διηγήσεις εκείνων που τον έζησαν. Είναι η απαγωγή της Βασίλισσας και Αρχόντισας (Βασιλαρχόντισσας) Δούκως Αβέρωφ και η εθνική θυσία – η λύτρωση – του ληστάρχου Θύμιου Γάκη.

Διαβάστε το βιβλίο του Δημητρίου Καρατζένη 
''Θύμιο Γάκης και η αιχμαλωσία της βασιλαρχόντισσας, Λήσταρχος – Εθνικός Ήρωας'', (Αθήναι 1986)

Οι ληστοσυμμορίες του Σαρακατσάνου Βαγγέλη Τάκου και του Θύμιου Γάκη στις 27 Ιουλίου 1884 στο Μέτσοβο, απήγαγαν την κόρη του Νικολάκη Αβέρωφ, Ευδοκία, σύζυγο του Στεργίου Τζοανόπουλου, την περίφημη Βασιλαρχόντισσα του δημοτικού τραγουδιού.
Η απαγωγή έγινε μετά από προτροπή του Μετσοβίτη Γεωργίου Ντάλα και του Μεσολογγίτη Φλέγκα, που εργαζόταν στο Μέτσοβο και τον οποίο είχε ραπίσει ο Νικολάκης Αβέρωφ, επειδή πέρασε από το Κουλτούκι του Μετσόβου, όπου κάθονταν μόνο οι άρχοντες.

Οι ληστές μετά την απαγωγή κατέφυγαν στο πυκνοδάσος της Βάλια Κάλντα και σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή στην περιοχή Περτουλίου Τρικάλων.
Ο Γάκης συνελήφθη το 1894, κατόπιν προδοσίας, και δικάστηκε στα Γιάννενα σε ισόβια δεσμά.
Η μαρτυρία της Βασιλαρχόντισσας Ευδοκίας, την οποία ο Γάκης κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας της την προστάτεψε, στάθηκε ικανή για τη μη καταδίκη του ληστή σε θάνατο.
Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι ο Γάκης μετά την απόδοση χάριτος, κατέφυγε με τη βοήθεια των Χατζηγακαίων στο Παπασλί της Μ. Ασίας, όπου παντρεύτηκε την κόρη του εκεί δημάρχου, Παναγιώτη Κλάρα, Ευαγγελία.
Κατά τη Μικρασιατική εκστρατεία βοήθησε με όλες του τις δυνάμεις τον Ελληνικό Στρατό.

Το Έπος του Σαράντα



Ήτανε νύχτα κι ήσυχη κοιμότανε η χώρα, 
σαν του πολέμου ξέσπασε η φονική η μπόρα. 
Όλη η Ελλάδα σύσσωμη σηκώθηκε επάνω 
και φώναξε βροντόλαλα: ΟΧΙ δε θα πεθάνω! 
Όλα της τα παιδιά μεμιάς τα κράζει, για να ‘ρθούνε, 
τείχος να κάμουν τα κορμιά οι βάρβαροι μην μπούνε. 
Σε λίγες ώρες γέμισε η Πίνδος παλικάρια 
και ρίχτηκαν στον Ιταλό ανήμερα λιοντάρια. 
Φλάμπουρα νίκης ύψωσαν ψηλά σε κάθε κόχη 
κι έγινε αστέρι μαγικό μέσα στη νύχτα τ' ΟΧΙ. 
Εις το θρασύδειλο εχθρό φωνάζουν: «ΜΠΡΟΣ», «ΑΕΡΑ». 
Κι αντιλαλούνε τα βουνά το σύνθημα ως πέρα. 
Η νίκη τα ελληνικά τα όπλα στεφανώνει 
κι όλους της δόξας το κρασί μεθά και τους ενώνει. 
Χτυπούν χαρμόσυνα παντού του έπους οι καμπάνες 
και ακούγονται περήφανοι γύροι τρανοί παιάνες. 
Γιορτάζει η Βόρεια Ήπειρος και βάγια μπρος υψώνει 
και το φαντάρο Έλληνα με δάφνες στεφανώνει. 
Αυτός της σκλάβας σύντριψε με μιας την αλυσίδα 
Κι ελεύθερη την έδωσε στη μάνα της πατρίδα. 
Το Αργυρόκαστρο ξανά κι η Κοριτσά και πάλι, 
ήρθαν ελεύθερες κι οι δυο στη μητρική αγκάλη. 
Κι όλο οι φαντάροι προχωρούν κι «αέρα, εμπρός!» φωνάζουν 
κι οι Ιταλοί τρομάζοντας, στα πόδια τους το βάζουν. 
Έτσι οι Έλληνες νικούν όπως συμβαίνει πάντα 
και γράφουν με τη λόγχη τους το έπος του Σαράντα.

