Δευτέρα 31 Οκτωβρίου 2016

Κώστας Καλίτσας - Ένας δικός μας χαρισματικός άνθρωπος από το Μοναστήρι Πελαγονίας


''Kometi'', 1964
Ακολουθεί αφιέρωμα της εφημερίδας ''JAVNOST'' της γείτονος στον Μοναστηριώτη κ. Κώστα Καλίτσα

Χρόνος-Άνθρωποι-Εκδηλώσεις: Kosta A. Georgiev Kalica

Πολλές εκδηλώσεις καθώς και προσωπικότητες του ιστορικού παρελθόντος της πόλης θα μείνουν αξέχαστες για τα έργα, τις πρωτοβουλίες ή τις δραστηριότητες τους. Αυτά τα ίχνη δεν μπορούν να ξεθωριάσουν, αν και ο χρόνος κάνει το δικό του και μερικές φορές σβήνει γεγονότα που σε συγκεκριμένες περιόδους αποτέλεσαν το επίκεντρο της δημοσιότητας. Στην συγκεκριμένη ενότητα με τίτλο ''Χρόνος-Άνθρωποι-Εκδηλώσεις'' θα αναφερόμαστε σε ορισμένες προσωπικότητες και εκδηλώσεις, όχι μόνο από το παρελθόν αλλά και από το παρόν, όπου ο αρθρογράφος Petar Stavrev θα προσπαθήσει να μας διαφωτίσει σχετικά με συγκεκριμένες χαρακτηριστικές περιόδους και προσωπικότητες από το παρελθόν της πόλης και της ευρύτερης περιοχής.

Έφτιαξε μόνος του ηλεκτρική κιθάρα 
και δορυφορική κεραία

Τα αδέρφια  Kosta και Petar Georgiev, γνωστοί και με το επίθετο Kalica [το πραγματικό επώνυμο της οικογένειας], ανήκουν στα πιο άξια και διάσημα πρόσωπα του Μοναστηρίου (Bitola) που σχετίζονται με την αναγνωρισημότητα και τις επιτυχίες στον μουσικό τομέα. Ο Petar Georgiev Kalica ως στιχουργός και συνθέτης του τραγουδιού ''Ako odam vo Bitola'' (Αν πάω στο Μοναστήρι), το οποίο πλησίασε σημαντικά το γνωστό τραγούδι ''Bitola Baban Bitola'', και ως μέλος τους συγκροτήματος ''Za prv pat'' (Για πρώτη φορά) κέρδισε την προσοχή αυτών που βιώνουν την μουσική ως βασικό ''συστατικό'' της ψυχαγωγίας και της καλής διάθεσης. 
Ο μεγαλύτερος αδερφός του, ο Κώστας Καλίτσας, ανήκει σ' εκείνους που αφιέρωσαν όλη την ζωή τους στην μουσική. Έκανε τα πρώτα του βήματα σε μια εποχή που οι περισσότεροι δεν γνώριζαν ούτε τα μουσικά όργανα ούτε τις σύγχρονες μελωδίες. Ήταν απ' τους πρώτους που ξεκίνησε, επιτυχώς, να παίζει κάποια μουσικά όργανα και που ως μέλος ορισμένων συγκροτημάτων έστρωσε σχεδόν ολοκληρωτικά τον δρόμο των επόμενων μουσικών που έθεσαν αργότερα τα θεμέλια της σύγχρονης ροκ μουσικής της περιοχής, και ιδιαίτερα αυτής που δημιουργήθηκε στο Μοναστήρι. Τα δύο αδέρφια, κληρονόμησαν την μουσική παράδοση από τον πατέρα τους Αλκιβιάδη (Velko) Georgiev, ο οποίος αμέσως μετά την απελευθέρωση της χώρας συμμετείχε στην ορχήστρα της πόλης με διευθυντή τον Miško Majkovski. Έπαιζε κυρίως πνευστά μουσικά όργανα αλλά ο Κώστας Καλίτσας, παρ' όλες τις προσπάθειες του πατέρα του να παίζει κλαρίνο, επέλεξε τελικά πριμ (είδος μπαλαλάικα) και κιθάρα και μ' αυτά πέρασε όλη την ζωή του. Δημιούργησε και αποτέλεσε μέλος τριών μουσικών σχημάτων, όπως λεγόταν εκείνη την εποχή τα μουσικά συγκροτήματα, τα οποία πέρα από την εκτέλεση ξένης μουσικής συνέθεταν και εκτελούσαν και δικές τους μουσικές δημιουργίες. Με το συγκρότημα ''Kometi'' (Κομήτες), ο Κώστας άγγιξε την δημοσιότητα με αποτέλεσμα πολλοί να τον αναγνωρίζουν μέχρι και σήμερα διότι οι επιτυχίες που πραγματοποίησε σ' αυτό το μουσικό είδος αποτέλεσαν την βάση πολλών άλλων μουσικών και ερμηνευτών που, μεμονωμένα ή ομαδικά, υποστηρίζουν την ροκ μουσική. 
Με τον Κώστα, ή Κότσε Καλίτσα όπως αλλιώς είναι γνωστός, είναι πραγματική απόλαυση να αναφέρεσαι σε αναμνήσεις για τις πρώτες επιτυχίες των νέων του Μοναστηρίου, οι οποίοι μέσω της μουσικής σε διάφορες εκδηλώσεις εκτέλεσαν αρχικά, επιτυχώς, τις ξένες μουσικές συνθέσεις και στη συνέχεια δημιουργούσαν μόνοι τους νέα κομμάτια που ακόμη και σήμερα συμβολίζουν μια δημιουργική μουσική ζωή. 
Ο Κότσε Καλίτσας γεννήθηκε το 1940 και έκανε τα πρώτα του μουσικά βήματα το 1955 όταν ακόμη ήταν μαθητής στο λύκειο ''J.B.Tito'' με τον Mitre Cvetkovski, ο οποίος έπαιζε τρομπέτα. Πήρε πριμ (είδος μπαλαλάικα) και λίγο αργότερα και τρομπέτα αλλά, λόγω του θορύβου που προκαλούσε και ενοχλούσε τους γείτονες, όταν πήγε στο λύκειο αποφάσισε να ασχοληθεί με κιθάρα. 

