Σάββατο 5 Φεβρουαρίου 2011

ΒΛΑΧΟΙ (ΑΡΜΑΝΟΙ)

Για να μπορέσουμε να «δούμε» ποιοι είναι οι Βλάχοι πρέπει να μεταφερθούμε στα πρώτα χρόνια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στην Ελλάδα, πρέπει να πλησιάσουμε στη συνύπαρξη της Ελληνικής και Λατινικής γλώσσας. 
Μετά την κατάκτηση της Ελλάδας από τους Ρωμαίους, όλες σχεδόν οι περιοχές των βορείων συνόρων είχαν ν’' αντιμετωπίσουν διάφορες εθνότητες εχθρικές που δημιουργούσαν προβλήματα στον ντόπιο πληθυσμό με τις λεηλατικές διαθέσεις τους.

Οι Ρωμαίοι για να μη δημιουργήσουν και άλλες εστίες πολέμου, τοποθετούν φρουρές στρατιωτών (οροφύλακες) σε όλες τις διόδους για κάθε ενδεχόμενο.

Συνέχισαν δηλαδή οι Ρωμαίοι ένα πανάρχαιο θεσμό που ίσχυε στην Μακεδονία επι Φιλίππου Β΄ και των διαδόχων του όπου Μακεδόνες φρουροί αγρυπνούσαν στα παραμεθόρια και στις καίριες οδικές διαβάσεις.

Αρχικά οι στρατιώτες των οροφυλακών ήταν Ρωμαίοι αργότερα όμως με την κυριαρχία του Αυγούστου, οι Ρωμαίοι άρχισαν να επανδρώνουν τις φρουρές με Έλληνες.

Αρχίζει λοιπόν μια αισθητή μείωση των Ρωμαϊκών δυνάμεων στις Επαρχίες του Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους και κυρίως στην Επαρχία της Μακεδονίας (Το 148 π.χ. η Μακεδονία μαζί με την Ήπειρο, τη Θεσσαλία και τη Ν. Ιλλυρία αποτελούν Ρωμαϊκή επαρχία με το γενικό όνομα επαρχία της Μακεδονίας) και από την εποχή του Αδριανού στις οροφυλακές Ρωμαίοι ήταν μόνο οι Αξιωματικοί ενώ οι στρατιώτες ήταν ντόπιοι στρατολογημένοι Έλληνες οι οποίοι μπορούσαν να ζήσουν σ’ εκείνες τις δύσκολες ορεινές συνθήκες.

Ο Λατινικός λοιπόν χαρακτήρας και η Ρωμαϊκή συνείδηση σιγά-σιγά πεθαίνει και αυτοί ακόμη οι Αξιωματικοί τείνουν να αφομοιωθούν από τους ντόπιους στρατιώτες.

Βλάχοι, η ραχοκοκαλιά του ελληνικού έθνους


11 Νοεμβρίου, 2007
Χρίστου Δ. Κατσέτου,
Καθηγητή της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Drexel Φιλαδέλφεια, Πεννσυλβάνια, Η.Π.Α.
Μέρος του άρθρου δημοσιεύθηκε στο φύλλο της Κυριακής 11 Νοεμβρίου 2007 της εφημερίδας ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ, σελ. 17.


Η παρουσία δίγλωσσων πληθυσμών στα Βαλκάνια με ενεργό συμμετοχή στην Ελληνική πνευματική, κοινωνική και εθνική ζωή προηγείται της ιδρύσεως του νεοελληνικού κράτους. Περιπτώσεις αλλόγλωσσων πληθυσμών με ελληνική συνείδηση καταγράφονται και πέρα των ορίων του ελλαδικού κράτους, και δη σε κράτη όπου επίσημη πολιτική γραμμή τον τελευταίο αιώνα είναι αυτή της εθνοτικής ετεροποιήσεως των συγκεκριμένων ομάδων από την Ελλάδα. Βλ. γιά παράδειγμα την διακήρυξη των Κορυτσαίων μεταναστών στην Αμερική του 1913.
Ο χαρακτηρισμός των Βλάχων ως "εθνοτική ομάδα" ξεχωριστή απο αυτή των υπολοίπων Ελλήνων ανάγεται στο ερώτημα προσδιορισμού και προσλήψεως της ταυτότητας [ή των ταυτοτήτων] μίας πληθυσμιακής ομάδας.
Ας μου επιτραπεί εν προκειμένω να επισημάνω ότι το πως ορίζει κανείς την σχέση του προς ένα κοινό ανήκειν δεν είναι αποτέλεσμα κανενός γενετικού κώδικα, φυσικών ανθρωπομετρικών στοιχείων ή χρήσεως γλωσσικού ιδιώματος.
Ο σοφός δάσκαλος και πατέρας της ελληνικής βυζαντινολογίας Κωνσταντίνος Άμαντος τόνιζε ότι...
... "η ιδέα της καθαράς φυλής είναι ρομαντική πλήν όμως άχρηστος". Γνώριζε ότι ο μεσαιωνικός Ελληνισμός, του οποίου συνέχεια είμαστε εμείς οι νεότεροι Έλληνες, ήταν το μείγμα διαφόρων πληθυσμιακών και γλωσσικών ομάδων. Επι παραδείγματι στη μεσαιωνική Ήπειρο (Άνω Βλαχία και μετέπειτα στη βυζαντινή επαρχία του Δεσποτάτου της Ηπείρου) η αρχή της δίγλωσσίας ή ακόμη και της πολυγλωσσίας ήταν ο κανόνας και όχι η εξαίρεση. Ωστόσο αυτό δεν απαγόρευε στον πληθυσμό της να αισθάνεται και να αυτοπροσδιορίζεται διαχρονικά ως ρωμαίϊκος (ρωμέϊκος).