Ο δημοτικός ποιητής για τον πολεμιστή του ’40


Παντελής Μπουκάλας

Σε ένα από τα γνωστότερα δημοτικά τραγούδια, του Ολύμπου και του Κίσσαβου, ένα από εκείνα που γοήτευσαν τον Γκαίτε και τον έπεισαν να μεταφράσει μερικά, τα δύο βουνά μαλώνουν· μόνο τον Όλυμπο ακούμε, ωστόσο, να παινεύεται για τις κορφές και τις βρύσες του, αλλά κυρίως για τους κλέφτες του, και να χλευάζει τον τουρκοπατημένο Κίσσαβο. Αντίθετα, στα τραγούδια που έπλασε ο δημοτικός ποιητής του ’40 για να εμψυχώσει τους πολεμιστές, τα βουνά δεν μαλώνουν αλλά συνομιλούν συγκινημένα και συνεργάζονται. Ο λαϊκός ποιητής υιοθετεί τα μοτίβα των κλέφτικων, με τη δίκαιη σιγουριά πως είναι κληρονομιά του, κτήμα κοινό. Και ή τα προσαρμόζει γεωγραφικά ή τα μεταλλάσσει φρόνιμα. Κι αυτό «σ’ εποχή όπου η λειτουργία της γέννησης του δημοτικού τραγουδιού παρουσιάζει πλήθος αναστολές», όπως λέει ο Κ.Θ. Δημαράς στην «Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας»· σε εποχή δηλαδή που ο προφορικός πολιτισμός υποχωρούσε και αποσυντονιζόταν.

Σε ένα από τα δημοτικά του ’40, πλασμένο από την πάντα καίρια μούσα της Ηπείρου, ο γερο-Σμόλικας ρωτάει την Πίνδο, στον ταιριαστό δεκαπεντασύλλαβο: «Βουνό μου, σταυραδέρφι μου και γκαρδιακέ μου φίλε, / πού πήγαν οι λεβέντες μας, πού πήγαν οι αϊτοί μας / κι αφήσανε τον Ιταλό τον τόπο να οργώνει;» Πριν αποκριθεί η Πίνδος, ο τόπος όλος και η μνήμη που τον πυκνοκατοικεί δίνουν τη δική τους απάντηση: «Το λόγο δεν απόσωσεν, το λόγο δεν απόειπε / κι αναταράχτηκεν η γης, αντάριασαν οι λόγγοι / κι ένα στοιχειό πετάχτηκε ψηλά στη Δρακολίμνη. / Είχε σταυρό στα κέρατα, φεγγάρι στα καπούλια / κι απάνω από τη ράχη του φλάμπουρο ανεμίζει». Και σκορπίζει τους έντρομους Ιταλούς. Ενα στοιχειό που η λαϊκή πίστη θα μπορούσε να του δώσει το σχήμα και το όνομα του Αϊ-Γιώργη ή της Παναγίας ή, πολύ παλιά, στον Μαραθώνα, του Θησέα και του φαντάσματός του.

