Παρασκευή, 11 Απριλίου 2014

Ο ελληνισμός της Βουδαπέστης


Άποψη της κεντρικής λεωφόρου Ελισάβετ της
Βουδαπέστης στις αρχές του αιώνα
Ως τη συντέλεια της μνήμης.

Χρήστος Μπράβος
Με των αλόγων τα φαντάσματα

Η Βουδαπέστη ήταν ο δεύτερος μεγάλος προορισμός, μετά τη Βιέννη, των ξενιτεμένων Μακεδόνων στη μεγάλη αποδημία τους προς τις περιοχές της Αυστροουγγαρίας. Η φιλόξενη πρωτεύουσα της Ουγγαρίας δέχτηκε πολλούς Έλληνες, αρχικά ως μετανάστες και αργότερα ως βασικούς παράγοντες της κοινωνικής και πολιτισμικής ιστορίας της πόλης.
Οι πιο πολλοί Έλληνες που εγκαταστάθηκαν στην όμορφη πολιτεία του Δούναβη κατάγονταν από τη Δυτική Μακεδονία, και ειδικότερα από την Κοζάνη, τη Σιάτιστα, την Καστοριά, τη Βέροια και τη Μοσχόπολη. Στο προαύλιο της ορθόδοξης εκκλησίας της Κοίμησης της Θεοτόκου στην Πέστη, τα επιτύμβια των νεκρών μεταναστών διαλαλούν την καταγωγή τους, τη γενέτειρά τους, με το παράπονο ότι πέθαναν ξένοι στην ξένη γη.

Ενδάδε κείται ξένος, θανών εν ξένη,
ο εκ Κοζάνης Δημήτριος Αγόρα,
εντίμως ζήσας τριάκοντα έξι έτη,
ανεπαύθη δε ησύχως εν Κυρίω,
εν σωτηρίω 1809 Μαϊου 13.

Σε άλλο επιτύμβιο, του Γεωργίου Γούση Μίσιου, που πέθανε το 1772 στην Πέστη, γράφει σε άπταιστα ελληνικά:

Θέλεις να μάθεις τίς εστίν ο ώδε τεθαμμένος
και πώς μεν ονομάζετο, πού ήτο γεννημένος;
Γνώθι ότι Γεώργιος υπήρχε κεκλημένος
του Γούση Μίσιου υιός πολλά ηγαπημένος.
Κοζάνης ήτο γέννημα, θρέμμα Μακεδονίτης,
ως είθε γένοιτο, Χριστέ, και Ουρανοπολίτης.
Ένα προς τους τριάκοντα έζησε χρόνους όλους,
τώρα δε κατεσκήνωσε προς ουρανίους δόμους.
Εν έτει σωτηρίω 1772 Μαρτίου 10 εις Πέσταν.

Οι απόδημοι Μακεδόνες εργάστηκαν στην Ουγγαρία ως έμποροι, αλλά κυρίως ως ενοικιαστές μεγάλων γεωργικών εκτάσεων και κτημάτων και αργότερα ως ιδιοκτήτες τους. Εκμεταλλευόμενοι την φιλελεύθερη και ανεκτική στάση των Ούγγρων, οι Έλληνες μετανάστες αναπτύχθηκαν πνευματικά και οικονομικά στη Βουδαπέστη, που την αναγνώριζαν ως δεύτερη πατρίδα τους. 

Ένα επιτύμβιο στον τάφο του Γεωργίου Πελέγκα, από την Καστοριά, αποτυπώνει με δραματική λιτότητα τη ''βιογραφία'' του απόδημου Έλληνα στις αυστροουγγρικές περιοχές.

Γεώργιος ο Κωνσταντίνου Πελέγκας,
όστις ελθών από την Καστορίαν, πόλιν της Μακεδονίας,
και χρηματίσας υπήκοος του κραταιωτάτου καίσαρος των Ρωμαίων και 
βασιλέως της Ουγγαρίας, γενόμενος δε εν ταυτώ και πολίτης της βασιλικής και 
ελευθέρας πόλεως Πέστιας, έζησεν την εμπορικήν χρώμενος έτη εξήκοντα, 
ζωήν άγαμον, έντιμον, ειρηνικήν, και ανεπαύθη εν κυρίω τη 22 Νοεμβρίου 1801.

