Πέμπτη, 6 Φεβρουαρίου 2014

Εξελληνισμός του Βελιγραδίου από Δυτικομακεδόνες τον 18ο και 19ο αι. - Γεώργιος Μόδης


Βελιγράδι
Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου Ντούσιαν Ι. Πόποβιτς (Dušan Popović) - δεν ξέρομε αν είναι ζωντανός ή πεθαμένος- κυκλοφόρησε το 1927 βιβλίο από 136 σελίδες με τίτλο ''Κουτσόβλαχοι. Συμβολή στην δημιουργία της Σερβικής αγοράς'' και το 1937 δεύτερη πληρέστερη έκδοση του από 312 σελίδες. Είναι γραμμένα και τα δυο με αυστηρή επιστημονική αντικειμενικότητα. 
Περιηγήθηκε πολλές πόλεις της Αυστρίας, Ουγγαρίας, Γιουγκοσλαβίας και την Τεργέστη, μελέτησε αρχεία εκκλησιών, μουσείων, επιγραφές τάφων, ανεδίφησε παληές εφημερίδες, παληά συγγράμματα, ταξιδιωτικές εντυπώσεις, διερεύνησε έγγραφα και παραδόσεις οικογενειών και γενικά εργάστηκε με ακαταπόνητο ζήλο και αξιοσημείωτο θάρρος. Ήταν πολύ βαρειά, όσα έγραψε, για την Σερβική μεγαλομανία του μεσοπολέμου. 

Αποκάλυψε καταπληκτικά και άγνωστα πράγματα. Γράφει π.χ ότι όλη η ιθύνουσα τάξις της Σερβίας, όλοι οι Πόποβιτς, Δήμοβιτς, Χρίστοβιτς, Νίκολιτς κ.λπ ως και όλα τα φιλανθρωπικά και άλλα ιδρύματα της Σερβίας και μερικά προτερήματα και ελαττώματα του λαού της προέρχονται από Έλληνες ή ''εξελληνισμένους'' Μακεδόνες. Ελληνική ήταν, πριν 200, 150 και 100 χρόνια, η όψις και η μορφή του Βελιγραδίου, καθώς και η γλώσσα του εμπορίου, των συντεχνιών, των εκκλησιών, του Δήμου αυτής της Γιουγκοσλαβικής Πρωτεύουσας. Όλα σχεδόν τα καταστήματα του Βελιγραδίου είχαν τότε Ελληνικές επιγραφές. Τα περισσότερα ήταν Κλεισουριώτικα. Οι ίδιοι οι Σέρβοι συναγωνίζονταν να μάθουν περισσότερα Ελληνικά και να εμφανίζονται καλλίτεροι Έλληνες. Στα Ελληνικά σχολεία του Βελιγραδίου, του Σμεντέρεβο και στο ανώτερο του Ζεμούν, του Αυστριακού Ζεμλίν, αντίκρυ στο Βελιγράδι, εμορφώθηκαν οι πρώτοι Σέρβοι πολιτικοί αρχηγοί, Γκαρασάνιν και Μιλιουτίνοβιτς και άλλοι διακεκριμένοι Σέρβοι, Έλληνες Μακεδόνες εδέσποζαν στο παλάτι του πρώτου ηγεμόνα της Σερβίας Μίλος Οβρένοβιτς, που δεν τους πολυχώνευε, μα στο τέλος έγιναν..γαμπροί του! 
Χαρακτηριστικόν είναι και το εξής νεώτερον γεγονός. Σε δεξίωσι της Γιουγκοσλαυικής πρεσβείας το 1936, όπου είχε κληθή και ο μακαρίτης καθηγητής και Ακαδημαϊκός Α. Κεραμόπουλος, η αδελφή του Πρεσβευτή, δνίς Χρήστιτς, τον πήρε κατά μέρις και αφού τον ερώτησε για τη γεννέτειτρα του Μπλάτσι ή Βλάστη της Πτολεμαϊδας του εξωμολογήθηκε ότι ήταν συμπατριώτες. Ο πάππος του Πρεσβευτή είχε πάει νεαρός στην Σερβία και έγινε Πρωθυπουργός με το όνομα Χρήστιτς. Βρέθηκαν στο τέλος και συγγενείς!...