Αντίθετα με τη μεταφυσική λύση αυτού του τραγουδιού, ένα άλλο ηπειρώτικο προκρίνει τον ρεαλισμό, περιγράφοντας λιτά την κινητοποίηση προς ενίσχυση του μετώπου· συνομιλητής της Πίνδου είναι τώρα ο Ολυμπος. Αντλώ και αυτό το τραγούδι από τη β΄ έκδοση της μελέτης του Τάκη Αδάμου «Το λαϊκό τραγούδι της Αντίστασης» (Καστανιώτης, 1977). Πολλά τραγούδια και του ’40 αποθησαύρισε ο Ν. Α. Κεφαλληνιάδης στο βιβλίο «Η λαϊκή μούσα στους εθνικούς πολέμους μας (Ντοκουμέντα): Βαλκανικοί πόλεμοι 1912-1913, Μικρασιατική Καταστροφή 1922, Αλβανικό έπος 1940, Κατοχή - Αντίσταση - Απελευθέρωση 1941-1944» (Φιλιππότης, 1992). Ας πάμε στις πρώτες μέρες του πολέμου: «Ποιος είδε τέτοιο θάμασμα, παράξενο μεγάλο, / να κουβεντιάζουν τα βουνά με τις ψηλές ραχούλες. / Γυρίζει ο γερο-Ολυμπος κι αναρωτάει την Πίνδο: / “Βουνό μου, γιατί θύμωσες και στέκεις βουρκωμένο; / Μήνα χαλάζι σε βαρεί, μήνα βροχή σε δέρνει;” / “Ούτε χαλάζι με βαρεί κι ούτε βροχή με δέρνει, / μόν’ με βαρούν οι Ιταλοί με μπόμπες και με όλμους. / Μαύρα πουλιά σκεπάσανε τον όμορφο ουρανό μου, / θερίζουνε τις ράχες μου, καίνε τα έλατά μου”. / “Ρίξε, βουνό, τις μπόρες σου, ρίξε τις αστραπές σου, / κι εγώ σου στέλνω τους αϊτούς, τσολιάδες και φαντάρους, / να καθαρίσουν τις πλαγιές, να διώξουν τους φασίστες, // που μόλυναν τον τόπο μας, τα όμορφα χωριά μας”».

Κυριακή 26 Οκτωβρίου 2014

Γεώργιος Καστριώτης ή Σκεντέρμπεης: Ο Έλληνας που έσωσε την Ευρώπη


Πώς οι Αλβανοί παρουσιάζουν ως
αλβανικής καταγωγής τον Γεώργιο Καστριώτη. Ένας από τους λιγότερο γνωστούς ήρωες της Ελληνικής Ιστορίας θεωρείται ο Γεώργιος Καστριώτης, 
γνωστός κι ως Σκεντέρμπεης
Αποτελεί τον εθνικό ήρωα των Αλβανών την ίδια ώρα που θεωρείται άγνωστος ή παρουσιάζεται λανθασμένα ως 
Αλβανικής καταγωγής στην Ελλάδα. 
Ας δούμε όμως τελικά ποιος ήταν 
ο Σκεντέρμπεης.

Το πραγματικό του όνομα είναι Γεώργιος Καστριώτης. Το επίθετό του παρουσιάζει και την πραγματική του καταγωγή αφού ο παππούς του, Κων/νος Καστριώτης (1390), ήταν ηγεμόνας της περιοχής της Καστοριάς και της Ημαθίας. Πατέρας του ήταν ο Ιωάννης Καστριώτης, ηγεμόνας της Κρόιας ενώ η μητέρα του καταγόταν από τη Σερβία (Βοϊσάβα). 

Λίγο καιρό πριν την Άλωση της Πόλης κι ενώ ο σουλτάνος Μουράτ Β’ κατακτούσε την μια βυζαντινή επαρχία μετά την άλλη, ζητά από τον ηγεμόνα της Κρόιας ως εκδήλωση υποταγής και εγγύηση της κυριαρχίας του, την ομηρία των 4 γιων του ένας εκ των οποίων ήταν ο Γεώργιος. Ο Ι. Καστριώτης δέχτηκε και τα παιδιά του αφού ασπάσθηκαν τον ισλαμισμό (ήταν χριστιανοί), βρέθηκαν να ανατρέφονται στη σουλτανική αυλή της Ανδριανουπόλεως παρέα με τον μετέπειτα Πορθητή της Πόλεως, Μωάμεθ τον Β’. Ο σουλτάνος Μουράτ, βλέποντας την εξαιρετική πρόοδο και τα χαρίσματα του ελληνόπουλου, του προσέδωσε την τουρκική ονομασία «Ισκεντέρ μπέη» (Σκεντέρμπεης) που σημαίνει «Αλέξανδρος ηγεμών».

Παρόλη την οθωμανική ανατροφή του, ο Γεώργιος δεν ξεχνούσε τις ρίζες του. Η είδηση του θανάτου των γονιών του και η καταπίεση των ομοεθνών του από τον τουρκικό ζυγό έδωσαν το έναυσμα στον Σκεντέρμπεη να λιποτακτήσει σε μάχη στη Σερβία και να επιστρέψει στα πατρογονικά του εδάφη. Αφού νυμφεύεται την Ανδρονίκη Κομνηνή, ο Γεώργιος Καστριώτης στις 28 Νοεμβρίου 1443 κηρύσσει την επανάστασή του κατά των Τούρκων. Ως έμβλημά του χρησιμοποίησε τον βυζαντινό δικέφαλο αετό σε κόκκινο φόντο, τη σημερινή πλέον σημαία της Αλβανίας.

