Πέμπτη 14 Ιουλίου 2011

Quo Vadis Arman? Προοπτικές καί κίνδυνοι μιάς πορείας στόν 21ο αιώνα


Καθ. Νικόλαος Ξηροτύρης
Πρόεδρος του Πολιτιστικού Συλλόγου Βλάχων Θράκης


Τό επονομαζόμενο «Βλαχικό Ζήτημα», μέ ενεργή παρουσία άνω τών 150 ετών στήν πολιτική καί διπλωματική αρένα, καί όχι μόνον, τής χώρας μας, εμφανίζει πλέον όλες εκείνες τίς νοητικές στρεβλώσεις καί ερμηνευτικές παραμορφώσεις, οί οποίες νομοτελειακά αναπτύσσονται καί ανδρώνονται σέ τέτοιου είδους χρονίζουσες αλυσιτελείς, θά υποστήριζα παθογενείς, πολιτικές καταστάσεις, γιά τίς οποίες όμως, όλως περιέργως, κανείς τελικά δέν επιθυμεί πραγματικά τήν επίλυση καί τήν ίασή τους.
Όσο καί εάν φαίνεται κατ’ αρχήν ότι η διαπίστωση αυτή μάς ξενίζει, από διαφορετικές πάντοτε οπτικές γωνίες ορώμενη, έν τούτοις είμαστε δυστυχώς αναγκασμένοι νά αποδεχθούμε εκ τών πραγμάτων τήν υπαρκτή πραγματικότητά της. 
Η σύγχρονη ιστορία τού απανταχού ελληνισμού χαρακτηρίζεται από μεταφορικές ζωόμορφες καταστάσεις καί παραστάσεις, όπως ο στρουθοκαμηλισμός καί η πιθήκεια τριλογία τού δέν βλέπω, δέν ακούω, δέν μιλάω, καταστάσεις, οί οποίες μάλλον δέν συνάδουν μέ τήν άκρως διαδεδομένη ψευδαίσθηση καί διαδεδομένη λαϊκή δοξασία, ότι δηλαδή είμαστε, όλοι ανεξαιρέτως εννοείται, απόγονοι καί κάτοχοι τών γονιδίων τού πανέξυπνου καί πανούργου Οδυσσέα. 
Ο χρυσελεφάντινος πύργος τής εικονικής πραγματικότητας, στήν οποία αυτόβουλα αυτο-πειθαναγκαζόμαστε νά αυτο-φυλακισθούμε, μάς οδηγεί στήν ακλόνητη ψευδαισθησιακή πίστη ότι, οί επιθυμίες μας, ο εικονικός κόσμος δηλαδή τόν οποίον άλογα κάθε φορά κατασκευάζουμε σύμφωνα μέ τίς κάθε είδους ενδόμυχες επιθυμίες μας, αποτελεί καί τήν υπαρκτή, καί μάλιστα γιά τούς άλλους, όχι μόνον γιά εμάς, πραγματικότητα, τήν οποία, αυτονοήτως καί υποχρεωτικά, πρέπει καί «οί άλλοι» ασυζητητί νά αποδεχθούν καί μάλιστα νά ενστερνισθούν!
Δέν θά σάς κουράσω αναφέροντας τήν πληθώρα τών σχετικών διαχρονικών παραδειγμάτων, θά περιορισθώ μόνον σέ τρία. Τό Μακεδονικό Ζήτημα, τό οποίο συν-δημιουργήσαμε, τό Θρακικό Ζήτημα, τό οποίο αυτοκτονικά, ιδίως αυτή τήν εβδομάδα, συν-δημιουργούμε καί τό Βλαχικό Ζήτημα, τό οποίο κατά κύριο λόγο συν-δημιουργήσαμε καί ανδρώσαμε καί δυστυχώς εξακολουθούμε, αυτοτελώς καί μέ ίδιαν δυναμικήν πλέον, επιμελώς νά συντηρούμε.