Την ίδια εποχή Πρεσβευτής της Βουλγαρίας, στην Αθήνα και αργότερα Πρωθυπουργός της ήταν ο Κιοσεϊβάνωφ που είχε καταγωγή από την Βλαχόφωνη, αλλά Ελληνικότατη Πεστέρα της Βουλγαρίας. Είδα γράμμα του ελληνικά γραμμένο με ελάχιστα ορθογραφικά λάθη προς τον πρωτοεξάδελφο του σιδηροδρομικό τότε σταθμάρχη της Φλώρινας. 
Επίσης ο σημερινός Πατριάρχης της Βουλγαρίας Κύριλλος έχει μητέρα την κ. Πολυξένη, που διαβάζει την Σύνοψι και το Ευαγγέλιο μόνο στην Ελληνική, κατάγεται από την Μοσχόπολη. 
Από το Κρούσοβο εξ άλλου είναι ο Ντούσιαν Πόποβιτς καθώς και ο υπουργός των εξωτερικών της Γιουγκοσλαυίας κ. Κώτσια Πόποβιτς. Επίσης από την Βλαχόφωνη Μπελίτσα της Οχρίδας είχε την καταγωγή ο προκάτοχος του τελευταίου στο υπουργείο των εξωτερικών Τσίντσαρ Μάρκοβιτς *. 
Από τους ιδικούς μας, ο καθηγητής του Αθηναϊκού Πανεπιστημίου Σπυρίδων Λάμπρος περιηγήθηκε επίσης παλαιότερα πολλές πόλεις της τότε Αυστρο-Ουγγαρίας, μελέτησε αρχεία, έγγραφα, επιγραφές και στον Πρυτανικό του λόγο, τον Μάρτιον του 1912, σαν να προμάντευε τους πολέμους που θ ακολουθούσαν, μίλησε ''περί της Μακεδονίας του εξωτερικού'', για τις Ελληνικές δηλαδή κοινότητες που είχαν δημιουργηθή στην Αυστρο-Ουγγαρία από Μακεδόνες κυρίως τον 17ον και 18ον αιώνα.
Το ίδιο έκαμε το 1936 και 1938 και ο γυμνασιάρχης και Γενικός Επιθεωρητής Θεόδ. Νάτσινας που έγραψε και τους ''Μακεδόνες Πραματευτάδες'' του από 80 περίπου σελίδες.

Η εργασία του Πόποβιτς έχει ιδιαίτερη σημασία γιατί σχετίζεται με την μεγάλη επιρροή που είχαν οι κοινότητες αυτές στην διαμόρφωσι του νεωτέρου Σερβικού έθνους και την διάπλασι της αστικής του τάξεως.
Παρασύρεται όμως ο Πόποβιτς με μια παράξενη υπερβολή. Τους χαρακτηρίζει όλους ''Κουτσόβλαχους'', ''Τσιντσάρους'' όπως τους λέγουν οι Σέρβοι.
Γι' αυτόν Βλαχόφωνοι ήταν οι Κοζανίτες, οι Σιατιστινοί, οι Καστοριανοί, οι Μπλατσιώτες, οι Σερβιώτες, οι Σελιτσιώτες, οι Ναουσαίοι -αν και γι' αυτούς γράφει ότι είχαν παλαιότερα εξελληνισθή- οι Βεροιώτες, οι Μελενοικιώτες κ.λπ. έστω και αν δεν ήξεραν ούτε λέξι βλάχικη. Αναφέρει και τον Σέρβο συγγραφέα Γκόπτσεβιτς, που λέγει ότι το 1889 η Κοζάνη είχε 4000 (!) κατοίκους απ' τους οποίους τα 3/4 ήταν Κουτσόβλαχοι. Υπήρχαν ίσως ολίγοι απ' τη Σαμαρίνα που δεν είχαν συνηθίσει να ταξιδέψουν προς Βορράν και ακόμη λιγώτερο να προσπεράσουν τον Δούναβη. 
Βλαχόφωνοι βέβαια ήταν οι Μοσχοπολίτες που έπαιξαν σπουδαιότατο ρόλο, οι Κλεισουριώτες, πολυάριθμοι επίσης και πλείστοι στο Βελιγράδι και άλλοι κυρίως απ' τους κοντά στη Μοσχόπολη συνοικισμούς (Νίτσα, Γάβροβο, Νικολίτσα) θα εγκατεστάθηκαν Μοσχοπολίτες πρόσφυγες στη Σιάτιστα, στο Μπλάτσι (Βλάστη τώρα), στην Κοζάνη, αλλά σε ασήμαντο πάντοτε αριθμό. Όπου εγκατεστάθηκαν πολλοί, τους αναφέρει ο Πόποβιτς, όπως π.χ 100 οικογένειες στην Αχρίδα, 200 στα Βελεσά και Ιστίπ και περισσότεροι στο Μοναστήρι, στο Κρούσοβο, στη Ρέσνα, στο Μεγάροβο κ.λπ.
Γράφει ο Πόποβιτς ότι οι Μοσχοπολίτες απ' το 1750 και μάλιστα απ' την καταστροφή της Μοσχόπολης του 1769 ξεχύθηκαν στην Αυστρο-Ουγγαρία και ήταν οι πρόδρομοι και πρωτοπόροι. Ο Σπυρίδων Λάμπρος όμως βρήκε στα αρχεία της ηγεμονικής οικογενείας Ρακόζι ότι υπήρχε από το 1630 στο Τοκάι της Ουγγαρίας μεγάλη παροικία Κοζανιτών. Σε αρκετούς είχαν χορηγήσει οι Ρακόζι και τίτλους ευγενείας. Οι Κοζανίτες προώθησαν, φαίνεται, την καλλιέργειαν εκεί των αμπελιών, που παράγουν το περίφημο κρασί Τοκάι. Το Τοκάι είχαν εξελληνίσει οι δικοί μας σε ''Τοκάγια''.