Σάββατο 29 Οκτωβρίου 2016

Educational and economic activities in the Greek community of Koritsa during the second half of the nineteenth century


Koritsa
Adelais Ismirliadou

In the second half of the nineteenth century Koritsa developed into one of the major urban centres in the Balkans. Under the Turks it was part of the vilayet of Monastir and was the capital of the sanjak of the same name.
The town of the kaza of Koritsa was the seat of a Greek Orthodox Métropolite and a Turkish mutessarif. According to the French traveller Pouqueville, who visited the city in 1805, there were 1.300 families living in Koritsa two thirds of which were Christian. Around 1875, the city had 8.200 inhabitants, and by 1905 the population had reached 18.000, 14.000 of whom were Greek and 4.000 Albanian. The Christians were concentrated in the “Varossi” district (1.250 households) and the Moslems in “Kasaba”[1].
The inhabitants of both the city of Koritsa and the surrounding area spoke Greek and Albanian as well. As in most of Epirus, Strabon’s words applied here too: “The race of Epirots was ever bilingual”. The customs and traditions of the Greek community in the city, the greetings, the banqueting ceremonies, and the style of dress and footwear were much closer to the Epirot than to the Macedonian customs[2]. Like all religious or ethnic communities in the Ottoman Empire, after the publication of the Hatt-i Humayun charter of 1856, the Greek Christian community of Koritsa, “in accordance with the age of enlightenment and civilisation”, and with the Patriarch as its civil and religious leader[3], was granted the right to set up a council and run its own ecclesiastical and ethnic affairs according to local customs and needs. The relevan provisions, needless to say, operated within the framework of Ottoman legislation and the General Regulations of the Patriarchate[4]. The specific provisions were ratified in 1862 under the title “General Regulations for the Arrangement of the Ecclesiastical and Ethnic Affairs of His Majesty the Sultan’s Orthodox Christian Subjects under the Ecumenical Throne” and were in force until 1923, when they were abolished by the Treaty of Lausanne[5]. The “General Regulations for the Common Institutions of the City of Koritsa” were based on this principle. The acts were ratified (reg. No. 5041) by Ioakeim III, Patriarch of Constantinople, in 1876. Meanwhile, on 5 November 1875, the Metropolitan of Koritsa, Dorotheos Christidis, had convened a general meeting of the citizens of Koritsa to elect a ten-member committee, with which he worked out some general provisions for the running of the community. According to the regulations, the council of elders formed the nucleus of the city; it was presided over by the Métropolite and had eight members, who enjoyed the confidence of the community and were elected at a general meeting[6].
One clear indication of the inhabitants’ strong religious faith was the magnificent churches in the city, the many smaller churches in the surrounding countryside, and the numerous monasteries. The churches included the cathedral[7] —dedicated to the Source of Life, St Haralambos, and St Bessarion— the Churches of St George, Virgin, St Andrew, St John, and St Nicholas, and the country Churches of St Athanasius and Prophet Elijah.
The economic life of the Greeks of Koritsa was rich and varied. They mainly engaged in horticulture, viticulture, stock-breeding, bread-making, blacksmithery, tanning, dyeing, clockmaking, and goldsmithery, and there was a strong local tradition of carpet-, rug-, and sandal-making. Another major occupation was the building. Highly skilled builders travelled all over Epirus and beyond, constructing buildings both public and private. Such was their fame, indeed, that Epirot builders went by the general name of Koritsalides[8]. Just outside the Monastir entrance to the city there were also two lime-kilns, the older of which had been built by Athanassios Kalfas in 1870. The ornamentation of the city was largely due to the existence of these two kilns. The surrounding mountains were rich in minerals and high-quality coal, and the red marble of Polena was renowned. Anthracite from the Morava Valley powered the local light industry, the lime-kilns, and the steam mill[9].

Η διαθήκη του Κορυτσαίου Αναστασίου Αβραμίδη Λάκτση


Αναστάσιος Αβραμίδης Λάκτσης
Ἡ διαθήκη τοῦ Ἀναστασίου Ἀβραμίδου Λάκτση 

«(…) Ἐν Βουκουρεστίῳ τήν τοῦ μηνός Νοεμβρίου ιστ΄ (16) τοῦ ἔτους 1893 – Ἀναστάσιος Ἀβραμίδης Λάκτσης»[72], ἐκτός τῶν δωρεῶν στούς συγγενεῖς του, δωρίζει ὡς ἀκολούθως καί εἰς ἄλλους φορεῖς. 
Πρώτη δωρεά «(…) εἰς ἀνάμνησίν μου εἰς τήν Χριστιανικήν Ὀρθόδοξον Ἀλβανικήν κοινότητα τῆς πεφιλιμένης πατρίδος μου Κορυτσᾶς τήν ποσότητα φράγκων 400.000 εἰς χρεώγραφα τοῦ Ἑλληνικοῦ κράτους (…) τῶν 4% ἐτησίως τόκος κτλ.(…)»[73]. 
Δεύτερη δωρεά «(…) Νά ἱδρυθῇ καί νά διατηρηθῇ αἰωνίως εἰς τήν πατρίδα μου, Κορυτσᾶ τό πρῶτον ἔτος μετά τόν θάνατόν μου ἀγαθοεργόν καί ἐκπαιδευτικόν δι’ ἐργόχειρα κατάστημα ἤ ἐργοστάσιον τῶν τεχνῶν (…) ἡ ἵδρυσις καί οἰκοδομή τοῦ ἀνωτέρου φιλανθρωπικοῦ ἐργοστασίου τῶν τεχνῶν διά τήν ὁποίαν ὁρίζω καί διατάσσω τήν ποσότητα 16.000 φράγκων ἤτοι τόν ἐτήσιον τόκον (…)»[74]. 

Τό ἐρώτημα εἶναι γιατί ὁ Λιάκτσης αὐτοαποκαλεῖται στήν ἀρχή «τό γένος Ἀλβανός» καί στήν δωρεάν ἀναφέρει «Ἀλβανικήν κοινότητα». Κάτωθεν ὅμως ἀναφέρει «τά ἀνωτέρω ἕξ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τῶν κληροδοτημάτων μου, ἅτινα θά ἐκλέγωνται κατά τριετίαν ὑπό τῆς Ἀλβανικῆς Χριστιανικῆς κοινότητος τῆς πόλεως Κορυτσᾶς, πρέπει νά ἀναγινώσκωσι καί νά γράφωσι ἰδιοχείρως ἑλληνιστί (…)»[75]. 
Ἐν συνεχείᾳ ἀναφέρει πάλιν ὅτι «(…) Ἡ κατά καιρούς ἐπιτροπή τῶν κληροδοτημάτων μου ὀφείλει καί ὑποχρεοῦται νά δημοσιεύσῃ κατ’ ἔτος εἰς τό τέλος ἑκάστου ἔτους διά τῆς ἐν Τεργέστῃ ἐπιδιδομένης Ἑλληνικῆς ἐφημερίδος “Νέα Ἡμέρας” (…) ἤ εἰς ἄλλην ἑλληνικήν ἐφημερίδα ἄν τυχόν αὕτη παύσῃ καί μοιράσῃ εἰς τήν πατρίδα τουλάχιστον πεντήκοντα ἀντίτυπα αὐτῆς εἰς διάφορα ἄτομα (…)»[76]. 