Στην Πέστη έζησε και θάφτηκε και ο έμπορος Νικόλαος Βικέλας από τη Βέροια. Το επιτύμβιο του, που βρισκόταν έξω από την ελληνική εκκλησία της Πέστης έγραφε:

Τάφος ον βλέπεις Νικολάου Μπικέλα
του εκ Βερροίας της εν Μακεδονία,
κοινόν ταφείον της αυτού φαμηλίας
έσαιτε πάσι συν τούτω της εν οίκω,
εν ω γαρ πρώτον παις τούτου και ετάφη,
βρέφος ον άρρεν, Αλέξανδρος τη κλήσει,
εν έτει 1801 Απριλίου 17.

Η γέφυρα των Αλύσεων χτίστηκε με την
οικονομική συμβολή του Γεωργίου Σίνα
Οι απόδημοι Έλληνες άρχισαν να φτάνουν στην Ουγγαρία ως πραματευτάδες (διερχόμενοι εμπορευόμενοι) και καλλιεργητές γης μετά το 1600. Ολόκληρα καραβάνια με εμπορεύματα οικιακής βιοτεχνίας και γεωργικής παραγωγής από τη Σιάτιστα, την Καστοριά και την Κοζάνη έφταναν στις ουγγρικές πόλεις και πανηγύρια όπου πουλούσαν τα φορτία κι έστηναν τους πρώτους εμπορικούς σταθμούς οι οποίοι εξελίχθηκαν σε ανθηρές οργανωμένες κοινότητες. Αρχικά ως ξενομερίτες και Οθωμανοί υπήκοοι, εκμεταλλευόμενοι όμως τα πολιτικά και οικονομικά προνόμια, πολλοί πολιτογραφήθηκαν Ούγγροι για να ασκούν ανεμπόδιστα την εμπορία. Όλη η παραγωγή της Ανατολής και των Βαλκανίων έφτανε οδικώς στις ουγγρικές πόλεις. Ζώα (κυρίως χοίροι), δέρματα, αρώματα, αλάτι, πιπέρι, ποτά, όσπρια, βαμβάκια, λάδι, κρασιά, το φυτό κρόκος από την Κοζάνη, κεριά, καφές, ρύζι, σύκα, λαρδί (χοιρινό λίπος), σαπούνια, καπνός, καπνοσύριγγες, χαρτί, μαλλιά, δρεπάνια για θερισμό, μεταξωτά σιρίτια, μπρισίμι (μετάξι), υφάσματα (τσίτια), βαμμένα (κόκκινα) νήματα με ριζάρι από τα Αμπελάκια της Θεσσαλίας. Πολλοί διέθεταν μόνιμα καταστήματα και ως μεταπράτες και χονδρέμποροι έστελναν τα εμπορεύματα σε άλλες πόλεις. Ήταν οι διαμετακομιστές έμποροι, γνωστοί με το όνομα σπεδιτόροι ή κομισιονάριοι. Ολόκληρο σχεδόν το εμπόριο της Ουγγαρίας είχε περιέλθει στα χέρια των Ελλήνων, γι αυτό το εθνικό όνομα Görög (γκέρεγκ) δεν σήμαινε μόνο τον Έλληνα αλλά και τον έμπορο. Για τις υπηρεσίες τους πολλοί απόδημοι πολιτογραφημένοι ως Ούγγροι πήραν τους τίτλους ευγενείας του φον και του κόμη.
Η διασφάλιση των εμπορικών συμφερόντων, η ανάγκη αλληλοβοηθείας και η εξασφάλιση των συναλλαγών υποχρέωσαν τους Έλληνες εποίκους να οργανωθούν αρκετά νωρίς σε εμπορικές εταιρείες, τις ''κομπανίες'', που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη του εμπορίου και την ισχυροποίηση  των Ελλήνων εμπόρων που επηρέαζαν τις τοπικές κοινωνίες των ουγγρικών πόλεων. 