Τά τρία αυτά, κατ’ επίφαση «Ζητήματα», παρουσιάζουν εξαιρετικά ανησυχητικές ομοιότητες μεταξύ τους, αν καί δημιουργούνται καί ανδρώνονται κάτω από διαφορετικές γεωπολιτικές καί ιστορικές συνθήκες, συγκυρίες καί καταστάσεις.
1. καί στά τρία «Ζητήματα», τό επίσημο ελληνικό κράτος αναγνωρίζει μέ επίσημες διακρατικές συνθήκες, ή καί σιωπηρά αποδέχεται, ότι υπάρχει υπαρκτό πρόβλημα μειονοτικής φύσεως εντός τών συνόρων του.
2. τό πρόβλημα αυτό δέν τό ανακινεί ποτέ εξ αρχής η, στά όρια τού ελληνικού κράτους δρώσα, «μειονότητα», αλλά πάντοτε μία ξένη δύναμη, ή στήν χειρότερη περίπτωση τό ίδιο τό Ελληνικό κράτος.
3. τό ελληνικό κράτος ουδέποτε μελετεί, η καλύτερα ουδέποτε γνωρίζει ή έστω καταβάλλει κάποια προσπάθεια νά γνωρίσει επακριβώς τήν φύση, τήν δομή, τήν ιστορική πορεία καί τήν πιθανή εθνογενετική διαδικασία τού τμήματος εκείνου τού ελληνικού κορμού, τό οποίο αβασάνιστα, μέ αφάνταστη ελαφρότητα τού είναι, χαρίζει σέ κάποιο άλλο κρατικό μόρφωμα.
4. τό ότι ουδέποτε μελετήθηκαν οί μελλοντικές, δηλαδή οί σέ βάθος χρόνου συνέπειες τέτοιων «αναγνωρίσεων» ή άλλων παρομοίων σχετικών ενεργειών, εξακολουθεί νά αποτελεί καί στίς ημέρες μας δυστυχώς μίαν αυτονόητη πραγματικότητα.
5. καί στίς τρείς περιπτώσεις τό ελληνικό κράτος, μέ πρωτόγνωρη γιά τά ελληνικά δεδομένα συνέπεια καί συνέχεια, συνδράμει αποφασιστικά στήν διαιώνιση τού προβλήματος, δημιουργώντας τήν τεκμηριωμένη εντύπωση ότι πλέον δέν γνωρίζει τίς καί τί ποιεί.

Δέν θά συνεχίσω τήν απαρίθμηση τών δομικών σφαλμάτων τής ελληνικής πολιτικής, γιατί δυστυχώς αφ’ ενός έχουν πλέον παγιωθεί ανεπιστρεπτί τά δυσάρεστα αποτελέσματά τους, τά οποία νομοτελειακά θά αποτελέσουν πηγή μελλοντικών περιπετειών, αλλά καί γιατί δέν υφίσταται πλέον καμία ελπίδα τά λάθη τού παρελθόντος νά αποτελέσουν μάθημα γιά τίς μελλοντικές πολιτικές ενέργειες.
Θά επιμείνω όμως σέ δύο πρόσφατες ιστορικές πολιτικές συγκυρίες, οί οποίες, μέ τούς κατάλληλους χειρισμούς, ίσως θά μπορούσαν νά αδρανοποιήσουν πολλές αρνητικές ενέργειες καί αποτελέσματα τού παρελθόντος, εφ’ όσον τόσο τό ελληνικό κράτος, όσο καί οί διάφορες κοινωνίες τών πολιτών, όπως π.χ. οί Πολιτιστικοί Σύλλογοι τών Αρμάνων, θά ήταν διατεθειμένοι νά καταναλώσουν φαιά ουσία καί νά υλοποιήσουν μέ συνέπεια καί συνέχεια τίς τυχόν λογικές καί εποικοδομητικές αποφάσεις καί ενέργειες.

Η πρώτη συγκυρία είναι η προϊούσα μορφοποίηση τής Ευρωπαϊκής Ενωσης σέ πολιτικό μόρφωμα καί η δεύτερη η κατάρρευση τών σοβιετικών καθεστώτων στήν άμεση γειτονία μας.
Τά ερωτήματα πού τίθενται αναλυτικότερα:
1. Πώς επηρεάζουν οί εξελίξεις αυτές τό επονομαζόμενο «Βλαχικό Ζήτημα»?
2. Ποιοί παράγοντες αλληλοεπιδρούν στά τρία προαναφερθέντα αυτά «Ζητήματα» καί ποιές κοινές καί αποφασιστικής φύσεως αλληλοεπιδράσεις καί αλληλοεξαρτήσεις, ανεξάρτητα εάν είναι πραγματικές, πλασματικές ή κατασκευασμένες, δημιουργούνται?
3. Τί μέλει γενέσθαι από τήν ελληνική πλευρά, ώστε τά ψευδο-Ζητήματα αυτά νά επανέλθουν στήν πραγματική τους διάσταση, καί νά σταματήσουν νά αποτελούν πηγές προβληματικών καταστάσεων?
4. Τί μέλει γενέσθαι από τήν ελληνική πλευρά, ώστε ο αναπόφευκτος εξευρωπαϊσμός τών προβλημάτων αυτών νά μήν εμπεριέχει εξ αρχής αρνητικές, γιά τήν πραγματική φύση τους, συνιστώσες?
Ειλικρινείς απαντήσεις είναι προφανές ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο νά δοθούν, γιατί η παραμετροποίηση τών, εκ τής φύσεώς τους πολιτικά ρευστών ακόμη, καταστάσεων δέν είναι πάντα ικανοποιητικά εφικτή.

