Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2015

Αρχαία Θράκη: Ιστορία και Γλώσσα


Της Αρχαιολόγου Αντουανέττας Καλλέπα


Μέρος Α’
Οι Αρχαίοι Θράκες απο τον 8ο π.Χ. αιώνα ως τα τέλη της Αρχαιότητας

(Φωτο) Επιτύμβιο Ανάγλυφο με Προτομές Νεκρών και απεικόνιση του Θράκα Ιππέα. Φωτο: Μιλτιάδης Μπ. (Αρχ. Μουσείο Σερρών)

Κατά την διάρκεια του 8ου αιώνα ξεκίνησαν οι πρώτες προσπάθειες των Ελλήνων να ιδρύσουν αποικίες στην Χαλκιδική και την Προποντίδα. Οι Θράκες προέβαλαν σθεναρή αντίσταση και οι Έλληνες δεν μπόρεσαν αρχικά να θέσουν υπό τον έλεγχο τους τον Ελλήσποντο, τον κλοιό κατάφερε να σπάσει πρώτη η Μίλητος (Πρώτο μισό 7ου αιώνα) την οποία ακολούθησαν και άλλες Ελληνικές πόλεις. Μετά τις πρώτες πολεμικές συγκρούσεις, η εγκατάσταση των Ελλήνων αποίκων πρέπει να έγινε ειρηνικά, όπως φαίνεται απο τα αρχαιολογικά ευρήματα που δεν υποδεικνύουν μαζικές καταστροφές.

Ο 7ος π.Χ. αιώνας είναι η εποχή κατά την οποία οι Θράκες έρχονται σε επαφή με τους Ελληνες, και ο 6ος αιώνας με τους βό­ρειους γείτονες τους, Κιμμέριους, Σκύθες. Αγάθυρσους. Κατά τον 5ο αιώνα και το με­γαλύτερο μέρος του 4ου αιώνα οι Σκύθες, οι Θράκες του βορρά και οι Ελληνες του Πόντου πέτυχαν μια εξαιρετικά επωφελή συνεργασία: οι Θράκες προμήθευαν αγρο­τικά προϊόντα, δέρματα, ρούχα και κάννα­βη, οι Ελληνες πολυτελή αγαθά (κοσμήμα­τα, φίνα αγγεία) και κρασί, οι Σκύθες έδιναν δούλους και εξασφάλιζαν την ασφαλή δια­κίνηση ανθρώπων και προϊόντων

Η εκστρατεία του Δαρείου κατά των Σκυθών (513/2 π.Χ.) είχε ως αποτέλεσμα τον μερικό έλεγχο της νότιας Θράκης. Οι Πέρσες όμως αποχώρησαν από την περιο­χή το 478 π.Χ., διωγμένοι από τους Αθηναί­ους. Μερικά χρόνια αργότερα, ο Τήρης Α’ (450-431 π.Χ.) δημιούργησε την πρώτη πολιτική οντότητα στη Θράκη, το κράτος των Οδρυσών, και συνήψε εμπορικές σχέσεις με τους γείτονες Ελληνες και Σκύθες.

Αξιος διάδοχος του Τήρη ήταν ο Σιτάλκης Α’ (431-424 π,Χ.), ο οποίος επέκτεινε το βασίλειο, κατασκεύασε οδικό δίκτυο, οργά­νωσε τακτικό στρατό και συνέβαλε τα μέγι­στα στον εξελληνισμό των Θρακών. Ηταν ε­πίσης πολύ πλούσιος: από φόρους εισέ­πραττε ετησίως 400 τάλαντα χρυσού και αργύρου. Διατήρησε τις καλές σχέσεις με τους Σκύθες και τους Αθηναίους: όταν οι τελευταίοι αντιμετώπισαν προβλήματα στη Χαλκιδική, ο Σιτάλκης έσπευσε να τους βοηθήσει με στρατό 150.000 ανδρών. Σκο­τώθηκε κατά τη διάρκεια εκστρατείας ενα­ντίον των Τριβαλλών ή, ίσως, δολοφονήθη­κε από τον ανηψιό του Σεύθη, ο οποίος τον διαδέχθηκε. Ο Σεύθης Α’ (424-415 π.Χ.) αύ­ξησε τα πλούτη του εκμεταλλευόμενος τα μεταλλεία και τα κτηνοτροφικά προϊόντα της χώρας του και έκοψε χρυσά και ασημέ­νια νομίσματα.