Πολλοί εμπορικοί οίκοι δραστηριοποιούνταν σε αρκετές ουγγρικές πόλεις. Ο σημαντικότερος θεωρείται της οικογένειας Νάκου, ο αρχηγέτης της οποίας Χριστόφορος Νάκος εισήγαγε πρώτος στην Ουγγαρία την καλλιέργεια του βαμβακιού. Άλλοι σημαντικοί εμπορικοί οίκοι της Πέστης ήταν των οικογενειών Άνδραση (ένας απόγονός της ο κόμης, Ιούλιος Άνδρασυ διετέλεσε πρωθυπουργός της Ουγγαρίας το 1867), Ζήση και των Κοζανιτών Αυλιώτη, Μουράτη, Αρμενούλη, Τερζή, Τακιατζή και Αγόρα. Ο έμπορος Ιωάννης Μουράτης είχε αφήσει 14.000 φιορίνια στο ''Μουράτειον'' κληροδότημα για να σπουδάζουν από τους τόκους του σε πανεπιστήμια φτωχοί μαθητές από την Κοζάνη. Επίσης ο γενικός πρόξενος της Ελλάδας στη Βουδαπέστη Παύλος Χαρίσης άφησε κληροδότημα στην πατρίδα του την Κοζάνη με το οποίο ιδρύθηκε η Χαρίσειος Γεωργική Σχολή, που λειτούργησε τελικά στο Μεσοπόλεμο. Το όνομα του Χαρίση φέρνει μέχρι σήμερα και μια από τις κεντρικές αγορές της Βουδαπέστης. Είναι αυτοί οι απόδημοι που έχτιζαν πολυτελή αρχοντικά στην πατρίδα τους και στόλιζαν με δωρεές τις εκκλησίες των τόπων καταγωγής τους, του Αγίου Νικολάου, του Αγίου Δημητρίου, με ασήκωτα μπρούντζινα μανουάλια και βαρύτιμους πολυελαίους.
Οι απόδημοι από αγροτικές περιοχές της Μακεδονίας δούλευαν αρχικά σε καλλιέργειες, πολύ σύντομα όμως εγκατέλειπαν την χειρωνακτική εργασία, νοίκιαζαν μεγάλες αγροτικές εκτάσεις και κατέληγαν ιδιοκτήτες τους. 

Το Μέγαρο της Ακαδημίας των Επιστημών της
Βουδαπέστης χτίστηκε με την οικονομική
συμβολή του Γεωργίου Σίνα
Ο ελληνισμός της Ουγγαρίας και της Τρανσυλβανίας άκμασε σε 30 περίπου ελληνικές κοινότητες, ιδίως το 17ο και 18ο αιώνα, όταν οι τοπικοί ηγεμόνες και οι Αυστροουγγαρίας έδωσαν σημαντικά πολιτικά προνόμια εγκατάστασης σε καλλιεργητές και εμπόρους, φορολογικές ελαφρύνσεις και απαλλαγές και οικονομικές διευκολύνσεις. Ιδιαίτερα προνόμια, σχετικά με την ελεύθερη εμπορική διακίνηση και τη μειωμένη φορολογία, χορήγησαν στους Έλληνες εμπόρους, ο Κάρολος ΣΤ' το 1740 και η Μαρία Θηρεσία το 1760. Οι σημαντικότερες ελληνικές παροικίες βρίσκονταν στην Πέστη, το Κέτσκεμετ (η μεγαλύτερη ελληνική παροικία που έφερε και το ελληνικό όνομα Αιγόπολη) και το Μίσκολτς, όπου λειτουργούσαν ορθόδοξες παροικίες και οργανωμένα ελληνικά σχολεία. 
Η συμβολή των Ελλήνων στην οικονομική, πνευματική και κοινωνική ανάπτυξη της Ουγγαρίας είναι σημαντική. Χαρακτηριστικά είναι όσα γράφει ο Ούγγρος νεοελληνιστής Ανδρέας Χόρβατ για τους Έλληνες της Ουγγαρίας: 
''Στην Ουγγαρία οι Έλληνες έπαιξαν σπουδαίο ρόλο σ όλους τους κλάδους της οικονομικής ζωής. Στην αγροτική οικονομία ως ενοικιαστές και κατόπιν ως ιδιοκτήτες, προσπάθησαν να εισαγάγουν διαφόρους νεωτερισμούς. Στο έδαφος της νέας πατρίδας έκαναν δοκιμή με τη βαμβακοφυτεία και την καλλιέργεια της σταφίδας. Στη βιομηχανία, κυρίως στη χειροτεχνία, απέκτησαν την κυριαρχία επάνω στα σινάφια χάρη στο κεφάλαιο, που είχαν στη διάθεση τους. Σιγά-σιγά όλο το μεγαλεμπόριο έφτασε στα χέρια των εποίκων, που, ως μέλη των πολυάριθμων ''κομπανιών'', αντιπροσώπευαν δύναμη ασυναγώνιστη. Είναι αυτονόητος επίσης ο σημαντικός ρόλος που έπαιξαν στον κυρίως χρηματοοικονομικό βίο της Ουγγαρίας. Αυτή η οικονομική δύναμη που οι Έλληνες της Ουγγαρίας απέκτησαν με την ιδιοφυϊα τους και τα ποικίλα προνόμια εκ μέρους των εγχωρίων αρχών, δημιούργησε γερή βάση για μια αξιοθαύμαστη εκπολιτιστική δράση, με κάλλιστα αποτελέσματα για τον πνευματικό βίο όχι μόνο των ίδιων των Ελλήνων, αλλά και των άλλων ομοθρήσκων βαλκανικών αδελφών''.