Γεγονός αδιαμφισβήτητο όμως αποτελεί καί η εκπεφρασμένη θέληση τής Ευρωπαϊκής Ένωσης νά περισώσει, νά διατηρήσει καί νά προαγάγει κάθε πολιτισμικό στοιχείο, τό οποίο δημιουργήθηκε καθ’ οιονδήποτε τρόπο στό κοινό πλέον έδαφός της. Τέτοια πολιτισμικά στοιχεία θεωρούνται κυρίως η γλώσσα, η θρησκεία, όπως καί κάθε άλλο πολιτιστικό παράγωγο, τό οποίο χαρακτηρίζει καί καθορίζει έναν επί μέρους ανθρώπινο πληθυσμό τής Ευρώπης, ανεξαρτήτως μεγέθους, χαρίζοντάς του μία ταυτότητα εμφανέστερης ή λιγότερο εμφανούς ιδιαιτερότητας.
Είναι προφανές λοιπόν, ότι κάθε εχέφρων πολίτης τής Ευρωπαϊκής Ένωσης δέν μπορεί παρά νά αποδεχθεί καί νά στηρίξει τέτοιου είδους διαδικασίες.
Είναι επίσης προφανές ότι, στίς υπό διαμόρφωση Ηνωμένες Πολιτείες τής Ευρώπης, η διατήρηση τών πολιτισμικών ιδιαιτεροτήτων δέν μπορεί νά αποτελεί πολιτικό κίνδυνο γιά κανέναν, πολύ λιγότερο μάλιστα πηγή αλυτρωτικών επιδιώξεων καί περιπετειών, ή νά έχει ώς τελικό αποτέλεσμα τήν δημιουργία, καλύτερα τήν κατασκευή καί δράση τών λεγομένων Στρατηγικών Μειονοτήτων.
Σκοπός τής Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι φυσικά η διατήρηση καί η αβίαστη μετεξέλιξη τών υπαρχουσών Πολιτισμικών Κοινοτήτων, ανεξαρτήτως τής φύσεως καί τού προσανατολισμού τού πολιτισμικού περιεχομένου τους καί όχι φυσικά η δημιουργία Εθνικιστικών ή καί Στρατηγικών Μειονοτήτων, σαφούς αλυτρωτικού προσανατολισμού, μιά καί η υποστήριξή τους θά ήταν παράλογη καί άνευ νοήματος στόν κοινό γεωγραφικό χώρο, όπου δέν υπάρχουν, ή σύντομα δέν θά υπάρχουν ακόμη, διαχωριστικές συνοριακές γραμμές.

Η ειδυλλιακή, καί προφανώς γενικά αποδεκτή, αυτή πρόθεση καί ο ευγενικός στόχος της, παρερμηνεύθηκαν δυστυχώς επιλεκτικά καί εν πολλοίς ριζικά από ορισμένους κύκλους, μέ αποτέλεσμα τήν δημιουργία πληθώρας προβλημάτων, τά οποία δημιουργούν εύλογες σκέψεις γιά τούς ήδη αναφαινομένους κινδύνους, οί οποίοι ενδεχομένως θά μπορούσαν νά επηρεάσουν αρνητικά καί νά επιβραδύνουν τήν εύθραυστη ακόμη ευρωπαϊκή συνοχή.
Η δημιουργία τού Ευρωπαϊκού Γραφείου γιά τίς Ολιγότερο Ομιλούμενες Γλώσσες, η δημιουργία τού Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου Μειονοτήτων στό Flensburg, η δημιουργία τού Mercator, τού Ινστιτούτου Μελέτης Γλωσσικών Συγκρούσεων στίς Βρυξέλλες, τής Ευρωπαϊκής Ακαδημίας στό Bolzano καί πληθώρας διαφόρων ποικιλωνύμων Μή Κυβερνητικών Οργανώσεων μέ παρόμοιες, ευγενείς επιφανειακά, επιδιώξεις καί σκοπούς, δημιούργησε τελικά ένα, δικαιολογημένα, αρνητικό κλίμα καχυποψίας καί έντονου προβληματισμού γιά τέτοιου είδους πειραματισμούς. 
Ιδίως όταν οί οργανώσεις εισηγούνται στά επίσημα ευρωπαϊκά όργανα γιά εμάς, προφανώς γιά τό καλό μας, χωρίς όμως εμείς νά τό γνωρίζουμε ή κυρίως νά τό επιδιώξουμε.