Ὁ Λάκτσης ἐπιέσθη πολύ ἀπό τούς ἐν Βουκουρεστίῳ Ἀλβανούς διά αὐτό καί ἐκφράστηκε στήν διαθήκη του ὡς Ἀλβανός· ἔτσι ἀναφέρεται καί ἀπό τούς ἴδιους τούς Ἀλβανούς. 
Πιό κάτω ἀναφέρει ὅτι ἄν ἀπέθνησκε στήν Ρουμανίαν τόν ἐπικήδειόν του λόγον νά τόν ἀπαγγείλουν «(…) Ἑλληνιστί τόν ἕνα (…) ὅστις ἤθελε μοί ἀπαγγείλῃ τόν ἐπικήδειον λόγον Ἑλληνιστί (…)»[77]. 
Συνεχίζει ὁ ἴδιος νά καταγράφη τήν ἐπιθυμίαν του ὅτι ἀφήνει 300 φράγκα στήν ἐφημερίδα «Νέαν Ἡμέραν» διά τήν δημοσίευσιν τοῦ ἑλληνιστί λόγου (…)[78]. Ὁ Λιάκτσης εἰς τό κληροδότημά του, τό ἐργοστάσιον, ἐκτός τοῦ ὅτι ἀφήνει τό μεγάλο ποσό τῆς συντηρήσεώς του στό ἄρθρο 7 ἀναφέρεται οἱ ἄπορες γυναῖκες καί κορίτσια νά μήν πληρώνουν τήν σπουδή στήν τέχνη. Οἱ διδάσκαλοι/λισσες νά πληρώνονται διά τήν παράδοσιν τῶν μαθημάτων τέχνης στό ἐργοστάσιο. Ἐπιθυμία του ἦταν νά ἐνισχυθῆ μέ σεβαστό ποσόν «(…) τό ὑπέρ τοῦ ἱδρυθέντος ὑπ’ ἐμοῦ κατά τό ἔτος 1867 εἰς τήν πατρίδα μου καί πόλιν Κορυτσᾶν ∆ημοτ. Σχολεῖον τῶν ἀρρένων (..)»[79]. 

Πέμπτη 27 Οκτωβρίου 2016

Η εκπαιδευτική κατάστασις στην Κλεισούρα την δεκαετία του 1860 - Αναστάσης Κων. Πηχιών


Κλεισούρα Καστοριάς
Στὴν Κλεισούρα, τὴν βλαχόφωνο κωμόπολη τῆς Καστοριᾶς, μὲ τὸ ἑλληνικότατο ὅμως φρόνημα, λειτουργοῦσαν τὴν δεκαετία τοῦ 1860 δυὸ σχολεῖα, τὸ Ἑλληνικὸ καὶ τὸ ἀλληλοδιδακτικό. 
Τὰ σχολεῖα συντηροῦνταν ἀπὸ τὴν κοινότητα, λειτουργοῦσαν βάσει κανονισμοῦ ὁ ὁποῖος ἐγκρίνονταν ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Καστοριᾶς, ὑπεύθυνο γιὰ τὰ ἐκπαιδευτικὰ ἱδρύματα τῆς περιφέρειάς του, καὶ ἐποπτεύονταν ἀπὸ ἐφορευτικὴ ἐπιτροπὴ τὴν ὁποία ὅριζε ἡ κοινότης. 

‘Από τίς ἀρχές τῆς δεκαετίας τοῦ 1860, ἡ Ρουμανική προπαγάνδα προσπάθησε νὰ προσηλυτίσει τοὺς κατοίκους τῆς Κλεισούρας καὶ νὰ τοὺς παρασύρει στὰ ὕπουλα σχέδιά της ἐπειδὴ νόμιζε ὅτι ὡς βλαχόφωνοι θὰ ἔπεφταν εὔκολα θύματά της. 
Πράκτορες τῆς Ρουμανικῆς προπαγάνδας ἦταν ὁ ἑλληνοδιδάσκαλος Ἀπόστολος Μαργαρίτης καὶ ὁ ἐφημέριος τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγ. Δημητρίου, Παπαγεωργίου ὁ ἐπικαλούμενος καὶ Παπακόκκινος γιατί εἶχε κόκκινα γένια. 
Αὐτούς τούς εἶχε στρατολογήσει καὶ χρησιμοποιοῦσε ὁ μοναχὸς Ἀβέρκιος, πράκτορας τῆς Ρουμανικῆς προπαγάνδας στὴ Δυτικὴ Μακεδονία, καὶ τοὺς χρηματοδοτοῦσε ἡ Ρουμανικὴ κυβέρνηση.

Οἱ πρόκριτοι τῆς Κλεισούρας τὴν περίοδο αὐτή καὶ οἱ κάτοικοι της, ἦταν διαιρεμένοι σὲ δυὸ φατρίες καὶ σχημάτιζαν δυὸ κόμματα. Ἡ μιὰ φατρία ἀποτελοῦσε τὸ κόμμα τῶν Σίμου Σιμώτα, Δημητρίου Τάρτσα κ. ἄ. καὶ ἡ ἄλλη τῶν Στέφανου Βαρβέρη, Πέτρου Τορνιβούκα καὶ Ἁφῶν Μπῆκα ἢ Βοῦκα. 
Τὰ δυὸ αὐτά κόμματα ἀλληλοϋποβλέπονταν, ἦταν ἀδιάλλακτα μεταξὺ των, καὶ ἀνταγωνίζονταν στὴν προσπάθειά τους νὰ ἐπικρατήσουν στὴν διαχείρηση τῶν κοινῶν τῆς κωμόπολης. Καί ἡ μὲν μερίδα τοῦ Σίμου Σιμώτα ἦταν ἀφοσιωμένη στὸν Ἑλληνισμό, ἡ δὲ ἄλλη τοῦ Στ. Βαρβέρη ἀλλοιθώριζε πρὸς τὸν Ρουμανισμὸ καὶ προσεταιρίζονταν τοὺς ρουμανίζοντας. Σ̓ αὐτήν ἦταν προσκολλημένοι καὶ ὁ Ἀπόστολος Μαργαρίτης καὶ ὁ Παπακόκκινος. Ἡ ἐπικράτηση τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης μερίδας καθώριζε καὶ τήν σύσταση τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς τῶν σχολείων.

