Δευτέρα, 8 Μαρτίου 2021

Των Βλάχων οι κοινότητες γράφουν τη δική τους Ιστορία


Ξένοι περιηγητές του 19ου αιώνα αναφέρουν με έκπληξη ότι είδαν στα βλάχικα χωριά, 
όπως το εικονιζόμενο Νυμφαίο, σχολεία και πλούσιες βιβλιοθήκες

Θοδωρής Αθανασιάδης

Κρεμασμένα θαρρείς στα ψηλότερα σημεία των βουνών, αγκαλιά με τα δάση και τα γάργαρα νερά, αλλά και τα αλπικά βοσκοτόπια, τα βλάχικα χωριά της Ελλάδας μετρούν τους αιώνες με τον δικό τους τρόπο.

Είναι ίσως οι πλέον παρεξηγημένοι Ελληνες, καθώς η λέξη «βλάχος» φέρνει στον νου του συγχρόνου και επιδερμικά μορφωμένου Νεοέλληνα κάποιον άξεστο ορεσίβιο που δεν ξέρει καλά - καλά να γράψει το όνομά του και ζει τον περισσότερο καιρό με τα πρόβατα στα απάτητα βουνά!

Είναι πολύ λίγοι αυτοί που γνωρίζουν πως οι βλάχικες κοινότητες της Ελλάδας ήταν από τα πιο πλούσιες, ακμάζουσες και πιο εξελιγμένες σε όλη την τουρκοκρατούμενη Βαλκανική χερσόνησο μέχρι και τον Μεσοπόλεμο. Μάλιστα, οι ξένοι περιηγητές του 18ου και 19ου αιώνα αναφέρουν με θαυμασμό και έκπληξη στα γραπτά τους ότι είδαν δίπατα και τρίπατα σπίτια, σχολεία με δεκάδες μαθητές, πλούσιες βιβλιοθήκες και κοινωνική ζωή που σε κάποιες περιπτώσεις ήταν συγκρίσιμη μόνο με αυτήν των ευρωπαϊκών πόλεων.

Περήφανοι Βλάχοι

Οι Βλάχοι ήταν πάντα σκληροτράχηλοι ορεσίβιοι, αλλά και πνεύματα ανήσυχα. Διακρίθηκαν με ό,τι καταπιάστηκαν και αποδείχθηκαν σπουδαίοι έμποροι, άξιοι δουλευτάδες, εξαιρετικοί τεχνίτες, ενώ πολλοί από αυτούς είχαν σπουδάσει στα καλύτερά πανεπιστήμια της Ευρώπης!

Οπως και οι Σαρακατσάνοι, οι Βλάχοι ήταν νομάδες κτηνοτρόφοι που οδηγούσαν τα κοπάδια τους όπου υπήρχαν πλούσια βοσκοτόπια. Το καλοκαίρι στα βουνά, σε συγκεκριμένες περιοχές και τον χειμώνα στα χειμαδιά στις πεδιάδες. Παράλληλα όμως είχαν και μόνιμη κατοικία.

Η διαφορά με τους Σαρακατσάνους, που μιλούσαν μόνο ελληνικά, είναι ότι οι Βλάχοι μιλούσαν ελληνικά, αλλά και το δικό τους γλωσσικό ιδίωμα που έχει μεν λατινικές ρίζες, αλλά χρησιμοποιεί ωστόσο και πάρα πολλές αρχαιοελληνικές και ελληνικές λέξεις (ίσως περισσότερο από το 50%). Τα βλάχικα κατατάσσονται από τους γλωσσολόγους στις λεγόμενες «νεολατινικές γλώσσες» που στηρίχθηκαν στη «λαϊκή λατινική».

Οταν οι οθωμανική αυτοκρατορία κατέρρευσε και τα ελευθέρα πια έθνη της Βαλκανικής μετρούσαν τις δυνάμεις και τις επιρροές τους, προέκυψε το λεγόμενο «Βλάχικο ζήτημα», το οποίο προσπάθησε να δημιουργήσει η Ρουμανία, επειδή η βλάχικη γλώσσα όπως και η ρουμανική έχουν ως κοινή καταγωγή τη λατινική.