Θά περιορισθώ μόνο σέ δύο παραδείγματα πρός αποφυγήν στήν χώρα μας. 
Τό πρώτο αφορά τό Κέντρο Μελέτης Μειονοτικών Ομάδων, τό οποίο εμφανίζεται στό προσκήνιο κάτω από κάπως περίεργες συνθήκες. Τίς θεωρώ περίεργες καθαρά στό συγκεκριμένο επιστημονικό πεδίο τής μελέτης τών Μειονοτικών Ομάδων, γιατί οί προσεγγίσεις τους χαρακτηρίζονται από μία, ομολογώ, χαριτωμένη αφέλεια. Συγκεκριμένα ένα από τά νεόκοπα ιδρυτικά μέλη τού ΚΕ.Μ.Μ.Ο. επισκέπτεται τόν τότε Πρύτανη τού Δημοκριτείου Πανεπιστημίου καί ζητά τήν επιστημονική κάλυψη τού Κέντρου από τό Πανεπιστήμιο. Ο Πρύτανης τόν παραπέμπει σέ μένα καί διατυπώνεται τό αίτημα νά τούς δώσω «ότι βιβλιογραφία» έχω «γιά Πομάκους, Τούρκους καί Βλάχους, γιατί δέν» γνωρίζουν «γιά αυτούς τίποτε». Παρά τήν άγνοια τους, καί παρά τό γεγονός ότι στό Κέντρο δέν συμμετείχαν τότε επιστήμονες μέ αυτόνομη επιστημονική έρευνα σέ κάποια, έστω καί εκ τού μακρόθεν «Μειονοτική» ομάδα, ότι καί εάν σημαίνει ο όρος αυτός, εν τούτοις διοργανώνουν μία σειρά αμφιλεγόμενων σχετικών συμποσίων, όπου όμως η επιστημονική προσέγγιση είναι δευτερεύουσα, πρωτεύουσα σημασία έχει μόνον η κατά περίπτωση προβαλλόμενη πολιτική πλευρά.
Τά ίδια σχεδόν πρόσωπα ιδρύουν καί τό Ελληνικό Παράρτημα τού Ευρωπαϊκού Γραφείου γιά τίς Ολιγότερο Ομιλούμενες Γλώσσες, τό οποίο, εάν είμαι σωστά πληροφορημένος, δέν έχει νά παρουσιάσει μέχρι σήμερα οτιδήποτε θά μπορούσε νά θεωρηθεί ώς προσπάθεια διατηρήσεως ή καλλιέργειας κάποιου απειλουμένου μέ εξαφάνιση γλωσσικού στοιχείου.
Εάν κάνουμε έναν απολογισμό τής δράσεως τών δύο ομάδων, καί όχι μόνον γιά τούς Αρμάνους, θά διαπιστώσουμε ότι απέχουν παρασάγκας τού προβαλλομένου σκοπού τους, γιατί ούτε σοβαρή μελέτη «Μειονοτικών Ομάδων» σέ αυστηρά επιστημονικό επίπεδο έχει γίνει, ούτε οτιδήποτε θά μπορούσε νά χαρακτηρισθεί ώς προστασία ή καλλιέργεια μιάς θεωρουμένης ώς λιγότερο ομιλούμενης γλώσσας. Απεναντίας, ο απόηχος τών δράσεών τους υποδηλώνει ότι κινούνται στήν κατεύθυνση τής άλογης πολιτικοποίησης μίας γλωσσικής ή θρησκευτικής κοινότητας, γεγονός τό οποίο δέν προάγει ποσώς τήν κοινή ευρωπαϊκή ιδέα.