Τὴν περίοδο 1862-1863 ἐπικρατοῦσε στὴν Κλεισούρα ἡ μερίδα τοῦ Στ. Βαρβέρη καὶ τὰ μέλη τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς τῶν σχολείων ἦταν ἄνθρωποι τοῦ Βαρβέρη μὲ πρόεδρο τὸν ἴδιο. Ἡ ἐπιτροπὴ αὐτή πολιτεύθηκε στὰ θέματα τῶν σχολείων αὐθαίρετα, χωρὶς νὰ τηρεῖ τὸν κανονισμό, ἀπέλυσε ἀξιόλογους δασκάλους γιατί δὲν ὑπέκυψαν στίς παράλογες ἀξιώσεις της καὶ δὲν θέλησαν νὰ παραβοῦν τὸν κανονισμό, δὲν λάμβανε ὑπ ὄψη τίς ὑποδείξεις τοῦ Μητροπολίτη Καστοριᾶς, καὶ ἔδειξε σκανδαλώδη εὔνοια πρὸς τὸν ‘Ἀπόστολο Μαργαρίτη παρ’ ὅλο πού εἶχε ἤδη ξεσκεπασθεϊ ἡ ἀντεθνική του δράση. 
Τὸ 1862 ἡ ἐφορευτικὴ ἐπιτροπὴ ἔδιωξε αὐθαίρετα τὸν Σιατιστινὸ ἑλληνοδιδάσκαλο καὶ διευθυντὴ τῶν σχολείων Ι.Δ.. Σαχίνη ὁ ὁποῖος εἶχε διδάξει στὴν Κλεισούρα μιὰ τετραετία περίπου. ‘Αντικαταστάτης του διωρίσθηκε ὁ ‘Ἀναστάσιος Πηχιών ἀπὸ τὴν ‘Ἀχρίδα ( τὴν ἀρχαία Λυχνιδὸ ), τοῦ ὁποίου, ὅταν μαθεύτηκε ὁ διορισμός, χαροποίησε τὴν ρουμανίζουσα μερίδα καὶ ἰδιαίτερα τὸν ‘Ἀπόστολο Μαργαρίτη καὶ τὸν Παπακόκκινο, γιατί πληροφορήθηκαν ὅτι κατάγεται ἀπὸ τὴν Ἀχρίδα, εἶναι βλαχόφωνος, καὶ ἄρα, γι’ αὐτούς, εὔκολη λεία νὰ προσηλυτισθεῖ στὰ ἀντεθνικά τους σχέδια. 

Στὰ ἀπομνημονεύματα του ὁ ‘Ἀναστάσιος Πηχιών γράφει, ὅτι τὸν κάλεσαν σὲ πλουσιότατο γεῦμα ὁ Μαργαρίτης καὶ ὁ Παπακόκκινος καὶ τοῦ πρότειναν καθαρὰ καὶ ξάστερα νὰ ἐργασθεϊ γιὰ τὴν Ρουμανικὴ προπαγάνδα, χρηματοδοτούμενος μάλιστα γι’ αὐτό ἀπό τὴν Ρουμανικὴ κυβέρνηση μὲ 60 εἰκοσόφραγια τὸν χρόνο, τὸ ἐτήσιο τίμημα τῆς προδοσίας τοῦ ‘Ἑλληνισμοῦ. Πόση ἦταν ὅμως ἡ ἀπογοήτευση τους ὅταν ὁ Πηχιών τοὺς ἀπάντησε ὅτι διωρίσθηκε στὴν Κλεισούρα ὡς διευθυντὴς τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων γιὰ τὴν ἐξυπηρέτηση τοῦ ‘Ἑλληνισμοῦ. ‘Από τότε οἱ δυὸ αὐτοί, καὶ ἰδίως ὁ Μαργαρίτης ἔγιναν ἄσπονδοι ἐχθροί τοῦ Πηχιών, τὸν κυνήγησαν καὶ στὴν Κλεισούρα, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ παυθεῖ ἀπὸ τὴν θέση του μετὰ διετία, καὶ στὴν μετέπειτα ἐγκατάστασή του ὡς σχολάρχη στὴν Καστοριά, μὲ ἐνέργειες δὲ τοῦ Μαργαρίτη καὶ τῶν ξένων προπαγανδῶν, ἔγινε ἀργότερα τὸ 1887 ἡ σύλληψη του, ἡ φυλάκισή του στὸ Μοναστήρι καὶ ἡ καταδίκη του σὲ ἐξορία καὶ φυλάκιση σὲ φρούριο στὴν Πτολεμαϊδα τῆς Συρίας. 

‘Ο ‘Αν. Πηχιών ἀπεκάλυψε τὰ ἀνθελληνικὰ σχέδια τοῦ ἀποστάτου Μαργαρίτη στὸν Μητροπολίτη Καστοριᾶς, ὁ ὁποῖος μὲ ἐνέργειες του καὶ τοῦ Οἰκ. Πατριαρχείου κατόρθωσε νὰ ἀπομακρύνει τὸν Μαργαρίτη ἀπὸ τὴν Κλεισούρα, παρὰ τίς ἀντιδράσεις καὶ ἀντίθετες ἐνέργειες τῆς μερίδας τοῦ Βαρβέρη, καὶ ἔτσι ἁπαλάχθηκε ἡ Κλεισούρα ἀπὸ τὸ μίασμα τοῦ Ρουμανισμοῦ. 