Η Ρωμέϊκη ταυτότητα συνοψίζονταν (εν μέρει) στην ελληνική γλώσσα, κυρίως όμως στην Ορθοδοξία και στην συλλογική αυτογνωσία μιας κοινής πολιτισμικής κληρονομιάς μέσα απο το Ρωμέϊκο μιλέτι. Τα τελευταίο αποτελούσε και το βασικότερο ενοποιητικό της στοιχείο. Το Γένος των Ρωμαίων δεν ήταν κάτι μονοσήμαντο. Στη νεότερη εποχή την ελληνική εθνική ιδέα την συγκρότησαν (και ενετάχθησαν σ' αυτήν) άνθρωποι που είχαν συνείδηση αφενός μεν της ρωμέϊκης κληρονομιάς αφετέρου δε του κλασσικού ελληνικού κόσμου. Επιπρόσθετα οι ιδέες του Διαφωτισμού και οι κοινωνοί τους διαμόρφωσαν το πλαίσιο της νέας εθνικής ιδεολογίας των Ελλήνων.

Αναφορικά με τους Βλάχους της Ελλάδος, η αδιαφιλονίκητη συμμετοχή τους στη συγκρότηση αυτού που κατά την περίοδο της βυζαντινής Ρωμανίας (αλλά και μεταβυζαντινά μέσα απο το Ρωμέϊκο μιλέτι/ Rum millet) ονομάστηκε Γένος Ρωμαίων και στη νεότερη περίοδο ως Γένος και Έθνος των Ελλήνων, τοποθετείται χρονικά πολύ πριν την δημιουργία του Νεοελληνικού κράτους (δηλ. κατά τον 17ο και αναμφισβήτητα στον 18ο αιώνα). Υπό αυτή την έννοια οι ελληνόφρονες Βλάχοι, όντες διαχρονικά πιστοί στο Ρωμέϊκο μιλέτι, ανήκουν δικαιωματικά στο ιστορικά διαμορφωμένο Γένος και 'Εθνος των Ελλήνων.

Η ελληνικότητα της γλώσσας των βλάχων!

Είναι γνωστό από πλήθος μελέτες, πως το λατινόφωνο ιδίωμα των Βλάχων χρονολογείται από τον 3ο αι. π.Χ. Αντίθετα στην Δακία (παλιά ονομασία της Ρουμανίας), η Λατινική διαδόθηκε 5 αιώνες μετά, δηλαδή στις αρχές του 2ου αι. μ.Χ. Μάλιστα οι Ρουμάνοι έχασαν τελείως την μητρική τους γλώσσα, την Δακική δηλαδή, σε αντίθεση με τους Έλληνες που διατήρησαν την Ελληνική γλώσσα ως κύρια, και τα βλάχικα ήταν μία δευτερεύουσα γλώσσα σε ενδοοικογενειακό και μόνο επίπεδο. 
Πλέον είναι κοινός τόπος ότι οι ομοιότητες στις δύο γλώσσες οφείλονται σε άνοδο λατινόφωνων από το νότο προς τον Βορρά (τη σημερινή Ρουμανία), κατά τη διάρκεια της Βυζαντινής και της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, και όχι το αντίθετο. «Βλάχοι λατινόφωνοι δεν κατέρχονται αλλά ανέρχονται στη Δακία».
Η βλάχικη ως επί το πλείστον παραμένει προφορική. Οι Βλάχοι την χρησιμοποιούσαν ενδο-οικογενειακά σε κλειστό κοινωνικό κύκλο. Ενώ άλλες λατινογενείς γλώσσες έχουν γραπτά μνημεία από τον 9ο ή 10ο αιώνα (ισπανική, πορτογαλική), οι Βλάχοι την γλώσσα τους την χρησιμοποίησαν για προφορική μόνο συνεννόηση, χωρίς να γραφεί τίποτε σε αυτήν. Επίσης να είναι σαφές πως μία και ενιαία βλάχικη γλώσσα δεν υπάρχει. Αυτό που υπάρχει είναι αρκετές βλάχικες διάλεκτοι ανάλογα την προέλευση των βλάχων (π.χ. Αρβανιτόβλαχοι, Περιβολιώτες, Γραμμουστιάνοι κλπ), και τις επιρροές που αυτοί είχαν από γειτονικούς λαούς. 
Απόπειρες να γραφεί έχουν γίνει αρκετές, κάνοντας χρήση είτε του λατινικού είτε του ελληνικού αλφαβήτου αυτές όμως από λόγιους, γλωσσολόγους και λεξικογράφους.