~ (Φωτο) Αττικός ερυθρόμορφος αμφορέας από το Βούλτοι (περί το 450 πΧ.). Ο μαθητής και φίλος του Ορφέα Μουσαίος κρατά τη λύρα του και παρακολουθεί την καθιστή Τερψιχόρη που παίζει άρπα (βρετανικό Μουσείο).

Τον Σεύθη Α’ διαδέχθηκαν οι γιοι του Αμάδοκος, Μαισάδης και Ευρύξελμις Α’, που μοιράστηκαν τα εδάφη, και από το 405 ως το 391 π.Χ. ο γιος του Μαισάδη, Σεύθης Β’. Ακολουθεί ένα χάσμα μέχρι το 384 π.Χ., οπότε βασιλιάς έγινε ο Κότυς Α’, που επα­νίδρυσε ουσιαστικά το κράτος του, αμφι­σβητώντας την ισχύ των Αθηναίων στον Ελλήσποντο. Η δολοφονία του το 359 π.Χ. ήταν το αποτέλεσμα της επιλογής του να υ­ποστηρίξει αντίπαλο του Φιλίππου Β’ για τον μακεδόνικο θρόνο. Ακολούθησε νέα περίοδος χάους, με τρεις παράλληλους η­γεμόνες, τον Κερσοβλέπτη, τον Βηρισάδη και τον Αμάδοκο, που υποτάχθηκαν στα­διακά στον Φίλιππο, ο οποίος έθεσε τέλος στην ανεξαρτησία του κράτους των Οδρυ­σών το 342/1 π.Χ. Ο Μακεδόνας βασιλιάς κατέκτησε όλη τη Θράκη νότια του Δούναβη και, για να ισχυροποιήσει τη θέση του, πήρε σύζυγο του την κόρη του βασιλιά των Γετών, Μήδα.

Μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάν­δρου, η περιοχή παραχωρήθηκε στον στρα­τηγό Λυσίμαχο. Τότε ο γιος του Κερσοβλέ­πτη, Σεύθης Γ’ πέτυχε να επανιδρύσει το βασίλειο των Οδρυσών, με πρωτεύουσα τη Σευθόπολη. Ομως, το κράτος αυτό δεν είχε την ισχύ του προκατόχου του. Μετά τον θάνατο του Λυσιμάχου, οι Γαλάτες που επέδραμαν στον ελληνικό χώρο, με αρχηγό τον Κομοντόριο, ίδρυσαν ένα γαλατο-θρακικό κράτος με πρωτεύουσα την Τύλη ή Τυλίδα, το οποίο διατηρήθηκε επί 60 χρόνια (273-213 π.Χ.). Ακολούθησε νέα μακεδόνικη επι­κυριαρχία και μια σειρά ηγεμόνων που δεν μπορούσαν να επιβληθούν: Κότυς Β’, Κό­τυς Γ’, Ραισκούπορις Α’ και Ράσκος. Ροιμητάλκης Α’, Ραισκούπορις Β’, Κότυς Δ’ ο Μέ­γας (12-19 μ.Χ.), Ραισκούπορις Γ’ και Κότυς Ε’, Ροιμητάλκης Β’ και οι γιοι του Κότυος Ε\ Ροιμητάλκης Γ’. Ολοι αυτοί οι βασιλείς ήταν κατ’ ουσία πειθήνια όργανα της Ρώ­μης. 