Πρωτεύουσα των ελληνικών κοινοτήτων της Ουγγαρίας ήταν η Βουδαπέστη και κέντρο των ομόδοξων Βαλκάνιων αποδήμων η σερβική εκκλησία του Αγίου Γεωργίου της Πέστης, όπου εκκλησιάζονταν αρχικά Έλληνες και Σέρβοι και η λειτουργία γινόταν εναλλάξ στα σερβικά και τα ελληνικά. Το 1790 όμως οι Έλληνες της Πέστης έχτισαν δική τους εκκλησία, ''εις την οποία γίνεται η λειτουργία εις ελληνικήν γλώσσαν'', την Κοίμηση της Θεοτόκου, που εγκαινιάστηκε τον επόμενο χρόνο από τον Έλληνα ορθόδοξο επίσκοπο Βούδας Διονύσιο Παπαγιαννούση-Πόποβιτς, ο οποίος καταγόταν από την Κοζάνη. Η εκκλησία έγινε με δωρεές της ''Αδελφότητας των εν Πέστη πραμματευτάδων'', και κυρίως των Σοφίας Λύκα και Αλέξανδρου Λέπωρα, που κατάγονταν από τη Μοσχόπολη, και του λόγιου εμπόρου Γεωργίου Ζαβίρα από τη Σιάτιστα. Τα σχέδια έκανε ο Γερμανός αρχιτέκτονας Ιωσήφ Γιουνγκ, το τέμπλο σκάλισε ο Έλληνας ξυλογλύπτης Νικόλαος Ιωαννίδης και την αγιογράφηση έκανε ο ζωγράφος Κουχλής. Ο νάρθηκας της εκκλησίας αγιογραφήθηκε το 1799 με δαπάνες του Βερροιώτη εμπόρου στην Πέστη Νικολάου Μπικέλα (Βικέλα). Στην εκκλησία διετέλεσαν εφημέριοι πολλοί λόγιοι, όπως ο Χαρίσιος Σακελλίων, ο Κοζανίτης Χαρίσιος Μεγδάνης, ο Θεόδωρος Γεωργιάδης, ο Ιωάσαφ Μαυρομμάτης από τον Αίνο, που έγραψε και Εγκόλπιον περί των τέκνων ανατροφής που τυπώθηκε στη Βουδαπέστη το 1866. Στον τάφο του χαράχτηκε το συγκινητικό επίγραμμα: ''Ώδε κείται Ιωάσαφ Μαυρομμάτης Αρχιμανδρίτης / ο ξένος εξ Αίνου εν ξένη / διά ξένους''. Η ελληνική εκκλησία υψωνόταν στην αριστοκρατική συνοικία γύρω από την πλατεία Πέτεφι (Petőfi), που είχε το όνομα του μεγάλου Ούγγρου ποιητή, ενώ τα περισσότερα μέγαρα της μνημειακής πλατείας ανήκαν στην ελληνορθόδοξη Εκκλησία και σε μέλη της ελληνικής κοινότητας. Πολλοί απόδημοι που προέρχονταν από βλαχόφωνες περιοχές μιλούσαν και στην Ουγγαρία το βλάχικο, γι αυτό, όπως γράφει ο αρχιμανδρίτης Γρηγόριος Γώγος στην Εκκλησιαστική Αλήθεια, την εφημερίδα του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ''καθ' ορισμένας ημέρας του ενιαυτού [χρόνου] ιερουργούσε εις την εκκλησίαν και Βλάχος ιερεύς βλαχιστί'' *. Πάντως, όπως συμπέραινε ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Σπυρίδων Λάμπρος κατά τις έρευνες του στην Αυστροουγγαρία, στις αρχές του αιώνα, ''οι Βλάχοι συναπετέλουν μέλη της ελληνικής οικογένειας, αδιαίρετον εν τε τη πατρίδι και εν ξένη''. 