Ο Νάτσινας γράφει (Μακεδόνες - Πραματευτάδες, σελ 18) ότι στην απογραφή της Τρανσυλβανίας οι μετανάστες είχαν δηλώσει, όπως φαίνεται από τα σωζόμενα αρχεία, ότι είναι από την Μακεδονία, είναι Οθωμανοί υπήκοοι και ότι γλώσσα τους έχουν την Ελληνική. 
Στην Τρανσυλβανία, σημειωτέον, υπήρχαν πάρα πολλοί Ρουμάνοι. Στη δε σελ. 23 γράφει ότι κατά τον καθηγητή του Πανεπιστημίου της Βούδας Τέλφυ, οι Έλληνες της Ουγγαρίας έδωσαν τότε στους Ούγγρους και πολλές ελληνικές λέξεις που χρησιμοποιούνται και σήμερα. Παράλληλα οι Κοζανίτες δανείστηκαν από εκείνη την εποχή Γερμανικές λέξεις που τις χρησιμοποιούν ακόμα (για το μαγειρείο, τα παραπετάσματα, τις κάλτσες κ.λπ.).
Επίσης, ο ελληνομαθής υφηγητής του Πανεπιστημίου της Βούδας κ. Χόρβαρ σε διάλεξι του είπε, όπως γράφει ο κ. Ζησόπουλος στον πρόλογο του βιβλίου ''αι Μακεδόνες πραματευτάδες'' ότι ''οι Ελληνο-Μακεδόνες μετανάστες της Αυστρο-Ουγγαρίας προώθησαν και τον πολιτισμό της Κεντρικής Ευρώπης''.
Βλαχόφωνοι σίγουρα ήταν οι μεγαλέμποροι και μεγαλοτραπεζίτες της Βιέννης Σίνας, Δούμπας, Γίρας, Τίρκας, Κάπρας, Νικαρούσης, πιθανότατα δε οι Σπίρτα και Σκέβρος, όλοι Μοσχοπολίτες, καθώς και οι Κλεισουριώτες Δαρβάρης, Χερτούρας, Δήμιτσας και αργότερα αρκετοί Κρουσοβίτες.
Γενικά, ο Πόποβιτς μεγαλώνει τον αριθμό των Βλαχοφώνων εκείνης της εποχής στη Σερβία και Αυστροουγγαρία, τον περιορίζει δε στα Μακεδονικά μέρη που πήρε η Σερβία το 1912 για ευνόητους λόγους.
Γράφει π.χ ότι Βλαχόφωνοι Έλληνες του Μοναστηρίου πριν το δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο ήταν μόνο 4000! 
Ο ίδιος αναφέρει (σελ. 18 και 19) τους παλαιοτέρους Σέρβους συγγραφείς Στρόματς και Πόλιτ που γράφουν ότι για κανέναν απ' τους ''Γραίκους'' δεν ήξερε κανείς αν ήταν Ελληνικής ή ''Κουτσοβλαχικής'' καταγωγής. Δεν το έμαθαν ούτε οι απόγονοι τους!!...

Η ''Grčka kraljica'' (''Ελληνίδα Βασίλισσα'') 
~ Φωτο: Η "Grčka kraljica" ("Ελληνίδα Βασίλισσα") βρίσκεται σε ένα από τα κεντρικότερα σημεία της πόλης του Βελιγραδίου. Το όνομά της ήταν επιλογή του ''Τσίντσαρου'' Jovan Kumanudi ο οποίος είχε αγοράσει το κτίριο στα μέσα του 19ου αιώνα.