Παρά τον πακτωλό χρημάτων, λίγοι Βλάχοι στον ελλαδικό χώρο ενέδωσαν σε αυτήν την προπαγάνδα και υπάρχουν άφθονες μαρτυρίες γεγονότων που το αποδεικνύουν αυτό. Ομως εκείνες οι έντονες εποχές των εθνοτικών ανακατατάξεων κατέστρεψαν τις ζωές πολλών ανθρώπων που άθελα τους μπλέχτηκαν με τον ένα ή άλλο τρόπο στα τότε πολιτικά παιχνίδια.

Αναπόσπαστο τμήμα της νεότερης ελληνικής Ιστορίας

Γράφοντας αυτό το άρθρο δεν ήταν στις προθέσεις μας να εμβαθύνουμε και να αναλύσουμε τα ιστορικά γεγονότα εκείνης της εποχής, αλλά με σιγουριά μπορούμε να πούμε πως και σήμερα όποιος κάνει το λάθος και πει - ακόμη και αστειευόμενος- σε έναν Βλάχο ότι δεν είναι Ελληνας, δεν θα έχει που να κρυφτεί!

Εντελώς ενδεικτικά αναφέρουμε μερικά ονόματα πασίγνωστων αγωνιστών της Ελευθερίας που ήταν βλαχόφωνοι όπως οι: Ρήγας Φεραίος, Γεωργάκης Ολύμπιος και πιθανώς ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Βλάχοι ήταν οι περισσότεροι από τους εθνικούς ευεργέτες, όπως οι: Νικόλαος Στουρνάρης, Γεώργιος Αρσάκης, Μιχαήλ και Γεώργιος Τοσίτσας, Γεώργιος και Σίμων Σίνας, Ευάγγελος και Κωνσταντίνος Ζάππας, Γεώργιος Αβέρωφ.

Βλάχοι ήταν και τα στελέχη του ΕΑΜ Αλέξανδρος Σβώλος και Ανδρέας Τζήμας (Σαμαρινιώτης), οι λόγιοι Κώστας Κρυστάλλης και Γεώργιος Ζαλοκώστας, οι αδελφοί Μανάκια, οι πρώτοι κινηματογραφιστές των Βαλκανίων.

Βλάχικης καταγωγής ήταν ο μέγιστος Τσιτσάνης (με ρίζες από τα χωριά του Αν. Ζαγοριού) και οι σύγχρονοι λαϊκοί συνθέτες, όπως ο Απόστολος Καλδάρας, ο Κώστας Βίρβος, ο Μπάμπης Μπακάλης και Δημήτρης Μητροπάνος (η πληροφορία προέρχεται από τον ενδιαφέροντα ιστότοπο vlahoi.net).

Ακόμη οι Βλάχοι είναι ορθόδοξοι και έχουν σχεδόν τα ίδια έθιμα με τους υπόλοιπους Ελληνες, ενώ ποτέ δεν υπήρξε περιορισμός για μικτούς γάμους Ελλήνων και βλαχόφωνων.

Η προπαγάνδα και οι εθνικιστικές σκοπιμότητες

Το 1940 η ιταλική προπαγάνδα είχε καταγράψει ότι οι βλάχικοι οικισμοί είναι «σταθμοί λατινικότητας» και μόλις τα φασιστικά στρατεύματα μπουν στα βλάχικα χωριά θα γίνουν δεκτά με ενθουσιασμό από τον ντόπιο πληθυσμό. Αν και υπήρξε καταγεγραμμένη δράση «ρουμανιζόντων Βλάχων» στην περιοχή της Πίνδου, ο συντριπτικός πληθυσμός των βλάχικων χωριών στήριξε με θέρμη τον Ελληνικό Στρατό, τις πρώτες δύσκολες ημέρες της εισβολής των Ιταλών.