Το Κοινοβούλιο Της Βουδαπέστης
Το ελληνικό σχολείο της Πέστης, που θεωρούνταν το καλύτερο των ελληνικών παροικιών της Ουγγαρίας, χτίστηκε με δαπάνες της ''Κοινότητος ορθοδόξων Γραικών τε και Μακεδονοβλάχων'' και ιδίως των Πολυζώη Κοντού και Γεωργίου Βεντότη. Τα εγκαίνια του διδακτηρίου έγιναν τον Νοέμβριο του 1812 από τον Έλληνα ορθόδοξο επίσκοπο Βούδας Διονύσιο Πόποβιτς, που ήταν και ο έφορος του σχολείου. Στο ανώτερο σχολείο της Πέστης δίδαξαν διαπρεπείς διδάσκαλοι του ελληνισμού, όπως οι Μιχάλης Παπαγεωργίου από τη Σιάτιστα, Γεώργιος Βεντότης από τη Ζάκυνθο, Γαβριήλ Καλλονάς από την Άνδρο, Πολυζώης Κοντός από τα Γιάννενα, οι Κοζανίτες Χαρίσιος Μεγδάνης, Ευφρόνιος Ραφαήλ Πόποβιτς, Γεώργιος Ρουσιάδης, Νικόλαος Βικέλας από τη Βέροια κ.α. Το ελληνικό σχολείο διέθετε πλούσια βιβλιοθήκη που αποκτήθηκε με δωρεές Ελλήνων και προπαντός της Σεβαστής Χατζηοικονόμου, του Νικολάου Βικέλα και του Γεωργίου Ζαβίρα, που έγραψε, ανάμεσα σε 30 περίπου πρωτότυπα βιβλία και μεταφράσεις, και το μνημειώδες έργο Νέα Ελλάς ή ελληνικόν θέατρον, μια ιστορία των μορφωμένων Ελλήνων και των βιβλίων που έγραψαν από την άλωση της Πόλης ως τον θάνατο του το 1804. Το χειρόγραφο της Νέας Ελλάδος μετά από περιπέτειες εκδόθηκε 68 χρόνια αργότερα, το 1872, από έναν ρέκτη εκδότη, τον Γεώργιο Κρέμο στην Αθήνα. Την τεράστια βιβλιοθήκη του ο Ζαβίρας την άφησε με διαθήκη στην ελληνική εκκλησία της Πέστης, όπου φυλασσόταν ως τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο στο υπερώο της, μαζί με άλλες δωρεές βιβλίων. Με τη δωρεά αυτήν ας τονιστεί ο ένθερμος ζήλος πολλών ομογενών αποδήμων να αγοράζουν βιβλία και να τα διαθέτουν σε σχολεία, βιβλιοθήκες και εκκλησίες των πόλεων δράσης και καταγωγής τους. Στη Βουδαπέστη τυπώθηκαν στα δυο τυπογραφεία της πόλης πάνω από 70 ελληνικά βιβλία με ποικίλο περιεχόμενο, από αλφαβητάρια και σχολικά εγχειρίδια μέχρι νομικά και φιλοσοφικά έργα. Το 1800 μάλιστα, ανάμεσα σε άλλα καταστήματα βιοτεχνικών και καταναλωτικών ειδών για την ελληνική και ουγγρική αστική τάξη της Πέστης, υπήρχαν και δυο ελληνικά βιβλιοπωλεία.
Η Βουδαπέστη, όπως και η Βιέννη, υπήρξε το ανώτατο εκπαιδευτήριο των Ελλήνων της ευρωπαϊκής διασποράς. Το 1792 μάλιστα δυο σπουδαίοι δάσκαλοι του Γένους, ο Δημήτριος Δάρβαρης από την Κλεισούρα Καστοριάς και ο Αθανάσιος Ψαλλίδας από τα Γιάννενα είχαν προτείνει να ιδρυθεί στην Πέστη ανώτατη ελληνική Ακαδημία, με πρώτους καθηγητές τους δυο λογίους, αλλά το σχέδιο δεν πραγματοποιήθηκε. Στις ουγγρικές ανώτατες σχολές σπούδασαν πολλοί Έλληνες, ανάμεσα τους ο ποιητής Αθανάσιος Χριστόπουλος από την Καστοριά, ο ιατροφιλόσοφος Δημήτριος Καρακάσης από τη Σιάτιστα, ο δάσκαλος Κωνσταντίνος Τζεχάνης από τη Μοσχόπολη, ο λόγιος Γεώργιος Ζαβίρας ο Σιατιστεύς, ο ιερομόναχος Αμφιλόχιος εξ Ιωαννίνων, ο Δημήτριος Γοβδελάς, ο παιδαγωγός Ιωάννης Εμμανουήλ από την Καστοριά, ο Ευφρόνιος Ραφαήλ Πόποβιτς