Πρέπει όμως να του αναγνωρισθή ότι χαρακτηρίζει σχεδόν πάντοτε τους Κουτσοβλάχους ''Εξελληνισμένους''  και λέγει ότι ήταν φορείς του Ελληνικού πνεύματος και πολιτισμού και ότι συχνά αποδείχτηκαν καλλίτεροι Έλληνες κι από τους Ελληνοφώνους. Και τους συγχέει τόσο ώστε ενώ μιλάει για Κουτσοβλάχους, λίγες σειρές παρακάτω τους ονομάζει ''Γραικούς''.
Τονίζει επίσης ότι είτε Βλαχόφωνοι, είτε Ελληνόφωνοι ή Σλαυόφωνοι ήταν, αποτελούσαν πάντοτε έναν ''κύκλο'', μιαν οικογένεια. Θεωρούσαν τους εαυτούς των Έλληνας και ενωμένοι πάντοτε αδιάσπαστα σ' ένα σώμα και μια ψυχή, αγωνίζονταν σκληρά για ν' αποκτήσουν Ελληνικές εκκλησίες, Ελληνικά σχολεία, σε μέρη όπου υπήρχαν Σερβικές Ορθόδοξες εκκλησίες και Σερβικά σχολεία.
Για τις εκκλησίες της Βιέννης, της Τεργέστης, του Οσέκ και άλλων μερών, οι αγώνες αυτοί, οι καυγάδες και οι διαπληκτισμοί με τους Σέρβους βάσταξαν 40 και περισσότερα χρόνια.

Ιδιαίτερη βαρύτητα έχουν τα γραφόμενα του για τους Σλαυόφωνους. 
Ήταν πολλοί σε πολλές Αυστριακές τότε πόλεις, απ' την Κατράνιτσα (Πύργους Εορδαίας), από την Έδεσσα ιδίως στο Σιαμπάτς της Σερβίας, από την Δοϊράνη, το Σμαρδέσι (Κρυσταλλοπηγή της Φλώρινας) και άλλα μέρη. Οι αδελφοί Καραμάτα μεγαλέμποροι του Ζεμούν, με υποκαταστήματα σε Γερμανικές πόλεις, που φιλοξενήθηκε στο μέγαρο τους το Αυτοκρατορικό ζεύγος της Αυστρίας, ήταν πρόκριτοι της Ελληνικής κοινότητας του Ζεμούν. Ο Πόποβιτς ονομάζει όλους αυτούς τους σλαυόφωνους άλλοτε ''Αρχαίους Σέρβους'', άλλοτε ''Νοτιοσλαύους της Μακεδονίας'' ή ''Σλαύους εξελληνισμένους'' αλλά τονίζει πολλές φορές (σελίδες 24, 17, 29, 170, 171, 228, 366 της δευτέρας εκδόσεως και σελίδες 9, 11, 12, 26, 66 της πρώτης) ότι όλοι τους ακολουθούσαν και εταυτίζονταν με τους Έλληνες και τους ''εξελληνισμένους'' Κουτσόβλαχους και αγωνίζονταν μαζύ τους για Ελληνικές εκκλησίες και σχολεία, αν και υπήρχαν Σερβικές Ορθόδοξες εκκλησίες, και έστεκαν πάντοτε χωριστά από τους εντοπίους Σέρβους από τους οποίους και αποζούσαν. Ανήκαν αποκλειστικά στον ίδιο ''κύκλο''. Τους Κατρανιτσιώτες ειδικά τόσο εταύτιζαν οι Σέρβοι με τους Έλληνες και Κουτσόβλαχους, που τους έλεγαν ''Τσιντσάρους''. 