Οι εμπορικές επαφές των Μακεδόνων και Ηπειρωτών Βλάχων με την Βενετία στο λιμάνι του Δυρραχίου


Κατά τον 18ο αι. μια σειρά ιστορικών συγκυριών μετατόπισε το εμπόριο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από τις ανατολικές στις δυτικές επαρχίες. Το εμπόριο λοιπόν συγκεντρωνόταν ολοένα και περισσότερο προς τη Μικρά Ασία και την Ευρωπαϊκή Τουρκία. Η τελευταία προσέλκυσε σημαντικό μέρος του εμπορίου που διενεργούνταν μεταξύ Δύσης και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, έτσι ώστε να αναπτυχθεί οικονομικά με ταχείς ρυθμούς.
Από τα τέλη του 16ου αι. τα συμπτώματα παρακμής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας γίνονταν αισθητά στην οικονομία της. Από νωρίτερα η Πύλη είχε αναγκαστεί να συνάψει μονομερείς εμπορικές συμφωνίες με τις χώρες της Δύσης, συμφέρουσες οικονομικά για τους Δυτικούς εμπόρους, προκειμένου να λάβει πολιτικά ανταλλάγματα. Αυτές οι προνομιακές, για τις χώρες της Δύσης, εμπορικές συνθήκες είναι γνωστές ως διομολογήσεις και οφείλονται στην παρακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η οποία επέτρεψε την οικονομική διείσδυση των ευρωπαϊκών χωρών στα εδάφη της.
Ως τα μέσα του 16ου αι. το εμπόριο της Ανατολής βρισκόταν υπό τον έλεγχο της Βενετίας. Από το β΄ όμως μισό του την κυρίαρχη θέση στο ανατολικό εμπόριο κατείχε η Γαλλία, η οποία εξασφάλισε προνομιακό εμπορικό καθεστώς με βάση τις διομολογήσεις που πέτυχε το 1535 και εξής. Ευνοϊκές διομολογήσεις πέτυχε σταδιακά η Αγγλία, η Ολλανδία και αργότερα η Αυστρία (το 1699 και το 1718). Όσο για τη Βενετία, μετά την απώλεια της Κρήτης το 1669, το εμπόριο που διεξήγε με την Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν ήταν τόσο ευνοϊκό. Ο δασμός που κατέβαλλαν οι έμποροί της ανερχόταν στο 5%, ενώ οι έμποροι των άλλων χωρών κατέβαλλαν 3%.[1]

Ωστόσο, οι εμπορικές επαφές των Ηπειρωτών και των Μακεδόνων με τη Βενετία συνεχίστηκαν καθ’ όλο τον 18ο αι. Τα εμπορεύματα φορτώνονταν σε καραβάνια και έφταναν στο λιμάνι του Δυρραχίου, από όπου διακινούνταν προς τη Βενετία και από κει στην κεντρική Ευρώπη. Οι Βαλκάνιοι πραγματευτάδες συγκέντρωναν μεγάλες ποσότητες από μαλλιά, βαμβάκι, δέρματα, κόκκινα νήματα, μετάξι, κρόκο και άλλα εμπορεύματα και τα προωθούσαν στο λιμάνι του Δυρραχίου, το οποίο ήταν η πλησιέστερη σκάλα προς τη Δύση. Από τη Βενετία εισήγαν υφάσματα, κοσμήματα, γυαλικά, καθρέφτες, πορσελάνες, ωρολόγια, χαρτί και άλλα βιομηχανικά προϊόντα. Ουσιαστικά η Οθωμανική Αυτοκρατορία εξήγε ακατέργαστα προϊόντα και εισήγε κατεργασμένα.[2] Στη διεκπεραίωση αυτού του εμπορίου απασχολούνταν εμπορικοί πράκτορες, παραγγελιοδόχοι και μεταφορείς.

Ενδεικτικό έγγραφο στο οποίο καταχωρίζονται οι εμπορικές επαφές των Ελλήνων Οθωμανών υπηκόων με τη Βενετία είναι η επιστολή που έστειλε στις 8 Φεβρουαρίου 1699 ο πρόξενος της Γαλλίας στο Δυρράχιο στον Υπουργό των Ναυτικών, η οποία δίνει αξιόλογες ειδήσεις για το εμπόριο που διενεργούνταν μεταξύ Βαλκανικής χερσονήσου και Βενετίας. Γράφει λοιπόν ότι υπάρχουν εκατό έμποροι, «Τούρκοι ή Έλληνες», εγκατεστημένοι στη Βλαχία, στη Σκόδρα, στο Ελβασάν, στη Μοσχόπολη, στη Σιάτιστα, στα Ιωάννινα και στη Θεσσαλονίκη, οι οποίοι διενεργούν το παραπάνω εμπόριο.[3]
Σταδιακά όμως παρατηρείται κάμψη του βενετσιάνικου εμπορίου και μείωση της εμπορικής κίνησης του λιμανιού του Δυρραχίου. Κυρίως μετά το 1760 οι έμποροι θα εγκαταλείψουν το εμπόριο με τη Βενετία και θα στραφούν προς τη Βιέννη για να αποφύγουν τους βαριούς φόρους που είχε επιβάλει η Ενετική Δημοκρατία.[4] Η νέα πραγματικότητα που είχε δημιουργηθεί δεν ήταν άσχετη με τις πολιτικές και οικονομικές ανακατατάξεις στον χώρο της Ευρώπης. Ήδη η Ενετική Δημοκρατία βρισκόταν σε παρακμή, ενώ η αυτοκρατορία των Αψβούργων είχε αναδυθεί σε κυρίαρχη δύναμη του ευρύτερου χώρου. Τη νέα πραγματικότητα που είχε δημιουργηθεί επιβεβαιώνουν οι προξενικές εκθέσεις.

Τετάρτη 26 Οκτωβρίου 2016

Απεβίωσε σήμερα η διακεκριμένη ηθοποιός της Αλβανίας Μελπομένη Τσομπάνη (Melpomeni Cobani)


Melpomeni Cobani
Απεβίωσε σήμερα στις 10.00 η διακεκριμένη ηθοποιός της Αλβανίας Μελπομένη Τσομπάνη (Melpomeni Cobani) σε ηλικία 88 ετών. Αύριο στις 12.00-14.00 θα πραγματοποιηθεί αφιέρωμα στον χώρο του Πολιτιστικού Κέντρου Τιράνων (Teatri Metropol)[1]. 

Η Μελπομένη Μιχαήλ Τσουμπόνια (Melpomeni Mihal Cubonja), όπως ήταν το πραγματικό της επίθετο, γεννήθηκε στην οδό Καβάγιας στα Τίρανα στις 6 Ιουνίου του 1928 και ήταν βλάχικης (αρμάνικης) καταγωγής. Λόγω της συμμετοχής της στην αλβανική αντίσταση σε νεαρή ηλικία αναγκάστηκε να αλλάξει το επώνυμο της σε Τσομπάνη για να αποφευχθεί η σύλληψη της από τις γερμανικές αρχές. Λίγο μετά εντάχθηκε στις τάξεις των ανταρτών. 

Μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, ξεκίνησε να ασχολείται με την ερασιτεχνική θεατρική ομάδα Τιράνων, ενώ εργαζόταν στο ίδρυμα "Mihal Duri". Ο ζωγράφος Hasan Reci διέκρινε το ταλέντο της και την συμπεριέλαβε στην ομάδα του θεάτρου Τιράνων. Το 1948, με την βοήθεια του Pandi Stillu, έγινε οικότροφος στο Εθνικό Θέατρο της χώρας. Ταυτόχρονα, ολοκλήρωσε το διετές πρόγραμμα σπουδών του Ανώτατου Καλλιτεχνικού Σχολείου (Shkolla e Lartë Dyvjeçare), το οποίο ήταν συνδεδεμένο με το Εθνικό Θέατρο. Από τότε ξεκινά να ερμηνεύει σημαντικότερους ρόλους, όπως την σύζυγο του Kazim Mulleti στην κωμωδία Prefekti. 
Το 1950, αποτέλεσε μέλος της ομάδας που δημιούργησε το Κουκλοθέατρο (Teatri i Kukullave) και δυο χρόνια αργότερα το Πολιτεία Estrada (Estrada Shtetërore). Λίγα χρόνια αργότερα θα σταματήσει να μοιράζει τον χρόνο της ανάμεσα στο θέατρο και στο κουκλοθέατρο και θα καταλήξει οριστικά στο Estrada. 
Τιμήθηκε με τα βραβεία ''Άξιου Καλλιτέχνη'' (1961) και ''Δημοφιλούς Καλλιτέχνη'' (1976). 
Το 1996 ερμήνευσε τον τελευταίο της ρόλο στην κωμωδία ''8 persona plus'' σε σκηνοθεσία του Agim Qirjaqi. Ερμήνευσε συνολικά πάνω από 300 ρόλους στην καριέρα της, δράματα και κωμωδίες. 
Για την συμμετοχή της στην αντίσταση κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο τιμήθηκε με το Μετάλλιο Ανδρείας (Medalje e Trimërisë) και το Μετάλλιο Μνήμης (Medalje e Kujtimit)[2].

Γκραμπόβα: Τα τρία γεφύρια (Λα τρέι πούντι)



Τα τρία γεφύρια (Λα τρέι πούντι) βρίσκονταν στην έξοδο του Γκράμποβου, βορειοδυτικά, φεύγοντας για Ελμπασάν. Γεφύρωναν, διαδοχικά, το Γιανγκογκούτ, το Λάκκο και τον Ντούσα, παράλληλα ρέματα που παρακάτω, μαζί και με τον Σάρρα, δημιουργούν το Γκραμποβίτικο ποτάμι. 
Το πρώτο απ’ τα γεφύρια, όπως και το τρίτο, καταστράφηκαν οριστικά το 1940, το δεύτερο έχει επιχωματωθεί.
Πρόκειται για κατασκευές ενταγμένες στον παλαιό δρόμο του Δεβόλη, του οποίου η λειτουργία ανιχνεύεται τουλάχιστον απ’ τα ρωμαϊκά χρόνια. Ακριβώς τότε τοποθετείται το χτίσιμο του τρίτου και σημαντικότερου γεφυριού, πάνω στον Ντούσα. Από αυτό το μεγάλο αγκωνάρι της φωτογραφίας με σκαλισμένο πάνω του άλογο με σαμάρι.

~ Σχετικές αναρτήσεις:

Κυριακή 23 Οκτωβρίου 2016

Μελιτζανόπιτα Λιβαδίου Ολύμπου


Στην ελληνική παραδοσιακή κουζίνα βρίσκει κανείς πολλά και διαφορετικά είδη πίτας, τα οποία ποικίλουν ανά γεωγραφικό διαμέρισμα. Εκφράζοντας απόλυτα το ελληνικό γαστρονομικό πνεύμα της απλότητας, οι πίτες είναι γευστικά αριστουργήματα από λιτά υλικά που συνδυάζουν την σοφία της μαγειρικής οικονομίας με την υψηλή γαστρονομία. Αποτελούν κάποιες φορές το απαραίτητο συνοδευτικό του πλούσιου τραπεζιού ή ένα γευστικό και υγιεινό σνακ μέσα στην ημέρα!
Όλα γίνονται Πίτα! Εκτός από παραλλαγές στο φύλλο, η ποικιλία της γέμισης μιας πίτας δεν έχει όρια!

~ Υλικά: 
Για 11 φύλλα: 
1 κιλό αλεύρι 
½ φλιτζανάκι λάδι 
λίγο αλάτι 
νερό όσο πάρει 

~ Για τη γέμιση: 
1 ½ κιλό μελιτζάνες 
1 κιλό κρεμμύδια ξερά 
1 φλιτζάνι τραχανά 
1 φλιτζάνι λάδι 
4 αυγά 
αλάτι 
πιπέρι 

Σάββατο 15 Οκτωβρίου 2016

Παύλος Τζώτζας - Ο διδάσκαλος και διευθυντής της Ελληνικής Σχολής Φιερίου (Fier) Μουζακιάς


Απολλωνία, Φιέρι (Fier) - Μουζακιά
Περιώνυμοι διδάσκαλοι
Ο Παύλος Τζώτζας ήταν διδάσκαλος και διευθυντής της Ελληνικής Σχολής Φιερίου.
Με βάση το διαβιβαστικό του Ελληνικού Προξενείου Βερατίου την 1η Αυγούστου του 1902, με το οποίο απέστειλε στο Υπουργείο των Εξωτερικών αίτημα του Παύλου Τζώτζα για τη χορήγηση υποτροφίας (στη Ριζάριο Σχολή Αθηνών) στον απόφοιτο μαθητή της Σχολής (και εξάδελφό του) Σπυρίδωνα Τζώτζα, διαβάζουμε για τις ''εθνικές υπηρεσίες'' του: ''Ο γνωστός τη Υμ. Εξ., διά την ανά την περιφέρειαν  ταύτην εθνικήν δράσιν του, διευθυντής της εν Φιερίω υμετέρας σχολής, Παύλος Τζώτζας....
Λαμβάνω την τιμήν να παρακαλέσω την Υμ. Εξ., όπως ευαρεστουμένη διατάξη τα δέοντα επί του προκειμένου, διότι εν τω συμφέροντι των εθνικών ημών βλέψεων κρίνω, ότι την οικογένειαν Τζώτζα οφείλομεν περί πολλού να ποιώμεθα εν τη περιφερεία Φιερίου, όπου, ως εκ της ου σμικράς επιρροής της, πολλάς παρέσχεν ημίν εθνικάς υπηρεσίας διά του διδασκάλου Παύλου Τζώτζα, όστις δυστυχώς πάσχων εκ φθίσεως διατρέχει ήδη το τελευταίον στάδιον της νόσου, το δε μοιραίον τέλος δεν είναι μακράν. Διά του θανάτου αυτού θέλωμεν στερηθή αφοσοιωμένου πράκτορος και καλού συνεργάτου, ον θα δυνηθώμεν να αντικαταστήσωμεν διά του εξαδέλφου του Σπυρίδωνος Τζώτζα, περί ου και η παρούσα σύστασις, όστις, ή μη τι άλλο τι, εξ απλής προς την Ελλάδα ευγνωμοσύνης, θ' αποβή ημίν καλός παράγων προς εθνικήν ενέργειαν....''.