Η εκπαίδευση στη Β.Ήπειρο στα χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (από τον 19ο αι. μέχρι το 1913)-(Μέρος Α')


Κορυτσά
Στο σημερινό σημείωμά μας θα χρησιμοποιήσω τη μεγάλη και σπουδαία εργασία της Δρ. κ. Αθηνάς Κολτσίδα, ως έγκυρη και αξιόπιστη πηγή στην προσπάθειά μου να παρουσιάσω συνοπτικά το θέμα της Παιδείας στην Ελληνική, Β. Ήπειρο κατά τους τελευταίους αιώνες της υποταγής της στην οθωμανική αυτοκρατορία. Στην εισαγωγή του βιβλίου της, η συγγραφέας μας δίνει το πλαίσιο και την αφετηρία της εκπαίδευσης στη Β. ήπειρο.
  «Η ίδρυση, η οργάνωση και λειτουργία των Ελληνικών Σχολείων στη Β. Ήπειρο κατά την ύστερα οθωμανική Αυτοκρατορία προήλθε και υποστηρίχθηκε ουσιαστικά και αποκλειστικά από την αρωγή και την ευεργεσία των ντόπιων και απόδημων Βορειοηπειρωτών και η όλη εκπαιδευτική και σχολική διαδικασία λειτουργούσε στα πλαίσια της τοπικής εκκλησίας των φιλεκπαιδευτικών Συλλόγων της Κωνσταντινούπολης και (κυρίως του Ηπειρωτικού) της Αθήνας και του αντίστοιχου ενδιαφέροντος της Ελληνικής ηγεσίας και των επισήμων ελληνικών προξενικών αρχών του ηπειρωτικού και του ευρύτερου βορειοελλαδικού χώρου» (1).
Μας πληροφορεί η συγγραφέας ότι η εκπαιδευτική προσπάθεια στη Β. Ήπειρο υποστηρίχθηκε από τον ντόπιο πληθυσμό, τους απόδημους Έλληνες, την εκκλησία, φιλεκπαιδευτικούς συλλόγους τα μέλη των οποίων ζήσαν στην Κωνσταντινούπολη και την Αθήνα.
   Η προσπάθεια των συλλόγων της Αθήνας δημιούργησε το κατάλληλο κλίμα που οδήγησε την πολιτεία να δραστηριοποιηθεί και μέσω του προξενείου της να λάβει κάποια μέτρα ενίσχυσης της προσπάθειας. Να σημειώσουμε στο σημείο αυτό ότι στο διάστημα στο οποίο αναφερόμαστε στην Ευρώπη γενικά αλλά και στον τουρκοκρατούμενο Ελληνισμό είχε προκύψει μια νέα κοινωνική τάξη, η αστική, μέσα από το εμπόριο, η οποία, ζητούσε τις κοινωνικές μεταρρυθμίσεις που θα την επέτρεπαν να πραγματοποιήσει το ενδιαφέρον της για την εκπαίδευση. Μη ξεχνάμε λίγο πριν, ότι η γαλλική επανάσταση γνώρισε εκρηκτικές διαστάσεις όταν έλαβε μέρος σ’ αυτήν η αστική τάξη. Αλλά και η Ελληνική αστική τάξη μετά το 1856, αρχίζει να δραστηριοποιείται στην προσπάθειά της να ιδρύσει σχολεία στις περιοχές με αυξημένο το Ελληνικό στοιχείο, στην περίοδο της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Να προσθέσουμε εδώ την άποψη κάποιων ιστορικών ότι ο Κεμάλ και οι νεότουρκοι όταν διαπίστωσαν ότι ο τουρκογενής πληθυσμός δεν παρουσίαζε αστικοποίηση ακόμη και στις πόλεις, εξόντωσαν τους Αρμενίους και τους Έλληνες για να αποφύγουν τον αφανισμό τους.
Οι Τούρκοι αμέσως μετά την υποδούλωση των Ελλήνων ολοκλήρου της Βαλκανικής στάθηκαν πολύ σκληροί. Εάν ανατρέξουμε στους προηγούμενους αιώνες δηλ. τον 16ο και 17ο αι. η τουρκική καταπίεση με τις ανήκουστες ωμότητες δεν άφηνε την παραμικρή δυνατότητα ίδρυσης σχολείων του υπόδουλου Ελληνισμού.