Ανάλογες ενέργειες, οί οποίες θυμίζουν τήν κατάσταση, η οποία επικρατούσε στά Βαλκάνια τού προπερασμένου αιώνα, όταν άρχισε νά αναδύεται ένας πρωτόγνωρος γλωσσικός – θρησκευτικός εθνικισμός, υποστηριζόμενος καί θεμελιούμενος επιστημονικά από τίς τότε μεγάλες Δυνάμεις, παρατηρούνται καί σήμερα. Καί η υποστήριξη τών συγχρόνων μεγάλων Δυνάμεων σέ τέτοιου είδους ενέργειες εξακολουθεί νά υφίσταται, κατάλληλα προσαρμοσμένη βέβαια στά νέα δεδομένα.
Τό τέλος τού Ψυχρού Πολέμου, η κατάρρευση τών σοβιετικών καθεστώτων στήν άμεση γειτονία μας καί η εφαρμογή τής Νέας Τάξεως Πραγμάτων, μάς βρήκε ώς Έθνος απροετοίμαστους, μέ αποτέλεσμα νά είμαστε απλοί παρατηρητές καί ουσιαστικά ουραγοί τών επιτελουμένων χωρικών ανακατατάξεων καί πολιτικών μεταμορφώσεων.
Τό πολιτικό κενό, τό οποίο διαμορφώθηκε τήν περίοδο αυτή, επηρέασε αποφασιστικά τήν μελλοντική πορεία τού λεγομένου Βλαχικού Ζητήματος, έστω καί εάν τά αποτελέσματά της σήμερα δέν είναι ακόμη μέ ευκρίνεια ορατά.
Η Ψυχροπολεμική Περίοδος είχε ώς αποτέλεσμα τό λεγόμενο Βλαχικό Ζήτημα νά περιπέσει στήν κατάσταση τής χειμερίας νάρκης, η οποία λανθασμένα ερμηνεύθηκε τότε καί ώς οριστική λύση, καί άρα εξαφάνιση, τού προβλήματος.
Η Μεταψυχροπολεμική όμως Περίοδος οδήγησε στήν νεκρανάσταση τών θεωρουμένων ώς, μακρινό πλέον, παρελθόν προβλημάτων, η οποία όμως εμφάνισε μία νέα παράμετρο. Τήν αποδοχή ορισμένων θεωρητικών απόψεων καί πρακτικών στρατηγικών τής πρώην σοβιετικής πολιτικής, οί οποίες πλέον δέν θεωρούνται κομμουνιστικές καί άρα «κακές καί αντιδυτικές». Πρωταγωνιστικό ρόλο στήν Νέα Δυτική, Αμερικανική, Πολιτική γιά τά Βαλκάνια καί τούς λαούς τής περιοχής, έχουν οί απόψεις τού Λέοντος Τρότσκυ, όπως αυτές έχουν ενσωματωθεί στίς προσβάσιμες από τό κοινό μελέτες τού Αμερικανικού Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών! Βέβαια υποτίθεται ότι όταν η Ιστορία επαναλαμβάνεται, γίνεται κωμωδία. Στήν προκριμένη περίπτωση όμως θά πρέπει νά λάβουμε σοβαρά υπ’ όψιν μας τίς αναλύσεις αυτές γιά τά Βαλκάνια, γιατί δυστυχώς αποτελούν πλέον επίσημη πολιτική μέ ήδη ορατά αποτελέσματα, τήν οποία εκόντες άκοντες κάποια στιγμή θά αναγκασθούμε νά ακολουθήσουμε, ώς συνήθως ώς ουραγοί.

Ο Τρότσκυ λοιπόν υποστήριζε ότι οί λεγόμενοι Βλάχοι αποτελούν ιδιαίτερη Εθνότητα, άποψη πού υποστήριξε καί ο Δημήτριος Γληνός στήν χώρα μας, καί όχι μόνον. Η προσέγγιση αυτή, γιατί είναι τό μόνο πού μάς ενδιαφέρει από όσα ανέφερα γιά τόν Τρότσκυ, φαίνεται ότι συζητείται σοβαρά πλέον στό επίπεδο σχεδιασμού τής ευρωπαϊκής, αλλά καί τής αμερικανικής πολιτικής.
Πρός τό παρόν μόνο στό κρατίδιο τών Σκοπίων έγινε υλοποίηση καί εφαρμογή τών προσεγγίσεων αυτών, όπου η λεγομένη Εθνότητα τών Αρμάνων είναι συνταγματικά συνιδρυτικό μέλος τού κρατιδίου καί η Αρμανική γλώσσα έχει εν μέρει εισαχθεί στό εκπαιδευτικό σύστημα καί στήν ραδιοτηλεόραση. Επίσης παρατηρείται μεταφραστική δραστηριότητα, κυρίως φιλολογικών έργων, στήν αρμανική. Τό σπουδαιότερο όμως εγχείρημα είναι η προσπάθεια τυποποιήσεως τής Αρμανικής γλώσσας, μέ τήν επιλογή τού ιδιώματος τού Κρουσόβου ώς τυπικής γλώσσας έκφρασης, μέ τήν ανάλογη τυποποίηση καί τής γραφής.
Καταβάλλεται δηλαδή η προσπάθεια νά εμφανισθεί μία πληθυσμιακή ομάδα ώς πολιτικά αναγνωρισμένη υπαρκτή οντότητα, η οποία διαθέτει γραπτή γλώσσα, η οποία διδάσκεται καί χρησιμοποιείται επίσης στά μαζικά μέσα ενημέρωσης.
Δέν θά πρέπει νά παραλειφθεί η αναφορά στήν γνωστή απόφαση 1333, η οποία αφορά τήν προστασία καί διατήρηση τής Αρμανικής γλώσσας στήν Ελλάδα, καί εδώ θά πρέπει νά τονισθεί ότι τήν απόφαση αυτή τήν υπερψήφισαν οί Ελληνες Ευρωβουλευτές, προφανώς μή γνωρίζοντες τί πράττουν, καθώς καί οί άλλες παρόμοιες αποφάσεις, οί οποίες άπτονται τού λεγομένου Βλαχικού Ζητήματος. Αξιοσημείωτη καί αξιοπερίεργη είναι καί η διαπίστωση ότι στίς ενέργειες αυτές πρωτοστατούν μέ επιτυχία οί Καταλανοί Ευρωβουλευτές, ίσως γιατί η Καταλανική γλώσσα αποτελεί τήν πλέον λατινοποιημένη γλώσσα τής Ιβηρικής οικογένειας?