Ελληνικής καταγωγής, από τα Σέρβια Κοζάνης, ήταν και ο επίσκοπος Βούδας, πρώην Βελιγραδίου, Διονύσιος Παπαγιαννούσης-Πόποβιτς, που συνέδραμε στην καλή λειτουργία του ελληνικού σχολείου και την ανάπτυξη του ελληνισμού της Βουδαπέστης. Πέθανε το 1800 και στο τάφο του οι Έλληνες της Πέστης χάραξαν το παρακάτω επιτύμβιο επίγραμμα: 

Λίθος κυλισθείς εκ τάφου Κυρίου,
κάλυψε νεκρόν, ζώντα τον Βουδιμίου [Βούδας].
Πολυτάγαν όντα, πριν Βελιγραδίου,
Διονύσιον τουπίκλην Ποπποβίκην,
πεντηκοντούτην Μακεδονοσερβίτην,
πιστόν θεώ τ' άνακτι ποιμαρχιθύτην.
Εν Πέστη 1828 Ιουλίου.

Στην Πέστη έζησαν, πέρα από τους μεγάλους Έλληνες εμπόρους, και διαπρεπείς δάσκαλοι και συγγραφείς, όπως ο Κοζανίτης Γεώργιος Ρουσιάδης, που εγκατέλειψε νωρίς τις εμπορικές ασχολίες και διετέλεσε συντάκτης των περιοδικών Καλλιόπη και Τηλέγραφος στη Βιέννη, ο συγγραφέας Γεώργιος Ζαβίρας από τη Σιάτιστα και ο Γεώργιος Λασσάνης από την Κοζάνη, μια ηρωική και πνευματική προσωπικότητα του 19ου αιώνα. Ο Λασσάνης διετέλεσε υπασπιστής του Αλέξανδρου Υψηλάντη στην επανάσταση της Μολδοβλαχίας και χιλίαρχος του Ιερού Λόχου, φυλακίστηκε από την κυβέρνηση της Αυστρίας, όπου κατέφυγε μετά την αποτυχία του κινήματος, αλλά δραπέτευσε κι έφτασε το 1828 στην Ελλάδα, όπου συνέχισε την επαναστατική του δράση ως στρατοπεδάρχης και επιθεωρητής στρατού. Ένα σπουδαίο στοιχείο, που αγνοούν πολλοί που τον τιμούν ως ήρωα της ελληνικής ελευθερίας, είναι ότι ο Λασσάνης υπήρξε θεατρικός συγγραφέας, πρωτεργάτης του ελληνικού θεάτρου (δύο αρχαιο-ελληνοκεντρικά έργα του παίχτηκαν στην Οδησσό το 1818-19) και ο ιδρυτής του ''Λασσάνειου Δραματικού Διαγωνισμού''. Μετά το θάνατο του το 1870 άφησε με διαθήκη του σημαντική περιουσία για να βραβεύονται νέοι θεατρικοί συγγραφείς. Που πήγαν άραγε τα διαθέσιμα ποσά και η επιθυμία του διαθέτη από τους εκτελεστές της διαθήκης και τους πνευματικούς κληρονόμους του;

Έμπορος στη Βουδαπέστη ήταν και ο Λεωνίδας Σμολένσκης από τη Μοσχόπολη, που ήρθε το 1830 στην Ελλάδα και κατατάχθηκε στον ελληνικό στρατό. Τα δυο παιδιά του σπούδασαν στη Σχολή Ευελπίδων και έκαναν λαμπρή καριέρα στο ελληνικό στράτευμα. Ο Νικόλαος διετέλεσε και βουλευτής Ηπείρου μετά την αποστρατεία του. Ο Κωνσταντίνος υπήρξε ο ήρωας του άτυχου πολέμου του 1897, όπου προήχθη επ' ανδραγαθία σε υποστράτηγο στο πεδίο της μάχης. 
Στην Ουγγαρία έζησε αρκετά χρόνια, ως γαιοκτήμονας, ο τραπεζίτης της Βιέννης και εθνικός ευεργέτης Γεώργιος Σίνας, που καταγόταν από τη Μοσχόπολη. Ο Σίνας έχτισε τη μεγάλη κρεμαστή γέφυρα της Βουδαπέστης, μήκους 375 μ., για την οποία δαπάνησε το υπερβολικό για την εποχή του ποσό των πέντε εκατομμυρίων φιορινιών. Είναι η πρώτη σταθερή γέφυρα που στήθηκε στον Δούναβη και ένωσε τη Βούδα με την Πέστη, οι οποίες από το 1872 συγκρότησαν την ενιαία πόλη της Βουδαπέστης.