Ωρισμένως οι ψευτο-Μακεδόνες των Σκοπίων και της ''λαϊκής Δημοκρατίας της Μακεδονίας του Βαρδαρίου'' θα εξαφάνιζαν και θα έρριχναν στο ''πυρ το εξώτερον'' τα βιβλία του Πόποβιτς. Αλλά είχαν εκτυπωθεί πρωτού γίνει η ομοσπονδο-λαϊκή δημοκρατία τους το 1944-45.
Όπως προκύπτει από τον πρόλογον της δευτέρας εκδόσεως, επακολούθησε και τότε κάποια θύελλα μετά την κυκλοφορία της πρώτης εκδόσεως.
Αι διαπιστώσεις του ότι όλη η ιθύνουσα Σερβική αστική τάξις κατάγεται από Έλληνες και εξελληνισμένους Κουτσοβλάχους της Μακεδονίας, ότι η πρωτεύουσα τους, το Βελιγράδι, είχε πάρει χάρις σ' αυτούς όψι και μορφήν Ελληνική και Ελληνική ήταν η γλώσσα του εμπορίου και της ανεπτυγμένης τάξεως, ότι οι ''Αρχαίοι Σέρβοι'', όπως ονόμαζαν τους Σλαυόφωνους της Μακεδονίας μέσα σε Σερβικά εδάφη, ήταν ενωμένοι με τον Ελληνισμό εις σάρκα μίαν, επείραξε και πιθανότατα εξαγρίωσε ωρισμένους υπερσωβινιστικούς κύκλους. Γράφτηκαν, λέγει, σχόλια, άρθρα, κριτικές περισσότερες από κάθε άλλο επιστημονικό βιβλίο. Δημιουργήθηκε ένα είδος μικρής και ελαφράς φιλολογίας που δεν είχε καμμία σχέσι με την επιστήμη. Ένας Ακαδημαϊκός ο Τόμιτς, έγραψε κριτικήν,  πολύ ολίγο επιστημονικήν, από 64 ο αθεόφοβος σελίδες για ένα βιβλίο 136 σελίδων!...
Αλλά ο Πόποβιτς με δικαιολογημένη υπερηφάνεια τονίζει στον πρόλογο της Β' εκδ. ότι κύτταξε μονάχα την Αλήθεια και την Επιστήμη.
Δεν ήταν άγνωστη, ως φαίνεται, η μεγάλη επίδρασις Κουτσοβλάχων και Ελλήνων στη διάπλασι του Σερβικού λαού. Ο αρχηγός των Κροατών Ράδιτς τη βραδυά που σκοτώθηκε μέσα στη βουλή του Βελιγραδίου είχεν ονομάσει τους Σέρβους ''Τσιντσάρους'', Βλάχους δηλαδή.
Πολλοί έλεγαν: ''Άμα ξύσης ένα έξυπνο Σέρβο θα βρεις ότι ο πάππος ή προπάππος του ή η μάμμη ή η μητέρα του ήταν Έλληνες ή Ελληνόβλαχοι''.
Ακολούθησα στην παρούσα μελέτη την δεύτερη έκδοσι, που είναι πληρέστερη, με λίγες αναδρομές στη πρώτη.
Θεωρώ τέλος, υποχρέωσι μου να εκφράσω τις θερμότερες ευχαριστίες προς τον κ. Ευρυσθένη Καραφυλλίδη, υπάλληλο της Τραπέζης Ελλάδος, που μου παραχώρησε προθυμότατα τις μεταφράσεις των δυο βιβλίων του Ντούσιαν Πόποβιτς.

[Γεωργίου Μόδη, Σχόλια στην μετάφραση δύο βιβλίων του Popovic από τον Κων. Καραφυλλίδη, Έκδοση Φ.Σ.Φ. ''Αριστοτέλης'', Φλώρινα 1964.]


* Αναγνώστης του ιστολογίου μας, μας έστειλε την παρακάτω χαριτωμένη ιστορία σε σχέση με τη σύζυγο του Aleksandar Cincar Markovic - εν μέρει καταγόμενη από την Κέρκυρα, όπως άλλωστε και άλλες τσιντσαρικές οικογένειες του Βελιγραδίου. Κάποτε ένας Σέρβος την πλησίασε, και μη γνωρίζοντας την καταγωγή της, άρχισε να αραδιάζει τους πιο προσβλητικούς χαρακτηρισμούς, για όλους τους Έλληνες συλλήβδην. Η σύζυγος του Υπουργού άκουσε με υπομονή τον συνομιλητή της μέχρι που αυτός κουράστηκε να κακολογεί και σταμάτησε. Τότε αυτή του απάντησε ήρεμα χαρίζοντάς του ένα γοητευτικό χαμόγελο: "Σας ευχαριστώ, όμως είμαι Ελληνίδα!" (Πηγή: H. Gregson, Buffer states of the Balkans CHAPTER I Yugoslavia).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η κόσμια κριτική και η ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των σχολιαστών είναι σεβαστή. Σχόλια τα οποία υπεισέρχονται σε προσωπικά δεδομένα ή με υβριστικό περιεχόμενο να μην γίνονται. Τα σχόλια αποτελούν καθαρά προσωπικές απόψεις των συντακτών τους. Οι διαχειριστές δεν ευθύνονται σε καμία περίπτωση για τυχόν δημοσίευση υβριστικού ή παράνομου περιεχομένου στα σχόλια των αναρτήσεων.Τα σχόλια αυτά θα διαγράφονται με την πρώτη ευκαιρία.