Ο Γεώργιος Καστριώτης χάρη στις πολεμικές του αρετές κατάφερε να απελευθερώσει την επαρχία του από την τουρκική κατοχή και να προκαλέσει το θαυμασμό στην χριστιανική Δύση που ανέμενε την οθωμανική απειλή. Ήταν τόσο μεγάλες οι επιτυχίες του Καστριώτη που ανάγκασε τον ίδιο τον σουλτάνο να εκστρατεύσει εναντίον του. Χαρακτηριστικοί είναι και οι έπαινοι του πάπα Κάλλιστρου Γ’, ονομάζοντας τον Καστριώτη «ιππότη του Χριστού» και «αθλητή του Θεού». Ακόμη και μετά την Άλωση της Πόλης (1453), ο Σκεντέρμπεης δρούσε ανενόχλητος μέχρι τον θάνατό του. Στις 17 Ιανουαρίου 1467 και σε ηλικία 63 ετών πέθανε από ελονοσία. Θάφτηκε με τις τιμές που αρμόζουν σε έναν θρύλο στο Ναό του Αγίου Νικολάου στο Αλέσσιο (αρχαία Λισσός).

Σάββατο 25 Οκτωβρίου 2014

Στέργιος Βλάχμπεης (1880 - 1948) - Μακεδονομάχος οπλαρχηγός από την Κάτω Τζουμαγιά (Ηράκλεια) Σερρών


Από τις τάξεις των Βλάχων της Ηράκλειας προερχόταν ο καπετάνιος Στέργιος Βλάχμπεης, ένας από τους σημαντικότερους αρχηγούς των ελληνικών ανταρτικών σωμάτων που ανέπτυξαν δράση στην Ανατολική Μακεδονία κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα. [Πηγή: Αστέριος Κουκούδης, Το ιστορικό των Βλάχων της Ηράκλειας, βλ Εδώ]

Ο Στέργιος Βλάχμπεης (καπετάν Στέργιος) του Ιωάννου γεννήθηκε το 1880 στην Κάτω Τζουμαγιά (Ηράκλεια) Σερρών. Οργανώθηκε στην ένοπλη δράση από πολύ νωρίς. Αρχικά τέθηκε υπό τις γενικές οδηγίες του οπλαρχηγού Δούκα Γαϊτατζή. Στη συνέχεια συνεργάστηκε με το σώμα του οπλαρχηγού Παπαπασχάλη από τα Σακάφτσια (Λιβαδοχώρι). Μετά το θάνατο του οπλαρχηγού Αθανάσιου Χατζηπανταζή το 1906, ανέλαβε τη γενική αρχηγία στον τομέα ευθύνης των περιοχών Σερρών, Βισαλτίας, Κάτω Τζουμαγιάς (Ηράκλειας), Ποροΐων, Κερκίνης, Σιντικής, Πετριτσίου και Μελενίκου. Εξουδετέρωσε τη Ρουμανική προπαγάνδα στην περιοχή της Ανατολικής Μακεδονίας που είχε στόχο τον προσεταιρισμό των Ελληνικών, βλαχόφωνων πληθυσμών. Κατάφερε, επίσης να αντιμετωπίσει την ένοπλη δράση των Βουλγάρων κομιτατζήδων Σαντάνσκι, Σίτσο Άτσεφ, Ντόντσιο, Σαράφωφ, βοεβόδα Τάκα, Ντίνα Αραμπατζή και Μανούσωφ, που τρομοκρατούσαν τους Έλληνες στην περιοχή βόρεια των Σερρών. Συνέπεια της απομάκρυνσης της Βουλγαρικής βίας, ήταν η αθρόα επιστροφή των κατοίκων πολλών χωριών στο Πατριαρχείο, απ' όπου είχαν βίαια απομακρυνθεί.[1] Μαζί με τον Αθανάσιο Κηπουρό (Φεγγάρα) εκτέλεσαν το Βούλγαρο καταδότη του καπετάν Μητρούση, Δίγκο, το Σεπτέμβριο του 1907[2]. 