Η ελληνική εκκλησία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου
στην Πέστη σε  φωτογραφία των αρχών του αιώνα
 
Μετά το 1809, εξαιτίας των πολέμων, πολλοί εμπορικοί οίκοι της Πέστης πτώχευσαν και αρκετοί αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν τα επόμενα χρόνια σε άλλες πόλεις, πιο ασφαλείς για εμπορικές δραστηριότητες, ή στο νεοϊδρυμένο ελληνικό κράτος. Η μείωση του ελληνισμού και η γλωσσική αφομοίωση των Ελλήνων παροίκων της πρώτης και δεύτερης γενιάς άρχισαν να περιορίζουν αισθητά τη δυναμική παρουσία της ελληνικής κοινότητας της Βουδαπέστης. Σύμφωνα με τις απογραφές, το 1840, περίοδο προχωρημένης αφομοίωσης, κατοικούσαν συνολικά στις ουγγρικές πόλεις, όπου υπήρχαν 17 ελληνικές κοινότητες, 4.780 Έλληνες. Τριάντα χρόνια αργότερα οι Έλληνες μειώθηκαν κατά 1.500 άτομα. Η μείωση αυτή είχε σχέση με την αφομοίωση των Ελλήνων από τους Ούγγρους αλλά και από τους Σέρβους και τους Ρουμάνους που κατοικούσαν στην Αυστροουγγαρία. Η φλόγα της φιλογένειας έσβησε προς το τέλος του 19 ου αιώνα, καθώς από τις νέες γενιές είχε χαθεί ο ανασχετικός παράγοντας της γλώσσας, που διδασκόταν και μιλιόταν όλο και λιγότερο από τους ελληνικής καταγωγής νέους που συναναστρέφονταν Ούγγρους. Το φαινόμενο αυτό, αρχικά της γλωσσικής αφομοίωσης και συνακόλουθα της εθνικής συνείδησης, ακολούθησε την ανάλογη εξέλιξη άλλων τόπων της ελληνικής διασποράς ως τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα. 
Το 1938 ο Κοζανίτης επιθεωρητής σχολείων Θεόδωρος Νάτσινας, επισκεπτόμενος τη Βουδαπέστη, βρήκε 200 περίπου ελληνικές οικογένειες που είχαν μεν συνείδηση της ελληνικής καταγωγής αλλά δεν μιλούσαν όλες την ελληνική γλώσσα. ''Διατηρούν την ορθοδοξίαν και ανήκουν εις την εκκλησίαν της Κοινότητος'', έγραψε στις αναμνήσεις του από την επίσκεψη στις ελληνικές κοινότητες της Αυστροουγγαρίας ο Θεόδ. Νάτσινας, ''και σώζουσιν ακόμη την συνείδησιν της ελληνικής καταγωγής, αλλά όχι πάσαι και την γλώσσαν''.
Χαρακτηριστικό δείγμα αυτού του φαινομένου της αφομοίωσης η οικογένεια Λύκα από τη Μοσχόπολη.  Ο γενάρχης της Δημήτριος Λύκας έφτασε στην Ουγγαρία το 1769, μετά την καταστροφή της ανθηρής ηπειρωτικής πόλης από ληστρικές συμμορίες Τουρκαλβανών. Ασχολήθηκε με το εμπόριο υφασμάτων και δερμάτων και δραστηριοποιήθηκε στην ελληνική κοινότητα της Πέστης. Παντρεύτηκε την βλάχικης καταγωγής Ιουλιάνα, με την οποία απόκτησε αρκετά παιδιά. Ένα απ' αυτά η Σοφία, πρωτοστάτησε στο χτίσιμο της ελληνικής εκκλησίας κι άφησε στην ελληνική κοινότητα 50.000 φιορίνια. Ένας ακόμη γνωστός από τη δράση του γιός, ο Αναστάσιος, καθετοποίησε το επάγγελμα του πατέρα του κι έκανε εργοστάσιο βυρσοδεψίας. Πλούτισε από τις οικονομικές δραστηριότητες του και το κεφάλαιο του το επένδυσε σε πολλά ακίνητα στην πόλη. Πέθανε το 1871 αφήνοντας από τους δυο γάμους του οχτώ παιδιά στα οποία κληροδότησε δεκαπέντε πολυκατοικίες. Τα παιδιά του παντρεύτηκαν Ούγγρους αριστοκράτες και θυγατέρες αριστοκρατών. Ο Δημήτριος έγινε βουλευτής και πήρε τίτλο ευγενείας, ο Νικόλαος αποφοίτησε από τη νομική σχολή της Βουδαπέστης και υπηρέτησε ως δικαστής στην περιοχή της Πέστης. Το 1938 τον συνάντησε στο διοικητικό συμβούλιο της ελληνικής κοινότητας της Πέστης ο Κοζανίτης Θεόδωρος Νάτσινας. Οι τελευταίοι απόγονοι του Λύκα, δυο παιδιά της κόρης του Αναστασίου Λύκα Κατερίνας, Ούγγροι πια με μακρινή ανάμνηση της ελληνικής καταγωγής τους, ζουν στη Βουδαπέστη και τη Ζιμπάμπουε.
  