Εάν τά ανωτέρω συνδυασθούν μέ τίς γνωστές εκθέσεις περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων στήν Ελλάδα τού State Department, όπου μέ επιμονή καί συνέπεια αναφέρονται, μεταξύ άλλων, ώς έχοντες ανάγκη προστασίας καί οί Αρμάνοι, παρά τίς επίσημες διαμαρτυρίες τών εκλεγμένων οργάνων μας, τότε η ομιχλώδης ατμόσφαιρα πού περιβάλλει τούς Αρμάνους αρχίζει καί γίνεται πιό πυκνή.
Μία επιπλέον ένδειξη τού σχεδιασμού αυτού αποτελεί καί τό ενδιαφέρον, τό οποίο επιδεικνύεται από διάφορα ευρωπαϊκά κράτη, τά οποία χρηματοδοτούν τά τελευταία δέκα χρόνια τήν επιστημονική διερεύνηση διαφόρων βιολογικών καί πολιτισμικών παραμέτρων τών Αρμάνων τών Βαλκανίων. Ενδεικτικά αναφέρω: Η Γερμανική Εταιρεία Ερευνών π.χ. χρηματοδότησε πρόγραμμα γιά τήν «Εθνική αφύπνιση τών Αρμάνων τής Αλβανίας», όπως καί πρόγραμμα γιά τήν «Μελέτη τής γενετικής δομής τών Αρμάνων τών Βαλκανίων», αλλά καί πρόγραμμα γιά τόν «Αυτοπροσδιορισμό τών Αρμάνων τής Ελλάδος», ενώ τό Αυστριακό Ινστιτούτο Ανατολικής καί Νοτιοανατολικής Ευρώπης ειδικεύεται στούς λατινόφωνους πληθυσμούς τής Βαλκανικής, μέ πληθώρα σχετικών ερευνητικών προγραμμάτων, πάντοτε μέ τήν συνεργασία ειδικών επιστημόνων από τήν Ρουμανία. Επειδή παρατηρείται μία συγγραφική έξαρση στήν επιστημονική προσέγγιση τού βιολογικού-πολιτισμικού μορφώματος τών Αρμάνων, η οποία, λόγω τών περιορισμένων χρονικών πλαισίων, δέν είναι δυνατόν νά αναλυθεί αυτή τήν στιγμή, θά αναφέρω απλώς ότι η γενική κατεύθυνση στήν εξαγωγή τών συμπερασμάτων προσανατολίζεται στό νά εμφανισθούμε ώς διάκριτη οντότητα, μή έχουσα σχέση μέ τούς περιβάλλοντες πληθυσμούς.
Ο συνδυασμός πολιτικής καί επιστήμης γενικώς είναι ανεπίτρεπτος καί η μέχρι τούδε εμπειρία έχει καταδείξει ότι οί συνέπειές του ήταν πάντοτε καταστροφικές γιά τήν αξιοπιστία τής επιστήμης. Παρά ταύτα οί σημερινές συγκυρίες ευνοούν τήν κατευθυνόμενη αυτήν διαπλοκή, γιατί τά πολιτικά οφέλη είναι άμεσα, ενώ η αποκατάσταση τής επιστημονικής αλήθειας απαιτεί πολύ χρόνο καί δύσκολα θά επηρεάσει ή θά ανατρέψει πολιτικά τετελεσμένες καταστάσεις. {Κόσοβο-Κύπρος}