Φιέριον (ή Φιέρι)
1. Αλληλοδιδακτικό Σχολείο ή Ελληνική ΣχολήΣτο Φιέριον λειτουργούσε τουλάχιστον από το 1873 Αλληλοδιδακτικό Σχολείο ή Ελληνική Σχολή. Κατά το σχολικό έτος 1873-1874 λειτουργούσε Αλληλοδιδακτικό Σχολείο με 80 μαθητές και δύο διδασκάλους. Κατά τα σχολικά έτη 1886-1888 στην Ελληνική Σχολή δίδασκε και ασκούσε και τα καθήκοντα του διευθυντή ο Φίλιππος Χ. Δονάτος. 
2. Σχολή ΦιερίουΣτα 1902 λειτουργούσε η Σχολή Φιερίου, στην οποία διευθυντής ήταν ο Παύλος Τζώτζας.
3. Δημοτική ΣχολήΚατά το σχολικό έτος 1911-1913 λειτουργούσε Δημοτική Σχολή, στην οποία υπήρχε διευθυντής.
4. ΠαρθεναγωγείοΚατά το σχολικό έτος 1911-1913 λειτουργούσε Παρθεναγωγείο, στο οποίο υπήρχε διευθύντρια και βοηθός της[1].

Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2016

Ο μητροπολίτης Άνθιμος Γκέτζης από το Βεράτι


Βεράτι / Berati
Η καταγωγή του ήταν από το Βεράτιο, την αρχαία Πουλχερούπολη, που ήταν αποικία των Μακεδόνων. Ο πρώην ∆εβρών Άνθιµος ποίµανε την επαρχία από τις 7 Οκτωβρίου του 1876 ως τον Απρίλιο του 1880, όποτε και παραιτήθηκε οικειοθελώς. 
Στις 27-8-1877 ο ιατρός Βασίλειος Πατρίκιος από το Αργυρόκαστρο ανέφερε στον Γ. Βασιλείου, σχετικά µε τον µητροπολίτη Άνθιµο ότι καταπρόδιδε και συκοφαντούσε εντίµους πολίτες, έσπερνε το φόβο παντού, επιτίθετο µετά κυνικής αναίδειας κατά των εχθρών, υποδαύλιζε τα µίση καθιστώντας τη θέση εντίµων οικογενειαρχών δυσχερή και παρεµπόδιζε τους άνδρες εκείνους που µπορούσαν να εξυπηρετήσουν τα συµφέροντα του Ελληνισµού, γι’αυτό ήταν απόλυτη ανάγκη να µετατεθεί από εδώ, αντί κάθε θυσίας. Για την αντίδραση αυτή του µητροπολίτη µετέβηκαν στο Αργυρόκαστρο, στις αρχές Σεπτεµβρίου του 1877, ως έξαρχοι ο µητρ. Κορυτσάς ∆ωρόθεος και ο επίσκοπος Βελλάς Βασίλειος, για να ανακρίνουν τον µητροπολίτη ∆ρυϊνουπόλεως. Κατά τις ανακρίσεις δεν τηρήθηκε κανένας τύπος, και οι περισσότεροι είχαν λόγους να αµφιβάλουν περί της ευθυδικίας ιδίως του Βελλά. 
Στις µέρες του ξέσπασε η άτυχη επανάσταση του Λυκουρσίου (1878), κατά την οποία ο ίδιος βρέθηκε κοντά στους χριστιανούς της περιοχής αυτής. Ο Άνθιµος διαµαρτυρήθηκε έντονα προς το Πατριαρχείο για τις µεγάλες καταστροφές που είχαν υποστεί οι κάτοικοι της επαρχίας ∆ελβίνου, από τους ατάκτους. Η Πύλη έπειτα από σχετικό διάβηµα του Πατριαρχείου, διέταξε τον βαλή των Ιωαννίνων να διενεργήσει έρευνα σχετικά µε τη χορήγηση αποζηµιώσεως, αλλά αυτός επέρριψε τις ευθύνες των καταστροφών στους Έλληνες επαναστάτες του 1878. 
Τον Οκτώβριο του 1879 ο Άνθιµος, ευρισκόµενος στην Κων/πολη, εξαπέλυσε εγκύκλιο προς τους χριστιανούς της επαρχίας ∆ρυϊνουπόλεως για την αντιµετώπιση της προπαγάνδας που ξεκίνησε ο Αλβανικός Σύνδεσµος που είχε έδρα αρχικά στο Βουκουρέστι µετά στην Πρισρένη, στην Κων/πόλη και σε άλλες αναπτυγµένες χώρες της Ευρώπης. Αργότερα ήρθε αντιµέτωπος µε τον πανίσχυρο Αλβανικό Σύνδεσµο, οπότε και υπέστη αρκετές ταλαιπωρίες από την περιπέτεια αυτή[1].

Ποιμαντορική εγκύκλιος του Μητροπολίτη Δρυϊνουπόλεως Ανθίμου Γκέτζη για την καταδίκη του Αλβανικού κομιτάτου (9 Σεπτεμβρίου 1879):

Δευτέρα 10 Οκτωβρίου 2016

Η κρίση Αθηνών - Βελιγραδίου


~ Φωτο: Ο πρόεδρος Τίτο με τον υπ. Εξωτερικών Κότσα Πόποβιτς. Ο Τίτο δημιούργησε το νεόκοπο σλαβομακεδονικό κράτος, αλλά μετά τη ρήξη του με τον Στάλιν έθετε τη διατήρηση των καλών σχέσεων με την Αθήνα ως μείζονα προτεραιότητά του.

