Εντλίρα Γιώργη Ντόκου
Η γιαγιά μου Σωτήρα
(η μητέρα της μαμάς μου)
Η γιαγιά μου ήταν πάντα γλυκομίλητη
Άνοιγε την αγκαλιά της σαν μια μεγάλη θάλασσα
Με μεγάλα καστανά μάτια σαν ένας ήλιος
Άλλοτε γινόταν γη και άλλοτε ουρανός
Στα ζαρωμένα από τα γηρατειά χέρια της
Έκρυβε καραμέλες για δύο βουνά και τέσσερις κάμπους
Στις μεγάλες τσέπες της είχε το κεντημένο μαντήλι
Ω! πόσο κομψά κρεμόταν ο σταυρός στο λαιμό της
Το χαμόγελο της ζέσταινε τις μικρές καρδιές μας
Και το χάδι της έδινε την φλόγα του χειμώνα
Και το δάκρυ της ήταν βαρύ όσο ο κόσμος
Και η απουσία της βαθιά στην ψυχή γινόταν αισθητή
Η γιαγιά μου ήταν λουσμένη στο άπλετο φως
Καθώς σηκωνόταν το πρωί σαν πεταλούδα στο σπίτι
Ζύμωνε, δροσερά, με λουλούδια στο πιάτο
Με πρόβειο μαλλί ήταν παράδοση να υφαίνει
Όσο ζούσε ήταν καταιγίδα και φουρτούνα
Και ελπίδα και όνειρο και ποτάμι
Σαν όμορφη κι αγαπημένη Παναγιά
Σαν την πανσέληνο διαπερνά τις διαδρομές μου
Η γιαγιά μου ήταν μια Βλάχα με χάρη
Την έχω σαν θεϊκό ύμνο για κάθε σημαία
Την έχω σαν τραγούδι και δυσβάσταχτο πόνο στη σάρκα
Με ιερό αίμα από σόι της Κορυτσάς
Η γιαγιά μου έζησε πέρα από το Σούσιτσα*
Μακριά από εμάς, μερικές ώρες με τα πόδια
Όταν ερχόταν στο χωριό ήταν η Άνοιξη του δρόμου
Εκείνου που έτρεφε το μυαλό μου
Και ειλικρινά μου λείπει αυτή η Χρυσή Γυναίκα
Και μου λείπει η μητρική της επίπληξη
Γι 'αυτό την θυμάμαι με επιθυμία και λαχτάρα
Γι' αυτό ελπίζω σ' ένα όνειρο που με ματώνει
Βερόνα, 27 Μαρτίου 2018, 7:54
* Σούσιτσα: είναι παραπόταμος του Αώου, κατά τους αρχαίους Έλληνες ο Πολυανθής (βλ. Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια τομ. ΙΣΤ΄, σελ. 80)
~~~~~~