Στήν αρχή τής ομιλίας μου έθεσα 4 ερωτήματα σχετικά μέ τήν συσχέτιση τών 3 ψευδοζητημάτων καί ιδίως τού λεγομένου «Βλαχικού Ζητήματος» μέ τά νέα δεδομένα στήν περιοχή μας.
Οί απαντήσεις, δηλαδή η προσωπική μου προσέγγιση στά τεκταινόμενα, δέν αφήνουν πολλά αντικειμενικά περιθώρια αισιοδοξίας.
Είμαστε κράτος-πλήρες μέλος τής Ευρωπαϊκής Ένωσης καί κατά συνέπειαν είμαστε υποχρεωμένοι νά εφαρμόζουμε τήν Κοινοτική Νομοθεσία καί τίς αποφάσεις τής Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Στό κεφάλαιο τών μειονοτήτων, ανεξάρτητα εάν αυτές είναι πραγματικές ή πλασματικές, δέν έχουμε περιθώρια ελιγμών, όταν τό θέμα θά τεθεί μέ σοβαρή καί τεκμηριωμένη βάση από τήν Ευρωπαϊκή Ένωση. Ιδίως όταν τό ίδιο τό επίσημο ελληνικό κράτος, καί τό χειρότερο, γιά λόγους καθαρά κάποιας χρονικής αναγκαίας ή καί όχι σκοπιμότητος, όχι μόνο μάς χαρακτήρισε μέ επίσημες συνθήκες 2 φορές ώς Ρουμανική Μειονότητα, αλλά μάλιστα στήν περίοδο τού Μεσοπολέμου επενέβη δικαστικά καί επισήμως εναντίον όλων εκείνων τών πατριωτών, οί οποίοι αντιδρούσαν στήν λειτουργία τών ρουμανικών μειονοτικών σχολείων.
Δέν γνωρίζω εάν τό Ελληνικό κράτος κατήγγειλε νομοτύπως μετά τό 1945 τίς δύο αυτές συνθήκες, ή απλώς τίς άφησε νά αδρανήσουν λόγω Σιδηρού Παραπετάσματος, οπότε μάλλον θά εξακολουθούν νά ισχύουν.
Τό Ελληνικό κράτος ουδέποτε ζήτησε συγνώμη από τό παραγωγικότερο κομμάτι τού Ελληνισμού, τό οποίο σήμερα συγκεντρωθήκαμε εδώ γιά νά τιμήσουμε, γιατί χωρίς νά τό ζητήσει κανείς Αρμάνος, μέ άκρατη αυθαιρεσία καί καταχρηστικά τό χαρακτήρισε γιά δεκαετίες, καί πιθανόν καί σήμερα εξακολουθεί νά τό χαρακτηρίζει, ώς ρουμανική μειονότητα.
Οταν κάποτε μία αμερικανίδα υποπρόξενος, κατά τήν ετήσια επίσημη επίσκεψή της στήν Θράκη, ηρωτήθη μέ ποίαν λογική ασχολείται η χώρα της μέ τήν καταπάτηση τών ανθρωπίνων δικαιωμάτων τών Αρμάνων, οί οποίοι ώς γνωστόν δέν είναι μειονότητα, απήντησε ξερά καί αποστομωτικά ότι η κυβέρνησή της ασχολείται μόνον μέ μειονότητες, τίς οποίες αναγνωρίζει επισήμως τό Ελληνικό κράτος.