Ποιοί είναι οι Βλάχοι της Ελλάδας και πως αποδεικνύεται η ελληνικότητα τους;



Ο Έλληνας ιστορικός Κωνσταντίνος Κούμας υποστηρίζει ότι οι βλαχόφωνοι πληθυσμοί ήταν εκλατινισμένοι Έλληνες, θεωρία που φαίνεται σήμερα αποδεκτή από το σύνολο των Ελλήνων και ξένων ιστορικών. 
Οι Βλάχοι είναι Έλληνες και μάλιστα από τους πιό γνήσιους. Κατάγονται από τα αρχαιότατα ελληνικά φύλα της Ηπείρου,Θεσσαλίας και Μακεδονίας κι είχαν πάντα κοιτίδα τους την Πίνδο. Εκλατινίστηκαν όμως κατά την κυριαρχία των Ρωμαίων στην Ελλάδα (200π.Χ-400μ.Χ) και έτσι δημιουργήθηκε το προφορικό γλωσσικό τους ιδίωμα, η βλάχικη γλώσσα. Διατυπώθηκε μάλιστα η άποψη πως χρησιμοποιήθηκαν ως φύλακες των στενοπερασμάτων ή ακόμη και ως λεγεωνάριοι.

Βλαχικοί πληθυσμοί υπάρχουν σε όλη την Ευρώπη και φυσικά εκείνοι δεν είναι Έλληνες (Ουαλοί Βρετανίας,Βαλόνοι Βελγίου κ.α). Πως γίνεται αυτό; Απλούστατα, η ονομασία «Βλάχος» δεν σημαίνει φυλετική καταγωγή ή εθνικότητα αλλά μόνο γλωσσική συγγένεια,δηλ. «Βλάχοι» λέγονταν ανέκαθεν όλοι οι λατινόφωνοι λαοί της Ευρώπης. Οι Βλάχοι που ζουν σήμερα στην Ελλάδα όχι μόνο είναι Έλληνες (όπως αποδεικνύουν οι εθνολόγοι επιστήμονες) αλλά και αισθάνονται και δρούν σαν Έλληνες (όπως αποδεικνύουν η ιστορία τους και οι εκδηλώσεις τους). Η μοναδική σχέση που έχουν οι Βλάχοι των κρατών της Ευρώπης μεταξύ τους είναι η γλώσσα τους, η οποία ειναι σχηματισμένη απ΄την Λατινική. 

Επειδή η επίσημη γλώσσα των Ρουμάνων σχηματίστηκε με τον τρόπο αυτό, η Ρουμανία θέλησε να εκμεταλλευτεί την γλωσσική συγγένεια με τους Έλληνες Βλάχους ώστε να τους προσεραιτιστεί. Είναι πολύ γνωστή επίσης η μετοικεσία Ρωμαίων από τον ΑυτοκράτοραΤραϊανό το 107 μ.Χ από την οποία προήλθε η πλήρης εκλατίνιση των Δακών (Ρουμάνων) και όπου η λατινική γλώσσα αντικατέστησε την ντόπια με αποτέλεσμα την δημιουργία της δακορρουμανικής ως επίσημης και εθνικής γλώσσας των Ρουμάνων. Από αυτή τη γλωσσική συγγένεια,και από πολιτικές σκοπιμότητες η Ρουμανία επιχείρησε να θεωρήσει τον εαυτό της «μητρόπολη» των Βλάχων της Βαλκανικής και κατα κύριο λόγο των Ελληνοβλάχων. Φυλετικώς όμως δεν υπάρχει καμία σχέση μεταξύ Ρουμάνων και Ελληνοβλάχων. 

Οι Βλάχοι κατά τον Αχιλλέα Λαζάρου


Κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους η πληθυσμιακή σύνθεση της Βαλκανικής δεν αλλοιώνεται φυλετικά. Ήδη απορρίπτονται οι πολυθρύλητες μαζικές εγκαταστάσεις Ρωμαίων[68]. Ωστόσο στους προϋπάρχοντες λαούς ασκείται πολιτισμική και γλωσσική ρωμαϊκή επίδραση. Λαμβάνει δηλαδή χώραν εκρωμαϊσμός, πού στην περίπτωση των Ελλήνων ή πρώτη μορφή μόνον επιφανειακά και απότομα σημειώνεται[69]. Οι Ρωμαίοι άλλως τε έρχονται στη Βαλκανική εξελληνισμένοι[70]. Η δεύτερη περιορίζεται σε νησίδες και ζώνες, στις όποιες συντρέχουν οι παράγοντες έκλατινίσεως. Όμως, πλην σπανίων εξαιρέσεων, η λατινική είναι δευτερεύον καί βοηθητικό γλωσσικό όργανο γιά πρακτικούς σκοπούς[71], ενώ διαφυλάσσεται ή ελληνική γλώσσα, ή οποία παράλληλα χρησιμοποιείται και από Ρωμαίους[72]. Επί αιώνες δε ή Ρώμη καλείται πόλη «Ελληνίς»[73].