Σπυρίδων Σφέτας

Η κρίση των σχέσεων Αθηνών-Βελιγραδίου το 1960-62, η οποία προκλήθηκε κυρίως λόγω της συχνής ανακίνησης ζητήματος «μακεδονικής μειονότητας» από την ηγεσία των Σκοπίων με την ανοχή και την κάλυψη της ομόσπονδης γιουγκοσλαβικής κυβέρνησης, αποτέλεσε ίσως το σοβαρότερο επεισόδιο στις ελληνογιουγκοσλαβικές σχέσεις κατά τη μεταπολεμική περίοδο. Η έκπληξη της κυβέρνησης Καραμανλή ήταν κατανοητή, αν ληφθούν υπόψη οι λεπτοί διπλωματικοί χειρισμοί που απαιτήθηκαν το 1950/51 για την αποκατάσταση των ελληνογιουγκοσλαβικών σχέσεων με την παράκαμψη μειονοτικών ζητημάτων. Η Αθήνα εκτιμούσε ότι η πολύπλευρη προώθηση της ελληνογιουγκοσλαβικής συνεργασίας μετά το 1951 καθιστούσε άστοχη την ανακίνηση τέτοιων ζητημάτων, τη στιγμή που η ομοσπονδιακή γιουγκοσλαβική κυβέρνηση το 1954, στον απόηχο της υπογραφής του τριμερούς αμυντικού Βαλκανικού Συμφώνου Ελλάδος, Γιουγκοσλαβίας και Τουρκίας (1953/54), είχε αποστασιοποιηθεί από την πολιτική των Σκοπίων και απαγορεύσει την έκδοση της εφημερίδας «Η Φωνή των Αιγαιατών», όργανο των Σλαβομακεδόνων προσφύγων. Κατά τις διμερείς συναντήσεις των πολιτικών ανδρών της Ελλάδας και της Γιουγκοσλαβίας μετά το 1953 θίγονταν ζητήματα διεθνούς πολιτικής ή διμερούς ελληνογιουγκοσλαβικής συνεργασίας. Η Γιουγκοσλαβία στήριζε την Ελλάδα στο Κυπριακό, είτε η αυτοδιάθεση ερμηνευόταν ως ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα είτε ως ανεξαρτησία της Κύπρου.

Συμφωνία μεθοριακής επικοινωνίας το 1959

Αθήνα και Βελιγράδι διεύρυναν τη συνεργασία τους και στις 18 Ιουνίου 1959 υπογράφτηκαν δώδεκα ελληνογιουγκοσλαβικές συμφωνίες που αφορούσαν κυρίως οικονομική και τεχνική συνεργασία. Ιδιαίτερη σημασία είχε, ωστόσο, η συμφωνία για τη μεθοριακή επικοινωνία. Με βάση τη συμφωνία αυτή καθοριζόταν μια ζώνη βάθους δέκα περίπου χιλιομέτρων από τις δύο πλευρές των συνόρων, συμπεριλαμβανομένων των πόλεων Φλώρινας και Μοναστηρίου, στην οποία επιτρεπόταν η ελεύθερη κυκλοφορία των κατοίκων. Επιτρεπόταν η ελεύθερη εισαγωγή και πώληση ορισμένων προϊόντων, η ελεύθερη άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος, η καλλιέργεια κτημάτων στην άλλη πλευρά των συνόρων, εφόσον οι δικαιούχοι μπορούσαν να αποδείξουν την κυριότητά τους μέχρι το 1939. Η συμφωνία δεν ίσχυε για τους Σλαβομακεδόνες πολιτικούς πρόσφυγες στη Γιουγκοσλαβία από την ελληνική Μακεδονία.

Η συμφωνία για τη μεθοριακή επικοινωνία, αν και είχε σκοπό την τόνωση της παραμεθόριας οικονομικής ζωής, προκάλεσε έντονες αντιδράσεις σε τοπικούς φορείς της Δυτικής Μακεδονίας. Με ενέργειες της τοπικής εξουσίας σε ορισμένα χωριά έγιναν τελετές ορκωμοσίας Σλαβοφώνων ενώπιον Θεού και ανθρώπων ότι δεν θα ξαναμιλήσουν στο σλαβικό γλωσσικό ιδίωμα. Το αντισλαβικό και αντικομμουνιστικό σύνδρομο της κατοχικής και εμφυλιακής περιόδου επιβίωνε και στον Ψυχρό Πόλεμο, όταν, υπό την επίδραση ψυχολογικών κυρίως παραγόντων, δημιουργούνταν η αίσθηση του εθνικού κινδύνου. Στα όμματα τοπικών εθνικιστικών κύκλων της Δυτικής Μακεδονίας, που είχαν βιώσει τις εμπειρίες του παρελθόντος, η συμφωνία για τη μεθοριακή επικοινωνία άνοιγε τις πύλες στον εχθρό της αντίπερα όχθης. Ωστόσο, αυτές οι τοπικές πρωτοβουλίες προκάλεσαν την έντονη αντίδραση της κυβέρνησης Καραμανλή. Παρά τις αντιδράσεις της αντιπολίτευσης (Σοφοκλής Βενιζέλος, Ηλίας Τσιριμώκος, Σταμάτης Μερκούρης, Εμμ. Κοθρής) και του στρατού, η σύμβαση επικυρώθηκε από τη Βουλή στις 17 Σεπτεμβρίου 1959. Η κυβέρνηση Καραμανλή ήλπιζε ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση του Βελιγραδίου θα τιθάσευε τα Σκόπια.

Η συμφωνία για τη μεθοριακή επικοινωνία καταστρατηγήθηκε από τη γιουγκοσλαβική πλευρά, καθώς Σλαβομακεδόνες πρόσφυγες (με πλαστά διαβατήρια) μετέβαιναν στη Δυτική Μακεδονία, ασκούσαν κάθε είδους προπαγάνδα και συγκέντρωναν υλικό για τη στάση των χωριών τους το 1946-49 προκειμένου να συγγράψουν την «Ιστορία του Μακεδονικού Λαού». Αυτό δεν ήταν άγνωστο στην ΚΥΠ, αλλά η Αθήνα τηρούσε μια εφεκτική στάση στον βαθμό που δεν υπήρχαν δηλώσεις επισήμων παραγόντων του Βελιγραδίου για τη «μακεδονική μειονότητα» και η ελληνική κυβέρνηση δεν επωμιζόταν το πολιτικό κόστος από την κριτική της αντιπολίτευσης.