Οι Βλάχοι, γνωρίζοντάς καλά τον τόπο τους, έδιναν πληροφορίες στον Ελληνικό Στρατό, με αποτέλεσμα τα τμήματα του Αποσπάσματος Πίνδου υπό τον συνταγματάρχη Δαβάκη να μπορούν μέσω απόκρημνων μονοπατιών να αιφνιδιάζουν με επιτυχία τους Ιταλούς.

Ανάμεσα στις «γυναίκες της Πίνδου», που ανέβαιναν μέσα από δύσβατα περάσματα, ζαλικωμένες με τις οβίδες για να εξασφαλίσουν τον εφοδιασμό των ορεινών πυροβολαρχιών που αντιστέκονταν στον εισβολέα, ήταν και πολλές Βλάχες από τη Λάιστα, τη Φούρκα, το Βρυσοχώρι κ.α.

Κατά την Κατοχή, μια μικρή ομάδα των «ρουμανιζόντων Κουτσοβλάχων» υπό τον ρουμανικής υπηκοότητας και διπλό πράκτορα Αλκιβιάδη Διαμαντή, προσπάθησε εκμεταλλευομένη την πείνα και τις κακουχίες των Βλάχων να δημιουργήσει τη λεγομένη «Ρωμαϊκή Λεγεώνα». Η κίνηση αυτή, με τη συνδρομή και των βλαχόφωνων Ελλήνων, απέτυχε οικτρά. Επίσης είναι γεγονός πως τα περισσότερα βλάχικα χωριά κάηκαν από τους Γερμανοϊταλούς, καθώς τα θεωρούσαν ανταρτοχώρια και προπύργια του ΕΛΑΣ.

Μερικά από τα ομορφότερα βλάχικα χωριά

Δεν θα συνεχίσουμε άλλο την παράθεση ιστορικών στοιχείων, ούτε θα αναλύσουμε περαιτέρω την ελληνικότητα των Βλάχων. Στη συνέχεια του άρθρου θα σας παρουσιάσουμε μερικά από τα ομορφότερα βλάχικα χωριά που ακόμη και σήμερα εντυπωσιάζουν με την αρχοντική τους παρουσία, αν μάλιστα σκεφτεί κάποιος ότι βρίσκονται στα πιο άγρια και απόμακρα σημεία των ελληνικών βουνών.

Παρακάμπτοντας τα σπουδαία και πασίγνωστα κεφαλοχώρια, όπως είναι το Μέτσοβο, το Νυμφαίο, η Σαμαρίνα, το Συρράκο, το Περτούλι, τα Αμπελάκια και δεκάδες ακόμη, θα σταθούμε σε μερικές άλλες, λιγότερο διάσημες -αλλά με σπουδαίο οικονομικό, ιστορικό και πολιτιστικό αποτύπωμα- βλάχικες κοινότητες που αξίζει να αναζητήσει ο ανήσυχος ταξιδευτής.

Κλεισούρα Καστοριάς


Η Κλεισούρα ή αλλιώς Βλαχοκλεισούρα είναι ένα από τα μεγαλύτερα βλάχικα χωριά της Ελλάδας. Ο οικισμός απλώνει τις τέσσερις γειτονιές του σε υψόμετρο από 1.100 έως 1.250 μέτρα, στις δασωμένες πλαγιές του βουνού Μουρίκι, και δημιουργήθηκε πιθανόν τον 15ο αιώνα. Οι Κλεισουριώτες αρχικά είχαν ως κυρία απασχόλησή τους την κτηνοτροφία. Αργότερα, ασχολήθηκαν με το μεταπρατικό εμπόριο διατηρώντας εμπορικά γραφεία στη Βιέννη, τη Βουδαπέστη, το Βελιγράδι, την Οδησσό και την Κων/πολη.

Η ευημερία έφερε την πνευματική άνθηση με το κτίσιμο του πρώτου σχολείου το 1775, ενώ αργότερα λειτούργησαν η Αστική Σχολή, το Ελληνικό Σχολείο και το Αλληλοδιδακτικό με τη γενική επωνυμία Ελληνομουσείο Κλεισούρας. Σημαντική ήταν ακόμα η βιβλιοθήκη με περισσότερους από 2.000 τόμους! Το 1944 τα ναζιστικά στρατεύματα έκαψαν σχεδόν όλο το χωριό και εκτέλεσαν 280 γυναίκες, γέρους και παιδιά.