Χρήστες της λατινικής γίνονται κατ' εξοχήν οι Έλληνες έμποροι, επιστήμονες, εργολάβοι δημοσίων έργων, μεταφορών και παρόδιων επιχειρήσεων, παλαίμαχοι τού ρωμαϊκού στρατού[74]. Ή στρατιωτική υπηρεσία θεωρείται επικερδής και δελεαστική χάρη και στα παρεπόμενα προνόμια[75]. 
Εύλογα και η εθελουσία στράτευση[76] είναι ασύγκριτα μεγαλύτερη άλλων λαών. Συμβάλλει δε και η προφανής προτίμηση των Ρωμαίων προς τούς Έλληνες, ιδίως τούς Μακεδόνες,[77] των οποίων θαυμάζουν το αξιόμαχο. 
Εκπληρώνοντας την πολυετή θητεία, κατά την οποία αποκτούν....σημαντικές οικονομίες και αναγορεύονται Ρωμαίοι πολίτες με αναγκαστική εκμάθηση και χρήση τής λατινικής[78], επιστρέφουν στις γενέτειρες τους, όπου δεν αδρανούν. Διότι προτιμώνται ώς φύλακες συγκοινωνιακών κόμβων και οδικών διαβάσεων διαδίδοντας αβίαστα στο οικογενειακό και κοινωνικό - επαγγελματικό περιβάλλον την επίκτητη, επίσημη γλώσσα. 

Κατά τον ακαδημαϊκό και καθηγητή του Πανεπιστημίου Βουκουρεστίου G. Bratianu[79] η λατινική και ομιλείται και γράφεται στον χώρο Μακεδονίας και νοτιώτερα, όπου παρατηρείται διγλωσσία. Η χρήση της λατινικής στη Θεσσαλία, Μακεδονία, Ήπειρο διαπιστώνεται μεταπολεμικά και με τη μελέτη του επιγραφικού υλικού, όπως μάς διαβεβαιώνουν ό Γάλλος καθηγητής τού Πανεπιστημίου Λυών Bruno Helly[80], ο διευθυντής του Κέντρου Ελληνικής και Ρωμαϊκής Αρχαιότητος τού Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών Ελλάδος Μιλτ. Χατζόπουλος[81] κ.ά. Ο δε Poghirc επισημαίνει την έναρξη της εκλατινίσεως Ελλήνων στη Βόρειο Ήπειρο ήδη το 229 π.Χ., προ της ρωμαιοκρατίας, ως επακόλουθο στρατιωτικής συμπράξεως Ρωμαίων - Ελλήνων προς αποσόβηση ιλλυρικών επιδρομών[82]. 

ΠΕΡΙΒΟΛΙ - Ένας χώρος μια ιστορία



(γράφει ο ιστορικός Λαΐτσος Στέργιος)

Τα ονόματα, σημεία αναγνώρισης, προσδιορισμού, στοιχείο ταυτότητας. Είναι η ίδια η ιστορική ταυτότητα των Βλάχων που εγγράφεται σε όλα αυτά τα ονόματα των μικρών τόπων. Και οι ιδιοι φαίνεται να το ξέρουν κι αισθάνονται σίγουροι γι’ αυτή τους την αυτογνωσία όπως και για τα βουνά τους. Διότι αυτή είναι η δική τους, η βιωμένη αλήθεια...Το Περιβόλι, «μια ομορφιά πραγματική, απλή κι αληθινή» όπως γράφει ο Ενισλείδης, είναι χτισμένο σ’ ένα φυσικό άνδηρο της μακεδονικής Πίνδου σε υψόμετρο 1350 μέτρα. Η επίσημη ονομασία μόνο ηχητική συγγένεια έχει με την αρχική ονομασία του οικισμού. Οι εντόπιοι βλαχόφωνοι κάτοικοι του οικισμού το ονομάζουν «Πριβόλεα» ή «Πιριβόλεα». Η βλαχική αυτή ονομασία προέρχεται από την ελληνική λέξη περιβολή που σημαίνει «περιβεβλημένος χώρος, περιοχή». Την υπόθεση αυτή ενισχύει το γεγονός ότι μέχρι σήμερα ο πυρήνας του οικισμού ονομάζεται «πιριουχία»-περιοχή. Αρχικά υπήρχε στη θέση «περηοχή αη γηοργη» ένα κάστρο που μαζί με το φυλάκιο «ρόκα» ήλεγχε τη δίοδο στον αυχένα «φάγκο βίμτο». Το κάστρο αυτό ήταν ένα από τα πολλά στο τμήμα της βόρειας Πίνδου κι αποτελούσε μέρος ενός δικτύου κάστρων και φυλακίων του οποίου τις απαρχές τοποθετεί η ιστορικογεωγραφική έρευνα στην περίοδο του Διοκλητιανού. Αυτό το δίκτυο ελέγχου των ορεινών διαβάσεων ήταν ιδιαίτερα ανεπτυγμένο στην περιοχή καθώς διέρχονταν από εκεί σημαντικοί εμπορικοί και στρατιωτικοί δρόμοι στη βυζαντινή περίοδο και διατηρήθηκε έως και τα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Η λειτουργία του χώρου λοιπόν που παρέμενε η ίδια, ένα φαινόμενο μακράς διάρκειας, διατήρησε το αρχικό τοπωνύμιο στην πλησιέστερη ηχητική του μορφή στην προφορική παράδοση των κατοίκων του συγκεκριμένου χώρου. Σ’ αυτή την διοκλητιάνεια περίοδο τοποθετούν την παρουσία των Βλάχων στις κλεισούρες της Πίνδου σχετικές ειδήσεις από τη βυζαντινή ιστοριογραφία.