Λόγω της καταδίωξης του σώματός του από τις Οθωμανικές αρχές, αναγκάστηκε να καταφύγει στην Αθήνα το φθινόπωρο του 1907. Εκεί γνωρίστηκε με τους αδερφούς Θεοχάρη και Μαυρουδή Γερογιάννη από τη Αρναία Χαλκιδικής που ήταν διευθυντές στον Κεντρικό Μακεδονικό Σύλλογο Αθηνών. Με τη βοήθεια του συλλόγου, οργάνωσε νέο αντάρτικο σώμα και επέστρεψε στη Μακεδονία και συγκεκριμένα στη Χαλκιδική με τελικό στόχο να ανακάμψει στην περιοχή Σερρών. Παρέμεινε για αρκετό καιρό στις περιοχές της Χαλκιδικής, του Λαγκαδά και Βερτίσκου, παρά τις εκκλήσεις του Διευθυντή του Εθνικού Κέντρου Σερρών, Δημοσθένη Φλωριά, να μεταβεί στη γενέτειρά του, όπου η κατάσταση ήταν κρισιμότερη. Αργότερα επέστρεψε στην περιοχή βόρεια των Σερρών όπου ανέλαβε εκ νέου δράση με το σώμα του κατά των Βουλγάρων κομιτατζήδων. 

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ Γ΄ και η ρουμανική προπαγάνδα


Μιχαήλ Τρίτος

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ ο Γ΄, ο οποίος είλκε την καταγωγή του από το βλαχόφωνο Κρούσοβο της Άνω Μακεδονίας και ομιλούσε το βλαχικό ιδίωμα, πρωτοστάτησε στον αγώνα εναντίον της ρουμανικής προπαγάνδας, η οποία με ανέντιμες μεθόδους προσπάθησε να αλώσει την ελληνική εθνική συνείδηση των Βλάχων της Βαλκανικής.

Συγκεκριμένα, εξαπέλυσε τέσσερις ιστορικές εγκυκλίους προς τους Αρχιερείς και τους χριστιανούς της Μακεδονίας και Ηπείρου σχετικές με τη στάση που πρέπει να κρατήσουν στο Κουτσοβλαχικό Ζήτημα. Επίσης, ένα Πατριαρχικό Τακρίριο προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης και Θρησκευμάτων Αβδουρραχμάν και ένα υπόμνημα προς τους πρεσβευτές Αυστρίας, Ρωσίας, Αγγλίας, Γερμανίας, Γαλλίας και Ιταλίας, τους οποίους ενημερώνει «περί των εν Μακεδονία, αξιώσεων της ρουμουνικής κυβερνήσεως».

Σε όλες τις επιστολές του υπεραμύνεται της ελληνικότητας των Βλάχων της Βαλκανικής και αποκλείει κάθε σκέψη εισαγωγής της ρουμανικής γλώσσας στη λατρεία σε περιοχές, που κατοικούνται από Βλάχους.

Κωνσταντίνος Αν. Βαβούσκος


Ο γεννημένος στη Δράμα, αλλά με καταγωγή από το Κρούσοβο, Κωνσταντίνος Αν. Βαβούσκος σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης από την οποία έλαβε πτυχίο το 1947. Με υποτροφία της ΕΜΣ, συνέχισε μεταπτυχιακές σπουδές στο Παρίσι και το Φράϊμπουρκ της Γερμανίας. Διδάκτωρ του Δικαίου του Πανεπιστημίου των Παρισίων (1952). Πρώτος Επιστημονικός συνεργάτης του νεοϊδρυθέντος Ιδρύματος Μελετών Χερσονήσου του Αίμου (1953-1964) και δικηγόρος Θεσσαλονίκης από το 1955.Υφηγητής (1957) και καθηγητής του Αστικού Δικαίου από το 1969, της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης της οποίας διετέλεσε και Κοσμήτωρ (1974-1978). Μέλος της Εταιρείας από τη δεκαετία του 1950, εξελέγη για πρώτη φορά στο Διοικητικό Συμβούλιο το 1970 και συνέχισε εκλεγόμενος για τριανταέξι χρόνια. Αναδείχθηκε Πρόεδρος της ΕΜΣ για μια τριακονταετία (1976-2006), Πρόεδρος του ΙΜΧΑ και εξελέγη Αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Συνέγραψε πληθώρα μελετών νομικού περιεχομένου, ενώ ασχολήθηκε ιδιαίτερο ζήλο με την ιστορία της Μακεδονίας, του βόρειου ελληνισμού και κυρίως με το Μακεδονικό Ζήτημα, όπως αυτό εξελίχθηκε ως σήμερα. Συνέγραψε μελέτες, άρθρα, και ανακοινώσεις σε συνέδρια, έδωσε ποικίλες διαλέξεις σε όλο τον κόσμο υπερασπιζόμενος τα ελληνικά δίκαια.
Πηγή: Εδώ