Κρανιά Τρικάλων


Κοντά στην κοίτη του Αχελώου σε υψόμετρο 1.150, αγκαλιά με τα ελατοδάση της Πίνδου συναντάμε το κεφαλοχώρι της Κρανιάς με τους όμορους οικισμούς. Οι πρώτες ποιμενικές οικογένειες εγκαταστάθηκαν εδώ, κάπου στα τέλη του 15ου με αρχές 16ου αιώνα. Οι Κρανιώτες, εκτός από την κτηνοτροφία ασχολήθηκαν με την ξύλευση του πλούσιου δάσους, ενώ παράλληλα αρκετοί δούλευαν ως μαραγκοί και τυροκόμοι.

Η Κρανιά ήταν σπουδαίο οικοτεχνικό κέντρο με παράδοση στην υφαντική, αλλά και στο εμπόριο των χοντρών μάλλινων υφασμάτων. Ιδιαίτερα δημοφιλή ήταν τότε τα «κρανιώτικα σκουτιά». Οι Κρανιώτες ήταν ξακουστοί πραματευτάδες που ταξίδευαν όλη την Ελλάδα. Στα μέσα του 19ου αιώνα, στο χωριό ζούσε ένας μόνιμος πληθυσμός περίπου 4.000 ανθρώπων!

Λιβάδι Λάρισας


Ο οδικός άξονας, που συνδέει την Κατερίνη με την Ελασσόνα και την Κοζάνη, θα μας φέρει έπειτα από σύντομη ανάβαση σε ύψος 1.200 μέτρων στις πλαγιές του Τίταρου όρους, όπου συναντάμε το χωριό Λιβάδι η Βλαχολίβαδο. Η οικονομία της κοινότητας στηριζόταν για χρόνια στην κτηνοτροφία.

Ονομαστά ήταν τα τυροκομικά προϊόντα της περιοχής, αλλά και τα κιλίμια που φτιάχνονταν από μικρές οικοτεχνίες που ύφαιναν το μαλλί. Από εδώ καταγόταν ο Γεωργάκης Ολύμπιος, ο θρυλικός αγωνιστής του 1821 -δεξί χέρι του Υψηλάντη-, που σκοτώθηκε σε ηρωική μάχη στη μονή Σέκου της Ρουμανίας, καταδιωκόμενος από τους Τούρκους. Το 1943 οι Γερμανοί πυρπόλησαν το Βλαχολίβαδο, παρόλα αυτά το χωριό σύντομα ανέκαμψε και σήμερα θεωρείται ένα από τα πιο ακμάζοντα ορεινά χωριά μαζί με το Μέτσοβο.

Χαλίκι Ασπροπόταμου


Ακολουθώντας τον ορεινό δρόμο πού ξεκινά από την Καλαμπάκα για τα χωριά του Ασπροπόταμου, μετά από 78 χιλιόμετρα δύσκολης πορείας, φτάνουμε στο Χαλίκι, το βορειότερο από τα χωριά του Ασπροπόταμου (Αχελώου) που βρίσκεται σε υψόμετρο 1.100 μ. Στη θέση όπου είναι κτισμένο το σημερινό Χαλίκι ίσως βρισκόταν η αρχαία πόλη Χαλκίδα από παράφραση της οποίας πιθανόν να προήλθε και η σημερινή ονομασία του χωριού.

Σε χρυσόβουλο του Ανδρόνικου Παλαιολόγου, του έτους 1331, αναφέρεται ως Χαλκίς και θεωρούνταν ως ένα από τα μεγαλύτερα χωριά της Πίνδου. Το Χαλίκι λόγω της σημαντικής γεωγραφικής του θέσης, καθώς βρίσκεται ανάμεσα στα ορεινά περάσματα που οδηγούν προς Θεσσαλία και Ηπειρο, γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη.