Παρασκευή 4 Φεβρουαρίου 2011

Κρανιά Ασπροποτάμου Ν.Τρικάλων

   

Το χωριό μας βρίσκεται 72 χμ. δυτικά των Τρικάλων πάνω στην οροσειρά της Πίνδου και σε υψόμετρο 1142 μέτρων. 
Διοικητικά η Κρανιά ανήκει στη Διευρυμένη Κοινότητα Ασπροποτάμου της επαρχίας Καλαμπάκας του νομού Τρικάλων μαζί με την Ανθούσα, την Καλλιρρόη, το Κατάφυτο, την Πολυθέα, το Στεφάνι, την Τζούρτζια και το Χαλίκι.
Ακολουθώντας το χάρτη θα φτάσετε στην Κρανιά χωρίς δυσκολία μέσω δύο διαφορετικών διαδρομών. Η πρώτη και συντομότερη δια μέσου Καλαμπάκας και Καστανιάς (72χμ.) και η δεύτερη δια μέσου Πύλης, Ελάτης και Περτουλίου. 
Η Κρανιά με τους τρεις οικισμούς της τα Δολιανά, τα Κονάκια και το Κουκουφλί οφείλει το όνομά της στην ενδημική παρουσία του καρποφόρου δέντρου που ο λαός μας ονομάζει Κρανιά. Τα βουνά που την περιβάλλουν δημιουργούν βαθιές τάφρους, στενά κοιλώματα και μυτερές κορυφές. Η δύναμη του νερού έχει δημιουργήσει βαθιές κοιλότητες μέσα τους, σχημάτισε μικρολίμνες που επικοινωνούν με υπόγεια λαγούμια, στα οποία το νερό χάνεται για να ξεπηδήσει σε πλούσιες νεροπηγές. Το «κρανιώτικο ρέμα» που διασχίζει το χωριό δημιουργείται από τα πλούσια και ορμητικά ρέματα που κατεβαίνουν από την Τριγγία (2204 μ.), την Μπούτζα (2150 μ.) την Τσουάνια (1840 μ.) και τον Γκουτζά (1970 μ.). Τα εξαιρετικά πλούσια δάση ελάτης, πεύκου και οξιάς που περιβάλλουν την Κρανιά αλλά και τα άλλα βλαχοχώρια της περιοχής (Καλλιρρόη, Κατάφυτο, Ανθούσα, Πολυθέα κ.α) αποτελούν το λεγόμενο «Σύμπλεγμα του Ασπροποτάμου» στο οποίο βρίσκουν καταφύγιο μερικά από τα σπανιότερα είδη της ελληνικής πανίδας όπως είναι οι καφέ αρκούδες και οι λύκοι. 
Επισκεφτείτε το χωριό μας και ζητήστε από τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου του συλλόγου να σας ξεναγήσουν στο Μουσείο, στα πέτρινα γεφύρια, στις εκκλησίες του χωριού, στις πετρόχτιστες βρύσες και να σας δείξουν τις πολλές εναλλακτικές διαδρομές που μπορείτε να κάνετε με το αυτοκίνητο, το ποδήλατο ή και με τα πόδια προς όλες τις γύρω τοποθεσίες, μονοπάτια και βουνοκορφές ή να περπατήσετε μέσα στο δάσος θαυμάζοντας την πλούσια χλωρίδα και πανίδα της περιοχής.