Κωνσταντίνος Β. Χιώλος
Διδάκτωρ Νομικής - Δικηγόρος

Με αφορμή σχετικό δημοσίευμα προ ημερών στον «ΠΡΩΙΝΟ ΤΥΠΟ» στη στήλη «Από την παλιά Δράμα», αναφερόμενο στον Ακαδημαϊκό και ομότιμο καθηγητή Πανεπιστημίου κ. Κωνσταντίνο Βαβούσκο, ο οποίος έλκει την καταγωγή του από την Δράμα, παρακαλώ να μου επιτραπεί να προσθέσω ακόμη ολίγα τινά γι’ αυτόν, ερανισμένα από τον πλουσιώτατον βιογραφικό του.

Παρασκευή 24 Οκτωβρίου 2014

Ιωακείμ Μαρτινιανός (1873 -1953)


Μιχαήλ Τρίτος 
Καθηγητής ΑΠΘ Κοσμήτωρ Θεολογικής Σχολής

Διακεκριμένος ιεράρχης και συγγραφεύς. Γεννήθηκε στο 1873 στην ιστορική Μοσχόπολη της Βορείου Ηπείρου, που ήταν κορυφαίο πνευματικό κέντρο του ιζ΄ και ιη΄ αι. Τα εγκύκλια μαθήματα παρακολούθησε στα φημισμένα σχολεία της ιστορικής γεννέτειράς του. Στη συνέχεια φοίτησε στη Μεγάλη του Γένους Σχολή στην Κωνσταντινούπολη και στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, από την οποία απεφοίτησε το 1898. Από πολύ νωρίς διακρίθηκε για τη συγκροτημένη προσωπικότητά του και τους αγώνες του για την Ορθοδοξία και το Γένος.

Ως Μητροπολίτης είχε αρκετές μεταθέσεις· 
Μητροπολίτης Βελεγράδων (1911-1924), Παραμυθίας (1924-1925), Νέας Πελαγονίας (1925-1935), Ξάνθης (1935-1942), Πολυανής και Κιλκισίου (1942-1945) και Ξάνθης (1945-1953).

Η αρχιερατεία του στο Κιλκίς ήταν αρκετά δύσκολη λόγω της γερμανικής κατοχής. Παρόλο αυτό με ισορροπημένες κινήσεις, διακριτικούς χειρισμούς και διπλωματική ευστροφία έσωσε πολύ κόσμο από τη θανατική καταδίκη. Μεγάλο ήταν το θρησκευτικό, εθνικό και κοινωνικό του έργο στο τριετές διάστημα της αρχιερατικής παρουσίας του στο Κιλκίς.

Παράλληλα με τα ποιμαντικά του καθήκοντα ασχολήθηκε και με τη συγγραφή βιβλίων. Ενδεικτικά αναφέρουμε τα εξής: 
1. Συμβολαί εις την ιστορίαν της Μοσχοπόλεως. Η Ιερά Μονή του Τιμίου Προδρόμου κατά τον εν αυτή κώδικα (1630-1875), Αθήνα 1939. 
2. Η Μοσχόπολις (1330-1930), εν Θεσσαλονίκη 1957. 
3. Τα Βελέγραδα (ανέκδοτο). 
4. Διορθώσεις και προσθήκαι εις την περί της Αυτοκεφάλου Αρχιεπισκοπής Αχριδών μονογραφίας του. 
5. Ο Χριστιανισμός στην Αλβανία κ.α.

Τα άγρια άλογα του Πεταλά


Του Παντολέων Φλωρόπουλου

Είναι άγρια άλογα! Και ζουν στις πλαγιές και τους λόφους του όρους Θύαμος (Πεταλάς) πάνω από τη Λεπενού στο Βάλτο, στην Ακαρνανική πλευρά του Αχελώου. Κινούνται σε μια ημιορεινή έκταση εκατόν τριάντα χιλιάδων στρεμμάτων. Σκηνές από ταινίες της άγριας Αμερικανικής Δύσης στο Ακαρνανικό τοπίο; Ναι, βεβαίως!