Σήμερα στο χωριό διασώζονται αρκετά παλιά παραδοσιακά αρχοντικά όπως του Δρόσου, του Δημάκη και του Ζιώζια. Νότια από το Χαλίκι βρίσκεται το επίσης βλάχικο μεγαλοχώρι χωριό, Ανθούσα, γνωστό στους ντόπιους με το όνομα Βλαχολεπενίτσα ή Λεπενίτσα.

Περιβόλι Γρεβενών

Στην καρδιά του Εθνικού Πάρκου Βόρειας Πίνδου και στις παρυφές της Βάλια Κάλντα (Ζεστή Κοιλάδα), συναντάμε δύο σημαντικά βλάχικα χωριά, το Περιβόλι και την Αβδέλα. Το Περιβόλι απλώνει τις γειτονιές του σε υψόμετρο 1.380 μ. σε κατάφυτη ράχη του βουνού. Πιθανόν το χωριό να δημιουργήθηκε κοντά σε ένα από τα ρωμαϊκά φυλάκια που χτίστηκαν στην Πίνδο από τους Ρωμαίους, με σκοπό να προστατεύουν τον δρόμο που διέσχιζε την Πίνδο, την περίφημη «Βασιλική Στράτα».

Οι κάτοικοι του Περιβολιού ήταν κτηνοτρόφοι, υλοτόμοι, αλλά και φημισμένοι κυρατζήδες. «Τα περιβολιώτικα καραβάνια μετέφεραν την πραμάτεια στην άκρη της γης» έγραφε ο Γάλλος γιατρός, διπλωμάτης και περιηγητής Φρανσουά Πουκεβίλ. Μια από τις ρίζες του Ρήγα Φεραίου ήταν από το Περιβόλι, καθώς είναι γνωστό ότι οι Περιβολιώτες διαχείμαζαν με τα κοπάδια τους στο Βελεστίνο της Θεσσαλίας.

Βοβούσα Ιωαννίνων

Στο Ανατολικό Ζαγόρι, γνωστό και ως «Βλαχοζάγορο» αφού τα περισσότερα χωριά του κατοικούνται από βλοχόφωνους, συναντάμε σε ύψος 1.000 μέτρων τη Bοβούσα. Το χωριό χωρίζεται στα δυο από την κοίτη του ποταμού Αώου και οι δυο γειτονιές του συνδέονται από ένα πέτρινο γεφύρι, κτίσμα του 1748. Το βλάχικο όνομά του είναι Μπαϊάσσα, ενώ το νεότερο, Βοβούσα, προήλθε από την αρχαία ονομασία του Αώου που ήταν «Βοϊούσας» (βοή=βουή).

Η ίδρυση του χωριού ανάγεται στον 10ο ή 11ο αιώνα, ενώ τον 15ο αιώνα εντάχθηκε στα χωριά του Ζαγοριού και βρέθηκε κάτω από την επιστασία - προστασία της Βαλιδέ Σουλτάνας. Οι κάτοικοί του ήταν υλοτόμοι, πριονάδες, αγωγιάτες, κτηνοτρόφοι και έμποροι. Στις αρχές του 20ού αιώνα ζούσαν εδώ περίπου 120 οικογένειες. Σήμερα έχουν μείνει μόνο 100 άτομα με κύρια δραστηριότητα την υλοτομία και την επεξεργασία ξύλου.

📍 Κείμενο - φωτογραφίες: Θοδωρής Αθανασιάδης / viewsofgreece.gr
Πηγή: efsyn.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η κόσμια κριτική και η ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των σχολιαστών είναι σεβαστή. Σχόλια τα οποία υπεισέρχονται σε προσωπικά δεδομένα ή με υβριστικό περιεχόμενο να μην γίνονται. Τα σχόλια αποτελούν καθαρά προσωπικές απόψεις των συντακτών τους. Οι διαχειριστές δεν ευθύνονται σε καμία περίπτωση για τυχόν δημοσίευση υβριστικού ή παράνομου περιεχομένου στα σχόλια των αναρτήσεων.Τα σχόλια αυτά θα διαγράφονται με την πρώτη ευκαιρία.