Τέλος, το 46 μ.Χ., ο αυτοκράτορας Κλαύδιος κατέστησε τη Θράκη ρωμαϊκή ε­παρχία με πρωτεύουσα την Πέρινθο. Δύο αιώνες αργότερα, ο Διοκλητιανός δημιούρ­γησε τη «Διοίκηση» της Θράκης (Dioecesis Thracia) που διαιρέθηκε σε 6 επαρχίες : (1) Επαρχία Κάτω ή Δευτέρας Μοισίας, μεταξύ Δούναβη και Αίμου, με πρωτεύουσα τη Μαρκιανούπολη (σημ. Πρέστλαφ), (2) Επαρ­χία Σκυθίας, στα βορειοανατολικά παράλια του Εύξεινου Πόντου, με πρωτεύουσα την Τόμις (σημ. Κωνστάντζα), (3) Επαρχία Θρά­κης, από τον Αίμο μέχρι τον Εβρο, με πρω­τεύουσα τη Φιλιππούπολη (σημ. Πλόβντιβ), (4) Επαρχία Αιμιμόντου, στο ανατολικό τμή­μα της Θράκης μέχρι τον Εύξεινο Πόντο, με πρωτεύουσα την Αδριανούπολη (σημ. Εντιρνε), (5) Επαρχία Ροδόπης, στο νότιο τμήμα, με πρωτεύουσα την Αίνο (σημ. Ενέζ), (6) Επαρχία Ευρώπης, με πρωτεύου­σα την Ηράκλεια (αρχ. Πέρινθος, σημ. Εσκί Ερεγλί).

[Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό “Περισκόπιο της Επιστήμης”, Τεύχος 301]


Μέρος B’
H Γλώσσα των Αρχαίων Θρακών

Oι θράκες δεν άφησαν γραπτά μνημεία. Από την άποψη αυτή, η ιστορία τους θα μπορούσε να ανήκει σχεδόν αποκλειστι­κά στη σφαίρα της προϊστορίας, αφού -ως γνωστόν- η γραφή είναι το στοιχείο που διαχωρίζει την προϊστορία από την πρωτοϊστορία και την ιστορία. Επομένως, ο όρος “θρακική” γλώσσα είναι καθαρά τεχνητός.

~ (Φωτο) Χρυσή Προτομή του Ρωμαίου Αυτοκράτωρα Σεπτίμιου Σεβήρου που βρέθηκε στην περιοχή του Διδυμότοιχου (αρχ. Πλωτινόπολη). Τώρα βρίσκεται στο Μουσείο Κομοτηνής

Ασαφής είναι ακόμη κα η προέλευση του ονόματος “Θράκη” και “θράκες“. Πιθανότατα υπήρχε ένας αρχικός τύπος θράσικες (πβ αρχ. ελλ, θρασκίας / θρακίας [άνεμος που πνέει από τη Θράκη) και ποντ. Θρασκέας) Από αυτόν, με σίγηση του ο-, προέκυψε το Θράικες /θράκες και η χώρα θράικη /Θράκη ή θραίκη (στην ιωνική διάλεκτο Θρηίκη). Αλλη εκδοχή θεωρεί ότι η λέξη αποτελεί παραφθορά της λέξης τραχεία, η οποία α­ναφέρεται στο βαρύ κλίμα της περιοχής. Αντίθετα η μυθολογία αποδίδει το όνομα οτη Θράκη, κόρη του Ωκεανού και της Παρθενόπης, αδελφή της Ευρώπης και ετεροθαλή αδελφή της Ασίας και της Λιβύης.

Οι γνώσεις μας για τη γλώσσα αυτή, που προφανώς αποτελείτο από ένα σύνολο διαλέκτων, είναι εξαιρετικά περιορισμένες, Τα στοιχεία που διαθέτουμε από τις αναφο­ρές των Ελλήνων συγγραφέων περιλαμβά­νουν 43 διαλεκτικές λέξεις (γλώσσες) και 1.500 κύρια ονόματα. Βρέθηκαν επίσης επι­γραφές σε δύο χρυσά δακτυλίδια οπό το Εζέροβο και το Ντιβανλί και σε αργυρά σκεύη από το Ντιβανλί και την περιοχή του Καζανλάκ. Για την απόδοση των λέξεων εί­χε χρησημοποιηθεί το ελληνικό αλφάβητο, το οποίο το θρακικά φύλα είχαν υιοθετήσει από πολύ νωρίς, για να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες επικοινωνίας με τους γείτονες τους. Ελληνικές επιγραφές συναντούμε και στα αργυρά σκεύη από το Ρογκόζεν.