Μεγάλα Λιβάδια Πάικου - Χοάρα Μουσιάτα



Tο Kιλκίς είναι ένας νομός που κρύβει εκπλήξεις. Mία από αυτές, το Πάικο, είναι ένα βουνό μαγικό και πανέμορφο. Kι εκεί πάνω υπάρχει το χωριό Mεγάλα Λιβάδια ή απλά Λιβάδια, ένας-νομίζω-από τους τελευταίους «παραδείσους».
Ανεβαίνοντας τις πλαγιές του Πάικου από τη Γουμένισσα, διασχίζεις μάλλον το μεγαλύτερο υπάρχον καστανόδασος της Eλλάδας. Eίναι ένα βουνό που σε πολλά μοιάζει με το Πήλιο: υπέροχα δάση, ρεματιές, γάργαρα νερά και όμορφα χωριά. Tο κυριότερο, όμως, είναι ένα βουνό φιλικό που γοητεύει τον επισκέπτη. Kοντά στην κορυφή βρίσκεται ένα μεγάλο οροπέδιο και το χωριό Λιβάδια, που μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν ένας από τους μεγαλύτερους βλαχόφωνους οικισμούς της Μακεδονίας.
Μετά την απελευθέρωση εντάχθηκε στην επαρχία Αλμωπίας ή Ενωτίας του Ν.Πέλλας και σήμερα στην επαρχία Παιονίας του νομού Κιλκίς. Οι πρώτοι οικιστές των Λιβαδιών φέρονται να είναι Γραμμουστιάνοι, από τη Γράμμουστα του όρους Γράμμου. Η κωμόπολη αυτή καταστρέφεται στα τέλη του 18ου αιώνα, την ίδια σχεδόν περίοδο με τη Μοσχόπολη, από Τουρκαλβανούς. Ενα μέρος των κτηνοτρόφων κατοίκων της βρίσκει καταφύγιο στις κορυφές του Πάικου. Η πρώτη προσφυγική γραμμουστιάνικη ομάδα έστησε τις καλύβες της γύρω στα 1760 στη θέση «Πάσσιανα» ή «Καλύβια του Μπέλλη», εκεί όπου αργότερα δημιουργήθηκε και ο οικισμός των Μικρών Λιβαδιών. Αργότερα, μετά την καταστροφή της Μοσχόπολης (1769), φθάνουν στα Λιβάδια τα Φαλκάρια των Χατζηβρέττα και Τίκα. «Φαλκάρι» είναι ο αριθμός διευρυμένων πατριαρχικών οικογενειών με όλα τα περιουσιακά τους στοιχεία (ζωικό κεφάλαιο). Αργότερα, με την ολοκληρωτική καταστροφή της Γράμμοστα γύρω στα 1800, φθάνουν κι άλλα Φαλκάρια, όπως αυτά των Χατζηστέργια και Ντούμα. Ομως, εισροή Βλάχων έχουμε και από άλλες περιοχές της Πίνδου. Το Φαλκάρι του Μπουγιουκλή έρχεται από το «Περιβόλι» της Πίνδου. Αλλα Φαλκάρια έρχονται από τη Σαμαρίνα. Γύρω στα 1840 με 1850 διαμορφώνεται ένας μεγάλος συνοικισμός με το όνομα Λιβάδια. Χωρίζεται σε διάφορες περιοχές ανάλογα με την καταγωγή του καθενός. «Μισσιάκανι», «Γραμμουστιάνλι», «Πιρβουλιάτε» (Περιβολιώτες) κ.λπ.



Το χωριό, κυρίως κτηνοτροφικό, παρουσίασε σημαντική οικονομική ανάπτυξη στις αρχές του αιώνα. Τα κοπάδια ξεχειμωνιάζουν στον κάμπο του Κιλκίς, Γιαννιτσών και Θεσσαλονίκης μέχρι του Αγίου Γεωργίου και μετά μετακινούνται στις βοσκές των Λιβαδίων μέχρι του Αγίου Δημητρίου. Ο Αυστριακός περιηγητής Weigand στα 1889 βρίσκει 400 σπίτια και 2.000 κατοίκους. Αποτελεί το οικονομικό κέντρο των γύρω βλαχόφωνων χωριών των Μογλενών (Αρχάγγελος, Κούπα, Σκρα, Κάρπη, Χούμα). Η απογραφή του 1913 ανεβάζει τον πληθυσμό των Λιβαδιών στους 4.000. Την περίοδο εκείνη αποτελεί τον ένατο μεγαλύτερο οικισμό της Κεντρικής Μακεδονίας. Εχει περισσότερους κατοίκους από το Κιλκίς, τη Γουμένισσα, τον Πολύγυρο, την Αριδαία. Η Νάουσα την περίοδο εκείνη έχει 9.681 κατοίκους, η Εδεσσα 8.846, η Κατερίνη 7.393 και τα Γιαννιτσά 7.767. Κάθε Τρίτη και Σάββατο λειτουργεί παζάρι στο οποίο ανταλλάσσονται τοπικά κτηνοτροφικά προϊόντα με γεωργικά των γύρω χωριών. 
Αποτελεί σημαντικό κέντρο του Μακεδονικού Αγώνα αλλά και της αντίστασης κατά των Γερμανών κατακτητών. Το 1944 οι Γερμανοί καταστρέφουν ολοσχερώς το χωριό και οι κάτοικοί του διασκορπίζονται στα πεδινά των νομών Κιλκίς, Πέλλας, Θεσσαλονίκης.