Απόγονοι των μακρινών Μακεδόνων πραματευτάδων και παιδιά των ηττημένων του ελληνικού εμφυλίου, που βρήκαν φιλόξενη πατρίδα στη Βουδαπέστη και το γειτονικό χωριό Μπελογιάννης, που χτίστηκε σε αγροτεμάχιο του Γεωργίου Σίνα, διατηρούν τη συνέχεια της ελληνικής κοινότητας, βγάζουν το ωραίο περιοδικό Καφενείο στα ελληνικά και τα ουγγρικά, μαθαίνουν ελληνικούς χορούς και τη δύσκολη γλώσσα των παππούδων τους κι επισκέπτονται με λαχτάρα την πατρίδα των παιδικών τους διηγήσεων. Ο παλιός πλανόδιος έμπορος, ο ''γκέρεγκ'' (Görög), τα παλιά αριστοκρατικά αρχοντικά των Ελλήνων με την ιδιότυπη κλασικιστική αρχιτεκτονική και η διαχρονική ελληνική κουλτούρα συντηρούν ακόμη την αίγλη των Ελλήνων στη χώρα των Μαγιάρων.


4ο - Οι μεγάλες ελληνικές κοινότητες


Πηγή βίντεο: stazybohorn's channel (youtube)


* Στις αρχές του 19ου αιώνα, η αυστρο-ουγγρική πολιτική του διαίρει και βασίλευε συνεπικουρούμενη από προσωπικές αντιπάθειες και πολιτικές έριδες στους κόλπους της παροικίας της Βουδαπέστης οδήγησε μία ομάδα Βλάχων στο να διαφοροποιηθεί από την εκεί γραικο-βλαχική κοινότητα. Η ομάδα αυτή αποτελούνταν από ένα σταθερό πυρήνα δέκα περίπου οικογενειών (Roja, Gojdu, Saguna κ.α.), οι οποίες ως ένα βαθμό είχαν ταυτιστεί με τον Καθολικισμό μέσω της Ουνίας ως ένα μέσο διασφάλισης των οικονομικών τους συμφερόντων στο κυρίαρχο ρωμαιοκαθολικό περιβάλλον της εποχής. Μέσα από τον λατινισμό οι άνθρωποι αυτοί οδηγήθηκαν και συνέβαλαν στο συγκροτούμενο ρουμανισμό . Μετά την αποχώρηση των ρουμανιζόντων από την κοινότητα το 1809, οι ''Μακεδονόβλαχοι'' που συνέχιζαν να αυτοπροσδιορίζονταν ως μέρος του Γένους και οι οποίοι αποτελούσαν την πλειοψηφούσα ομάδα αποφάσισαν κοινή συναινέσει την επιστροφή στο αρχαίο καθεστώς που όριζε ως αποκλειστική επίσημη γλώσσα την κοινή Ελληνική προς αποφυγή αντίστοιχων διασπαστικών φαινομένων στο μέλλον. (Βλ. Εδώ)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η κόσμια κριτική και η ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των σχολιαστών είναι σεβαστή. Σχόλια τα οποία υπεισέρχονται σε προσωπικά δεδομένα ή με υβριστικό περιεχόμενο να μην γίνονται. Τα σχόλια αποτελούν καθαρά προσωπικές απόψεις των συντακτών τους. Οι διαχειριστές δεν ευθύνονται σε καμία περίπτωση για τυχόν δημοσίευση υβριστικού ή παράνομου περιεχομένου στα σχόλια των αναρτήσεων.Τα σχόλια αυτά θα διαγράφονται με την πρώτη ευκαιρία.