Οι ειδικοί είπαν ότι τα άγρια άλογα του Πεταλά ανήκουν στη φυλή της Πίνδου, γνωστή από την αρχαιότητα για την ανθεκτικότητά της στις κακουχίες. Συγκριτικά με άλλες μεγαλόσωμες φυλές, τα άλογα της Πίνδου είναι πιο κοντά, όμως είναι προσαρμοσμένα στο κακοτράχαλο τοπίο και γι’ αυτόν το λόγο διάλεξε αυτά τα άλογα για το ιππικό του ο Μέγας Αλέξανδρος, προκειμένου να ταξιδέψει στα βάθη της Ασίας…

Τα άγρια άλογα του Πεταλά δεν μετρήθηκαν ποτέ, όμως – κατά την διασταυρωμένη εκτίμηση ντόπιων βοσκών – φαίνεται ότι υπερβαίνουν τα χίλια συνολικά. Αν είναι έτσι, πρόκειται για τη μεγαλύτερη αγέλη της Ευρώπης.

Γνώρισαν μεγάλη δημοσιότητα το 1999, όταν το περιοδικό «Στρατόσφαιρα» έδειξε το εκπληκτικό θέμα στο Πανελλήνιο, το πήραν οι τηλεοπτικές κάμερες για να το φτάσουν μέχρι την Ευρώπη και την Αμερική. Στο θέμα αναφέρθηκαν όλες σχεδόν οι μεγάλες εφημερίδες, αλλά και περιοδικά όπως το National Geographic. Ασχολήθηκε ακόμα και η Ευρωβουλή. Το πρόβλημα ήταν τότε ότι τα έπιαναν οι επιτήδειοι και τα εξήγαγαν στην Ιταλία για κονσέρβες. Επειδή όμως προσέκρουαν στις διατάξεις του Νόμου που απαγόρευσε την έξοδό τους από τη χώρα, εφηύραν την αποτρόπαιη μέθοδο να… τους σπάνε τα πόδια ή να τα τραυματίζουν στα πλευρά, ώστε να παρακάμπτουν την απαγόρευση!

Η δημοσιότητα έσωσε τα άλογα από το μαρτύριο εκείνο. Σταμάτησε το αποτρόπαιο εμπόριο, το οποίο έκαναν οι γύφτοι σε συνεργασία με κάποιους ντόπιους. Παρά τις δημοσιογραφικές προσπάθειες και παρά το πανελλήνιο ενδιαφέρον που προκάλεσε η άγρια ομορφιά τους, πέραν της δημοσιότητας δεν έγινε τίποτε ούτε για την προστασία τους, ούτε για την αξιοποίηση του καταπληκτικού θεάματος που προσφέρουν.

Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2014

Παρουσία Βλάχων στο Βέρμιο και την ευρύτερη περιοχή πριν την μαζική τους έλευση


Όσον αφορά στην μυθολογία για το Βέρμιο ο πατέρας της ιστορίας Ηρόδοτος [1] μας λέει ότι εκεί κατάφυγαν τα τρία αδέλφια, Γαυάνης, Αέροπος και Περδίκκας (απόγονοι του Τήμενου Βασιλιά του Άργους Πελοποννήσου) από την πολιτεία Λεβαία, από όπου τους κυνήγησε ο βασιλιάς της, κατέκτησαν την περιοχή αυτή και, έχοντας αυτήν (Βέρμιο) ως ορμητήριο, κατέκτησαν και την υπόλοιπη Μακεδονία.

Βέβαια, ο ορεινός αυτός όγκος, πριν την μαζική έλευση των Βλάχων από την Πίνδο, κατοικούνταν περισσότερο από ελληνόφωνους και μετά τη καταστροφή της Νάουσας (1822) ο τόπος ερημώθηκε πλήρως από τους Τούρκους. Οι περισσότεροι Βλάχοι αυτής της μαζικής έλευσης σήμερα ζουν στη πόλη της Βέροιας, χωρίς βέβαια να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και σε άλλα μέρη (Νάουσα, περιοχές της Θεσ/νίκης, Ημαθίας, Πιερίας κ.α.).

