Το βλαχοξεκίνημα για τα κατώτερα τις
μέρες τ' Άη-Δημητριού, είναι μια
χιλιόφωνη συναυλία. Τι και τι δεν
ακούγεται, τι και τι δε βλέπεις κείνη
την ώρα του φευγιού: Φωνές,
σφυρίγματα, σαλαγμοί, κλάματα μικροπαιδιών, βελάσματα,
αλυχτήματα σκυλιών, κουδουνίσματα, μισόκυπρα, κοφτά περπατήματα,
κοπάδια, φορτιάρικα, σαρμανίτσες,
ένα σωρό ακούσματα κι εικόνες.
Αληθινό βλάχικο πανηγύρι ξεπροβάλλει μπροστά στα μάτια σου, που ξεκινάει απ'τις κορφές και φτάνει ως τα χειμαδιά. Που φουντώνει στα βουνά και χάνεται στους κάμπους. Ένα πραγματικό διαβατάρικο ανθρώπινο και κοπαδίσιο κομπολόι, με ζωντανές χάντρες.
Τ' αγιάζι, απ' τη γιορτή του Άη-Δημήτρη κι ύστερα, αρχίζει να γίνεται ενοχλητικό κι όσο προχωράει ο καιρός πυκνώνει τα νερά του και τα βουνά αρχίζουν να γίνονται βαρετά. Καιρός πια ν' αποχαιρετήσει ο πραματολόος τα ψηλοτόπια του και το ελατόπλεχτο κονάκι του και μαζί μ' αυτόν ν' αποχαιρετήσουμε κι εμείς την τσοπανοζωή στα βουνά και να ροβολήσουμε πιο χαμηλά για να ιδούμε τα βλαχοπεράσματα:
Κάθε φορά που σίμωναν οι παγωνιές, τα κρύα,
κι άρχιζαν πάνω στις κορφές να σιγοπέφτουν χιόνια,
τότες, θυμάμαι πέρναγαν μεσ' στου χωριού τις στράτες
απ' των Κραβάρων τα βουνά για τα χαμπλά τα τόπια,
κοπάδια πρόβατα πολλά βάκρινα, λάγια, μπέλα.
Άλλα στους κόρφους τ' Αντλικού κι άλλα στο Μεσολόγγι
κι άλλα κοντά σ' απανεμιές τέλευαν το ταξίδι,
κει που δεν άφηνε ποτέ της θάλασσας το χνώτο
να πέσει χιόνι, κρύσταλλο, νά 'ρθει βαρύς χειμώνας.