Αρχάγγελος Ν. Πέλλας


Το τελευταίο χωριό στα βόρεια σύνορα του Δήμου Αριδαίας Ν.Πέλλας, είναι ο Αρχάγγελος. Απέχει 5 χλμ από την Περίκλεια και 33 από τον Εξαπλάτανο. 
Η θέα γι'αυτόν που ανηφορίζει προς τον Αρχάγγελο είναι μαγευτική, καθώς απλώνεται στα μάτια του ο υπέροχος κάμπος της Άνω Αλμωπίας, κατάφυτος ως την τελευταία του άκρη. Στο Νότο υψώνεται το Πάικο, ήρεμο χωματόβουνο, σκεπασμένο με οξιές και βελανιδιές. Παλιά το χωριό λεγόταν Όσσιανη. Μετονομάστηκε το 1925 Αρχάγγελος από το όνομα της παρακείμενης Ιεράς Μονής Αρχαγγέλου Μιχαήλ. Το σημερινό χωριό είναι αποτέλεσμα συνοίκησης κατοίκων παλαιότερων οικισμών, που ίχνη τους ακόμη διακρίνονται και αποτελούσαν πιθανότατα εγκαταστάσεις ακριτών του Βυζαντινού κράτους, πράγμα που εξηγεί και τη λατινογλωσσία των κατοίκων (Μογλενίτες Βλάχοι). Έχει το μεγαλύτερο υψόμετρο στο Δήμο, 820μ. 
Ο πληθυσμός, που είχε έντονη παρουσία σε όλες τις μεγάλες στιγμές του Έθνους (εξεγέρσεις κατά την Τουρκοκρατία, Μακεδονικός Αγώνας, Αντίσταση) ήταν 826 κάτοικοι το 1920, έφτασε τους 1126 το 1940 και με την απογραφή του 1991 είναι 666 κάτοικοι.

Γεώργιος Σταύρου (1788 - 1869)



Γεννήθηκε το 1788 και ήταν γιός του Ιωάννη Σταύρου, εμπόρου από τα Ιωάννινα. Αφού μαθήτευσε στα Γιάννενα κοντά στους Μπαλάνους και τον Ψαλίδα, έφυγε για τη Βιέννη, όπου σπούδασε στην περίφημη Εμπορική Σχολή Βιέννης, λίγο πριν αναλάβει τη διεύθυνση του εμπορικού γραφείου του πατέρα του, από το 1811.

Σε ηλικία 27 ετών έγινε μέλος της «φιλόμουσου εταιρείας» Βιέννης. Υπήρξε μέλος της Φιλικής Εταιρείας, σημαντικός οικονομικός παράγοντας της Διασποράς, αλλά και του νεοσύστατου ελληνικού κράτους.

Η εταιρεία του αποτύπωνε στο καθολικό λογιστικό της βιβλίο το εμπόριο των συναλλαγματικών, σε συνάρτηση με το εμπόριο βαμβακιού στο βαλκανικό χώρο. 
Τη ροή του βαμβακιού ακολουθούσε η αντίστροφη ροή των συναλλαγματικών και των νομισμάτων, υπολογίζοντας έτσι την αξία των συναλλαγμάτων στον υπολογισμό της τιμής του βαμβακιού στις ευρωπαϊκές χώρες.

Μετά το 1824 έρχεται στην επαναστατημένη Ελλάδα με πολλά εφόδια και προσφέρει τις υπηρεσίες του, ως γραμματέας του Γ.Κουντουριώτη. 

Με τη σύσταση του ελληνικού κράτους, συνέβαλε, στην κατά το δυνατόν αυτοδύναμη και σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές αντιλήψεις της εποχής, οικονομική συγκρότηση της χώρας. Υπήρξε ιδρυτής και πρώτος διευθυντής, επί διακυβέρνησης Καποδίστρια, της Εθνικής Τράπεζας, του πρώτου χρηματοπιστωτικού ιδρύματος του Κράτους.

Στα ευεργετήματα του Γεωργίου Σταύρου περιλαμβάνεται η ίδρυση και χρηματοδότηση νοσοκομείων, γηροκομείων, οικοτροφείων, πριν και μετά την απελευθέρωση. Σε σημαντικό βαθμό ευεργετήθηκε η ιδιαίτερη πατρίδα του, τα Ιωάννινα.