Η μελέτη του υλικού έδειξε ότι η γλώσ­σα των Θρακών άνηκε στη μεγάλη ινδοευ­ρωπαϊκή οικογένεια, επομένως ήταν συγγενής και της ελληνικής. Αυτό αποδεικνύεται επίσης από ελληνικές λέξεις που διαβάστη­καν σε πινακίδες της Γραμμικής Β και πα­ράλληλα εντοπίζονται και στη Θράκη. Το­πωνύμια που λήγουν σε -dava-dew. -bria και ονόματα οε -geri -para θεωρούνται θρακι­κής προέλευσης.

Η διάδοση της ελληνικής γλώσσας στη Θράκη ξεκίνησε με τον αποικισμό του 7ου πΧ αιώνα. Ωστόσο, ο Αιλιανός αναφέρει ότι οι Θράκες όχι μόνο δεν γνώριζαν να γράφουν αλλά θεωρούσαν τη χρήση της γραφής μεγάλη ντροπή. Πά­ντως, τα ανώτερα μέλη της θρακικής κοι­νωνίας είναι βέβαιο ότι ήταν περισσότερο καλλιεργημένα. Ο Ξενοφών, κατά την επι­στροφή των Μυρίων από την Ασία συνα­ντήθηκε με τον βασιλιά Σεύθη Β’. Αν και η μεταξύ τους συνομιλία έγινε με τη βοήθεια διερμηνέα, ο Σεύθης ήταν σε Θέση να κατανοήσει την ελληνική γλώσσα. Μάλιστα, ο ίδιος ο Σεύθης διακήρυξε τη συγγένεις και τους κοινούς δεσμούς που συνέδεαν τους Θράκες με τους υπόλοιπους Ελληνες και δη τους Αθηναίους.

Η κατάσταση άλλαξε ριζικά από την ε­ποχή του Φιλίππου και τη σταδιακή ενσωμάτωση των θρακικών φύλων στο μακεδονικό βασίλειο. Η δημιουργία νέων πόλεων και οι στενές εμπορικές σχέσεις είχαν ως αποτέλεσμα την επικράτηση της ελληνικής γλώσσας με τη μορφή της ελληνιστικής κοινής. Η γλωσσική αφομοίωση είχε ήδη ο­λοκληρωθεί τη Ρωμαϊκή εποχή, όταν το κε­ντρικό και το νότιο τμήμα της αρχαίας Θρά­κης ήταν ελληνόφωνο (σε αντίθεση με τα τμήματα βόρεια του Αίμου, όπου η λατινική ήταν πιο διαδεδομένη). Μάλιστα, ο ποιητής Οβίδιος αναφέρει oτι ο βασιλιάς Κότυς Δ’ ο Μέγας συνέθεσε ποιήματα σε ελληνικούς στίχους τόσο καλούς ώστε δυσκολα θα πί­στευε κάποιος ότι ήταν έργο Θράκα.

Η κεντρική Θέση της Θράκης στο ελλη­νόφωνο ανατολικό ρωμαϊκό κρότος και η γειτνίαση με την Κωνσταντινούπολη συνέ­βαλαν ώστε η ελληνική γλώσσα να καθιερωθεί οριστικά και στον προφορικό και στον γραπτό λόγο. Μόνο στα ορεινά, όπου είχαν αποσυρθεί οικογένειες Θρακών επιβίωσαν θρακικά ονόματα τον 4ο μ.Χ αιώνα. Ομως, οι εισβολές ξένων λαών έθεσαν τέ­λος στο θρακικό υπόστρωμα και αποτέλε­σαν το έναυσμα της άφιξης των Σλάβων τον 6ο και 7ο αιώνα.

[Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Περισκόπιο της Επιστήμης, Τεύχος 301]



~ Σχετικές αναρτήσεις:


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η κόσμια κριτική και η ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των σχολιαστών είναι σεβαστή. Σχόλια τα οποία υπεισέρχονται σε προσωπικά δεδομένα ή με υβριστικό περιεχόμενο να μην γίνονται. Τα σχόλια αποτελούν καθαρά προσωπικές απόψεις των συντακτών τους. Οι διαχειριστές δεν ευθύνονται σε καμία περίπτωση για τυχόν δημοσίευση υβριστικού ή παράνομου περιεχομένου στα σχόλια των αναρτήσεων.Τα σχόλια αυτά θα διαγράφονται με την πρώτη ευκαιρία.