Πάντως, η παρουσία λατινοφώνων γενικότερα στην Ημαθία πρέπει να έχει πολύ παλιές ρίζες. Είναι φυσικό να υπήρξε και στην περιοχή αυτή λατινοφωνία από τους ρωμαϊκούς ακόμα χρόνους λόγω της ρωμαϊκής κυριαρχίας (Ρωμαίοι άποικοι, ντόπιοι εκλατινισθέντες). Ο Αχ. Λαζάρου [2] προσκομίζει στοιχεία διαπίστωσης λατινοφωνίας στην Μακεδονία μέσω «…της μελέτης επιγραφικού υλικού της Βέροιας (Μουσείο Βέροιας) του διευθυντή του Κέντρου Ελληνικής και Ρωμαϊκής Αρχαιότητας του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών Μιλτ. Χατζόπουλου, ο οποίος επιμαρτυρεί την εκλατίνιση Μακεδόνων και ιχνηλατεί τις απαρχές του λατινογενούς γλωσσικού ιδιώματος των Αρμάνων, Ελληνοβλάχων…». 

Ο χρονογράφος Ιωάννης Λυδός (6ος αι. μ.Χ., πρώτοι Βυζαντινοί χρόνοι) [3] είναι σαφέστατος και ομιλεί για χρήση της λατινικής από τους περισσότερους Έλληνες στη Βαλκανική και μάλιστα από αυτούς που έρχονταν σε επαφή με το Ρωμαϊκό κράτος.

Βέβαια η λατινοφωνία με την επικράτηση του χριστιανικού ελληνικού-βυζαντινού πολιτισμού και την έλευση των Σλάβων συρρικνώθηκε, δεν εξαφανίσθηκε όμως οριστικά. Υπάρχουν ενδείξεις ότι επιβίωσε μια δημώδης λατινική γλώσσα.

Μέτσοβο: Ένα μουσείο για όλη την Ήπειρο


Κάνοντας βόλτα κανείς στα πλακόστρωτα δρομάκια του Μετσόβου πέφτει πάνω σε ένα «γίγαντα». Όχι φυσικά σε καμιά πολυκατοικία ή σε κάποια νεοπλουτίστικη βίλα, αλλά στο τριώροφο Αρχοντικό Τοσίτσα, το οποίο σήμερα λειτουργεί ως λαογραφικό μουσείο.

Για την ακρίβεια πρόκειται για ένα μουσείο «μέσα στο μουσείο», καθώς το ίδιο το Αρχοντικό με τη διαμόρφωση των χώρων του και ανεξάρτητα από τα όσα –σημαντικά– περιέχει αποτελεί ζωντανό μάρτυρα μιας εποχής και ενός τρόπου ζωής, ο οποίος σήμερα φαντάζει μακρινός και ξεχασμένος. Να τα πάρουμε όμως με τη σειρά. Στην πρώτη του μορφή το Αρχοντικό χρονολογείται στον 17ο αιώνα, ενώ με προσθήκες και επισκευές διατηρήθηκε μέχρι τη δεκαετία του ’50, οπότε και ανακατασκευάστηκε εκ βάθρων χάρη στη χρηματοδότηση του Ιδρύματος Βαρώνου Μιχαήλ Τοσίτσα και τις πρωτοβουλίες του Ευάγγελου Αβέρωφ, ο οποίος ανέλαβε τη διαχείρισή του.

Η ανακατασκευή, η οποία διατηρεί πιστά τον σχεδιασμό και τη διαρρύθμιση των χώρων του παλαιού κτιρίου, εξασφαλίζει την υλική του συνέχεια, ενώ παράλληλα συστήνει στον επισκέπτη μια ολόκληρη εποχή. Από τον χωρισμό των καθιστικών της οικογένειας σε θερινά και χειμερινά (τα δεύτερα δεν έχουν παράθυρα για να διατηρούν τη ζέστη) μέχρι τα μεγάλα σαλόνια του δευτέρου ορόφου για τις γιορτές, μπορεί κανείς να καταλάβει το μέγεθος του πλούτου και της αίγλης που απολάμβανε η οικογένεια Τοσίτσα. Ταυτόχρονα βλέποντας τις πρακτικές δυσκολίες (με πρώτη αυτή του κρύου) που ακόμα και μια τέτοια οικογένεια είχε να αντιμετωπίσει, σε μια όχι και τόσο μακρινή εποχή, δεν μπορεί παρά να απορήσει για το είδος της ζωής που οι υπόλοιποι, λιγότερο προνομιούχοι διαβιούσαν...

Εκτός των παραπάνω πάντως, το Αρχοντικό-Μουσείο είναι γεμάτο από κάθε λογής αντικείμενα, από εργαλεία και όπλα μέχρι τεχνουργήματα και έπιπλα, μαζεμένα με μεράκι και αγάπη από όλη την περιοχή της Ηπείρου.