Προτείνω στήν Π.Ο.Π.Σ.Β. νά σχηματίσει επιτροπή Αρμάνων νομικών νά ερευνήσει τό θέμα αυτό έγκαιρα. Καί νά υποβάλλει αίτημα στήν Βουλή τών Ελλήνων γιά τήν έκφραση δημοσίας συγνώμης τού Ελληνικού κράτους πρός τούς απανταχού Αρμάνους, διότι αδίκως καί καταχρηστικώς τούς χαρακτήρισε ώς μή Ελληνες καί μάλιστα Ρουμάνους μειονοτικούς. Καί νά ξαναγραφεί επισήμως η Ιστορία, διότι ο Σπυρίδων Λάμπρου, Αρμάνος πρωθυπουργός τής Ελλάδος μετά τήν υπογραφή τής μειονοτικής συνθήκης, κακώς αναφέρεται ώς Έλληνας, ενώ ήταν, μέ τήν λογική τής συνθήκης, Ρουμάνος.
Εάν η τραγελαφική αυτή κατάσταση δέν αποκατασταθεί τάχιστα στό ορθόν, φοβάμαι ότι για πολλοστή φορά θά ανοίξουν καί πάλι οί ασκοί τού Αιόλου.
Ο δεύτερος πυλώνας τών προσπαθειών μας θά είναι η εκτεταμένη διερεύνηση τής ιστορικής πορείας τών Αρμάνων, από τήν εποχή τής Ρωμαιοκρατίας, τόσο στό πολιτισμικό σκέλος, όσο καί στό γενετικό. Αυτό ήδη τό ενέταξε στά πρακτέα η Π.Ο.Π.Σ.Β. καί έκκληση πρός όλους τούς Αρμάνους νά βοηθήσουν τήν προσπάθεια αυτήν μέ κάθε τρόπο καί όπως ο καθένας μπορεί. Τά πρώτα αποτελέσματα είναι πολύ ενθαρρυντικά, αλλά θά απαιτηθεί ακόμη μεγάλη προσπάθεια. Διότι δέν είναι δυνατόν νά μιλάμε γιά τούς Αρμάνους ευεργέτες, αλλά νά σιωπούμε αιδημόνως στά γραπτά μας γιά τήν καταγωγή τών Αρμάνων, μέ τό σαθρό καί υποβολιμαίο αιτιολογικό ότι τίποτε δέν είναι γνωστό. 
Ιδιαίτερη σημασία θά πρέπει νά δοθεί καί στήν διαχρονική γεωγραφική επέκταση τών Αρμάνων, γιατί είναι φαιδρό νά τούς περιορίζουμε στήν γνωστή σημερινή μικρή γεωγραφική έκταση, όπου απαντώνται. Η Στερεά Ελλάδα, καί ιδίως η Οίτη είναι περιοχές επέκτασης καί διατήρησης παλαιών εθίμων, όπως η παμπάλαιας ρίζας τελετή Χορ στό Νεοχώρι Υπάτης. Η δέ Πελοπόννησος είναι γνωστό ότι εποικίσθηκε μαζικά μέ Αρμάνους τής Ηπείρου, τούς οποίους, μετά τήν ερημωτική επιδημία πανώλης, μετέφερε εκεί ο Προβλεπτής τής Βενετίας στήν περιοχή Μοροζίνι. Καί οφείλουμε ευχαριστίες στόν Γ. Εξαρχο, στόν Κουκούδη καί στόν Ν. Μέρτζο, πού έκαναν προσιτές τίς αντίστοιχες πηγές. Καί θά πρέπει νά διαφωτίσουμε τούς κατοίκους τής Βλαχοκερασιάς, τών Δολιανών καί τών άλλων Αρμανοχωριών τής Αρκαδίας καί τής Βόρειας Πελοποννήσου, αλλά καί τούς τοπικούς πολιτικούς άνδρες, ενδεικτικά αναφέρω τούς κ.κ. Λάλα (Λαλιώτη), Ρέπα κλπ. γιά τήν συνειδητά ξεχασμένη πραγματική καταγωγή τους.
Καί θά πρέπει νά ξεκαθαρίσουμε τήν καταγωγή τών σύγχρονων Αρμάνων στίς γειτονικές χώρες, γιατί δέν είναι γηγενείς Μακεδο-ρουμάνοι, όπως προπαγανδιστικά υποστηρίζουν οί Σκοπιανοί επιστήμονες, αλλά μετανάστες από τά Αρμανοχώρια τής Ηπείρου.
Ο τρίτος πυλώνας τών προσπαθειών μας θά είναι η επιθετική πλέον πολιτική τής Π.Ο.Π.Σ.Β. σέ διεθνές επίπεδο, μέ λεπτομερειακή καί αντικειμενική ενημέρωση τών ευρωπαϊκών καί διεθνών Οργανισμών. Καί αυτή η ενέργεια θά έχει αγαθά αποτελέσματα, όπως φάνηκε στό Διεθνές Συνέδριο γιά τήν Γενετική Καταγωγή τών Αρμάνων τής Βαλκανικής τόν περασμένο Σεπτέμβριο στά Σκόπια, όπου ακυρώθηκαν οί καλά προετοιμασμένες προσπάθειες τών αυτοαποκαλουμένων Μακεδο-ρουμάνων νά τεκμηριωθεί επιστημονικά τό Εθνος τών Βλάχων, συνέβη ακριβώς τό αντίθετο!
Τά πάντα είναι δυνατόν νά ανατραπούν καί νά τεθούν στήν σωστή τους βάση, φθάνει νά τό θελήσουμε.

Η εισήγηση έγινε στην Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών στη Θεσσαλονίκη το 2007 και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Ο Λόγος του Συλλόγου" των Λιβαδιωτών Θεσσαλονίκης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η κόσμια κριτική και η ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των σχολιαστών είναι σεβαστή. Σχόλια τα οποία υπεισέρχονται σε προσωπικά δεδομένα ή με υβριστικό περιεχόμενο να μην γίνονται. Τα σχόλια αποτελούν καθαρά προσωπικές απόψεις των συντακτών τους. Οι διαχειριστές δεν ευθύνονται σε καμία περίπτωση για τυχόν δημοσίευση υβριστικού ή παράνομου περιεχομένου στα σχόλια των αναρτήσεων.Τα σχόλια αυτά θα διαγράφονται με την πρώτη ευκαιρία.